Κύριε Ιησού Χριστέ!
Πατέρας σου ήταν ο Θεός, κι' ήσουν μοναχογιός του, κι' όμως εσύ αποφάσισες την δόξα σου να αφήσεις, και στη γη να κατεβείς να ζήσεις.  «Τον κόσμο ο πατέρας σου τόσο πολύ αγάπησε που σ' έστειλε μεσίτη».   Την δύναμή του σ' έδωσε, τον κόσμο να λυτρώσεις και απ' τις αρρώστιες και κακά να τον ελευθερώσεις, κι' ακόμα κι' απ' τον θάνατο ήλθες να τον λυτρώσεις.
Μ'αυτοί «αυτούς π' αγάπησε ο Θεός και σ' έστειλε να σώσεις», αντί να σ' αγκαλιάσουνε, να σε φιλοξενήσουν, σ' έπιασαν σε μαστίγωσαν, τόλμησαν να σε φτύσουν.   Μα εσύ το στόμα σου δεν  άνοιξες να παραπονεθείς, δεν άνοιξες το στόμα σου καθόλου να μιλήσεις, έστω και γιατί; να τους ρωτήσεις, ούτε καν να απειλήσεις.
Κ' αφού χλεύασαν και παίξανε μαζί σου, εις στον σταυρό σε κρέμασαν ν' αφήσεις την ψυχή σου.   Μα εσύ κ' απάνω απ' τον σταυρό που σ' είχανε κρεμάσει, έδειξες η αγάπη σου πόσο μακριά έχει φθάσει.   Εκεί που αδύνατο είναι ανθρώπινη καρδιά ποτέ να πλησιάσει, ούτε καν να λογαριάσει.
Πάνω στον σταυρό ήσουνα κρεμασμένος, χέρια, πόδια, καρφωμένος, κι' όμως ποτέ δεν έδηξες να είσαι απελπισμένος, και ούτε καν δεν φάνηκες απογοητευμένος.   Αβάστακτοι θα ήταν ο πόνοι, που είχες απάνω στον σταυρό, κι' όμως, πάνω στρέφεις το κεφάλι, και με στοργή απέραντα μεγάλη λες: "Πάτερ συγχώρεσε αυτούς, δεν ξέρουνε τη κάνουν!!!".
Αυτοί σ’ έπαιξαν, σε μαστίγωσαν, και χλεύασαν μαζί σου, και χέρια πόδια κάρφωσαν στο ξύλο το κορμί σου.   Μα κι’ όταν είπες πως διψάς, ξύδι αντί νερό, σου πρόσφεραν εις τον σταυρό που σ’ είχανε κρεμάσει.   Άφησες να νομίζουνε πως σ’ είχανε δαμάσει.  Μα απ’ την στοργή κι’ αγάπη σου, όλα τα είχες ξεχάσει.
Και με αγάπη, χάρη και στοργή γεμάτος, ζήτησες απ' τον Πατέρα σου Θεό, τους δήμιους σου, να μη τους τιμωρήσει μα να τους συγχωρήσει.   Σε εσένα "όρια" η στοργή η χάρης κι’ αγάπη σου, δεν φαίνετε να έχουν, μα και δεν θα έπαυσαν ποτέ, όπου βρεθείς να τρέχουν, γιατί δεν θ’ άντεχαν τα σπλάχνα σου και η καρδιά αυτά να τα αντέχουν.
Κι’ έγινε τώρα πια γνωστό, η χάρης, η στοργή κι’ αγάπη σου, όρια δεν γνωρίζουν, και όπια καρδιά επισκεφτείς, πάνε και την γεμίζουν.   Γι’ αυτό Χριστέ μου σου ζητώ, μια χάρη να μου κάμεις, μην αρνηθείς στο σπίτι μου, επίσκεψη να κάμεις.
Έλα πάρε την καρδιά μου, πάρε την ελέησέ την, κι’ απ’ αγάπη γέμισέ την.   Γέμισέ την όπως κι’ όπως, κι’ όπου μπω να λάμπει ο τόπος, να λάμπει απ’ την αγάπη σου, κι’ από την αρετή σου, κράτα την πάντοτε μαζί σου.   Πιστεύω! και το’ χω πια διαπιστώσει, πως μόνο αυτή η χάρη σου, μπορεί να την ναι σώσει.  Αμήν.  Σώσαι με, Κύριε!
Φίλε μου μη παραξενευτείς πως ο Χριστός, στα σίγουρα το θέλει να σε σώσει, και έστειλε αυτό το μήνυμα να σου το μεταδώσει.   Μην αρνηθείς να τον δεχθείς, να τον φιλοξενήσεις, κι’ αν θέλει στην καρδιά να μπει, να μη τον εμποδίσεις, γιατί η στοργή κι’ αγάπη του, όρια δεν γνωρίζουν, κι’ όποιες  καρδιές επισκεφτεί, μ’ αγάπη και στοργή γεμίζουν.   Και μάθε πως τον θάνατο, αυτά, ποτέ δεν τον γνωρίζουν.

Στέλιος Ν. Λυγεράκης