John, Chapter 2 Modern Greek Mp3Mp3

01 ΚΑΙ την τρίτην ημέραν έγεινε γάμος εν Κανά της Γαλιλαίας  και ήτο η μήτηρ του Ιησού εκεί.
02 Προσεκλήθη δε και ο Ιησούς και οι μαθηταί αυτού εις τον γάμον.
03 Και επειδή έλειψεν ο οίνος, λέγει η μήτηρ του Ιησού προς αυτόν, Οίνον δεν έχουσι.,
04 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Τι είναι μεταξύ εμού και σού, γύναι; δεν ήλθεν έτι η ώρα μου.
05 Λέγει η μήτηρ αυτού προς τους υπηρέτας,  'Οτι σας λέγη κάμετε.
06  Ήσαν δε εκεί υδρίαι λίθιναι εξ κείμεναι κατά το έθος του καθαρισμού των Ιουδαίων, χωρούσαι εκάστη δύο ή τρία μέτρα.
07 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Γεμίσατε τας υδρίας ύδατος. Καί εγέμισαν αυτάς έως άνω.
08 Και λέγει προς αυτούς, Αντλήσατε τώρα και φέρετε προς τον αρχιτρίκλινον. Και έφεραν.
09 Καθώς δε ο αρχιτρίκλινος εγεύθη το ύδωρ εις οίνον μεταβεβλημένον, και δεν ήξευρε πόθεν είναι, (οι υπηρέται όμως ήξευρον οι αντλήσαντες το ύδωρ,)
10 και λέγει προς αυτόν, Πας άνθρωπος αφού πίωσι πολύ, τότε τον κατώτερον  συ εφύλαξας τον καλόν οίνον έως τώρα.
11 Ταύτην την αρχήν των θαυμάτων έκαμεν ο Ιησούς εν Κανά της Γαλιλαίας, και εφανέρωσε την δόξαν αυτού, και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί αυτού.
12 Μετά τούτο κατέβη εις Καπερναούμ, αυτός και η μήτηρ αυτού, και οι αδελφοί αυτού, και οι μαθηταί αυτού  και εκεί έμεναν ουχί πολλάς ημέρας.
13 Επλησίαζε δε το πάσχα των Ιουδαίων, και ενέβη εις Ιεροσόλυμα ο Ιησούς.
14 Και εύρεν εν τω ιερώ τους πωλούντας βόας και πρόβατα και περιστεράς, και τους αργυραμοιβούς καθημένους. Ματθ.κα'.12, Μαρκ.ια'.15, Λουκ.ιθ'.45,
15 Και ποιήσας μάστιγα εκ σχοινίων, εδίωξε πάντας εκ του ιερού, και τα προβατα και τους βόας  και τα νομίσματα των αργυραμοιβών έχυσε, και τας τραπέζας ανέτρεψε
16 και προς τους πωλούντας τας περιστεράς είπε, Σηκώσατε ταύτα εντεύθεν  μη κάμνετε τον οίκον του Πατρός μου οίκον εμπορίου.
17 Τότε ενεθυμήθησαν οι μαθηταί αυτού ότι είναι γεγραμμένον, «Ο ζήλος του οίκου σου με κατέφαγεν.». Ψαλμ.ξθ'.9
18 Απεκρίθησαν λοιπόν οι Ιουδαίοι και είπον προς αυτόν, Τι σημείον δεικνύεις εις ημάς διότι κάμνεις ταύτα ;
19 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς, χαλάσατε τον ναόν τούτον, και δια τριών ημερών θέλω εγείρει αυτόν.
20 Και οι Ιουδαίοι είπον, Εις τεσσαράκοντα και εξ έτη ώκοδομήθη ο ναός ούτος, και συ θέλεις εγείρει αυτόν εις τρείς ημέρας ;
21 Εκείνος όμως έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού.
22 'Οτε λοιπόν ηγέρθη εκ νεκρών, ενεθυμήθησαν οι μαθηταί αυτού ότι τουτο έλεγε προς αυτούς  και επίστευσαν εις την γραφήν, και εις τον λόγον τον οποίον είπεν ο Ιησούς.
23 Και ενώ ήτο εν Ιεροσολύμοις κατά την εορτήν του Πάσχα, πολλοί επίστευσαν εις το όνομα αυτού, βλέποντες αυτού τα θαύματα τα οποία έκαμνεν.
24 Αυτός δε ο Ιησούς δεν ενεπιστεύετο εις αυτούς, διότι εγνώριζε πάντας
25 και διότι δεν είχε χρείαν διά να μαρτυρήση τις περί του ανθρώπου  επειδή αυτός εγνώριζε τι ήτο εντός τους ανθρώπου.















































































John, Chapter 2 Demotic Greek

1. Την τρίτη μέρα γινόταν γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου βρισκόταν και η μητέρα του Ιησού.
2. Καλεσμένοι στο γάμο ήταν επίσης κι ο Ιησούς και οι μαθητές του.
3. Κι επειδή το κρασί τελείωσε, λέει στον Ιησού η μητέρα του: «Δεν έχουν κρασί».
4. Της λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, γιατί ν' ανησυχούμε γι' αυτό εγώ ή εσύ; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου».
5. Λέει τότε η μητέρα του στους υπηρέτες: «Ό,τι σας πει κάντε το».
6. Στο μεταξύ υπήρχαν εκεί έξι πέτρινες στάμνες νερού, τοποθετημένες για τον καθαρισμό των Ιουδαίων, σύμφωνα με τη συνήθειά τους, που χωρούσαν ογδόντα με εκατόν είκοσι λίτρα η καθεμιά τους.
7. Τους λέει, λοιπόν, ο Ιησούς: «Γεμίστε τα δοχεία με νερό». Και τα γέμισαν μέχρι επάνω.
8. Κατόπιν τους λέει: «Αντλήστε τώρα και φέρτε στον υπεύθυνο του συμποσίου». Κι εκείνοι του έφεραν.
9. Μόλις, λοιπόν, γεύτηκε ο υπεύθυνος του συμποσίου το νερό που είχε γίνει κρασί, και μη ξέροντας από πού προερχόταν - αφού μόνο οι υπηρέτες το ήξεραν, που είχαν αντλήσει το νερό - φωνάζει το γαμπρό
10. και του λέει: «Κάθε άνθρωπος προσφέρει πρώτα το καλό κρασί, και όταν μεθύσουν, τότε φέρνει το κατώτερο. Εσύ όμως φύλαξες το καλό κρασί ως τώρα!»
11. Μ' αυτό άρχισε τα θαύματά του ο Ιησούς στην Κανά της Γαλιλαίας και φανέρωσε τη δόξα του και πίστεψαν σ' αυτόν οι μαθητές του.
12. Ύστερα απ' αυτό κατέβηκαν στην Καπερναούμ ο ίδιος, η μητέρα του, τ' αδέλφια του και οι μαθητές του, κι έμειναν εκεί λίγες μέρες.
13. Είχε πλησιάσει πια το Πάσχα των Ιουδαίων κι ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα.
14. Εκεί βρήκε μέσα στο ναό αυτούς που πουλούσαν βόδια, πρόβατα και περιστέρια, καθώς και τους σαράφηδες να κάθονται.
15. Έκανε τότε ένα μαστίγιο από σκηνιά και τους έβγαλε όλους έξω από το ναό μαζί με τα πρόβατα και τα βόδια. Και των σαράφηδων τα νομίσματα τα σκόρπισε, και τα τραπέζια τους τα αναποδογύρισε.
16. Και σ' εκείνους που πουλούσαν τα περιστέρια είπε: «Πάρτε τα αυτά απ' εδώ. Μην κάνετε τον οίκο του Πατέρα μου εμπορικό κατάστημα!».
17. Θυμήθηκαν τότε οι μαθητές του, που λέει στη Γραφή: «Η αφοσίωσή μου για τον οίκο σου θα με καταφάει».
18. Πήραν τότε το λόγο οι Ιουδαίοι και του είπαν: «Τι απόδειξη έχεις να μας παρουσιάσεις για το δικαίωμά σου να τα κάνεις αυτά;».
19. Αποκρίθηκε σ' αυτούς ο Ιησούς: «Γκρεμίστε το ναό αυτόν και σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσω».
20. Είπαν τότε οι Ιουδαίοι: «Σαράντα έξι χρόνια χρειάστηκαν για να χτιστεί ο ναός αυτός, και θα τον ξαναχτίσεις εσύ μέσα σε τρεις μέρες;».
21. Εκείνος όμως, αναφερόταν στο ναό του σώματός του.
22. Όταν λοιπόν αναστήθηκε από τους νεκρούς, θυμήθηκαν οι μαθητές του που το έλεγε αυτό, και πίστεψαν στη Γραφή και σ' αυτά που είπε ο Ιησούς.
23. Επίσης, όσο βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα στη διάρκεια της γιορτής του Πάσχα, πίστεψαν πολλοί σ' αυτόν επειδή έβλεπαν τα θαύματα που έκανε.
24. Ο ίδιος όμως ο Ιησούς δεν τους εμπιστευόταν, επειδή αυτός τους ήξερε καλά όλους,
25. καθόσο δεν είχε ανάγκη να τον πληροφορήσει κανείς για τον άνθρωπο, γιατί αυτός ήξερε τι υπήρχε μέσα στον άνθρωπο.















































































John

John, Chapter 2 Ancient Greek

1. Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ γάμος ἐγένετο ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ·

2. ἐκλήθη δὲ καὶ ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸν γάμον.

3. καὶ ὑστερήσαντος οἴνου λέγει ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· οἶνον οὐκ ἔχουσι.

4. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοὶ καὶ σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου.

5. λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ τοῖς διακόνοις· ὅ τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε.

6. ἦσαν δὲ ἐκεῖ ὑδρίαι λίθιναι ἓξ κείμεναι κατὰ τὸν καθαρισμὸν τῶν Ἰουδαίων, χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς.

7. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος. καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω.

8. καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε νῦν καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ. καὶ ἤνεγκαν.

9. ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον --καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ-- φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος

10. καὶ λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι, καὶ ὅταν μεθυσθῶσι, τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν οἶνον ἕως ἄρτι.

11. Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν αὐτοῦ, καὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

12. Μετὰ τοῦτο κατέβη εἰς Καπερναοὺμ αὐτὸς καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖ ἔμειναν οὐ πολλὰς ἡμέρας.

13. Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς.

14. καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους.

15. καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέτρεψε,

16. καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.

17. ἐμνήσθησαν δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ὅτι γεγραμμένον ἐστίν, ὁ ζῆλος τοῦ οἴκου σου καταφάγεταί με.

18. ἀπεκρίθησαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ εἶπον αὐτῷ· τί σημεῖον δεικνύεις ἡμῖν ὅτι ταῦτα ποιεῖς;

19. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν.

20. εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτεσιν ᾠκοδομήθη ὁ ναὸς οὗτος, καὶ σὺ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερεῖς αὐτόν;

21. ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε περὶ τοῦ ναοῦ τοῦ σώματος αὐτοῦ.

22. ὅτε οὖν ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν, ἐμνήσθησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὅτι τοῦτο ἔλεγε, καὶ ἐπίστευσαν τῇ γραφῇ καὶ τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς.

23. Ὡς δὲ ἦν ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐν τῷ πάσχα ἐν τῇ ἑορτῇ, πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, θεωροῦντες αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει.

24. αὐτὸς δὲ ὁ Ἰησοῦς οὐκ ἐπίστευεν ἑαυτὸν αὐτοῖς διὰ τὸ αὐτὸν γινώσκειν πάντας,

25. καὶ ὅτι οὐ χρείαν εἶχεν ἵνα τις μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ ἀνθρώπου· αὐτὸς γὰρ ἐγίνωσκε τί ἦν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.

 

















































































John, Chapter 2 (KJV)

01 And the third day there was a marriage in Cana of
Galilee; and the mother of Jesus was there:
02 And both Jesus was called, and his disciples, to the
marriage.
03 And when they wanted wine, the mother of Jesus saith
unto him, They have no wine.
04 Jesus saith unto her, Woman, what have I to do with
thee? mine hour is not yet come.
05 His mother saith unto the servants, Whatsoever he saith
unto you, do it.
06 And there were set there six waterpots of stone, after
the manner of the purifying of the Jews, containing two or
three firkins apiece.
07 Jesus saith unto them, Fill the waterpots with water.
And they filled them up to the brim.
08 And he saith unto them, Draw out now, and bear unto the
governor of the feast. And they bare it.
09 When the ruler of the feast had tasted the water that
was made wine, and knew not whence it was: (but the
servants which drew the water knew;) the governor of the
feast called the bridegroom,
10 And saith unto him, Every man at the beginning doth set
forth good wine; and when men have well drunk, then that
which is worse: but thou hast kept the good wine until
now.
11 This beginning of miracles did Jesus in Cana of
Galilee, and manifested forth his glory; and his disciples
believed on him.
12 After this he went down to Capernaum, he, and his
mother, and his brethren, and his disciples: and they
continued there not many days.
13 And the Jews' passover was at hand, and Jesus went up
to Jerusalem,
14 And found in the temple those that sold oxen and sheep
and doves, and the changers of money sitting:
15 And when he had made a scourge of small cords, he drove
them all out of the temple, and the sheep, and the oxen;
and poured out the changers' money, and overthrew the
tables;
16 And said unto them that sold doves, Take these things
hence; make not my Father's house an house of merchandise.
17 And his disciples remembered that it was written, The
zeal of thine house hath eaten me up.
18 Then answered the Jews and said unto him, What sign
showest thou unto us, seeing that thou doest these things?
19 Jesus answered and said unto them, Destroy this temple,
and in three days I will raise it up.
20 Then said the Jews, Forty and six years was this temple
in building, and wilt thou rear it up in three days?
21 But he spake of the temple of his body.
22 When therefore he was risen from the dead, his
disciples remembered that he had said this unto them; and
they believed the scripture, and the word which Jesus had
said.
23 Now when he was in Jerusalem at the passover, in the
feast day, many believed in his name, when they saw the
miracles which he did.
24 But Jesus did not commit himself unto them, because he
knew all men,
25 And needed not that any should testify of man: for he
knew what was in man.