Luke, Chapter 11 Modern Greek

01 ΚΑΙ ενώ αυτός προσηύχετο εν τόπω τινί, καθώς έπαυσεν, είπε τις των μαθητών αυτού προς αυτόν, Κύριε, δίδαξον ημάς να προσευχώμεθα, καθώς και ο Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς αυτού.
02 Είπε δε προς αυτούς, Όταν προσεύχησθε, λέγετε, Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου, γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ, και επί της γης.
03 Τον άρτον ημών τον επιούσιον δίδε εις ημάς καθ' ημέραν.
04 Και συνχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών  διότι και ημείς συγχωρούμεν εις πάντα αμαρτάνοντα εις ημάς  και μη φέρης ημάς εις πειρασμόν, αλλ' ελευθέρωσον ημάς από του πονηρού.
05 Και είπε προς αυτούς, Εάν τις εξ υμών έχη φίλον, και υπάγη προς αυτόν Φίλε, δάνεισόν μοι τρείς άρτους,
06 επειδή ήλθε φίλος μου προς εμέ εξ οδοιπορίας,και δεν έχω τι να βάλω έμπροσθεν αυτού
07 και εκείνος αποκριθείς έσωθεν είπη, Μη με ενόχλει  η θύρα είναι ήδη κεκλεισμένη, και τα παιδία μου είναι μετ' εμού εις την κλίνην  δεν δύναμαι να σηκωθώ και να σοι δώσω.
08 Σας λέγω, Και αν δεν σηκωθη και δώση εις αυτόν, διότι είναι φίλος αυτού, τουλάχιστον δια την αναίδειαν αυτού θέλει σηκωθή και δώσει εις αυτόν όσα χρειάζεται.
09 Και εγώ σας λέγω, Αιτείτε, και θέλει σας δοθή  ζητείτε, και θέλετε ευρεί  κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή.
10 Διότι πας ο αιτών λαμβάνει  και ο ζητών ευρίσκει  και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή.
11 Και εαν τις εξ υμών ήναι πατήρ, και ο υιός αυτού ζητήση άρτον, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν λίθον; και εαν οψάριον, πως αντι οψαρίου θέλει δώσει εις αυτόν όψιν;
12 ή και αν ζητήση ωόν, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν σκορπίον;
13 εαν λοιπόν σεις, πονηροί όντες, εξεύρετε να δίδητε καλάς δόσεις εις τα τέκνα σας, πόσω μάλλον ο Πατήρ ο ουράνιος θέλει δώσει Πνεύμα άγιον εις τους αιτούντας παρ'αυτού;
14 ΚΑΙ εξέβαλλε δαιμόνιον, και αυτό ήτο κωφόν αφού δε εξήλθε το δαιμόνιον, ελάλησεν ο κωφός και εθαύμασαν οι όχλοι.
15 Τινές όμως εξ αυτών είπον, Δια του Βεελζεβούλ του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
16  Άλλοι δε πειράζοντες εζήτουν παρ' αυτού σημείον εξ ουρανού.
17 Πλην αυτός νοήσας τους διαλογισμούς αυτών, είπε προς αυτούς, Πάσα βασιλεία διαιρεθείσα καθ' εαυτής, ερημούται και οίκος διαιρεθείς καθ' εαυτού, πίπτει.
18 Εαν λοιπόν και ο Σατανάς  διηρέθη καθ' εαυτού, πως θέλει σταθή η βασιλεία αυτού; επειδή λέγετε ότι εγώ εκβάλλω τα δαιμόνια δια του Βεελζεβούλ.
19 Αλλ' εαν εγώ δια του Βεελζεβούλ εκβάλλω τα δαιμόνια, οι υιοί σας δια τίνος εκβάλλουσι; δια τούτο αυτοί θέλουσιν είσθαι κριταί σας.
20 Αλλ' εαν δια του δακτύλου του Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, άρα έφθασεν εις εσας η βασιλεία του Θεού.
21 Όταν ο ισχυρός καθωπλισμένος φυλάττη την εαυτού αυλήν, τα υπάρχοντα αυτού είναι εν ειρήνη
22 όταν όμως ο ισχυρότερος αυτού επελθών νικήση αυτό, αφαιρεί την πανοπλίαν αυτού εις την οποίαν εθάρρει, και διαμοιράζει τα λάφυρα αυτού
23 όστις δεν είναι μετ'εμού, είναι κατ' εμού  και όστις δεν συνάγει μετ' εμού, σκορπίζει.
24 Όταν το ακάθαρτον πνεύμα εξέλθη απο του ανθρώπου, διέρχεται δι'ανύδρων τόπω και ζητεί ανάπαυσιν  και μη ευρίσκον, λέγει, Ας υποστρέψω εις τον οίκον μου όθεν εξήλθον.
25 Και ελθόν ευρίσκει αυτόν σεσαρωμένον και εστολισμένον.
26 Τότε υπάγει και παραλαμβάνει επτά άλλα πνεύνατα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικούσιν εκει  και γίνονται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χειρότερα των πρώτων.
27 Και ενώ αυτός έλεγε ταύτα, γυνή τις εκ του όχλου υψώσασα φωνήν, είπε προς αυτόν, Μακαρία η κοιλία ήτις σε εβάστασε, και οι μαστοί τους οποίους εθήλασας.
28 Αυτός δε είπε,  Μακάριοι μάλλον οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάττοντες αυτόν.
29 Και ενώ οι όχλοι συνηθροίζοντο, ήρχισε να λέγη, Η γενεά αύτη είναι πονηρά  σημείον ζητεί  και σημείον δεν θέλει δοθή εις αυτήν, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου.
30 Διότι καθώς ο Ιωνάς έγεινε σημείον εις τους Νινευϊτας, ούτω θέλει είσθαι και ο Υιός του ανθρώπου εις την γενεάν ταύτην.
31 Η βασίλισσα του νότου θέλει σηκωθή εν τη κρίσει μετά των ανθρώπων της γενεάς ταύτης, και θέλει κατακρίνει αυτούς διότι ήλθεν εκ των περάτων της γης δια να ακούση την σοφίαν του Σολομώντος  και ιδού, πλειότερον του Σολομώντος είναι εδώ.
32 Οι άνδρες της Νινευϊ θέλουσιν αναστηθή εν τη κρίσει μετά της γενεάς ταύτης , και θέλουσι κατακρίνει αυτήν  διότι μετενόησαν εις το κήρυγμα του Ιωνά  και ιδού πλειότερον του Ιωνά είναι εδώ.
33 Ουδείς δε λύχνον ανάψας θέτει εις τόπον απόκρυφον, ουδέ υπό τον μόδιον, αλλ' επί τον λυχνοστάτην, δια να βλέπωσι το φως οι εισερχόμενοι.
34 Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός όταν λοιπόν ο οφθαλμός σου ήναι καθαρος και όλον το σώμά σου είναι φωτενόν  αλλ' όταν ήναι πονηρός, και το σώμά σου είναι σκοτεινόν .
35 Πρόσεχε λοιπόν μήποτε το φως το εν σοι ήναι σκότος.
36 Εαν λοιπόν όλον το σώμά σου ήναι φωτεινόν, μη έχον τι μέρος σκοτεινόν, θέλει είσθαι φωτεινόν όλον, καθώς όταν ο λύχνος σε φωτίζη δια της λάμψεως.
37 Και αφού ελάλησε ταύτα, φαρισαίος τις παρεκάλει αυτόν να γευματίση εν τω οίκω αυτού  εισελθών δε εκάθισεν εις την τράπεζαν.
38 Ο δε Φαρισσαίος ιδών εθαύμασεν, ότι δεν ενίφθη πρώτον πριν του γεύματος.
39 Και ο Κύριος είπε προς αυτόν, Τώρα σεις οι Φαρισαίοι το έξωθεν του ποτηρίου και του πινακίου καθαρίζετε  το δε εσωτερικόν σας γέμει αρπαγής και πονηρίας.
40  Άφρονες, εκείνος όστις έκαμε το έξωθεν, δεν έκαμε και το έσωθεν;
41 Πλήν δότε ελεημοσύνην τα υπάρχοντα υμών, και ιδού, τα πάντα είναι καθαρά εις εσας.
42 Αλλ' ουαί εις εσας τους Φαρισαίους, διότι αποδεκατίζετε το ηδύοσμον και το πήγανον και πάν λάχανον, και παραβλέπετε την κρίσιν και την αγάπην του Θεού. Ταύτα έπρεπε να κάμητα, και εκείνα να μη αφήσητε.
43 Ουαί εις εσας τους Φαρισαίους, διότι αγαπάτε την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις συναγωγαίς, και τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς.
44 Ουαί εις εσας, γραμματείς και φαρισαίοι, υποκριταί, διότι είσθε ως τα μνημεία τα οποία δεν φαίνονται, και οι άνθρωποι οι περιπατούντες επάνω δεν γνωρίζουσιν.
45 Αποκριθείς δε τις των νομικών λέγει προς αυτόν, Διδάσκαλε, ταύτα λέγων και ημάς υβρίζεις.
46 Ο δε είπε, Και εις εσας τους νομικούς ουαί, διότι φορτίζετε τους ανθρώπους φορτία  δυσβάστακτα, και σεις με ένα των δακτύλων σας δεν εγγίζετε τα φορτία.
47 Ουαί εις εσας, διότι οικοδομείτε τα μνημεία των προφητών, οι δε πατέρες σας εφόνευσαν αυτούς.
48 Άρα μαρτυρείτε και συμφωνείτε εις τα έργα των πατέρων σας  διότι αυτοί μεν εφόνευσαν αυτούς, σεις δε οικοδομείτε τα μνημεία αυτών.
49 Δια τούτο και η σοφία του Θεού είπε, Θέλω αποστείλει εις αυτούς προφήτας και αποστόλους, και εξ αυτών θέλουσι φονεύσει και εκδιώξει.
50 Δια να εκζητηθή το αίμα πάντων των προφητών, το εκχυνόμενον απο της αρχής του κόσμου, απο της γενεάς ταύτης,
51 απο του αίματος του  Άβελ, εως του αίματος Ζαχαρίου του φονευθέντος μεταξύ του θυσιαστηρίου και του ναού  ναι, σας λέγω, θέλει εκζητηθή απο της γενεάς ταύτης.
52 Ουαί εις εσας τους νομικούς, διότι αφηρέσατε το κλειδίον της γνώσεως σεις δεν εισήλθετε, και τους εισερχομένους εμποδίσατε.
53 Ενω δε αυτός έλεγε ταύτα προς αυτούς, ήρχισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι να διεγείρωσιν αυτόν σφόδρα, και να βιάζωσιν αυτόν να ομιλήση, ερωτώντες περί πολλών,
54 ενεδρεύοντες αυτόν και ζητούντες να αρπάσωσί τι από του στόματος αυτού, δια να κατηγορήσωσιν αυτόν.
















































































Luke, Chapter 11 Demotic Greek

1. Το παρακάτω περιστατικό συνέβη σε μια περίπτωση που ο Ιησούς προσευχόταν σε κάποιον τόπο. Μόλις λοιπόν σταμάτησε να προσεύχεται, του είπε ένας από τους μαθητές του: «Κύριε, δίδαξέ μας πώς να προσευχόμαστε, όπως δίδαξε και ο Ιωάννης τους μαθητές του».
2. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Όταν προσεύχεστε να λέτε: Πατέρα μας επουράνιε,  ας αγιαστεί τ' όνομά σου. Ας έρθει η βασιλεία σου. Ας γίνει και στη γη το θέλημά σου, όπως γίνεται στον ουρανό.
3. Δίνε μας κάθε μέρα το απαραίτητο για την ημέρα ψωμί μας.
4. Και συγχώρησε τις αμαρτίες μας, γιατί κι εμείς οι ίδιοι συγχωρούμε τον καθένα που μας φταίει. Και μη μας αφήσεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά προστάτεψέ μας από τον πονηρό».
5. Κατόπιν τους είπε: «Αν κάποιος από σας είχε έναν φίλο και πήγαινε σ' αυτόν τα μεσάνυχτα και του έλεγε: Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά,
6. γιατί ήρθε στο σπίτι μου ένας ταξιδιώτης φίλος μου και δεν έχω τι να του δώσω να φάει, θ' απαντούσε άραγε εκείνος από μέσα και θα του έλεγε:
7. Μη με ενοχλείς. Την πόρτα την έχω κιόλας κλειδώσει και τα παιδιά βρίσκονται μαζί μου στο κρεβάτι. Δεν μπορώ να σηκωθώ και να σου δώσω;
8. Σας βεβαιώνω πως κι αν ακόμα δε σηκωθεί να του δώσει επειδή είναι φίλος του, τουλάχιστον για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει ό,τι χρειάζεται.
9. »Γι' αυτό κι εγώ λέω σε σας: Ζητάτε και θα σας δοθεί. Γυρεύετε και θα βρείτε. Χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί.
10. Γιατί ο καθένας που ζητάει παίρνει, κι εκείνος που γυρεύει βρίσκει, και σ' εκείνον που χτυπάει θ' ανοιχτεί.
11. Κι άλλωστε, αν ο γιος ενός πατέρα μεταξύ σας έρθει και του ζητήσει ψωμί, θα του δώσει μήπως πέτρα; Ή αν του ζητήσει ψάρι, θα του δώσει μήπως φίδι αντί για ψάρι;
12. Ή αν του ζητήσει αυγό, θα του δώσει μήπως σκορπιό;
13. Αν λοιπόν εσείς που από τη φύση σας είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε καλά πράγματα στα παιδιά σας, σκεφτείτε πόσο περισσότερο ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα δώσει Πνεύμα Άγιο σε όσους ζητούν απ' αυτόν!»
14. Μια άλλη φορά ο Ιησούς έβγαλε ένα δαιμόνιο από κάποιον βουβό με αποτέλεσμα να μιλήσει ο βουβός αμέσως μόλις βγήκε το δαιμόνιο! Και θαύμασε ο κόσμος.
15. Μερικοί όμως απ' αυτούς είπαν ότι με ενέργεια του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια!
16. Μερικοί άλλοι, πάλι, θέλοντας να τον δοκιμάσουν, του ζητούσαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης.
17. Αυτός λοιπόν, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, τους είπε: «Κάθε βασίλειο όταν διχαστεί και στραφεί ενάντια στον εαυτό του, ερημώνεται. Επίσης κάθε οικογένεια, όταν ξεσηκωθεί έναντια στον εαυτό της, πέφτει.
18. Αν λοιπόν ο Σατανάς διχάστηκε ενάντια στον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να σταθεί το βασίλειό του; Γιατί εσείς λέτε ότι με ενέργεια του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια!
19. Κι αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με ενέργεια του Βεελζεβούλ, οι γιοι σας με τίνος ενέργεια τα βγάζουν; Γι' αυτό, αυτοί θα γίνουν οι κριτές σας.
20. Αν όμως βγάζω τα δαιμόνια με θεϊκό δάχτυλο, σημαίνει πως έφτασε κιόλας και βρίσκεται μπροστά σας η βασιλεία του Θεού.
21. Όταν ένας δυνατός φυλάει την αυλή του καλά οπλισμένος, παραμένουν ασφαλή τα υπάρχοντά του.
22. Σε περίπτωση, όμως, που του επιτεθεί ένας δυνατότερός του και τον νικήσει, παίρνει τον οπλισμό του, στον οποίο βασιζόταν, και μοιράζει τα λάφυρά του.
23. Όποιος δεν είναι με το μέρος μου, είναι εναντίον μου και όποιος δε συνάζει μαζί μου, σκορπίζει».
24. «Όταν το δαιμονικό πνεύμα βγει από τον άνθρωπο, περνάει από ξερότοπους ζητώντας ξαπόσταμα, κι επειδή δε βρίσκει, λέει: Στο σπίτι μου θα ξαναγυρίσω, απ' όπου βγήκα.
25. Και σαν έρθει, το βρίσκει σκουπισμένο και στολισμένο.
26. Πηγαίνει τότε και παίρνει μαζί του άλλα εφτά δαιμόνια, πονηρότερα από το ίδιο, και μπαίνουν και κατοικούν εκεί, με αποτέλεσμα να γίνουν τα στερνά του ανθρώπου εκείνου χειρότερα από τα πρώτα».
27. Στο μεταξύ, την ώρα που ο Ιησούς τα έλεγε αυτά, μια γυναίκα μέσα από το πλήθος υψώνοντας τη φωνή της, του είπε: «Μακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και μακάριοι οι μαστοί που θήλασες!».
28. Κι εκείνος απάντησε: «Αληθινά μακάριοι είναι εκείνοι που ακούν το Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν».
29. Καθώς λοιπόν το πλήθος πύκνωνε, άρχισε ο Ιησούς να λέει: «Η γενιά αυτή είναι γενιά πονηρή. Σημάδι ζητάει, μα σημάδι δε θα της δοθεί, πέρα από το σημάδι του προφήτη Ιωνά.
30. Γιατί, όπως ο Ιωνάς έγινε σημάδι στους Νινευίτες, το ίδιο θα γίνει και ο Γιος του Ανθρώπου στη γενιά ετούτη.
31. Η βασίλισσα του νότου θα σηκωθεί την ώρα της κρίσης μαζί με τους ανθρώπους της γενιάς αυτής και θα τους κατακρίνει, γιατί εκείνη ήρθε από τα πέρατα της γης ν' ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Κι όμως να! Εδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από το Σολομώντα!
32. Οι κάτοικοι της Νινευή θ' αναστηθούν την ώρα της κρίσης μαζί με τη γενιά αυτή και θα την κατακρίνουν, γιατί εκείνοι μετανόησαν όταν άκουσαν το κήρυγμα του Ιωνά. Κι όμως να! Εδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Ιωνά»!
33. «Δεν υπάρχει κανένας, που σαν ανάψει ένα λυχνάρι να το βάλει σε μέρος κρυφό ή κάτω από το μόδι. Απεναντίας το βάζει πάνω στο λυχνοστάτη, για να μπορούν να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν μέσα.
34. Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Αν, λοιπόν, το μάτι σου είναι απονήρευτο, τότε και το σώμα σου είναι φωτεινό. Αν όμως είναι πονηρό, τότε και το σώμα σου είναι σκοτεινό.
35. Πρόσεχε, λοιπόν, μήπως και το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι.
36. Γιατί, αν όλο το σώμα σου είναι πραγματικά φωτεινό και δεν έχει κάποιο σκοτεινό σημείο, τότε θα είναι ολόκληρο φωτεινό, ακριβώς όπως όταν το λυχνάρι σε φωτίζει με τη λάμψη του».
37. Κι όταν πια σταμάτησε να μιλάει, τον παρακάλεσε ένας Φαρισαίος να γευματίσει στο σπίτι του. Όταν λοιπόν μπήκε στο σπίτι του, κάθισε απευθείας στο τραπέζι.
38. Σαν το είδε αυτό ο Φαρισαίος παραξενεύτηκε, γιατί δεν πλύθηκε πρώτα, πριν καθίσει για φαγητό.
39. Του είπε τότε ο Κύριος: «Λοιπόν, εσείς οι Φαρισαίοι καθαρίζετε το έξω μέρος του ποτηριού και του πιάτου, το εσωτερικό σας όμως είναι γεμάτο από αρπακτικότητα και πονηριά.
40. Ανόητοι! Αυτός που έφτιαξε το εξωτερικό, δεν έφτιαξε μήπως και το εσωτερικό;
41. Δώστε όμως αυτά που έχετε σε ελεημοσύνες και τότε θα δείτε πως όλα για σας θάχουν γίνει πια καθαρά.
42. »Μα αλίμονο σε σας τους Φαρισαίους, γιατί ενώ ξεχωρίζετε για το ναό το ένα δέκατο του δυόσμου και του απήγανου και όλων των λαχανικών, δε νοιάζεστε για τη δικαιοσύνη και την αγάπη του Θεού. Αυτά όμως είναι που έπρεπε να κάνετε κι εκείνα να μην τα παραλείπετε.
43. »Αλίμονο σε σας τους Φαρισαίους, που σας αρέσει να έχετε τα πρωτεία στις συναγωγές, και να υποκλίνονται μπροστά σας οι άλλοι στους δημόσιους χώρους.
44. »Αλίμονο σε σας νομοδιδάσκαλοι και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί είστε σαν τους αφανείς τάφους, έτσι που οι άνθρωποι που περπατούν πάνω τους δεν το ξέρουν!»
45. Πήρε τότε το λόγο ένας από τους νομικούς και του λέει: «Δάσκαλε, μ' αυτά που λες προσβάλλεις κι εμάς».
46. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Αλίμονο και σε σας τους νομικούς, γιατί φορτώνετε στους ανθρώπους φορτία δυσβάσταχτα, ενώ εσείς οι ίδιοι ούτε με το ένα δάχτυλό σας δεν τ' ακουμπάτε!
47. »Αλίμονο σε σας, γιατί χτίζετε τα μνημεία των προφητών, ενώ οι δικοί σας πρόγονοι είναι που τους σκότωσαν!
48. Άρα παραδέχεστε έτσι και εγκρίνετε τα έργα των προγόνων σας, γιατί αυτοί τους σκότωσαν κι εσείς χτίζετε τα μνημεία τους!
49. Γι' αυτό και ο Θεός μέσα στη σοφία του είπε: Θα τους στείλω προφήτες και αποστόλους και μερικούς απ' αυτούς θα τους σκοτώσουν και θα τους καταδιώξουν.
50. Με αποτέλεσμα από τη γενιά τούτη να ζητηθεί η ευθύνη για το αίμα όλων των προφητών, που χύθηκε από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.
51. Από το αίμα του Άβελ μέχρι το αίμα του Ζαχαρία, που σκοτώθηκε ανάμεσα στο θυσιαστήριο και στο ναό. Πράγματι, σας λέω, από τη γενιά τούτη θα ζητηθεί η ευθύνη.
52. »Αλίμονο σε σας τους νομικούς, γιατί κατακρατήσατε το κλειδί της γνώσης. Εσείς οι ίδιοι δεν μπήκατε, μα κι αυτούς που έμπαιναν τους εμποδίσατε!».
53. Καθώς λοιπόν τους τα έλεγε αυτά ο Ιησούς, άρχισαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι να αγανακτούν φοβερά και να τον προκαλούν πιεστικά με ερωτήσεις να μιλήσει για περισσότερα ζητήματα,
54. στήνοντάς του παγίδες και επιδιώκοντας να ψαρέψουν κάποιο λόγο από το στόμα του, για να τον κατηγορήσουν.
















































































Matthew 1

Luke, Chapter 11 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τόπῳ τινὶ προσευχόμενον, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ.

2. εἶπε δὲ αὐτοῖς· ὅταν προσεύχησθε, λέγετε· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·

3. τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν τὸ καθ' ἡμέραν·

4. καὶ ἄφες ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν· καὶ γὰρ αὐτοὶ ἀφίεμεν παντὶ ὀφείλοντι ἡμῖν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

5. Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τίς ἐξ ὑμῶν ἕξει φίλον, καὶ πορεύσεται πρὸς αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ ἐρεῖ αὐτῷ· φίλε, χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους,

6. ἐπειδὴ φίλος μου παρεγένετο ἐξ ὁδοῦ πρός με καὶ οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ·

7. κἀκεῖνος ἔσωθεν ἀποκριθεὶς εἴπῃ· μή μοι κόπους πάρεχε· ἤδη ἡ θύρα κέκλεισται καὶ τὰ παιδία μου μετ' ἐμοῦ εἰς τὴν κοίτην εἰσίν· οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί σοι;

8. λέγω ὑμῖν, εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστὰς διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ φίλον, διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσων χρῄζει.

9. κἀγὼ ὑμῖν λέγω, αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·

10. πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιχθήσεται.

11. τίνα δὲ ἐξ ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ υἱὸς ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; ἢ καὶ ἰχθύν, μὴ ἀντὶ ἰχθύος ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;

12. ἢ καὶ ἐὰν αἰτήσει ᾠόν, μὴ ἐπιδώσει αὐτῷ σκορπίον;

13. εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;

14. Καὶ ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον, καὶ αὐτὸ ἦν κωφόν· ἐγένετο δὲ τοῦ δαιμονίου ἐξελθόντος ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμαζον οἱ ὄχλοι.

15. τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· ἐν Βεελζεβοὺλ τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.

16. ἕτεροι δὲ πειράζοντες σημεῖον παρ' αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ.

17. αὐτὸς δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὰ διανοήματα εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία ἐφ' ἑαυτὴν διαμερισθεῖσα, ἐρημοῦται, καὶ οἶκος ἐπὶ οἶκον, πίπτει.

18. εἰ δὲ καὶ ὁ σατανᾶς ἐφ' ἑαυτὸν διεμερίσθη, πῶς σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ, ὅτι λέγετε ἐν Βεελζεβούλ με ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια;

19. εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβαλοῦσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ὑμῶν ἔσονται.

20. εἰ δὲ ἐν δακτύλῳ Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ' ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

21. ὅταν ὁ ἰσχυρὸς καθωπλισμένος φυλάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ αὐλήν, ἐν εἰρήνῃ ἐστὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ·

22. ἐπὰν δὲ ὁ ἰσχυρότερος αὐτοῦ ἐπελθὼν νικήσῃ αὐτόν, τὴν πανοπλίαν αὐτοῦ αἴρει, ἐφ' ᾗ ἐπεποίθει, καὶ τὰ σκῦλα αὐτοῦ διαδίδωσιν.

23. ὁ μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ κατ' ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ' ἐμοῦ σκορπίζει.

24. Ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι' ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει· ὑποστρέψω εἰς τὸν οἶκόν μου ὅθεν ἐξῆλθον·

25. καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον.

26. τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων.

27. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.

28. αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

29. Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν· ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.

30. καθὼς γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον τοῖς Νινευΐταις, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον.

31. βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτούς, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε.

32. ἄνδρες Νινευῒ ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.

33. Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας εἰς κρυπτὴν τίθησιν οὐδὲ ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ' ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι τὸ φέγγος βλέπωσιν.

34. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ὅταν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, καὶ τὸ ὅλον σῶμά σου φωτεινόν ἐστιν· ἐπὰν δὲ πονηρὸς ᾖ, καὶ τὸ σῶμά σου σκοτεινόν.

35. σκόπει οὖν μὴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν.

36. εἰ οὖν τὸ σῶμά σου ὅλον φωτεινόν, μὴ ἔχον τι μέρος σκοτεινόν, ἔσται φωτεινὸν ὅλον ὡς ὅταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ φωτίζῃ σε.

37. Ἐν δὲ τῷ λαλῆσαι αὐτὸν ταῦτα ἠρώτα αὐτὸν Φαρισαῖός τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ' αὐτῷ· εἰσελθὼν δὲ ἀνέπεσεν.

38. ὁ δὲ Φαρισαῖος ἰδὼν ἐθαύμασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου.

39. εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· νῦν ὑμεῖς οἱ Φαρισαῖοι τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πίνακος καθαρίζετε, τὸ δὲ ἔσωθεν ὑμῶν γέμει ἁρπαγῆς καὶ πονηρίας.

40. ἄφρονες οὐχ ὁ ποιήσας τὸ ἔξωθεν καὶ τὸ ἔσωθεν ἐποίησε;

41. πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται.

42. ἀλλ' οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ πήγανον καὶ πᾶν λάχανον, καὶ παρέρχεσθε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι, κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι.

43. οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς.

44. οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἐστὲ ὡς τὰ μνημεῖα τὰ ἄδηλα, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ περιπατοῦντες ἐπάνω οὐκ οἴδασιν.

45. Ἀποκριθεὶς δέ τις τῶν νομικῶν λέγει αὐτῷ· διδάσκαλε, ταῦτα λέγων καὶ ἡμᾶς ὑβρίζεις.

46. ὁ δὲ εἶπε· καὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς οὐαί, ὅτι φορτίζετε τοὺς ἀνθρώπους φορτία δυσβάστακτα, καὶ αὐτοὶ ἑνὶ τῶν δακτύλων ὑμῶν οὐ προσψαύετε τοῖς φορτίοις.

47. οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, οἱ δὲ πατέρες ὑμῶν ἀπέκτειναν αὐτούς.

48. ἄρα μαρτυρεῖτε καὶ συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἀπέκτειναν αὐτούς, ὑμεῖς δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν τὰ μνημεῖα.

49. διὰ τοῦτο καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶπεν· ἀποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσι καὶ ἐκδιώξουσιν,

50. ἵνα ἐκζητηθῇ τὸ αἷμα πάντων τῶν προφητῶν τὸ ἐκχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης,

51. ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἄβελ ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου· ναί, λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης.

52. οὐαὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε, καὶ τοὺς εἰσερχομένους ἐκωλύσατε.

53. λέγοντος δὲ αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς ταῦτα ἤρξαντο οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι δεινῶς ἐνέχειν καὶ ἀποστοματίζειν αὐτὸν περὶ πλειόνων,

54. ἐνεδρεύοντες αὐτόν, ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.

 


















































































Luke, Chapter 11 (KJV)

1. And it came to pass, that, as he was praying in a certain place, when he ceased, one of his disciples said unto him, Lord, teach us to pray, as John also taught his disciples.
2. And he said unto them, When ye pray, say, Our Father which art in heaven, Hallowed be thy name. Thy kingdom come. Thy will be done, as in heaven, so in earth.
3. Give us day by day our daily bread.
4. And forgive us our sins; for we also forgive every one that is indebted to us. And lead us not into temptation; but deliver us from evil.
5. And he said unto them, Which of you shall have a friend, and shall go unto him at midnight, and say unto him, Friend, lend me three loaves;
6. For a friend of mine in his journey is come to me, and I have nothing to set before him?
7. And he from within shall answer and say, Trouble me not: the door is now shut, and my children are with me in bed; I cannot rise and give thee.
8. I say unto you, Though he will not rise and give him, because he is his friend, yet because of his importunity he will rise and give him as many as he needeth.
9. And I say unto you, Ask, and it shall be given you; seek, and ye shall find; knock, and it shall be opened unto you.
10. For every one that asketh receiveth; and he that seeketh findeth; and to him that knocketh it shall be opened.
11. If a son shall ask bread of any of you that is a father, will he give him a stone? or if he ask a fish, will he for a fish give him a serpent?
12. Or if he shall ask an egg, will he offer him a scorpion?
13. If ye then, being evil, know how to give good gifts unto your children: how much more shall your heavenly Father give the Holy Spirit to them that ask him?
14. And he was casting out a devil, and it was dumb. And it came to pass, when the devil was gone out, the dumb spake; and the people wondered.
15. But some of them said, He casteth out devils through Beelzebub the chief of the devils.
16. And others, tempting him , sought of him a sign from heaven.
17. But he, knowing their thoughts, said unto them, Every kingdom divided against itself is brought to desolation; and a house divided against a house falleth.
18. If Satan also be divided against himself, how shall his kingdom stand? because ye say that I cast out devils through Beelzebub.
19. And if I by Beelzebub cast out devils, by whom do your sons cast them out? therefore shall they be your judges.
20. But if I with the finger of God cast out devils, no doubt the kingdom of God is come upon you.
21. When a strong man armed keepeth his palace, his goods are in peace:
22. But when a stronger than he shall come upon him, and overcome him, he taketh from him all his armour wherein he trusted, and divideth his spoils.
23. He that is not with me is against me: and he that gathereth not with me scattereth.
24. When the unclean spirit is gone out of a man, he walketh through dry places, seeking rest; and finding none, he saith, I will return unto my house whence I came out.
25. And when he cometh, he findeth it swept and garnished.
26. Then goeth he, and taketh to him seven other spirits more wicked than himself; and they enter in, and dwell there: and the last state of that man is worse than the first.
27. And it came to pass, as he spake these things, a certain woman of the company lifted up her voice, and said unto him, Blessed is the womb that bare thee, and the paps which thou hast sucked.
28. But he said, Yea rather, blessed are they that hear the word of God, and keep it.
29. And when the people were gathered thick together, he began to say, This is an evil generation: they seek a sign; and there shall no sign be given it, but the sign of Jonas the prophet.
30. For as Jonas was a sign unto the Ninevites, so shall also the Son of man be to this generation.
31. The queen of the south shall rise up in the judgment with the men of this generation, and condemn them: for she came from the utmost parts of the earth to hear the wisdom of Solomon; and, behold, a greater than Solomon is here.
32. The men of Nineve shall rise up in the judgment with this generation, and shall condemn it: for they repented at the preaching of Jonas; and, behold, a greater than Jonas is here.
33.  No man, when he hath lighted a candle, putteth it in a secret place, neither under a bushel, but on a candlestick, that they which come in may see the light.
34. The light of the body is the eye: therefore when thine eye is single, thy whole body also is full of light; but when thine eye is evil, thy body also is full of darkness.
35. Take heed therefore that the light which is in thee be not darkness.
36. If thy whole body therefore be full of light, having no part dark, the whole shall be full of light, as when the bright shining of a candle doth give thee light.
37. And as he spake, a certain Pharisee besought him to dine with him: and he went in, and sat down to meat.
38. And when the Pharisee saw it , he marvelled that he had not first washed before dinner.
39. And the Lord said unto him, Now do ye Pharisees make clean the outside of the cup and the platter; but your inward part is full of ravening and wickedness.
40.  Ye fools, did not he that made that which is without make that which is within also?
41. But rather give alms of such things as ye have; and, behold, all things are clean unto you.
42. But woe unto you, Pharisees! for ye tithe mint and rue and all manner of herbs, and pass over judgment and the love of God: these ought ye to have done, and not to leave the other undone.
43. Woe unto you, Pharisees! for ye love the uppermost seats in the synagogues, and greetings in the markets.
44. Woe unto you, scribes and Pharisees, hypocrites! for ye are as graves which appear not, and the men that walk over them are not aware of them .
45. Then answered one of the lawyers, and said unto him, Master, thus saying thou reproachest us also.
46. And he said, Woe unto you also, ye lawyers! for ye lade men with burdens grievous to be borne, and ye yourselves touch not the burdens with one of your fingers.
47. Woe unto you! for ye build the sepulchres of the prophets, and your fathers killed them.
48. Truly ye bear witness that ye allow the deeds of your fathers: for they indeed killed them, and ye build their sepulchres.
49. Therefore also said the wisdom of God, I will send them prophets and apostles, and some of them they shall slay and persecute:
50. That the blood of all the prophets, which was shed from the foundation of the world, may be required of this generation;
51. From the blood of Abel unto the blood of Zacharias, which perished between the altar and the temple: verily I say unto you, It shall be required of this generation.
52. Woe unto you, lawyers! for ye have taken away the key of knowledge: ye entered not in yourselves, and them that were entering in ye hindered.
53. And as he said these things unto them, the scribes and the Pharisees began to urge him  vehemently, and to provoke him to speak of many things:
54. Laying wait for him, and seeking to catch something out of his mouth, that they might accuse him.