Luke, Chapter 13 Modern Greek

01 ΚΑΤ' εκείνον δε τον καιρόν ήλθον τινες απαγγέλλοντες προς αυτόν περί των Γαλιλαίων, των οποίων το αίμα ο Πιλάτος έμιξε με τας θυσίας αυτών.
02 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Νομίζετε ότι οι Γαλιλαίοι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί υπέρ πάντας τους Γαλιλαίους, διότι έπαθον τοιαύτα ;
03 Ουχί, σας λέγω  αλλ' εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή.
04 Ή εκείνοι οι δεκαοκτώ, επί τους οποίους έπεσεν ο πύργος εν τω Σιλωάμ, και εθανάτωσεν αυτούς, νομίζετε οτι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί υπέρ πάντας τους ανθρώπους τους κατοικούντας εν Ιερουσαλήμ ;
05 Ουχί, σας λέγω  αλλ' εάν δεν μετανοήτε, πάντες ομοίως θέλετε απολεσθή.
06  Έλεγε δε ταύτην την παραβολήν, Είχέ τις συκήν πεφυτευμένην εν τω αμπελώνι αυτού  και ήλθε ζητών καρπόν εν αυτή, και δεν εύρε.
07 Και είπε προς τον αμπελουργόν, Ιδού, τρία έτη έρχομαι ζητών καρπόν εν τη συκή ταύτη, και δεν ευρίσκω  έκκοψον αυτήν  διά τι καταργεί και την γην ;
08 Ο δε αποκριθείς λέγει προς αυτόν, Κύριε, άφες αυτήν και τούτο το έτος, έως ότου σκάψω περί αυτήν, και βάλω κοπρίαν
09 και εάν μεν κάμη καρπόν, καλώς  ει δε μή, θέλεις εκκόψει αυτήν μετά ταύτα.
10 Εδίδασκε δε εν μιά των συναγωγών το σάββατον
11 και ιδού, γυνή τις είχε πνεύμα ασθενείας δεκαοκτώ έτη, και ήτο συγκύπτουσα, και δεν ηδύνατο παντελώς να ανακύψη.
12 Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς εφώναξε, και είπε προς αυτήν, Γύναι, ηλευθερωμένη είσαι από της ασθενείας σου.
13 Και έθεσεν επ' αυτήν τας χείρας  και παρευθύς ανωρθώθη, και εδόξαζε τον Θεόν.
14 Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών οτι εις το σάββατον εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε προς τον όχλον, Εξ ημέραι είναι, εις τας οποίας πρέπει να εργάζησθε  εν ταύταις λοιπόν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου.
15 Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Κύριος και είπεν Υποκριτά, δεν λύει έκαστος υμών εν τω σαββάτω τον βούν αυτού ή τον όνον απο της φάτνης, και φέρων ποτίζει ;
16 αύτη δε, ούσα θυγάτηρ του Αβραάμ, την οποίαν ο Σατανάς έδεσεν ιδού δεκαοκτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθή απο του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;
17 Και ενώ αυτός έλεγε ταύτα, κατησχύνοντο πάντες οι εναντίοι αυτού  και πας ο όχλος έχαιρε δι' όλα τα ένδοξα έργα τα γινόμενα υπ' αυτού.
18  Έλεγε δε, Με τι είναι ομοία η βασιλεία του Θεού; και με τι να ομοιώσω αυτήν;
19 Είναι ομοία με κόκκον σινάπεως, τον οποίον λαβών άνθρωπος έρριψεν εις τον κήπον αυτού  και ηύξησε, και έγενε δένδρον μέγα, και τα πετεινά του ουρανού κατεσκήνωσαν εν τοις κλάδιος αυτού.
20 Και πάλιν είπε, Με τι να ομοιώσω την βασιλείαν του Θεού;
21 Είναι ομοία με προζύμιον, το οποίον λαβούσα γυνή ενέκρυψε εις τρία μέτρα αλεύρου, εωσού ανέβη όλον το φύραμα.
22 Και διήρχετο τας πόλεις και κώμας διδάσκων, και οδοιπορών ρις Ιερουσαλήμ.
23 Είπε δε τις προς αυτόν, Κύριε, ολίγοι άρα είναι οι σωζόμενοι; Ο δε είπε προς αυτούς,
24 Αγωνίζεσθε να εισέλθητε δια της στενής πύλης  διότι πολλοί, σας λέγω, θελουσι ζητήσει να εισέλθωσι, και δεν θέλουσι δυνηθή.
25 Αφού σηκωθή ο οικοδεσπότης και αποκλείση την θύραν, και αρχίσητε να στέκησθε έξω, και να κρούητε την θύραν, λέγοντες, Κύριε, Κύριε, άνοιξον εις ημάς  και εκείνος αποκριθείς σας είπη, Δεν σας εξεύρω πόθεν είσθε
26 τότε θέλετε αρχίσει να λέγητε, Εφάγομεν έμπροσθέν σου και επίομεν, και εν ταις πλατείαις ημών εδίδαξξας.
27 Και θέλει ειπεί, Σας λέγω, δεν σας εξεύρω πόθεν είσθε φύγετε απ' εμού, πάντες οι εργάται της αδικίας.
28 Εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων, όταν ίδητε τον Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ, και πάντας τους προφήτας, εν τη βασιλεία του Θεού, εαυτούς δε εκβαλλομένους έξω.
29 Και θέλουσιν ελθεί από ανατολών και δυσμών, και από βορρά και νότου, και θέλουσι καθίσει εν τη βασιλεία του Θεού.
30 Και ιδού, είναι έσχατοι, οίτινες θέλουσι είσθαι πρώτοι, και είναι πρώτοι, οίτινες θέλουσι είσθαι έσχατοι.
31 Κατ' εκείνην την ημέραν προσήλθον τινες Φαρισαίοι, λέγοντες προς αυτόν,  Έξελθε, και αναχώρησον εντεύθεν, διότι ο Ηρώδης θέλει να σε θανατώση.
32 Και είπε προς αυτούς, Υπάγετε και είπατε προς την αλώπεκα ταύτην, Ιδού, εκβάλλω δαιμόνια, και κάμνω θεραπείας σήμερον και αύριον, και την τρίτην ημέραν τελειούμαι.
33 Πλήν πρέπει εγώ σήμερον και αύριον και την εφεξής ημέραν να υπάγω  διότι δεν είναι δυνατόν προφήτης να απολεσθή έξω της Ιερουσαλήμ
34 Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, η φονεύουσα τους προφήτας, και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν, ποσάκις ηθέλησα να συνάξω τα τέκνα σου, καθ' όν τρόπον η όρνις τα ορνίθια εαυτής υπο τας πτέρυγας, και δεν ηθελήσατε ;
35 Ιδού, σας αφίνεται ο οικός σας έρημος. Αληθώς δε σας λέγω, ότι δεν θέλετε με ιδεί εωσού έλθη ο καιρός, ότε θέλετε ειπεί, Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου.















































































Luke, Chapter 13 Demotic Greek

1. Στο μεταξύ, ακριβώς την ώρα εκείνη, παρουσιάστηκαν μερικοί στον Ιησού και του αφηγήθηκαν το περιστατικό με τους Γαλιλαίους, που το αίμα τους το ανέμειξε ο Πιλάτος με το αίμα των θυσιών που προσφέρανε.
2. Κι αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Νομίζετε πως οι Γαλιλαίοι αυτοί υπήρξαν περισσότερο αμαρτωλοί απ' όλους τους άλλους Γαλιλαίους, επειδή έπαθαν τέτοιο πράγμα;
3. Όχι, σας λέω, αλλά αν εξακολουθείτε να μη μετανοείτε, κι εσείς όλοι έτσι θα χαθείτε.
4. Ή μήπως νομίζετε πως εκείνοι οι δεκαοχτώ, πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, υπήρξαν περισσότερο αμαρτωλοί απ' όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ;
5. Όχι, σας βεβαιώνω, αλλά αν δε μετανοήσετε, κι εσείς όλοι έτσι θα χαθείτε».
6. Τους έλεγε μάλιστα τούτη την παραβολή: «Κάποιος είχε μια συκιά φυτεμένη στο αμπέλι του και πήγε αναζητώντας καρπό σ' αυτήν, αλλά δε βρήκε.
7. Είπε τότε στον αμπελουργό: Είναι τρία χρόνια τώρα που έρχομαι αναζητώντας καρπό στη συκιά αυτή, και δε βρίσκω. Κόψε την. Γιατί να αχρηστεύει και το έδαφος;
8. Μα εκείνος αποκρίθηκε: Κύριε, άφησέ την κι αυτή τη χρονιά, για να τη σκάψω γύρω γύρω και να της βάλω κοπριά.
9. Κι αν μεν κάνει καρπό, καλώς, ειδάλλως αργότερα να την κόψεις».
10. Ένα Σάββατο, πάλι, δίδασκε ο Ιησούς σε μια από τις συναγωγές.
11. Εκεί λοιπόν ήταν και μια γυναίκα η οποία κατεχόταν από ένα πνεύμα που την κρατούσε άρρωστη για δεκαοχτώ χρόνια, και ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε να ορθώσει ολότελα το σώμα της.
12. Όταν την είδε λοιπόν ο Ιησούς τη χαιρέτησε και της είπε: «Γυναίκα, ελεύθερη είσαι πια από την αρρώστια σου».
13. Ακούμπησε έπειτα τα χέρια του πάνω της, κι αμέσως εκείνη στάθηκε όρθια και δοξολογούσε το Θεό.
14. Πήρε τότε το λόγο ο αρχισυνάγωγος και με αγανάκτηση, επειδή θεράπευσε ο Ιησούς τη μέρα του Σαββάτου, έλεγε στο πλήθος: «Υπάρχουν έξι μέρες κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Αυτές τις μέρες, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι τη μέρα του Σαββάτου»!
15. Του αποκρίθηκε όμως ο Κύριος και είπε: «Υποκριτή! Ο καθένας από σας δε λύνει μήπως τη μέρα του Σαββάτου το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί και πάει και το ποτίζει;
16. Κι αυτή, που είναι θυγατέρα του Αβραάμ, και που την έδεσε ο Σατανάς εδώ και δεκαοχτώ, τώρα, χρόνια, δεν έπρεπε τάχα να λυθεί από το δέσιμο αυτό την ημέρα του Σαββάτου;».
17. Και μ' αυτά που έλεγε καταντροπιάζονταν όλοι εκείνοι που εναντιώνονταν σ' αυτόν, ενώ ο κόσμος όλος χαιρόταν για όλα τα θαυμαστά πράγματα που αυτός έκαμνε.
18. Έλεγε επίσης: «Με τι είναι όμοια η βασιλεία του Θεού και με τι να την παρομοιάσω;
19. Είναι όμοια με σιναπόσπορο, που τον πήρε κάποιος και τον έσπειρε στον κήπο του, όπου αναπτύχθηκε κι έγινε μεγάλο δέντρο. Και τα πετούμενα τ' ουρανού έκαναν τις φωλιές τους ανάμεσα στα κλαδιά του».
20. Και επανέλαβε: «Με τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού;
21. Είναι όμοια με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το έβαλε μέσα σε τρία σάτα αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο».
22. Έτσι, περνούσε από κάθε πόλη και χωριό διδάσκοντας και κατευθυνόμενος προς την Ιερουσαλήμ,
23. όταν κάποιος τον ρώτησε: «Κύριε, είναι άραγε λίγοι αυτοί που σώζονται;». Κι εκείνος τους είπε:
24. «Ν' αγωνίζεστε να μπείτε από τη στενή πύλη. Γιατί πολλοί, σας προειδοποιώ, θα θελήσουν να μπουν αλλά δε θα μπορέσουν
25. από τη στιγμή που θα σηκωθεί ο σπιτονοικοκύρης και θα μανταλώσει την πόρτα. Τότε θ' αρχίσετε να μαζεύεστε έξω και να χτυπάτε την πόρτα λέγοντας: Κύριε! Κύριε άνοιξέ μας! Μα εκείνος θα αποκριθεί και θα σας πει: Εσάς δε σας ξέρω από πού είστε.
26. Τότε θ' αρχίσετε να λέτε: Μπροστά σου φάγαμε και ήπιαμε και μέσα στις πλατείες μας δίδαξες.
27. Μα εκείνος θα επαναλάβει: Σας βεβαιώνω, πως εσάς δε σας ξέρω από πού είστε. Φύγετε από μένα όλοι εσείς οι εργάτες της αδικίας!
28. Εκεί είναι που θα κλαίτε και τα δόντια σας θα τρίζουν, όταν δείτε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και όλους τους προφήτες μέσα στη βασιλεία του Θεού, κι εσάς να σας πετούν έξω.
29. Θα έρθουν ακόμα άνθρωποι από ανατολή και δύση, από βορρά και νότο και θα καθίσουν στο τραπέζι στη βασιλεία του Θεού.
30. Έτσι, λοιπόν, υπάρχουν τελευταίοι που θα γίνουν πρώτοι, και υπάρχουν πρώτοι που θα γίνουν τελευταίοι».
31. Την ίδια εκείνη μέρα τον πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι και του είπαν: «Βγες από την περιοχή αυτή και απομακρύνσου, γιατί ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει».
32. Κι εκείνος τους απάντησε: «Πηγαίνετε και πέστε στην αλεπού αυτή ότι ακόμα σήμερα και αύριο βγάζω δαιμόνια και κάνω θεραπείες, και την τρίτη μέρα τελειώνω.
33. Παράλληλα όμως, πρέπει σήμερα κι αύριο και την επόμενη μέρα να συνεχίσω την πορεία μου, γιατί δεν υπάρχει πιθανότητα να χαθεί προφήτης έξω από την Ιερουσαλήμ!
34. Ιερουσαλήμ! Ιερουσαλήμ! Εσύ που σκοτώνεις τους προφήτες και λιθοβολείς όσους αποστέλλονται σε σένα, πόσες φορές θέλησα να περιμαζέψω τα παιδιά σου, όπως η κλώσσα τα κλωσσόπουλά της, μα εσείς δε θελήσατε!
35. Τώρα πια, εγκαταλείπεται έρημος ο τόπος σας. Και σας προειδοποιώ πως δε θα με δείτε ποτέ πια, ωσότου έρθει η στιγμή που θα πείτε: Ευλογημένος είναι αυτός που έρχεται στ' όνομα του Κυρίου!».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 13 Ancient Greek

1. Παρῆσαν δέ τινες ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ ἀπαγγέλλοντες αὐτῷ περὶ τῶν Γαλιλαίων, ὧν τὸ αἷμα Πιλᾶτος ἔμιξε μετὰ τῶν θυσιῶν αὐτῶν.

2. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· δοκεῖτε ὅτι οἱ Γαλιλαῖοι οὗτοι ἁμαρτωλοὶ παρὰ πάντας τοὺς Γαλιλαίους ἐγένοντο, ὅτι τοιαῦτα πεπόνθασιν;

3. οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ' ἐὰν μὴ μετανοῆτε, πάντες ὡσαύτως ἀπολεῖσθε.

4. ἢ ἐκεῖνοι οἱ δέκα καὶ ὀκτώ, ἐφ' οὓς ἔπεσεν ὁ πύργος ἐν τῷ Σιλωὰμ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτούς, δοκεῖτε ὅτι οὗτοι ὀφειλέται ἐγένοντο παρὰ πάντας τοὺς ἀνθρώπους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλήμ;

5. οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ' ἐὰν μὴ μετανοήσητε, πάντες ὁμοίως ἀπολεῖσθε.

6. Ἔλεγε δὲ ταύτην τὴν παραβολήν· συκῆν εἶχέ τις ἐν τῷ ἀμπελῶνι αὐτοῦ πεφυτευμένην, καὶ ἦλθε ζητῶν καρπὸν ἐν αὐτῇ, καὶ οὐχ εὗρεν.

7. εἶπε δὲ πρὸς τὸν ἀμπελουργόν· ἰδοὺ τρία ἔτη ἔρχομαι ζητῶν καρπὸν ἐν τῇ συκῇ ταύτῃ, καὶ οὐχ εὑρίσκω· ἔκκοψον αὐτήν· ἱνατί καὶ τὴν γῆν καταργεῖ;

8. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· κύριε, ἄφες αὐτὴν καὶ τοῦτο τὸ ἔτος, ἕως ὅτου σκάψω περὶ αὐτὴν καὶ βάλω κόπρια.

9. κἂν μὲν ποιήσῃ καρπόν· εἰ δὲ μήγε, εἰς τὸ μέλλον ἐκκόψεις αὐτήν.

10. Ἦν δὲ διδάσκων ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι.

11. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἦν πνεῦμα ἔχουσα ἀσθενείας ἔτη δέκα καὶ ὀκτώ, καὶ ἦν συγκύπτουσα καὶ μὴ δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τὸ παντελές.

12. ἰδὼν δὲ αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε καὶ εἶπεν αὐτῇ· γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου·

13. καὶ ἐπέθηκεν αὐτῇ τὰς χεῖρας· καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν.

14. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, ἀγανακτῶν ὅτι τῷ σαββάτῳ ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν αὐταῖς οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου.

15. ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ ὁ Κύριος καὶ εἶπεν· ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τὸν βοῦν αὐτοῦ ἢ τὸν ὄνον ἀπὸ τῆς φάτνης καὶ ἀπαγαγὼν ποτίζει;

16. ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;

17. καὶ ταῦτα λέγοντος αὐτοῦ κατῃσχύνοντο πάντες οἱ ἀντικείμενοι αὐτῷ, καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἔχαιρεν ἐπὶ πᾶσι τοῖς ἐνδόξοις τοῖς γινομένοις ὑπ' αὐτοῦ.

18. Ἔλεγε δέ· τίνι ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ τίνι ὁμοιώσω αὐτήν;

19. ὁμοία ἐστὶ κόκκῳ σινάπεως, ὃν λαβὼν ἄνθρωπος ἔβαλεν εἰς κῆπον ἑαυτοῦ· καὶ ηὔξησε καὶ ἐγένετο εἰς δένδρον μέγα, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατεσκήνωσεν ἐν τοῖς κλάδοις αὐτοῦ.

20. Πάλιν εἶπε· τίνι ὁμοιώσω τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ;

21. ὁμοία ἐστὶ ζύμῃ, ἣν λαβοῦσα γυνὴ ἔκρυψεν εἰς ἀλεύρου σάτα τρία, ἕως οὗ ἐζυμώθη ὅλον.

22. Καὶ διεπορεύετο κατὰ πόλεις καὶ κώμας διδάσκων καὶ πορείαν ποιούμενος εἰς Ἱερουσαλήμ.

23. εἶπε δέ τις αὐτῷ· Κύριε, εἰ ὀλίγοι οἱ σωζόμενοι; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς·

24. ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πολλοί, λέγω ὑμῖν, ζητήσουσιν εἰσελθεῖν καὶ οὐκ ἰσχύσουσιν.

25. ἀφ' οὗ ἂν ἐγερθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ ἀποκλείσῃ τὴν θύραν, καὶ ἄρξησθε ἔξω ἑστάναι καὶ κρούειν τὴν θύραν λέγοντες· Κύριε Κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν· καὶ ἀποκριθεὶς ἐρεῖ ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ·

26. τότε ἄρξεσθε λέγειν· ἐφάγομεν ἐνώπιόν σου καὶ ἐπίομεν, καὶ ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν ἐδίδαξας·

27. καὶ ἐρεῖ· λέγων ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς πόθεν ἐστέ· ἀπόστητε ἀπ' ἐμοῦ πάντες οἱ ἐργάται τῆς ἀδικίας.

28. ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων, ὅταν ὄψησθε Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ καὶ πάντας τοὺς προφήτας ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, ὑμᾶς δὲ ἐκβαλλομένους ἔξω,

29. καὶ ἥξουσιν ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν καὶ ἀπὸ βορρᾶ καὶ νότου, καὶ ἀνακλιθήσονται ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.

30. καὶ ἰδοὺ εἰσὶν ἔσχατοι οἳ ἔσονται πρῶτοι, καὶ εἰσὶ πρῶτοι οἳ ἔσονται ἔσχατοι.

31. Ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθόν τινες Φαρισαῖοι λέγοντες αὐτῷ· ἔξελθε καὶ πορεύου ἐντεῦθεν, ὅτι Ἡρῴδης θέλει σε ἀποκτεῖναι.

32. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἴπατε τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ· ἰδοὺ ἐκβάλλω δαιμόνια καὶ ἰάσεις ἐπιτελῶ σήμερον καὶ αὔριον, καὶ τῇ τρίτῃ τελειοῦμαι·

33. πλὴν δεῖ με σήμερον καὶ αὔριον καὶ τῇ ἐχομένῃ πορεύεσθαι, ὅτι οὐκ ἐνδέχεται προφήτην ἀπολέσθαι ἔξω Ἱερουσαλήμ.

34. Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε

35. ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐ μή με ἴδητε ἕως ἂν ἥξῃ ὅτε εἴπητε· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

 

















































































Luke, Chapter 13 (KJV)

1.  There were present at that season some that told him of the Galilaeans, whose blood Pilate had mingled with their sacrifices.
2. And Jesus answering said unto them, Suppose ye that these Galilaeans were sinners above all the Galilaeans, because they suffered such things?
3. I tell you, Nay: but, except ye repent, ye shall all likewise perish.
4. Or those eighteen, upon whom the tower in Siloam fell, and slew them, think ye that they were sinners above all men that dwelt in Jerusalem?
5. I tell you, Nay: but, except ye repent, ye shall all likewise perish.
6. He spake also this parable; A certain man had a fig tree planted in his vineyard; and he came and sought fruit thereon, and found none.
7. Then said he unto the dresser of his vineyard, Behold, these three years I come seeking fruit on this fig tree, and find none: cut it down; why cumbereth it the ground?
8. And he answering said unto him, Lord, let it alone this year also, till I shall dig about it, and dung it :
9. And if it bear fruit, well : and if not, then after that thou shalt cut it down.
10. And he was teaching in one of the synagogues on the sabbath.
11. And, behold, there was a woman which had a spirit of infirmity eighteen years, and was bowed together, and could in no wise lift up herself .
12. And when Jesus saw her, he called her to him , and said unto her, Woman, thou art loosed from thine infirmity.
13. And he laid his hands on her: and immediately she was made straight, and glorified God.
14. And the ruler of the synagogue answered with indignation, because that Jesus had healed on the sabbath day, and said unto the people, There are six days in which men ought to work: in them therefore come and be healed, and not on the sabbath day.
15. The Lord then answered him, and said, Thou hypocrite, doth not each one of you on the sabbath loose his ox or his ass from the stall, and lead him away to watering?
16. And ought not this woman, being a daughter of Abraham, whom Satan hath bound, lo, these eighteen years, be loosed from this bond on the sabbath day?
17. And when he had said these things, all his adversaries were ashamed: and all the people rejoiced for all the glorious things that were done by him.
18. Then said he, Unto what is the kingdom of God like? and whereunto shall I resemble it?
19. It is like a grain of mustard seed, which a man took, and cast into his garden; and it grew, and waxed a great tree; and the fowls of the air lodged in the branches of it.
20. And again he said, Whereunto shall I liken the kingdom of God?
21. It is like leaven, which a woman took and hid in three measures of meal, till the whole was leavened.
22. And he went through the cities and villages, teaching, and journeying toward Jerusalem.
23. Then said one unto him, Lord, are there few that be saved? And he said unto them,
24. Strive to enter in at the strait gate: for many, I say unto you, will seek to enter in, and shall not be able.
25. When once the master of the house is risen up, and hath shut to the door, and ye begin to stand without, and to knock at the door, saying, Lord, Lord, open unto us; and he shall answer and say unto you, I know you not whence ye are:
26. Then shall ye begin to say, We have eaten and drunk in thy presence, and thou hast taught in our streets.
27. But he shall say, I tell you, I know you not whence ye are; depart from me, all ye workers of iniquity.
28. There shall be weeping and gnashing of teeth, when ye shall see Abraham, and Isaac, and Jacob, and all the prophets, in the kingdom of God, and you yourselves thrust out.
29. And they shall come from the east, and from the west, and from the north, and from the south, and shall sit down in the kingdom of God.
30. And, behold, there are last which shall be first, and there are first which shall be last.
31. The same day there came certain of the Pharisees, saying unto him, Get thee out, and depart hence: for Herod will kill thee.
32. And he said unto them, Go ye, and tell that fox, Behold, I cast out devils, and I do cures to day and to morrow, and the third day I shall be perfected.
33. Nevertheless I must walk to day, and to morrow, and the day following: for it cannot be that a prophet perish out of Jerusalem.
34. O Jerusalem, Jerusalem, which killest the prophets, and stonest them that are sent unto thee; how often would I have gathered thy children together, as a hen doth gather her brood under her wings, and ye would not!
35. Behold, your house is left unto you desolate: and verily I say unto you, Ye shall not see me, until the time come when ye shall say, Blessed is he that cometh in the name of the Lord.