Luke, Chapter 14 Modern Greek

01 ΚΑΙ ότε ήλθεν αυτός εις τον οίκον τινος των αρχόντων των Φαρισαίων το σάββατον διά να φάγη άρτον, κείνοι παρετήρουν αυτόν.
02 Και ιδού, άνθρωπός τις υδρωπικός ήτο έμπροσθεν αυτού.
03 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς τους νομικούς και Φαρισαίους, λέγων, Είναι τάχα συγκεχωρημένον να θεραπεύη τις εν τω σαββάτο; Οι δε εσιώπησαν.
04 Και πιάσας ιάτρευσεν αυτόν, και απέλυσε.
05 Και αποκριθείς προς αυτούς είπε, Τίνος υμών ο όνος ή ο βούς θέλει πέσει εις φρέαρ, και δεν θέλει ευθύς ανασύρει αυτόν εν τη ημέρα του σαββάτου;
06 Και δεν ηδυνήθησαν να ανταποκριθώσιν εις αυτόν προς ταύτα.
07 Είπε δε παραβολήν προς τους κεκλημένους, επειδή παρετήρει πως εξέλεγον τας πρωτοκαθεδρίας, λέγων προς αυτούς,
08 Όταν προσκληθής υπό τινος εις γάμους, μη καθίσης εις τον πρώτον τόπον, μήποτε είναι προσκεκλημένος υπ' αυτού εντιμότερός σου,
09 και ελθών εκείνος όστις εκάλεσε σε και αυτόν, σοι είπη, Δος τόπον εις τούτον  και τότε αρχίσης με αισχύνην να λαμβάνης τον έσχατον τόπον.
10 Αλλ' όταν προσκληθής, ύπαγε και κάθισον εις τον έσχατον τόπον,  διά να σοι είπη όταν έλθη εκείνος όστις σε εκάλεσε, Φίλε ανάβα ανωτέρω.  Τότε θέλεις έχει δόξαν ανώπιον των συγκαθημένων μετά σου.
11 Διότι πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή  και ο ταπεινών εαυτόν θέλει υψωθή.
12  Έλεγε δε και προς εκείνον όστις προσεκάλεσεν αυτόν, Όταν κάμνης γεύμα ή δείπνον, μη προσκάλει τους φίλους σου, μηδέ τους αδελφούς σου, μηδέ τους συγγενείς σου, μηδέ γείτονας πλουσίους  μήποτε και αυτοί σε αντικαλέσωσι, και γείνη εις σε ανταπόδοσις.
13 Αλλ' όταν κάμνης υποδοχήν, προσκάλει πτωχούς, βεβλαμμένους, χωλούς, τυφλούς.
14 Και θέλεις είσθαι μακάριος διότι δεν έχουσι να σοι ανταπαδώσωσιν  επειδή η ανταπόδοσις θέλει γείνει εις σε εν τη αναστάσει των δικαίων.
15 Ακούσας δε ταύτα είς των συγκαθημένων, είπε προς αυτόν, Μακάριος όστις φάγη άρτον εν τη βασιλεία του θεού.
16 Ο δε είπε προς αυτόν,  Άνθρωπος τις έκαμε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς
17 και απέστειλε τον δούλον αυτού τη ώρα του δείπνου, διά να είπη προς τους κεκλημένους,  Έρχεσθε, επειδή πάντα είναι ήδη έτοιμα.
18 Και ήρχισαν πάντες με μίαν γνώμην να παραιτώνται. Ο πρώτος είπε προς αυτόν, Αγρόν ηγόρασα, και έχω ανάγκην να εξέλθω και να ίδω αυτόν  παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον.
19 Και άλλος είπεν, Ηγόρασα πέντε ζεύγη βοών, και υπάγω να δοκιμάσω αυτά  παρακαλώ σε, έχε με παρητημένον.
20 Και άλλος είπε, Γυναίκα ενυμφεύθην  και διά τούτο δεν δύναμαι να έλθω.
21 Και ελθών ο δούλος εκείνος απήγγειλε προς τον κύριον αυτού ταύτα. τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε προς τον δούλον αυτού,  Έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και τας οδούς της πόλεως, και εισάγαγε εδώ τους πτωχούς και βεβλαμμένους και χωλούς και τυφλούς.
22 Και είπεν ο δούλος, Κύριε, έγεινεν ως προσέταξας, και είναι έτι τόπος.
23 Και είπεν ο κύριος προς τον δούλον,  Έξελθε εις τας οδούς και φραγμούς, και ανάγκασον να εισέλθωσι, διά να γεμισθή ο οίκός μου
24 διότι σας λέγω, ότι ουδείς των ανδρών εκείνων των κεκλημένων θέλει γευθή του δείπνου μου.
25  Ήρχοντο δε μετ' αυτού όχλοι πολλοί  και στραφείς είπε προς αυτούς,
26 Εάν τις έρχηται προς με, και δεν μισή τον πατέρα αυτού, και την μητέρα, και την γυναίκα, και τα τέκνα, και τους αδελφούς, και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ζωήν, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου.
27 Και όστις δεν βαστάζει τον σταυρόν αυτού, και έρχεται οπίσω μου, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου.
28 Διότι τις εξ υμών, θέλων να οικοδομήση πύργον, δεν κάθηται πρώτον και λογαριάζει την δαπάνην, αν έχη τα αναγκαία διά να τελειώση αυτόν;
29 μήποτε αφού βάλη θεμέλιον, και δεν δύνηται να τελειώση αυτόν, αρχίσωσι πάντες οι βλέποντες να αμπαίζωσιν αυτόν, λέγοντες,
30  Ότι ούτος ο άνθρωπος ήρχισε να οικοδομή, και δεν ηδυνήθη να τελειώση.
31 Η τις βασιλεύς υπάγων να πολεμήση άλλον βασιλέα, δεν κάθηται πρότερον και σκέπτεται, αν ήναι δυνατός με δέκα χιλιάδας να απαντήση τον ερχόμενον κατ' αυτού με είκοσι χιλιάδας;
32 Ει δε μη, ενώ αυτός είναι έτι μακράν, αποστέλλει πρέσβεις και ζητεί ειρήνην.
33 Ούτω λοιπόν πας όστις εξ υμών δεν απαρνείται πάντα τα εαυτού υπάρχοντα, δεν δύναται να ήναι μαθητής μου.
34 Καλόν το άλας αλλ' εάν το άλας διαφθαρή, με τι θέλει αρτυθή;
35 Δεν είναι πλέον χρήσιμον ούτε διά την γην, ούτε διά την κοπρίαν  έξω ρίπτουσιν  αυτό. Ο έχων ώτα διά να ακούη, ας ακούη.















































































Luke, Chapter 14 Demotic Greek

1. Ένα Σάββατο που ο Ιησούς πήγε στο σπίτι ενός από τους άρχοντες των Φαρισαίων για να φάει, αυτοί τον παρατηρούσαν με προσοχή.
2. Κι εκεί μπροστά του ήταν κάποιος που έπασχε από υδρωπικία.
3. Απευθύνθηκε τότε ο Ιησούς στους νομικούς και τους Φαρισαίους και τους ρώτησε αν επιτρέπεται να θεραπεύει κανείς την ημέρα του Σαββάτου.
4. Κι εκείνοι δεν τόλμησαν να απαντήσουν. Τότε ο Ιησούς, αφού έπιασε τον άρρωστο, τον γιάτρεψε και τον άφησε ελεύθερο να φύγει.
5. Έπειτα στράφηκε σ' αυτούς και τους είπε: «Τίνος από σας ο γιος ή το βόδι θα 'πεφτε στο πηγάδι, κι αυτός δε θα τον έπιανε αμέσως να τον ανασύρει την ημέρα του Σαββάτου;».
6. Και δεν μπόρεσαν να τον αντικρούσουν σ' αυτό.
7. Ακόμα, επειδή παρατήρησε τους προσκαλεσμένους, πώς διάλεγαν τις πρώτες θέσεις, ανέφερε ένα παράδειγμα λέγοντάς τους:
8. «Όταν σε καλέσει κάποιος σε γάμο, μην πας να καθίσεις στην πρώτη θέση, μήπως κι έχει καλέσει κάποιον πιο επίσημο από σένα,
9. κι έρθει αυτός που κάλεσε εσένα κι εκείνον και σου πει: Δώσε σ' αυτόν τη θέση, οπότε θ' αρχίσεις ντροπιασμένος πια να παίρνεις την τελευταία θέση.
10. Αντίθετα, όταν προσκληθείς πήγαινε και κάθισε στην τελευταία θέση, ώστε, όταν έρθει αυτός που σε προσκάλεσε, να σου πει: Φίλε, έλα σε καλύτερη θέση. Τότε αυτό θα αποτελέσει μεγάλη τιμή για σένα μπροστά σε όλους τους συνδαιτυμόνες σου.
11. Γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».
12. Επίσης και σ' εκείνον που τον προσκάλεσε έλεγε: «Όταν παραθέτεις γεύμα ή δείπνο, μην προσκαλείς τους φίλους σου ούτε τ' αδέλφια σου ούτε τους συγγενείς σου ούτε τους πλούσιους γείτονές σου, με την υστερόβουλη σκέψη πως μπορεί να σε προσκαλέσουν κι αυτοί και να σου γίνει έτσι ανταπόδοση.
13. Απεναντίας, όταν κάνεις δεξίωση, να προσκαλείς φτωχούς, ανάπηρους, κουτσούς, τυφλούς,
14. και τότε θα είσαι μακάριος που δε θα έχουν τη δυνατότητα να σου το ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί αυτό στην ανάσταση των δικαίων».
15. Όταν τα άκουσε αυτά ένας από τους συνδαιτυμόνες, του είπε: «Μακάριος όποιος θα φάει ψωμί στη βασιλεία του Θεού».
16. Κι εκείνος του αποκρίθηκε: «Κάποιος ετοίμασε μεγάλο δείπνο και προσκάλεσε πολλούς.
17. Έστειλε λοιπόν το δούλο του την ώρα του δείπνου να πει στους προσκαλεσμένους: Ελάτε, γιατί είναι κιόλας όλα έτοιμα.
18. Άρχισαν τότε όλοι να προβάλλουν από μια δικαιολογία. Ο πρώτος του είπε: Αγόρασα ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω. Σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο.
19. Ένας άλλος πάλι, είπε: Αγόρασα πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω. Σε παρακαλώ θεώρησέ με δικαιολογημένο.
20. Κι ένας άλλος είπε: Έχω παντρευτεί και γι' αυτό δεν μπορώ να έρθω.
21. Ήρθε, λοιπόν, ο δούλος εκείνος και τα διηγήθηκε αυτά στον κύριό του. Τότε ο οικοδεσπότης οργίστηκε και είπε στο δούλο του: Πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε εδώ μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς.
22. Κι όταν επέστρεψε ο δούλος, είπε: Κύριε, έγινε αυτό που διέταξες, μα ακόμα υπάρχει χώρος.
23. Είπε τότε ο κύριος στο δούλο του: Βγες στους δρόμους και στους περιφραγμένους τόπους και ανάγκασέ τους να μπουν εδώ για να γεμίσει το σπίτι μου.
24. Γιατί σας λέω πως κανένας από τους ανθρώπους εκείνους που προσκάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου».
25. Μαζί του στο δρόμο βάδιζε επίσης και πολύς κόσμος, οπότε στράφηκε και τους είπε:
26. «Αν κανείς έρχεται σε μένα και δεν απαρνιέται τον πατέρα του, και τη μητέρα του, και τη γυναίκα του, και τα παιδιά του, και τα αδέλφια του, και τις αδελφές του, ακόμα και την ίδια του τη ζωή, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.
27. Και όποιος δε με ακολουθεί σηκώνοντας το σταυρό του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου.
28. Γιατί, ποιος από σας, όταν θέλει να χτίσει έναν πύργο, δεν κάθεται πρώτα να υπολογίσει τη δαπάνη για να δει αν έχει τα απαιτούμενα για την αποπεράτωσή του;
29. Κι αυτό, για να αποφύγει το ενδεχόμενο, αφού βάλει το θεμέλιο, να μην μπορεί να τον τελειώσει, κι αρχίσουν όλοι όσοι τον παρακολουθούν να τον πειράζουν
30. λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός άρχισε να χτίζει και δεν κατάφερε να αποπερατώσει.
31. Ή ποιος βασιλιάς, που ξεκινάει να πολεμήσει έναν άλλο βασιλιά, δεν κάθεται πρώτα να σκεφτεί αν έχει τη δυνατότητα με δέκα χιλιάδες άντρες να αντιμετωπίσει εκείνον που έρχεται εναντίον του με είκοσι χιλιάδες;
32. Κι αν δει πως δεν έχει τέτοια δυνατότητα, τότε του στέλνει πρεσβευτές, ενόσω ακόμα εκείνος είναι μακριά, και του ζητά διαπραγματεύσεις για ειρήνη.
33. Έτσι, λοιπόν, όποιος από σας δεν αποχωρίζεται απ' όλα τα υπάρχοντά του, δεν μπορεί να είναι μαθητής μου».
34. «Καλό είναι το αλάτι. Αν όμως κι αυτό το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του, με τι θ' αποκτηθεί πια η γεύση του;
35. Ούτε για χώμα ούτε για κοπριά είναι πια κατάλληλο. Το πετάνε έξω. Όποιος έχει αυτιά ν' ακούει, ας ακούει».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 14 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον, καὶ αὐτοὶ ἦσαν παρατηρούμενοι αὐτόν.

2. καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

3. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους λέγων· εἰ ἔξεστι τῷ σαββάτῳ θεραπεύειν;

4. οἱ δὲ ἡσύχασαν· καὶ ἐπιλαβόμενος ἰάσατο αὐτὸν καὶ ἀπέλυσε.

5. καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπε· τίνος ὑμῶν υἱὸς ἢ βοῦς εἰς φρέαρ ἐμπεσεῖται, καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει αὐτὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;

6. καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι αὐτῷ πρὸς ταῦτα.

7. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς κεκλημένους παραβολήν, ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο, λέγων πρὸς αὐτούς·

8. ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ' αὐτοῦ,

9. καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας ἐρεῖ σοι· δὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ μετ' αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν.

10. ἀλλ' ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον, ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε εἴπῃ σοι· φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον τῶν συνανακειμένων σοι.

11. ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

12. Ἔλεγε δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν· ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε καὶ αὐτοί σε ἀντικαλέσωσι, καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα.

13. ἀλλ' ὅταν ποιῇς δοχήν, κάλει πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς,

14. καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων.

15. Ἀκούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ· μακάριος ὃς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.

16. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς·

17. καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα.

18. καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

19. καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον.

20. καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν.

21. καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε.

22. καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί.

23. καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου.

24. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.

25. Συνεπορεύοντο δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς·

26. εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητὴς εἶναι.

27. καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.

28. τίς γὰρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν δαπάνην, εἰ ἔχει τὰ πρὸς ἀπαρτισμόν;

29. ἵνα μήποτε, θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι, πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν,

30. λέγοντες ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι;

31. ἢ τίς βασιλεύς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχὶ πρῶτον καθίσας βουλεύεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ' αὐτόν;

32. εἰ δὲ μήγε, ἔτι πόρρω αὐτοῦ ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην.

33. οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής.

34. Καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;

35. οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

 

















































































Luke, Chapter 14 (KJV)

1. And it came to pass, as he went into the house of one of the chief Pharisees to eat bread on the sabbath day, that they watched him.
2. And, behold, there was a certain man before him which had the dropsy.
3. And Jesus answering spake unto the lawyers and Pharisees, saying, Is it lawful to heal on the sabbath day?
4. And they held their peace. And he took him , and healed him, and let him go;
5. And answered them, saying, Which of you shall have an ass or an ox fallen into a pit, and will not straightway pull him out on the sabbath day?
6. And they could not answer him again to these things.
7. And he put forth a parable to those which were bidden, when he marked how they chose out the chief rooms; saying unto them,
8. When thou art bidden of any man to a wedding, sit not down in the highest room; lest a more honourable man than thou be bidden of him;
9. And he that bade thee and him come and say to thee, Give this man place; and thou begin with shame to take the lowest room.
10. But when thou art bidden, go and sit down in the lowest room; that when he that bade thee cometh, he may say unto thee, Friend, go up higher: then shalt thou have worship in the presence of them that sit at meat with thee.
11. For whosoever exalteth himself shall be abased; and he that humbleth himself shall be exalted.
12. Then said he also to him that bade him, When thou makest a dinner or a supper, call not thy friends, nor thy brethren, neither thy kinsmen, nor thy rich neighbours; lest they also bid thee again, and a recompence be made thee.
13. But when thou makest a feast, call the poor, the maimed, the lame, the blind:
14. And thou shalt be blessed; for they cannot recompense thee: for thou shalt be recompensed at the resurrection of the just.
15. And when one of them that sat at meat with him heard these things, he said unto him, Blessed is he that shall eat bread in the kingdom of God.
16. Then said he unto him, A certain man made a great supper, and bade many:
17. And sent his servant at supper time to say to them that were bidden, Come; for all things are now ready.
18. And they all with one consent began to make excuse. The first said unto him, I have bought a piece of ground, and I must needs go and see it: I pray thee have me excused.
19. And another said, I have bought five yoke of oxen, and I go to prove them: I pray thee have me excused.
20. And another said, I have married a wife, and therefore I cannot come.
21. So that servant came, and shewed his lord these things. Then the master of the house being angry said to his servant, Go out quickly into the streets and lanes of the city, and bring in hither the poor, and the maimed, and the halt, and the blind.
22. And the servant said, Lord, it is done as thou hast commanded, and yet there is room.
23. And the lord said unto the servant, Go out into the highways and hedges, and compel them to come in, that my house may be filled.
24. For I say unto you, That none of those men which were bidden shall taste of my supper.
25. And there went great multitudes with him: and he turned, and said unto them,
26. If any man come to me, and hate not his father, and mother, and wife, and children, and brethren, and sisters, yea, and his own life also, he cannot be my disciple.
27. And whosoever doth not bear his cross, and come after me, cannot be my disciple.
28. For which of you, intending to build a tower, sitteth not down first, and counteth the cost, whether he have sufficient to finish it ?
29. Lest haply, after he hath laid the foundation, and is not able to finish it , all that behold it begin to mock him,
30. Saying, This man began to build, and was not able to finish.
31. Or what king, going to make war against another king, sitteth not down first, and consulteth whether he be able with ten thousand to meet him that cometh against him with twenty thousand?
32. Or else, while the other is yet a great way off, he sendeth an ambassage, and desireth conditions of peace.
33. So likewise, whosoever he be of you that forsaketh not all that he hath, he cannot be my disciple.
34. Salt is good: but if the salt have lost his savour, wherewith shall it be seasoned?
35. It is neither fit for the land, nor yet for the dunghill; but men cast it out. He that hath ears to hear, let him hear.