Luke, Chapter 15 Modern Greek

01 ΕΠΛΗΣΙΑΖΟΝ δε εις αυτόν πάντες οι τελώναι και οι αμαρτωλοί, διά να ακούωσιν αυτόν.
02 Και διεγόγγυζον οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς,λέγοντες, Ότι ούτος αμαρτωλούς δέχεται, και συντρώγει μετ' αυτών.
03 Είπε δε προς αυτούς την παραβολήν ταύτην, λέγων,
04 Τις άνθρωπος εξ υμών,εάν έχη εκατόν πρόβατα,και χάση εν εξ αυτών, δεν αφίνει τα εννενηκονταεννέα εν τη ερήμω, και υπάγει ζητών το απολωλός, εωσού εύρη αυτό;
05 Και ευρών αυτό, βάλλει επί τους ώμους αυτού, χαίρων
06 και ελθών εις τον οίκον, συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονας, λέγων προς αυτούς, Συγχάρητέ μοι, ότι εύρον το πρόβατόν μου το απολωλός.
07 Σας λέγω ότι ούτω θέλει είσθαι χαρά εν τω ουρανώ διά ένα αμαρτωλόν μετανοούντα, μάλλον παρά διά εννενηκονταεννέα δικαίους, οίτινες δεν έχουσιν χρείαν μετανοίας.
08 Η τις γυνή έχουσα δέκα δραχμάς, εαν χάση δραχμήν μίαν, δεν ανάπτει λύχνον,και σαρόνει την οικίαν, και ζητεί επιμελώς, εως ότου εύρη αυτήν;
09 και αφού εύρη, συγκαλεί τας φίλας και τας γείτονας, λέγουσα, Συγχάρητέ μοι, διότι εύρον την δραχμήν την οποίαν έχασα.
10 όύτω, σας λέγω, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού δια ένα αμαρτωλόν μετανοούντα.
11 Είπε δε, Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς
12 και είπεν ο νεώτερος αυτών προς τον πατέρα, Πάτερ, δος μοι το ανήκον μέρος της περιουσίας. Και διεμοίρασεν εις αυτούς τα υπάρχοντα αυτού.
13 Και μετ' ολίγας ημέρας συνάξας πάντα ο νεώτερος υιός, απεδήμησεν εις χώραν μακράν  και εκεί διεσκόρπισε την περιουσίαν αυτού, ζων ασώτως.
14 Αφού δε εδαπάνησε πάντα, έγεινε πείνα μεγάλη εν τη χώρα εκείνη, και αυτός ήρχισε να στερήται.
15 Τότε υπήγε και προσεκολλήθη εις ένα των πολιτών της χώρας εκείνης  όστις έπεμψεν αυτόν εις τους αγρούς αυτού δια να βόσκη χοίρους.
16 Και επεθύμει να γεμίση την κοιλίαν αυτού απο των ξυλοκεράτων τα οποία έτρωγον οι χοίροι  και ουδείς έδιδεν εις αυτόν.
17 Ελθών δε εις εαυτόν, είπε, Πόσοι μισθωτοί του πατρός μου περισσεύουσιν άρτον, και εγώ χάνομαι υπο της πείνης!
18 Σηκωθείς θέλω υπάγει προς τον πατέρα μου, και θέλω ειπεί προς αυτόν, Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου
19 και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου  κάμε με ως ένα των μισθωτών σου.
20 Και σηκωθείς ήλθε προς τον πατέρα αυτού. Ενω δε απείχεν έτι μακράν, είδεν αυτόν ο πατήρ αυτού, και εσπλαγχνίσθη και δραμών επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού, και κατεφίλησεν αυτόν.
21 Είπε δε πρός αυτόν ο υιός, Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιον σου,και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομασθώ υιός σου.
22 Και ο πατήρ είπε προς τους δούλους αυτού, Φέρετε έξω την στολήν την πρώτην, και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτυλίδιον εις την χείρα αυτού, και υποδήματα εις τους πόδας.
23 Και φέροντες τον μόσχον τον σιτευτόν, σφάξατε, και φαγόντες ας ευφρανθώμεν
24 διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο, και ανέζησε  και απολωλώς ήτο, και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται.
25  Ήτο δε ο πρεσβύτερος αυτού υιός εν τω αγρώ  και καθώς ερχόμενος επλησίασεν εις την οικίαν, ήκουσε συμφωνίαν και χορούς.
26 Και προσκαλέσας ένα των δούλων ηρώτα τί είναι ταύτα.
27 Ο δε είπε προς αυτόν,  Ότι ο αδελφός σου ήλθε  και έσφαξεν ο πατήρ σου τον μόσχον τον σιτευτόν, διότι απήλαυσεν αυτόν υγιαίνοντα.
28 Και ωργίσθη, και δεν ήθελε να εισέλθη. Εξήλθε λοιπόν ο πατήρ αυτού, και παρεκάλει αυτόν.
29 Ο δε αποκριθείς είπε προς τον πατέρα, Ιδού, τόσα έτη σε δουλεύω, και πότε εντολήν σου δεν παρέβην  και εις εμέ ουδέ ερίφιον έδωκας ποτέ, δια να ευφρανθώ μετά των φίλων μου
30 οτε δε ο υιός σου ούτος, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών, ήλθεν, έσφαξας δι' αυτόν τον μόσχον τον σιτευτόν.
31 Ο δε είπε προς αυτόν, Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμου είσαι  και πάντα τα εμά σα είναι
32 έπρεπε δε να ευφρανθώμεν και να χαρώμεν, διότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ήτο και ανέζησε  και απολωλώς ήτο και ευρέθη.















































































Luke, Chapter 15 Demotic Greek

1. Κι επειδή οι τελώνες και οι αμαρτωλοί πλησίαζαν τον Ιησού για να τον ακούν,
2. γόγγυζαν οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι λέγοντας μεταξύ τους ότι αυτός δέχεται μ' ευχαρίστηση αμαρτωλούς και συντρώει μαζί τους.
3. Τότε τους είπε την παραβολή τούτη:
4. «Ποιος από σας, αν έχει εκατό πρόβατα και συμβεί να χάσει το ένα απ' αυτά, δεν αφήνει τα εννενήντα εννιά στην ερημιά και πάει να ψάξει για το χαμένο, μέχρι που να το βρει;
5. Και σαν το βρει, το παίρνει χαρούμενος στους ώμους του,
6. κι αφού έρθει στο σπίτι του, προσκαλεί τους φίλους και τους γείτονές του, λέγοντάς τους: Χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα το χαμένο πρόβατό μου!
7. Σας βεβαιώνω πως παρόμοια και στον ουρανό θα υπάρξει περισσότερη χαρά για έναν αμαρτωλό που μετανοεί, παρά για ενενήντα εννιά δίκαιους που δεν έχουν ανάγκη από μετάνοια».
8. «Επίσης, ποια γυναίκα που έχει δέκα δραχμές και συμβεί να χάσει τη μια, δεν ανάβει το λυχνάρι και δε σκουπίζει το σπίτι και δεν ψάχνει προσεκτικά κι επίμονα, μέχρι που να τη βρει;
9. Κι όταν τη βρει προσκαλεί τις φίλες και τις γειτόνισσές της και λέει: Χαρείτε μαζί μου, γιατί βρήκα τη δραχμή που έχασα!
10. Έτσι, σας βεβαιώνω, γίνεται χαρά ανάμεσα στους αγγέλους του Θεού για έναν αμαρτωλό που μετανοεί».
11. Έπειτα τους είπε: «Κάποιος είχε δυο γιους.
12. Κι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία.
13. Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία.
14. Κι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται.
15. Πήγε τότε και έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους.
16. Κατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε.
17. Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ' ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα!
18. Θα σηκωθώ λοιπόν και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ' ουρανού όσο και εναντίον σου.
19. Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου.
20. Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Κι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά.
21. Του είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ' ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου.
22. Μα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του.
23. Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε,
24. γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Κι άρχισαν να ευφραίνονται.
25. »Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Καθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς.
26. Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ' αυτά.
27. Κι εκείνος του είπε: Επέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ' αυτόν υγιής.
28. Οργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Βγήκε λοιπόν έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε,
29. μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: Τόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Κι όμως σ' εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου.
30. Μα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλο το βιος σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι.
31. Τότε εκείνος του είπε: «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι.
32. Μα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 15 Ancient Greek

1. Ἦσαν δὲ ἐγγίζοντες αὐτῷ πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀκούειν αὐτοῦ.

2. καὶ διεγόγγυζον οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντες ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς.

3. εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγων·

4. τίς ἄνθρωπος ἐξ ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα, καὶ ἀπολέσας ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐ καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ πορεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς ἕως εὕρῃ αὐτό;

5. καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους αὐτοῦ χαίρων,

6. καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκον συγκαλεῖ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας λέγων αὐτοῖς· συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὸ πρόβατόν μου τὸ ἀπολωλός.

7. λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτω χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἢ ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις, οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσι μετανοίας.

8. Ἢ τίς γυνὴ δραχμὰς ἔχουσα δέκα ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν καὶ ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ὅτου εὕρῃ;

9. καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖ τὰς φίλας καὶ τὰς γείτονας λέγουσα· συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα.

10. οὕτω, λέγω ὑμῖν, χαρὰ γίνεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.

11. Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς,

12. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.

13. καὶ μετ' οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.

14. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.

15. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.

16. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.

17. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι

18. ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου·

19. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

20. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

21. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.

22. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας,

23. καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,

24. ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.

25. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν,

26. καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

27. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν.

28. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν.

29. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·

30. ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.

31. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ' ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν·

32. εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

 

















































































Luke, Chapter 15 (KJV)

1. Then drew near unto him all the publicans and sinners for to hear him.
2. And the Pharisees and scribes murmured, saying, This man receiveth sinners, and eateth with them.
3. And he spake this parable unto them, saying,
4. What man of you, having an hundred sheep, if he lose one of them, doth not leave the ninety and nine in the wilderness, and go after that which is lost, until he find it?
5. And when he hath found it , he layeth it on his shoulders, rejoicing.
6. And when he cometh home, he calleth together his friends and neighbours, saying unto them, Rejoice with me; for I have found my sheep which was lost.
7. I say unto you, that likewise joy shall be in heaven over one sinner that repenteth, more than over ninety and nine just persons, which need no repentance.
8. Either what woman having ten pieces of silver, if she lose one piece, doth not light a candle, and sweep the house, and seek diligently till she find it ?
9. And when she hath found it , she calleth her friends and her neighbours together, saying, Rejoice with me; for I have found the piece which I had lost.
10. Likewise, I say unto you, there is joy in the presence of the angels of God over one sinner that repenteth.
11. And he said, A certain man had two sons:
12. And the younger of them said to his father, Father, give me the portion of goods that falleth to me . And he divided unto them his living.
13. And not many days after the younger son gathered all together, and took his journey into a far country, and there wasted his substance with riotous living.
14. And when he had spent all, there arose a mighty famine in that land; and he began to be in want.
15. And he went and joined himself to a citizen of that country; and he sent him into his fields to feed swine.
16. And he would fain have filled his belly with the husks that the swine did eat: and no man gave unto him.
17. And when he came to himself, he said, How many hired servants of my father's have bread enough and to spare, and I perish with hunger!
18. I will arise and go to my father, and will say unto him, Father, I have sinned against heaven, and before thee,
19. And am no more worthy to be called thy son: make me as one of thy hired servants.
20. And he arose, and came to his father. But when he was yet a great way off, his father saw him, and had compassion, and ran, and fell on his neck, and kissed him.
21. And the son said unto him, Father, I have sinned against heaven, and in thy sight, and am no more worthy to be called thy son.
22. But the father said to his servants, Bring forth the best robe, and put it on him; and put a ring on his hand, and shoes on his feet:
23. And bring hither the fatted calf, and kill it ; and let us eat, and be merry:
24. For this my son was dead, and is alive again; he was lost, and is found. And they began to be merry.
25. Now his elder son was in the field: and as he came and drew nigh to the house, he heard musick and dancing.
26. And he called one of the servants, and asked what these things meant.
27. And he said unto him, Thy brother is come; and thy father hath killed the fatted calf, because he hath received him safe and sound.
28. And he was angry, and would not go in: therefore came his father out, and intreated him.
29. And he answering said to his father, Lo, these many years do I serve thee, neither transgressed I at any time thy commandment: and yet thou never gavest me a kid, that I might make merry with my friends:
30. But as soon as this thy son was come, which hath devoured thy living with harlots, thou hast killed for him the fatted calf.
31. And he said unto him, Son, thou art ever with me, and all that I have is thine.
32. It was meet that we should make merry, and be glad: for this thy brother was dead, and is alive again; and was lost, and is found.