Luke, Chapter 18 Modern Greek

01  Έλεγε δε και παραβολήν προς αυτούς περί του ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχωνται, και να μη αποκάμνωσι,
02 λέγων, Κριτής τις ήτο εν τινι πόλει, όστις τον Θεόν δεν εφοβείτο, και άνθρωπον δεν εντρέπετο.
03  Ήτο δε χήρα τις εν εκείνη τη πόλει  και ήρχετο προς αυτόν, λέγουσα,Εκδίκησόν με απο του αντιδίκου μου.
04 Και μέχρι τινός δεν ηθέλησε  μετά δε ταύτα είπε καθ' εαυτόν, Αν και τον Θεόν δεν φοβώμαι, και άνθρωπον δεν εντρέπομαι,
05 τουλάχιστον επειδή με ενοχλεί η χήρα αύτη, ας εκδικήσω αυτήν, δια να μη έρχηται πάντοτε και με βασανίζη.
06 Και είπεν ο Κύριος, Ακούσατε τι λέγει ο άδικος κριτής
07 ο δε Θεός δεν θέλει κάμει την εκδίκησιν των εκλεκτών αυτού, των βοώντων προς αυτον ημέραν και νύκτα, αν και μακροθυμή δι'αυτούς;
08 σας λέγω,ότι θέλει κάμει την εκδίκησιν αυτών ταχέως. Πλην ο Υιός του ανθρώπου όταν έλθη, άραγε θέλει ευρεί την πίστιν επι της γης;
09 Είπε δε και πρός τινας, τους θαρρούντας εις εαυτούς ότι είναι δίκαιοι, και καταφρονούντας τους λοιπούς, την παραβολήν ταύτην
10  Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν διά να προσευχηθώσιν  ο εις Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης.
11 Ο Φαρισαίος σταθείς προσηύχετο καθ' εαυτόν ταύτα Ευχαριστώ σοι, Θεέ, ότι δεν είμαι καθώς οι λοιποί άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και καθώς ούτος ο τελώνης.
12 Νηστεύω δις της εβδομάδος, αποδεκατίζω πάντα όσα έχω.
13 Και ο τελώνης μακρόθεν ιστάμενος δεν ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς να υψώση εις τον ουρανόν, αλλ' έτυπτεν εις το στήθος αυτού, λέγων, ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
14 Σας λέγω, Κατέβη ούτος εις τον οίκον αυτού δεδικαιωμένος μάλλον παρά εκείνος  διότι πας ο υψών εαυτόν θέλει ταπεινωθή  ο δε ταπεινών εαυτόν, θέλει υψωθή.
15  Έφερον δε προς αυτόν και τα βρέφη, διά να εγγίζη αυτά ιδόντες δε οι μαθηταί επέπληξαν αυτούς.
16 Ο Ιησούς όμως προσκαλέσας αυτά, είπεν, Αφήσατε τα παιδία να έρχωνται προς εμέ και μή εμποδίζετε αυτά  διότι των τοιούτων είναι η βασιλεία του Θεού.
17 Αληθώς σας λέγω,  Όστις δεν δεχθή την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, δεν θέλει εισέλθει εις αυτήν.
18 Και άρχων τις ηρώτησεν αυτόν, λέγων, Διδάσκαλε αγαθέ, τι να πράξω διά να κληρονομήσω ζωήν αιώνιον;
19 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός, ειμή εις, ο Θεός.
20 Τας εντολάς εξεύρεις, "Μη μοιχεύσης Μη φονεύσης Μη κλέψης Μη ψευδομαρτυρίσης Τίμα τον πατέρα σου και την
μητέρα σου."
21 Ο δε είπε, Ταύτα πάντα εφύλαξα εκ νεότητός μου.
22 Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς, είπε προς αυτόν,  Έτι εν σοι λείπει  πάντα όσα έχεις πώλησον, και διαμοίρασον εις πτωχούς, και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ  και ελθέ, ακολούθει μοι.
23 Ο δε ακούσας ταύτα έγεινε περίλυπος  διότι ήτο πλούσιος σφόδρα.
24 Ιδών δε αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον, είπε, Πως δυσκόλως θέλουσι εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες τα χρήματα
25 διότι ευκολώτερον εναι να περάση κάμηλος διά τρύπης βελόνης, παρά πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού.
26 Είπον δε οι ακούσαντες, Και τις δύναται να σωθή;
27 Ο δε είπε, Τα αδύνατα παρά ανθρώποις είναι δυνατά παρά τω Θεώ.
28 Είπε δε ο Πέτρος, Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα, και σε ηκολουθήσαμεν.
29 Ο δε είπε προς αυτούς, Αληθώς σας λέγω, ότι δεν είναι ουδείς όστις αφήκεν οικίαν, ή γονείς, ή αδελφούς, ή γυναίκα, ή τέκνα, ένεκεν της βασιλείας του Θεού,
30 όστις δεν θέλει απολαύσει πολλαπλάσια εν τω καιρώ τούτω, και εν τω ερχομένω αιώνι ζωήν αιώνιον.
31 Παραλαβών δε τους δώδεκα, είπε προς αυτούς, Ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και θέλουσιν εκτελεσθή πάντα τα γεγραμμένα διά των προφητών εις τον Υιόν του ανθρώπου
32 διότι θέλει παραδοθή εις τα έθνη,και θέλει εμπαιχθή,και υβρισθή, και εμπτυσθή
33 και μαστιγώσαντες θέλουσι θανατώσει αυτόν, και τη τρίτη ημέρα θέλει αναστηθή.
34 Και αυτοί δεν ενόησαν ουδέν εκ τούτων  και ήτο ο λόγος ούτος κεκρυμμένος απ' αυτών, και δεν ενόουν τα λεγόμενα.
35  Ότε δε επλησίαζεν εις την Ιεριχώ, τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν ζητών.
36 Ακούσας δε όχλον διαβαίνοντα, ηρώτα τι είναι τούτο.
37 Απήγγειλαν δε προς αυτόν, ότι Ιησούς ο Ναζωραίος διαβαίνει.
38 Και εφώναξε, λέγων, Ιησού, Υιέ του Δαβίδ ελέησόν με.
39 Και οι προπορευόμενοι επέπληττον αυτόν δια να σιωπήση αλλ' αυτός πολλώ μάλλον έκραζεν, Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με.
40 Σταθείς δε ο Ιησούς προσέταξε να φερθή προς αυτόν  και αφού επλησίασεν, ηρώτησεν αυτόν,
41 λέγων, Τι θέλεις να σοί κάμω; Ο δε είπε, Κύριε, να αναβλέψω.
42 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Ανάβλεψον  η πίστις σου σε έσωσε.
43 Και παρευθεύς ανέβλεψε, και ηκολούθει αυτόν δοξάζων τον Θεόν  και πας ο λαός ιδών ήνεσε τον Θεόν.















































































Luke, Chapter 18 Demotic Greek

1. Τους έλεγε επίσης και μια παραβολή για την αναγκαιότητα να προσεύχονται πάντα και να μην αποθαρρύνονται.
2. «Σε μια πόλη», έλεγε, «υπήρχε ένας δικαστής, που ούτε το Θεό φοβόταν ούτε σε άνθρωπο έδινε σημασία.
3. Ήταν και μια χήρα στην πόλη εκείνη, που ερχόταν σ' αυτόν και του έλεγε: Απόδωσε το δίκιο μου απ' αυτόν που με αδικεί.
4. Μα εκείνος για ένα χρονικό διάστημα δεν έδωσε σημασία. Κατόπιν όμως είπε μέσα του: Αν και δε φοβάμαι το Θεό κι ούτε δίνω σημασία σε άνθρωπο,
5. ωστόσο, επειδή η χήρα αυτή μου έγινε φορτική, θα της δώσω το δίκιο της για να μη με στεναχωρεί με τους ατέλειωτους ερχομούς της».
6. Και συνέχισε ο Κύριος: «Δώστε προσοχή σ' αυτό που λέγει ο άδικος δικαστής!
7. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να μην κρίνει ο Θεός και να μην αποδώσει το δίκιο των εκλεκτών του, που κράζουν σ' αυτόν μέρα και νύχτα και τους ακούει υπομονετικά;
8. Σας λέω πως θα κρίνει και θα αποδώσει το δίκιο τους πολύ γρήγορα. Μα ο Γιος του Ανθρώπου, όταν έρθει, θα βρει άραγε την πίστη πάνω στη γη;»
9. Επίσης και σε μερικούς, οι οποίοι έχοντας την πεποίθηση πως είναι δίκαιοι στηρίζονταν στους εαυτούς τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε την παραβολή τούτη:
10. «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης.
11. Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση με τούτα τα λόγια για τον εαυτό του: Θεέ μου, σ' ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι: άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη.
12. Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα. Ξεχωρίζω για το ναό το ένα δέκατο απ' όλα τα εισοδήματά μου.
13. Ο τελώνης όμως, αφού στάθηκε σε απόσταση, δεν ήθελε ούτε να σηκώσει καν τα μάτια του στον ουρανό, παρά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό.
14. Σας λέω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρημένος και όχι ο άλλος, γιατί ο καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, μα εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».
15. Επίσης του έφεραν και τα παιδάκια για να τα αγγίξει. Μα όταν τους είδαν οι μαθητές, τους επέπληξαν.
16. Ο Ιησούς όμως, τα κάλεσε κοντά του και είπε: «Αφήστε τα παιδιά να έρχονται σε μένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί σε ανθρώπους σαν κι αυτά ανήκει η βασιλεία του Θεού.
17. Πραγματικά, σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν ένα παιδί, αυτός, όχι, δε θα μπει σ' αυτήν».
18. Τον ρώτησε τότε ένας άρχοντας: «Δάσκαλε αγαθέ, τι θα πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;».
19. Κι ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός παρά μονάχα ένας, ο Θεός.
20. Τις εντολές τις ξέρεις: Μη μοιχέψεις, Μη φονεύσεις, Μην κλέψεις, Μην ψευδομαρτυρήσεις, Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».
21. Κι εκείνος του είπε: «Αυτά, όλα, τα τήρησα από τα νιάτα μου».
22. Και σαν τ' άκουσε αυτά ο Ιησούς, του είπε: «Ακόμα ένα σου λείπει: Πούλησε όλα όσα έχεις και διαμοίρασέ τα σε φτωχούς και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, κι έλα εδώ κι ακολούθα με».
23. Μα εκείνος όταν τα άκουσε αυτά, βαριοθύμησε, γιατί ήταν πολύ πλούσιος.
24. Κι όταν τον είδε ο Ιησούς που βαριοθύμησε, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού εκείνοι που έχουν τα χρήματα!
25. Γιατί είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας παρά ένας πλούσιος να μπει στη βασιλεία του Θεού»!
26. Κι είπαν εκείνοι που τ' άκουσαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;». Κι εκείνος απάντησε:
27. «Εκείνα που για τους ανθρώπους είναι ακατόρθωτα, για το Θεό είναι κατορθωτά».
28. Του είπε τότε ο Πέτρος: «Ορίστε, εμείς τα εγκαταλείψαμε όλα και σε ακολουθήσαμε».
29. Κι εκείνος τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως δεν υπάρχει κανένας που να άφησε σπίτι ή γονείς ή αδέλφια ή γυναίκα ή παιδιά για χάρη της βασιλείας του Θεού,
30. ο οποίος δε θα απολαύσει πολλαπλάσια στο σημερινό καιρό μα και ζωή αιώνια στον κόσμο που ακολουθεί».
31. Πήρε κατόπιν κοντά του τους δώδεκα και τους είπε: «Να! Τώρα ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα και θα πραγματοποιηθούν όλα όσα έχουν γραφτεί μέσω των προφητών για το Γιο του Ανθρώπου.
32. Γιατί θα παραδώσουν το Γιο του Ανθρώπου στους ειδωλολάτρες και θα τον χλευάσουν και θα τον βρίσουν και θα τον φτύσουν,
33. κι αφού τον μαστιγώσουν, θα τον σκοτώσουν και την τρίτη μέρα θα αναστηθεί».
34. Εκείνοι όμως τίποτε απ' αυτά δεν κατάλαβαν, γιατί η πραγματικότητα αυτή παρέμενε καλυμμένη γι' αυτούς και δεν καταλάβαιναν τα όσα έλεγε.
35. Στο μεταξύ καθώς πλησίαζε πια στην Ιεριχώ συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε.
36. Και όταν άκουσε να περνάει κόσμος, ρωτούσε να μάθει σαν τι να συνέβαινε.
37. Τον πληροφόρησαν, λοιπόν, ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.
38. Τότε αυτός άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Ιησού, Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με».
39. Μα εκείνοι που βάδιζαν μπροστά, τον μάλωναν για να σωπάσει. Εκείνος όμως φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με»!
40. Στάθηκε τότε ο Ιησούς και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Κι όταν πλησίασε, τον ρώτησε:
41. «Τι θέλεις να σου κάνω;». Κι εκείνος απάντησε «Κύριε, να ξαναδώ!».
42. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Να ξαναδείς! Η πίστη σου σε έσωσε»!
43. Και μεμιάς ξαναβρήκε την όρασή του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξολογώντας το Θεό! Κι όλος ο λαός, μόλις το είδε αυτό, δοξολόγησε το Θεό.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 18 Ancient Greek

1. Ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴν αὐτοῖς πρὸς τὸ δεῖν πάντοτε προσεύχεσθαι αὐτοὺς καὶ μὴ ἐκκακεῖν,

2. λέγων· κριτής τις ἦν ἔν τινι πόλει τὸν Θεὸν μὴ φοβούμενος καὶ ἄνθρωπον μὴ ἐντρεπόμενος.

3. χήρα δὲ ἦν ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, καὶ ἤρχετο πρὸς αὐτὸν λέγουσα· ἐκδίκησόν με ἀπὸ τοῦ ἀντιδίκου μου.

4. καὶ οὐκ ἠθέλησεν ἐπὶ χρόνον· μετὰ δὲ ταῦτα εἶπεν ἐν ἑαυτῷ· εἰ καὶ τὸν Θεὸν οὐ φοβοῦμαι καὶ ἄνθρωπον οὐκ ἐντρέπομαι,

5. διά γε τὸ παρέχειν μοι κόπον τὴν χήραν ταύτην ἐκδικήσω αὐτήν, ἵνα μὴ εἰς τέλος ἐρχομένη ὑπωπιάζῃ με.

6. εἶπε δὲ ὁ Κύριος· ἀκούσατε τί ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας λέγει·

7. ὁ δὲ Θεὸς οὐ μὴ ποιήσῃ τὴν ἐκδίκησιν τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ τῶν βοώντων πρὸς αὐτὸν ἡμέρας καὶ νυκτός, καὶ μακροθυμῶν ἐπ' αὐτοῖς;

8. λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει. πλὴν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐλθὼν ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;

9. Εἶπε δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ' ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην·

10. ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης.

11. ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης·

12. νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι.

13. καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ' ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.

14. λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.

15. Προσέφερον δὲ αὐτῷ καὶ τὰ βρέφη ἵνα αὐτῶν ἅπτηται· καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς.

16. ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτὰ εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

17. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν.

18. Καὶ ἐπηρώτησέ τις αὐτὸν ἄρχων λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;

19. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.

20. τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου.

21. ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.

22. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

23. ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα.

24. ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ

25. εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

26. εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι;

27. ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.

28. εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι.

29. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ γονεῖς ἢ ἀδελφοὺς ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἕνεκεν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ,

30. ὃς οὐ μὴ ἀπολάβῃ πολλαπλασίονα ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.

31. Παραλαβὼν δὲ τοὺς δώδεκα εἶπε πρὸς αὐτούς· ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ τελειωθήσεται πάντα τὰ γεγραμμένα διὰ τῶν προφητῶν τῷ υἱῷ τοῦ ἀνθρώπου.

32. παραδοθήσεται γὰρ τοῖς ἔθνεσι καὶ ἐμπαιχθήσεται καὶ ὑβρισθήσεται καὶ ἐμπτυσθήσεται,

33. καὶ μαστιγώσαντες ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἀναστήσεται.

34. καὶ αὐτοὶ οὐδὲν τούτων συνῆκαν, καὶ ἦν τὸ ῥῆμα τοῦτο κεκρυμμένον ἀπ' αὐτῶν, καὶ οὐκ ἐγίνωσκον τὰ λεγόμενα.

35. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν·

36. ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

37. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται.

38. καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

39. καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

40. σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων·

41. τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω.

42. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

43. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

 

















































































Luke, Chapter 18 (KJV)

1. And he spake a parable unto them to this end , that men ought always to pray, and not to faint;
2. Saying, There was in a city a judge, which feared not God, neither regarded man:
3. And there was a widow in that city; and she came unto him, saying, Avenge me of mine adversary.
4. And he would not for a while: but afterward he said within himself, Though I fear not God, nor regard man;
5. Yet because this widow troubleth me, I will avenge her, lest by her continual coming she weary me.
6. And the Lord said, Hear what the unjust judge saith.
7. And shall not God avenge his own elect, which cry day and night unto him, though he bear long with them?
8. I tell you that he will avenge them speedily. Nevertheless when the Son of man cometh, shall he find faith on the earth?
9. And he spake this parable unto certain which trusted in themselves that they were righteous, and despised others:
10. Two men went up into the temple to pray; the one a Pharisee, and the other a publican.
11. The Pharisee stood and prayed thus with himself, God, I thank thee, that I am not as other men are , extortioners, unjust, adulterers, or even as this publican.
12. I fast twice in the week, I give tithes of all that I possess.
13. And the publican, standing afar off, would not lift up so much as his eyes unto heaven, but smote upon his breast, saying, God be merciful to me a sinner.
14. I tell you, this man went down to his house justified rather than the other: for every one that exalteth himself shall be abased; and he that humbleth himself shall be exalted.
15. And they brought unto him also infants, that he would touch them: but when his disciples saw it , they rebuked them.
16. But Jesus called them unto him , and said, Suffer little children to come unto me, and forbid them not: for of such is the kingdom of God.
17. Verily I say unto you, Whosoever shall not receive the kingdom of God as a little child shall in no wise enter therein.
18. And a certain ruler asked him, saying, Good Master, what shall I do to inherit eternal life?
19. And Jesus said unto him, Why callest thou me good? none is good, save one, that is , God.
20. Thou knowest the commandments, Do not commit adultery, Do not kill, Do not steal, Do not bear false witness, Honour thy father and thy mother.
21. And he said, All these have I kept from my youth up.
22. Now when Jesus heard these things, he said unto him, Yet lackest thou one thing: sell all that thou hast, and distribute unto the poor, and thou shalt have treasure in heaven: and come, follow me.
23. And when he heard this, he was very sorrowful: for he was very rich.
24. And when Jesus saw that he was very sorrowful, he said, How hardly shall they that have riches enter into the kingdom of God!
25. For it is easier for a camel to go through a needle's eye, than for a rich man to enter into the kingdom of God.
26. And they that heard it said, Who then can be saved?
27. And he said, The things which are impossible with men are possible with God.
28. Then Peter said, Lo, we have left all, and followed thee.
29. And he said unto them, Verily I say unto you, There is no man that hath left house, or parents, or brethren, or wife, or children, for the kingdom of God's sake,
30. Who shall not receive manifold more in this present time, and in the world to come life everlasting.
31. Then he took unto him the twelve, and said unto them, Behold, we go up to Jerusalem, and all things that are written by the prophets concerning the Son of man shall be accomplished.
32. For he shall be delivered unto the Gentiles, and shall be mocked, and spitefully entreated, and spitted on:
33. And they shall scourge him , and put him to death: and the third day he shall rise again.
34. And they understood none of these things: and this saying was hid from them, neither knew they the things which were spoken.
35. And it came to pass, that as he was come nigh unto Jericho, a certain blind man sat by the way side begging:
36. And hearing the multitude pass by, he asked what it meant.
37. And they told him, that Jesus of Nazareth passeth by.
38. And he cried, saying, Jesus, thou Son of David, have mercy on me.
39. And they which went before rebuked him, that he should hold his peace: but he cried so much the more, Thou Son of David, have mercy on me.
40. And Jesus stood, and commanded him to be brought unto him: and when he was come near, he asked him,
41. Saying, What wilt thou that I shall do unto thee? And he said, Lord, that I may receive my sight.
42. And Jesus said unto him, Receive thy sight: thy faith hath saved thee.
43. And immediately he received his sight, and followed him, glorifying God: and all the people, when they saw it , gave praise unto God.