Luke, Chapter 19 Modern Greek

01 ΚΑΙ εισελθών διήρχετο την Ιεριχώ.
ο2 Και ιδού άνθρωπος ονομαζόμενος Ζακχαίος, όστις ήτο αρχιτελώνης, και ούτος ήτο πλούσιος
03 και εζήτει να ίδη τον Ιησούν τις είναι  και δεν ηδύνατο δια τον όχλον, διότι ήτο μικρός το ανάστημα.
04 Και δραμών εμπρός, ανέβη επι συκομορέαν δια να ίδη αυτόν  επειδή δι' εκείνης της οδού έμελλε να περάση.
05 Και ως ήλθεν εις τον τόπον ο Ιησούς, αναβλέψας είδεν αυτόν, και είπε προς αυτόν, Ζακχαίε, κατάβα ταχέως  διότι σήμερον πρέπει να μείνω εν τω οίκω σου.
06 Και κατέβη ταχέως, και υπεδέχθη αυτόν μετά χαράς.
07 Και ιδόντες άπαντες εγόγγυζον, λέγοντες,  Ότι εις αμαρτωλόν άνθρωπον εισήλθε να καταλύση.
08 Σταθείς δε ο Ζακχαίος είπε προς τον Κύριον  ιδού, τα ημίση των υπαρχόντων μου Κύριε, δίδω εις τους πτωχούς  και εαν εσυκοφάντησά τινα εις τι, αποδίδω τετραπλούν
09 Είπε δε προς αυτόν ο Ιησούς,  Ότι σήμερον έγεινε σωτηρία εις τον οίκον τούτον καθότι και αυτός υιός του Αβραάμ είναι.
10 Διότι ο Υιός του ανθρώπου ήλθε να ζητήση και να σώση το απολωλός.
11 Και ενω αυτοί ήκουον ταύτα, προσθέσας είπε παραβολήν, διότι ήτο πλησίον της Ιερουσαλήμ, και αυτοί ενόμιζον ότι η βασιλεία του Θεού έμελλεν ευθύς να φανή.
12 Είπε λοιπόν, Άνθρωπός τις ευγενής υπήγεν εις χώραν μακράν, δια να λάβη εις εαυτόν βασιλείαν, και να υποστρέψη.
13 Και καλέσας δέκα δούλους εαυτού, έδωκεν εις αυτούς δέκα μνας, και είπε προς αυτούς, Πραγματεύθητε εωσού έλθω.
14 Οι συμπολίται αυτού Ομως εμίσουν αυτόν, και απέστειλαν κατόπιν αυτού πρέσβεις λέγοντες, Δεν θέλομεν τούτον να βασιλεύση εφ' ημάς.
15 Και αφού υπέστρεψε λαβών την βασιλείαν, είπε να προσκληθώσι προς αυτόν οι δούλοι εκείνοι, εις τους οποίους έδωκε το αργύριον, δια να μάθη τι εκέρδησεν έκαστος.
16 Και ήλθεν ο πρώτος, λέγων, Κύριε, η μνα σου εκέρδησε δέκα μνας.
17 Και είπε προς αυτον, Εύγε, αγαθέ δούλε  επειδή εις το ελάχιστον εφάνης πιστός έχε εξουσίαν επάνω δέκα πόλεων.
18 Και ήλθεν ο δεύτερος, λέγων, Κύριε, η μνα σου έκαμε πέντε μνας.
19 Είπε δε και προς τούτον, Και συ γενού εξουσιαστής επάνω πέντε πόλεων.
20  Ήλθε και άλλος, λέγων, Κύριε, ιδού η μνα σου, την οποίαν είχον πεφυλαγμένην εν μανδηλίω
21 διότι σε εφοβούμην επειδή είσαι άνθρωπος αυστηρός λαμβάνεις ότι δεν κατέβαλες και θερίζεις ότι δεν έσπειρας.
22 Και λέγει προς αυτόν,Εκ του στόματός σου θέλω σε κρίνει πονηρέ δούλε  ήξευρες ότι εγώ είμαι άνθρωπος αυστηρός, λαμβάνων ότι δεν κατέβαλον,και θερίζων ότι δεν έσπειρα
23 δια τι λοιπόν δεν έδωκας το αργύριόν μου εις την τράπεζαν, ώστε εγώ ελθών ήθελεν συνάξει αυτό μετά του τόκου;
24 Και είπε προς τους παρεστώτας, Αφαιρέσατε απ' αυτού την μναν,και δότε εις τον έχοντα τας δέκα μνας.
25 (Και είπον προς αυτόν, Κύριε, έχει δέκα μνας.)
26 Διότι σας λέγω, ότι εις πάντα τον έχοντα θέλει δοθή  απο δε του μη έχοντος, και ότι έχει, θέλει αφαιρεθή απ'  υτού.
27 Πλήν τους εχθρούς μου εκείνους οίτινες δεν με ηθέλησαν να βασιλεύσω επ'αυτούς φέρετε εδώ, και κατασφάξατε έμπροσθέν μου.
28 Και ειπών ταύτα, προεχώρει, αναβαίνων εις Ιεροσόλυμα.
29 Και ως επλησίασεν εις Βηθφαγή και Βηθανίαν, προς τι όρος το καλούμενον Ελαιών απέστειλε δύο των μαθητών αυτού,
30 ειπών, Υπάγετε εις την κατέναντι κώμην  εις την οποίαν εμβαίνοντες θέλετε ευρεί πωλάριον δεδεμένον, επί του οποίου ουδείς άνθρωπος εκάθισέ ποτέ  λύσατε αυτό και φέρετε.
31 Και εαν τις σας ερωτήση, Δια τι λύετε αυτό; ούτω θέλετε ειπεί προς αυτόν,  Ότι ο Κύριος έχει χρείαν αυτού.
32 Υπήγαν δε οι απεσταλμένοι, και εύρον καθώς είπε προς αυτούς.
33 Και ενω έλυον το πωλάριον, είπον προς αυτούς οι κύριοι αυτού, Δια τι λύετε το πωλάριον;
34 Οι δε είπον, Ο Κύριος έχει χρείαν αυτού.
35 Και έφεραν αυτό προς τον Ιησούν. Και ρίψαντες επι το πωλάριον τα ιμάτια αυτών επεκάθισαν τον Ιησούν.
36 Ενω δε επορεύετο, υπέστρωνον τα ιμάτια αυτών εις την οδόν.
37 Και ότε επλησίαζεν ήδη εις την κατάβασιν του όρους των Ελαιών, ήρχισαν άπαν το πλήθος των μαθητών χαίροντες να υμνώσι τον Θεόν μεγαλοφώνως δια πάντα τα θαύματα τα οποια είδον,
38 λέγοντες, Ευλογημένος ο ερχόμερος βασιλεύς εν ονόματι Κυρίου  ειρήνη εν ουρανώ και δόξα εν υψίστοις.
39 Και τινες των Φαρισαίων απο του όχλου είπον προς αυτόν, Διδάσκαλε, επίπληξον τους μαθητάς σου.
40 Και αποκριθείς είπε προς αυτούς, Σας λέγω, ότι εαν ούτοι σιωπήσωσιν,οι λίθοι θέλουσι φωνάξει.
41 Και ότε επλησίασεν, ιδών την πόλιν, έκλαυσεν επ' αυτήν,
42 λέγων, Είθε να εγνώριζες και συ τουλάχιστον εν τη ημέρα σου ταύτη τα προς ειρήνην σου αποβλέποντα  αλλά τώρα εκρύφθησαν απο των οφθαλμών σου
43 διότι θέλουσιν ελθεί ημέραι επι σε, και οι εχθροί σου θέλουσι κάμει χαράκωμα περί σε, και θέλουσι σε περικυκλώσει, και θέλουσι σε στενοχωρήσει πανταχόθεν
44 και θέλουσι κατεδαφίσει σε, και τα τέκνα σου εν σοι, και δεν θέλουσιν αφήσει εν σοι λίθον επι λίθον  διότι δεν εγνώρισας τον καιρόν της επισκέψεώς σου.
45 Και εισελθών εις το ιερόν, ήρχισε να εκβάλλη τους πωλούντας εν αυτώ και αγοράζοντας,Ματθ.κα'.12, Μαρκ.ια'.15, Ιωαν.β'.14
46 λέγων προς αυτούς, Είναι γεγραμμένο, « Ο οίκός μου είναι οίκος προσευχής.» σεις δε εκάμετε αυτόν «σπήλαιον ληστών.»
47 Και εδίδασκε καθ' ημέραν εν τω ιερώ  οι δε αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρώτοι του λαού εζήτουν να απολέσωσιν αυτόν
48 και δεν εύρισκον το τι να πράξωσι  διότι πας ο λαός ήτο προσηλωμένος εις το να ακούη αυτόν.















































































Luke, Chapter 19 Demotic Greek

1. Μπήκε κατόπιν στην Ιεριχώ και περνούσε μέσα απ' αυτήν.
2. Εκεί λοιπόν εμφανίστηκε κάποιος, που ονομαζόταν Ζακχαίος - ο οποίος ήταν προϊστάμενος των τελωνών και ήταν πλούσιος -
3. και προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Ιησούς αλλά δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, γιατί ήταν κοντός στο ανάστημα.
4. Τους προσπέρασε τότε τρέχοντας μπροστά κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή από εκείνο το δρόμο θα περνούσε ο Ιησούς.
5. Μόλις λοιπόν έφτασε ο Ιησούς στο μέρος εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε: «Ζακχαίε, βιάσου να κατέβεις, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου».
6. Βιαστικά, τότε, κατέβηκε και τον υποδέχτηκε με χαρά.
7. Όλοι οι άλλοι, όμως, όταν το είδαν αυτό, γόγγυζαν λέγοντας πως σ' ενός αμαρτωλού το σπίτι μπήκε να μείνει.
8. Σηκώθηκε όρθιος τότε ο Ζακχαίος και είπε στον Κύριο: «Κύριε, να! Από τώρα τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα προσφέρω στους φτωχούς. Κι αν από κάποιον πήρα κάτι με τρόπο εκβιαστικό, του το επιστρέφω στο τετραπλάσιο».
9. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Σήμερα συντελέστηκε σωτηρία στο σπίτι αυτό, καθότι γιος του Αβραάμ είναι κι αυτός.
10. Γιατί ο Γιος του Ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει το χαμένο».
11. Κι ενώ αυτοί τα άκουγαν αυτά, συνέχισε ο Ιησούς και τους είπε μια παραβολή, επειδή βρισκόταν κιόλας κοντά στην Ιερουσαλήμ κι αυτοί νόμιζαν πως η βασιλεία του Θεού πρόκειται να εμφανιστεί από τη μια στιγμή στην άλλη.
12. Είπε λοιπόν: «Ένας άρχοντας πήγε σε τόπο μακρινό για να στεφθεί βασιλιάς και να επιστρέψει.
13. Έτσι, πριν φύγει κάλεσε δέκα δούλους του, τους έδωσε δέκα μνες και τους είπε: Εμπορευτείτε τα χρήματα αυτά, μέχρι που να γυρίσω πίσω.
14. Όμως οι συμπολίτες του τον μισούσαν κι έστειλαν κατόπι του αντιπροσωπεία για να πουν: Δεν θέλουμε αυτόν για βασιλιά μας.
15. Τελικά όμως αυτός γύρισε πίσω στεμμένος βασιλιάς. Τότε φώναξε τους δούλους εκείνους, στους οποίους είχε δώσει τα χρήματα, για να μάθει πώς τα εμπορεύτηκε ο καθένας τους.
16. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο πρώτος και είπε: Κύριε, η μνα σου απέφερε άλλες δέκα μνες.
17. Κι ο βασιλιάς του είπε: Εύγε, δούλε αγαθέ! Επειδή στο λίγο στάθηκες πιστός, έχε εξουσία πάνω σε δέκα πολιτείες.
18. Κατόπιν ήρθε ο δεύτερος και είπε: Κύριε, η μνα σου κέρδισε πέντε μνες.
19. Είπε και σ' αυτόν: Ανάλαβε κι εσύ τη διακυβέρνηση πέντε πολιτειών.
20. Ήρθε κι ένας άλλος και είπε: Κύριε, ορίστε η μνα σου, που την είχα φυλαγμένη ξεχωριστά σ' ένα μαντίλι,
21. γιατί σε φοβόμουν επειδή είσαι άνθρωπος σκληρός. Παίρνεις εκείνο που δεν τοποθέτησες και θερίζεις εκείνο που δεν έσπειρες.
22. Του λέει τότε ο βασιλιάς: Από τα ίδια σου τα λόγια θα σε κρίνω, δούλε πονηρέ! Ήξερες πως είμαι άνθρωπος σκληρός και παίρνω εκείνο που δεν τοποθέτησα και θερίζω εκείνο που δεν έσπειρα.
23. Γιατί, λοιπόν, δεν κατέθεσες τα χρήματά μου στην τράπεζα, ώστε, σαν γυρίσω να τα εισπράξω με τόκο;
24. Κατόπιν είπε σ' εκείνους που ήταν εκεί: Πάρτε απ' αυτόν τη μνα και δώστε την σ' εκείνον που έχει τις δέκα μνες.
25. Του είπαν τότε εκείνοι: Κύριε, έχει ήδη δέκα μνες!
26. Κι απάντησε: Πραγματικά σας λέω, στον καθένα που έχει, θα δοθεί. Ενώ από εκείνον που δεν έχει, κι εκείνο που του έχει δοθεί, θα αφαιρεθεί απ' αυτόν.
27. Κι όσο για τους εχθρούς μου εκείνους, που δε με θέλησαν για βασιλιά τους, φέρτε τους εδώ και σφάξτε τους μπροστά μου».
28. Κι αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, συνέχισε την πορεία του προπορευόμενος και κατευθυνόμενος προς τα Ιεροσόλυμα.
29. Κι όταν πια πλησίασε στη Βηθφαγή και τη Βηθανία, κοντά στο όρος που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, έστειλε δύο από τους μαθητές του
30. λέγοντας: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και μόλις μπείτε σ' αυτό θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο κανένας δεν κάθισε ποτέ. Λύστε το και φέρτε το.
31. Κι αν κάποιος σας ρωτήσει: Γιατί το λύνετε: Τούτη την απάντηση θα του δώσετε: Ο Κύριος το χρειάζεται».
32. Πήγαν, λοιπόν, οι απεσταλμένοι και το βρήκαν, όπως τους το είπε.
33. Και καθώς το έλυναν το πουλάρι, τους είπαν οι ιδιοκτήτες του: «Γιατί λύνετε το πουλάρι;».
34. Κι εκείνοι απάντησαν: «Το χρειάζεται ο Κύριος».
35. Έτσι λοιπόν το έφεραν στον Ιησού, κι αφού έριξαν πάνω στο πουλάρι τα ρούχα τους, ανέβασαν σ' αυτό τον Ιησού.
36. Έπειτα, καθώς αυτός προχωρούσε, έστρωναν τα ρούχα τους πάνω στο δρόμο.
37. Και την ώρα που πλησίαζε πια στο σημείο που κατηφορίζει από το Όρος των Ελαιών, όλο το πλήθος των μαθητών του άρχισαν χαρούμενοι να δοξολογούν μεγαλόφωνα το Θεό για όλα τα θαύματα που είδαν,
38. με τούτα τα λόγια: «Ευλογημένος ο βασιλιάς που έρχεται στ' όνομα του Κυρίου! Ειρήνη στον ουρανό και δόξα στις ύψιστες δυνάμεις!»
39. Του είπαν τότε μερικοί από τους Φαρισαίους μέσα από το πλήθος: «Δάσκαλε, έλεγξε τους μαθητές σου».
40. Κι αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως αν αυτοί σωπάσουν, οι πέτρες θα φωνάξουν».
41. Και μόλις πλησίασε και είδε την πόλη, έκλαψε γι' αυτήν
42. λέγοντας: «Μακάρι να είχες καταλάβει κι εσύ, και μάλιστα τούτον τον καιρό που διέρχεσαι, τα όσα θα συντελούσαν πραγματικά για την ειρήνη σου! Αλλά τώρα έχουν αποκρυφτεί από τα μάτια σου!
43. Έτσι, θα έρθουν για σένα μέρες που οι εχθροί σου θα κάνουν χαρακώματα γύρω σου και θα σε περικυκλώσουν και θα σε περισφίξουν από παντού.
44. Και θα σε ισοπεδώσουν μαζί με τα παιδιά σου, και δε θα σου αφήσουν πέτρα πάνω σε πέτρα! Κι όλα αυτά επειδή δεν παρατήρησες για να διακρίνεις τον καιρό που σε επισκέφθηκε ο Θεός»!
45. Μπήκε έπειτα στο ναό κι άρχισε να διώχνει εκείνους που πουλούσαν κι αγόραζαν μέσα σ' αυτόν
46. λέγοντας: «Είναι γραμμένο: Ο οίκος μου είναι οίκος προσευχής μα εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών»!
47. Έτσι, καθημερινά δίδασκε στο ναό, ενώ οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι επιδίωκαν να τον εξοντώσουν, όπως επίσης και οι προεστοί του λαού.
48. Δεν έβρισκαν όμως με τι τρόπο να το πετύχουν, γιατί όλος ο λαός προσηλωνόταν ολόψυχα σ' αυτόν καθώς τον άκουγε.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 19 Ancient Greek

1. Καὶ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ·

2. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος,

3. καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν.

4. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι.

5. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι.

6. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων.

7. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι.

8. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν.

9. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν·

10. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

11. Ἀκουόντων δὲ αὐτῶν ταῦτα προσθεὶς εἶπε παραβολήν, διὰ τὸ ἐγγὺς εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι·

12. εἶπεν οὖν· ἄνθρωπός τις εὐγενὴς ἐπορεύθη εἰς χώραν μακρὰν λαβεῖν ἑαυτῷ βασιλείαν καὶ ὑποστρέψαι.

13. καλέσας δὲ δέκα δούλους ἑαυτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δέκα μνᾶς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πραγματεύσασθε ἐν ᾧ ἔρχομαι.

14. οἱ δὲ πολῖται αὐτοῦ ἐμίσουν αὐτόν, καὶ ἀπέστειλαν πρεσβείαν ὀπίσω αὐτοῦ λέγοντες· οὐ θέλομεν τοῦτον βασιλεῦσαι ἐφ' ἡμᾶς.

15. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐπανελθεῖν αὐτὸν λαβόντα τὴν βασιλείαν, καὶ εἶπε φωνηθῆναι αὐτῷ τοὺς δούλους τούτους οἷς ἔδωκε τὸ ἀργύριον, ἵνα ἐπιγνῷ τίς τί διεπραγματεύσατο.

16. παρεγένετο δὲ ὁ πρῶτος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου προσειργάσατο δέκα μνᾶς.

17. καὶ εἶπεν αὐτῷ· εὖ, ἀγαθὲ δοῦλε ὅτι ἐν ἐλαχίστῳ πιστὸς ἐγένου, ἴσθι ἐξουσίαν ἔχων ἐπάνω δέκα πόλεων.

18. καὶ ἦλθεν ὁ δεύτερος λέγων· κύριε, ἡ μνᾶ σου ἐποίησε πέντε μνᾶς.

19. εἶπε δὲ καὶ τούτῳ· καὶ σὺ γίνου ἐπάνω πέντε πόλεων.

20. καὶ ἕτερος ἦλθε λέγων· κύριε, ἰδοὺ ἡ μνᾶ σου, ἣν εἶχον ἀποκειμένην ἐν σουδαρίῳ.

21. ἐφοβούμην γάρ σε, ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρὸς εἶ· αἴρεις ὃ οὐκ ἔθηκας, καὶ θερίζεις ὃ οὐκ ἔσπειρας, καὶ συνάγεις ὅθεν οὐ διεσκόρπισας.

22. λέγει αὐτῷ· ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε, πονηρὲ δοῦλε. ᾔδεις ὅτι ἄνθρωπος αὐστηρός εἰμι ἐγώ, αἴρων ὃ οὐκ ἔθηκα, καὶ θερίζων ὃ οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισα·

23. καὶ διατί οὐκ ἔδωκας τὸ ἀργύριόν μου ἐπὶ τὴν τράπεζαν, καὶ ἐγὼ ἐλθὼν σὺν τόκῳ ἂν ἔπραξα αὐτό;

24. καὶ τοῖς παρεστῶσιν εἶπεν· ἄρατε ἀπ' αὐτοῦ τὴν μνᾶν καὶ δότε τῷ τὰς δέκα μνᾶς ἔχοντι.

25. καὶ εἶπον αὐτῷ· Κύριε, ἔχει δέκα μνᾶς.

26. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι παντὶ τῷ ἔχοντι δοθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.

27. πλὴν τοὺς ἐχθρούς μου ἐκείνους, τοὺς μὴ θελήσαντάς με βασιλεῦσαι ἐπ' αὐτούς, ἀγάγετε ὧδε καὶ κατασφάξατε αὐτοὺς ἔμπροσθέν μου.

28. Καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐπορεύετο ἔμπροσθεν ἀναβαίνων εἰς Ἱεροσόλυμα.

29. καὶ ἐγένετο ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθσφαγῆ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ

30. εἰπών· ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ' ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.

31. καὶ ἐάν τις ὑμᾶς ἐρωτᾷ, διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.

32. ἀπελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, ἐστῶτα τὸν πῶλον·

33. λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· τί λύετε τὸν πῶλον;

34. οἱ δὲ εἶπον ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει.

35. καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐπιρρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐπὶ τὸν πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν Ἰησοῦν.

36. πορευομένου δὲ αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ.

37. ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξατο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων

38. λέγοντες· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις.

39. καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου.

40. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται.

41. καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ' αὐτῇ,

42. λέγων ὅτι εἰ ἔγνως καὶ σύ, καί γε ἐν τῇ ἡμέρᾳ σου ταύτῃ, τὰ πρὸς εἰρήνην σου νῦν δὲ ἐκρύβη ἀπὸ ὀφθαλμῶν σου·

43. ὅτι ἥξουσιν ἡμέραι ἐπὶ σὲ καὶ περιβαλοῦσιν οἱ ἐχθροί σου χάρακά σοι καὶ περικυκλώσουσί σε καὶ συνέξουσί σε πάντοθεν,

44. καὶ ἐδαφιοῦσί σε καὶ τὰ τέκνα σου ἐν σοί, καὶ οὐκ ἀφήσουσιν ἐν σοί λίθον ἐπὶ λίθῳ, ἀνθ' ὧν οὐκ ἔγνως τὸν καιρὸν τῆς ἐπισκοπῆς σου.

45. Καὶ εἰσελθὼν εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας ἐν αὐτῷ καὶ ἀγοράζοντας

46. λέγων αὐτοῖς· γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς ἐστιν· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.

47. Καὶ ἦν διδάσκων τὸ καθ' ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ· οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐζήτουν αὐτὸν ἀπολέσαι καὶ οἱ πρῶτοι τοῦ λαοῦ,

48. καὶ οὐχ εὕρισκον τὸ τί ποιήσωσιν· ὁ λαὸς γὰρ ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων.

 

















































































Luke, Chapter 19 (KJV)

1. And Jesus entered and passed through Jericho.
2. And, behold, there was a man named Zacchaeus, which was the chief among the publicans, and he was rich.
3. And he sought to see Jesus who he was; and could not for the press, because he was little of stature.
4. And he ran before, and climbed up into a sycomore tree to see him: for he was to pass that way .
5. And when Jesus came to the place, he looked up, and saw him, and said unto him, Zacchaeus, make haste, and come down; for to day I must abide at thy house.
6. And he made haste, and came down, and received him joyfully.
7. And when they saw it , they all murmured, saying, That he was gone to be guest with a man that is a sinner.
8. And Zacchaeus stood, and said unto the Lord; Behold, Lord, the half of my goods I give to the poor; and if I have taken any thing from any man by false accusation, I restore him fourfold.
9. And Jesus said unto him, This day is salvation come to this house, forsomuch as he also is a son of Abraham.
10. For the Son of man is come to seek and to save that which was lost.
11. And as they heard these things, he added and spake a parable, because he was nigh to Jerusalem, and because they thought that the kingdom of God should immediately appear.
12. He said therefore, A certain nobleman went into a far country to receive for himself a kingdom, and to return.
13. And he called his ten servants, and delivered them ten pounds, and said unto them, Occupy till I come.
14. But his citizens hated him, and sent a message after him, saying, We will not have this man to reign over us.
15. And it came to pass, that when he was returned, having received the kingdom, then he commanded these servants to be called unto him, to whom he had given the money, that he might know how much every man had gained by trading.
16. Then came the first, saying, Lord, thy pound hath gained ten pounds.
17. And he said unto him, Well, thou good servant: because thou hast been faithful in a very little, have thou authority over ten cities.
18. And the second came, saying, Lord, thy pound hath gained five pounds.
19. And he said likewise to him, Be thou also over five cities.
20. And another came, saying, Lord, behold, here is thy pound, which I have kept laid up in a napkin:
21. For I feared thee, because thou art an austere man: thou takest up that thou layedst not down, and reapest that thou didst not sow.
22. And he saith unto him, Out of thine own mouth will I judge thee, thou wicked servant. Thou knewest that I was an austere man, taking up that I laid not down, and reaping that I did not sow:
23. Wherefore then gavest not thou my money into the bank, that at my coming I might have required mine own with usury?
24. And he said unto them that stood by, Take from him the pound, and give it to him that hath ten pounds.
25. (And they said unto him, Lord, he hath ten pounds.)
26. For I say unto you, That unto every one which hath shall be given; and from him that hath not, even that he hath shall be taken away from him.
27. But those mine enemies, which would not that I should reign over them, bring hither, and slay them  before me.
28. And when he had thus spoken, he went before, ascending up to Jerusalem.
29. And it came to pass, when he was come nigh to Bethphage and Bethany, at the mount called the mount of Olives, he sent two of his disciples,
30. Saying, Go ye into the village over against you ; in the which at your entering ye shall find a colt tied, whereon yet never man sat: loose him, and bring him hither .
31. And if any man ask you, Why do ye loose him ? thus shall ye say unto him, Because the Lord hath need of him.
32. And they that were sent went their way, and found even as he had said unto them.
33. And as they were loosing the colt, the owners thereof said unto them, Why loose ye the colt?
34. And they said, The Lord hath need of him.
35. And they brought him to Jesus: and they cast their garments upon the colt, and they set Jesus thereon.
36. And as he went, they spread their clothes in the way.
37. And when he was come nigh, even now at the descent of the mount of Olives, the whole multitude of the disciples began to rejoice and praise God with a loud voice for all the mighty works that they had seen;
38. Saying, Blessed be the King that cometh in the name of the Lord: peace in heaven, and glory in the highest.
39. And some of the Pharisees from among the multitude said unto him, Master, rebuke thy disciples.
40. And he answered and said unto them, I tell you that, if these should hold their peace, the stones would immediately cry out.
41. And when he was come near, he beheld the city, and wept over it,
42. Saying, If thou hadst known, even thou, at least in this thy day, the things which belong  unto thy peace! but now they are hid from thine eyes.
43. For the days shall come upon thee, that thine enemies shall cast a trench about thee, and compass thee round, and keep thee in on every side,
44. And shall lay thee even with the ground, and thy children within thee; and they shall not leave in thee one stone upon another; because thou knewest not the time of thy visitation.
45. And he went into the temple, and began to cast out them that sold therein, and them that bought;
46. Saying unto them, It is written, My house is the house of prayer: but ye have made it a den of thieves.
47. And he taught daily in the temple. But the chief priests and the scribes and the chief of the people sought to destroy him,
48. And could not find what they might do: for all the people were very attentive to hear him.