Luke, Chapter 20 Modern Greek

01 Και εν μια των ημερών εκείνων, ενώ αυτός εδίδασκε τον λαόν εν τω ιερώ και ευηγγελίζετο, ήλθον εξαίφνης οι αρχιερείς και οι γραμματείς μετα των πρεσβυτέρων
02 και είπον προς αυτόν, λέγοντες, Ειπέ προς ημάς, εν ποία εξουσία πράττεις ταύτα; ή τις είναι όστις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;
03 Αποκριθείς δε είπε προς αυτούς,  Θέλω σας ερωτήσει και εγώ ένα λογον,και είπετέ μοι
04 Το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ήτο ή εξ ανθρώπων;
05 Οι δε εσυλλογίσθησαν καθ'εαυτούς, λέγοντες,  Ότι εαν είπωμεν, Εξ ουρανού, θέλει ειπεί, Δια τι λοιπόν δεν επιστεύσατε εις αυτόν;
06 Εαν δε είπωμεν, Εξ ανθρώπων, πας ο λαός θέλει μας λιθοβολήσει  επειδή είναι πεπεισμένος ότι ο Ιωάννης είναι προφήτης.
07 Και απεκρίθησαν ότι δεν εξεύρουσι πόθεν ήτο.
08 Και ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Ουδέ εγώ σας λέγω εν ποία εξουσία πράττω ταύτα
09  Ήρχισε δε να λέγη προς τον λαόν την παραβολήν ταύτην Άνθρωπός τις εφύτευσεν αμπελώνα, και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς, και απεδήμησε πολύν καιρόν.
10 Και εν τω καιρώ των καρπών απέστειλε προς τους γεωργούς δούλον,δια να δώσωσίν εις αυτόν απο του καρπού του αμπελώνος  οι γεωργοί όμως δείραντες αυτόν εξαπέστειλαν κενόν.
11 Και πάλιν έπεμψεν άλλον δούλον  πλήν αυτοί δείραντες και εκείνον και ατιμάσαντες, εξαπέστειλαν κενόν.
12 Και πάλιν έπεμψε τρίτον  αλλ' εκείνοι και τούτον πληγώσαντες απεδίωξαν.
13 Είπε δε ο κύριος του αμπελώνος,Τι να κάμω;ας πέμψω τον υιόν μου τον αγαπητόν  ίσως ιδόντες τούτον θέλουσιν εντραπή.
14 Πλην ιδόντες αυτόν οι γεωργοί, διελογίζοντο καθ' εαυτούς,λέγοντες, Ούτος είναι ο κληρονόμος  έλθετε, ας φονεύσωμεν αυτόν, δια να γείνη ημών η κληρονομία.
15 Και εκβαλόντες αυτόν έξω του αμπελώνος, εφόνευσαν. Τι λοιπόν θέλει κάμει εις αυτούς ο κύριος του αμπελώνος;
16 Θέλει ελθεί και απολέσει τους γεωργούς τούτους, και θέλει δώσει τον αμπελώνα εις άλλους. Ακούσαντες δε είπον, Μη γένοιτο!
17 Ο δε εμβλέψας εις αυτούς είπε, Τι λοιπόν είναι τούτο το γεγραμμένον,  «Ο λίθος τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας;»
18 Πας όστις πέση επι τον λίθον εκείνον θέλει συντριφθή εις όντινα δε επισέση, θέλει κατασυντρίψει αυτόν.
19 Και εζήτησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς να βάλωσιν επ' αυτόν τας χείρας εν αυτή τη ώρα  πλην εφοβήθησαν τον λαόν  διότι ενόησαν ότι προς αυτούς είπε την παραβολήν ταύτην.
20 Και παραφυλάξαντες απέστειλαν ανεδρευτάς, υποκρινομένους ότι είναι δίκαιοι, επι σκοπώ να πιάσωσιν αυτόν απο λόγου, δια να παραδώσωσιν αυτόν εις την αρχήν και εις την εξουσίαν του ηγεμόνος.
21 Και ηρώτησαν αυτόν, λέγοντες, Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι ορθώς ομιλείς και διδάσκεις, και δεν βλέπεις εις πρόσωπον, αλλ' επ'αληθείας την οδόν του Θεού διδάσκεις.
22 Είναι συγκεχωρημένον εις ημας να δώσωμεν φόρον εις τον Καίσαρα, ή ουχί;
23 Εννοήσας δε την πανουργίαν αυτών είπε προς αυτούς, Τι με πειράζετε;
24 δείξατέ μοι δηνάριον  τίνος εικόνα έχει και επιγραφήν; Και αποκριθέντες είπον, Του Καίσαρος.
25 Ο δε είπε προς αυτούς, Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.
26 Και δεν ηδυνήθησαν να πιάσωσιν αυτόν απο λόγου έμπροσθεν του λαού  και θαυμάσαντες δια την απόκρισιν αυτού, εσιώπησαν.
27 Προσελθόντες δε τινες των Σαδδουκαίων, οίτινες αρνούνται οτι είναι ανάστασις, ηρώτησαν αυτόν,
28 λέγοντες, Διδάσκαλε, ο Μωύσής μας έγραψεν, Εαν τινος ο αδελφός αποθάνη έχων γυναίκα, και ούτος αποθάνη άτεκνος, να λάβη ο αδελφός αυτού την γυναίκα, και να εξαναστήση σπέρμα εις τον αδελφόν αυτού.
29  Ήσαν λοιπόν επτά αδελφοί  και ο πρώτος λαβών γυναίκα, απέθανεν άτεκνος.
30 Και έλαβεν ο δεύτερος την γγυναίκα, και ούτος απέθανεν άτεκνος.
31 Και ο τρίτος έλαβεν αυτήν  ωσαύτως δε και οι επτά  και δεν αφήκαν τέκνα, και απέθανον.
32  Ύστερον δε πάντων απέθανε και η γυνή.
33 Εν τη αναστάσει λοιπόν, τίνος αυτών γίνεται γυνή; διότι και οι επτά έλαβον αυτήν γυναίκα.
34 Και ο Ιησούς αποκριθείς είπε προς αυτούς, Οι υιοί του αιώνος τούτου νυμφεύουσι και νυμφεύονται
35 οι δε καταξιωθέντες να απολαύσωσιν εκείνον τον αιώνα και την εκ νεκρών ανάστασιν, ούτε νυμφεύουσιν, ούτε νυμφεύονται
36 διότι ούτε να αποθάνωσι πλέον δύνανται  επειδή  είναι ισάγγελοι  και είναι υιοί του Θεού, όντες υιοί της αναστάσεως.
37 Ότι δε εγείρονται οι νεκροί, και ο Μωύσής εφανέρωσεν επι της βάτου, ότε λέγει Κύριον τον Θεόν του Αβραάμ και τον Θεόν του Ισαάκ και τον Θεόν του Ιακώβ.
38 Ο δε Θεός δεν είναι νεκρών, αλλά ζώντων  διοτι πάντες ζώσιν εν αυτώ.
39 Αποκριθέντες δε τινες των γραμματέων είπον, Διδάσκαλε, καλώς είπας.
40 Και δεν ετόλμων πλέον να ερωτώσιν αυτόν ουδέν.
41 Είπε δε προς αυτούς, Πως λέγουσι τον Χριστόν, ότι είναι υιός του Δαβίδ;
42 Και αυτός ο Δαβίδ λέγει εν τη βίβλω των ψαλμών, « Είπεν ο Κύριος προς τον Κύριον μου, Κάθου εκ δεξιών μου,
43 εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.»
44 Ο Δαβίδ λοιπόν ονομάζει αυτόν Κύριον  και πως είναι υιός αυτού;
45 Και ενω ήκουε πας ο λαός, είπε προς τους μαθητάς αυτού,
46 Προσέχετε απο των γραμματέων, οίτινες θέλουσι να περιπατώσιν εστολισμένοι,και αγαπώσιν ασπασμούς εν ταις αγοραίς, και πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς, και τους πρώτους τόπους εν τοις δείπνοις.
47 Οίτινες κατατρώγουσι τας οικίας των χηρών,και τούτο επι προφάσει ότι κάμνουσι μακράς προσευχάς. Ούτοι θέλουσι λάβει μεγαλητέραν καταδίκην.















































































Luke, Chapter 20 Demotic Greek

1. Μια από τις μέρες εκείνες πάλι, την ώρα που αυτός δίδασκε το λαό μέσα στο ναό και τους έφερνε το χαρμόσυνο μήνυμα, πλησίασαν ξαφνικά οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι μαζί με τους πρεσβυτέρους
2. και του είπαν: «Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά ή ποιος είναι αυτός που σου έδωσε την εξουσία αυτή;».
3. Κι αποκρινόμενος εκείνος τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ κάτι και απαντήστε μου:
4. Το βάφτισμα του Ιωάννη ουράνια προέλευση είχε ή ανθρώπινη;».
5. Εκείνοι, τότε, άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και να λένε: «Αν πούμε: Ουράνια, θα μας πει: Τότε γιατί δεν πιστέψατε σ' αυτόν;
6. Αν, πάλι, πούμε: Ανθρώπινη, ο λαός θα μας λιθοβολήσει, γιατί με απόλυτη βεβαιότητα θεωρεί προφήτη τον Ιωάννη».
7. Απάντησαν λοιπόν πως δεν ξέρουν ποια ήταν η προέλευσή του.
8. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Ούτε κι εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά».
9. Έπειτα άρχισε να λέει στο λαό την παραβολή τούτη: «Ένας άνθρωπος φύτεψε ένα αμπέλι, το ανέθεσε στη φροντίδα γεωργών και έφυγε σε άλλον τόπο για κάμποσα χρόνια.
10. Κι όταν έφτασε ο καιρός, έστειλε στους γεωργούς ένα δούλο, για να του δώσουν από τον καρπό του αμπελιού. Μα οι γεωργοί τον έδειραν και τον έδιωξαν με άδεια χέρια.
11. Τους ξανάστειλε τότε άλλον δούλο, αλλά εκείνοι, αφού τον έδειραν και τον εξευτέλισαν κι αυτόν, τον έδιωξαν με άδεια χέρια.
12. Ύστερα ξανάστειλε έναν τρίτο. Εκείνοι όμως, αφού τον τραυμάτισαν κι αυτόν, τον πέταξαν έξω.
13. Τότε ο ιδιοκτήτης του αμπελιού είπε: Τι θα κάνω τώρα; Θα στείλω τον αγαπημένο μου γιο. Ίσως, όταν δουν αυτόν, να ντραπούν.
14. Αλλ' όταν τον είδαν οι γεωργοί, άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους και να λένε: Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε, για να γίνει δική μας η κληρονομιά!
15. Έτσι, αφού τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι, τον σκότωσαν. Τι θα τους κάνει λοιπόν αυτούς ο ιδιοκτήτης του αμπελιού;
16. Θα έρθει και θα αφανίσει τους γεωργούς αυτούς, και το αμπέλι θα το δώσει σε άλλους». Όταν το άκουσαν, είπαν: «Ο Θεός να φυλάξει από κάτι τέτοιο!».
17. Κι εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω τους και τους είπε: «Τότε τι σημαίνει τούτη η περικοπή της Γραφής που λέει: Η πέτρα που περιφρόνησαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι;
18. Όποιος πέσει πάνω σ' εκείνη την πέτρα θα συντριφτεί. Και σ' όποιον επάνω εκείνη πέσει, θα τον διαλύσει».
19. Τότε οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι αναζήτησαν κάποιον τρόπο να τον συλλάβουν εκείνη ακριβώς την ώρα, επειδή κατάλαβαν ότι γι' αυτούς την είπε την παραβολή αυτή, αλλά φοβήθηκαν το λαό.
20. Έτσι, αφού τον παρακολούθησαν, έστειλαν βαλτούς ανθρώπους που παράσταιναν τους δίκαιους, με σκοπό να του αποσπάσουν κάποιο ενοχοποιητικό λόγο και να τον καταδώσουν στα αρμόδια όργανα και στην εξουσία του Ρωμαίου Διοικητή.
21. Του υπέβαλαν λοιπόν το ερώτημα: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι μιλάς και διδάσκεις ορθά κι ότι δεν επηρεάζεσαι από πρόσωπα, αλλά διδάσκεις στ' αλήθεια το θέλημα του Θεού.
22. Πες μας λοιπόν: επιτρέπεται να πληρώνουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι;».
23. Την κατάλαβε όμως την πονηριά τους και τους είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παραπλανήσετε;
24. Δείξτε μου ένα δηνάριο. Τίνος την προσωπογραφία και την επιγραφή έχει;». Αποκρίθηκαν: «Του Καίσαρα».
25. Κι εκείνος τους είπε: «Δώστε λοιπόν στον Καίσαρα όσα ανήκουν στον Καίσαρα, και στο Θεό όσα ανήκουν στο Θεό».
26. Κι έτσι, δεν κατόρθωσαν να του αποσπάσουν κάποιο λόγο που θα τον ενοχοποιούσε μπροστά στο λαό, και κατάπληκτοι από την απάντησή του έμειναν άφωνοι!
27. Τον πλησίασαν επίσης και μερικοί από τους Σαδδουκαίους - αυτοί που ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει ανάσταση -
28. και τον ρώτησαν: «Δάσκαλε, ο Μωυσής μας έγραψε την εντολή: Αν ο αδελφός κάποιου έχει γυναίκα και πεθάνει άτεκνος, τη γυναίκα του να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους στον αδελφό του.
29. Υπήρχαν, λοιπόν, εφτά αδέλφια. Ο πρώτος παντρεύτηκε και πέθανε άτεκνος.
30. Έτσι, τη γυναίκα του την παντρεύτηκε ο δεύτερος, αλλά κι αυτός πέθανε άτεκνος.
31. Την παντρεύτηκε κι ο τρίτος, ώσπου τελικά με τον ίδιο τρόπο την παντρεύτηκαν και οι εφτά χωρίς να κάνουν παιδιά.
32. Ύστερα από το θάνατο όλων πέθανε και η γυναίκα.
33. Στην ανάσταση, λοιπόν, τίνος απ' αυτούς θα είναι γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν γυναίκα».
34. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Σε τούτη τη ζωή οι άντρες και οι γυναίκες παντρεύονται.
35. Εκείνοι όμως που καταξιώθηκαν ν' απολαύσουν εκείνη τη ζωή και ν' αναστηθούν από τους νεκρούς, δεν παντρεύονται είτε για άντρες πρόκειται είτε για γυναίκες.
36. Κι ούτε υπάρχει βέβαια πια η δυνατότητα να πεθάνουν, γιατί είναι όμοιοι με τους αγγέλους και είναι γιοι του Θεού, αφού είναι άνθρωποι που έχουν αναστηθεί.
37. Κι όσο για το γεγονός, ότι οι νεκροί ανασταίνονται, το αποκάλυψε και ο Μωυσής στο περιστατικό της βάτου, καθώς λέει για τον Κύριο πως είναι: Ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ.
38. Και βέβαια, ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών, γιατί για το Θεό, ζουν όλοι».
39. Αποκρίθηκαν τότε μερικοί από τους νομοδιδασκάλους και είπαν: «Δάσκαλε, καλά τα είπες».
40. Ύστερα απ' αυτό λοιπόν δεν τολμούσαν να του υποβάλουν καμιά ερώτηση.
41. Τους είπε ακόμα ο Ιησούς: «Πώς λένε για το Χριστό ότι είναι γιος του Δαβίδ,
42. ενώ ο ίδιος ο Δαβίδ λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: Να κάθεσαι στα δεξιά μου,
43. ώσπου να υποτάξω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου;
44. Επομένως, ο Δαβίδ τον ονομάζει Κύριο. Πώς λοιπόν, είναι γιος του;».
45. Είπε κατόπιν στους μαθητές του ενώ ταυτόχρονα τον άκουγε όλος ο λαός:
46. «Να φυλάγεστε από τους νομοδιδασκάλους, που θέλουν να περιφέρονται με επιδεικτικές στολές και τους αρέσουν οι υποκλίσεις στους δημόσιους χώρους και τα πρωτεία στις συναγωγές και οι θέσεις των επισήμων στα δείπνα.
47. Αυτοί, που κατατρώνε τα σπίτια των χηρών και για τα μάτια του κόσμου κάνουν μεγάλες προσευχές! Αυτοί θα επισύρουν βαρύτερη καταδίκη πάνω τους».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 20 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων διδάσκοντος αὐτοῦ τὸν λαὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς σὺν τοῖς πρεσβυτέροις

2. καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην;

3. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον, καὶ εἴπατέ μοι·

4. τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων;

5. οἱ δὲ συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ, διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;

6. ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ λαὸς καταλιθάσει ἡμᾶς· πεπεισμένος γάρ ἐστιν Ἰωάννην προφήτην εἶναι.

7. καὶ ἀπεκρίθησαν μὴ εἰδέναι πόθεν.

8. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

9. Ἤρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγειν τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε χρόνους ἱκανούς.

10. καὶ ἐν καιρῷ ἀπέστειλε πρὸς τοὺς γεωργοὺς δοῦλον ἵνα ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος δώσουσιν αὐτῷ· οἱ δὲ γεωργοὶ δείραντες αὐτὸν ἐξαπέστειλαν κενόν.

11. καὶ προσέθετο αὐτοῖς πέμψαι ἕτερον δοῦλον. οἱ δὲ κἀκεῖνον δείραντες καὶ ἀτιμάσαντες ἐξαπέστειλαν κενόν.

12. καὶ προσέθετο πέμψαι τρίτον. οἱ δὲ καὶ τοῦτον τραυματίσαντες ἐξέβαλον.

13. εἶπε δὲ ὁ Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος· τί ποιήσω; πέμψω τὸν υἱόν μου τὸν ἀγαπητόν· ἴσως τοῦτον ἰδόντες ἐντραπήσονται.

14. ἰδόντες δὲ αὐτὸν οἱ γεωργοὶ διελογίζοντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, ἵνα ἡμῶν γένηται ἡ κληρονομία.

15. καὶ ἐκβαλόντες αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος ἀπέκτειναν. τί οὖν ποιήσει αὐτοῖς ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος;

16. ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους, καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις. ἀκούσαντες δὲ εἶπον· μὴ γένοιτο.

17. ὁ δὲ ἐμβλέψας αὐτοῖς εἶπε· τί οὖν ἐστι τὸ γεγραμμένον τοῦτο, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας;

18. πᾶς ὁ πεσὼν ἐπ' ἐκεῖνον τὸν λίθον συνθλασθήσεται· ἐφ' ὃν δ' ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν.

19. Καὶ ἐζήτησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς ἐπιβαλεῖν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἐφοβήθησαν τὸν λαόν· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὰς παραβολὰς ἔλεγε.

20. Καὶ παρατηρήσαντες ἀπέστειλαν ἐγκαθέτους, ὑποκρινομένους ἑαυτοὺς δικαίους εἶναι, ἵνα ἐπιλάβωνται αὐτοῦ λόγου εἰς τὸ παραδοῦναι αὐτὸν τῇ ἀρχῇ καὶ τῇ ἐξουσίᾳ τοῦ ἡγεμόνος.

21. καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ὀρθῶς λέγεις καὶ διδάσκεις, καὶ οὐ λαμβάνεις πρόσωπον, ἀλλ' ἐπ' ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ διδάσκεις·

22. ἔξεστιν ἡμῖν Καίσαρι φόρον δοῦναι ἢ οὔ;

23. κατανοήσας δὲ αὐτῶν τὴν πανουργίαν εἶπε πρὸς αὐτούς· τί με πειράζετε;

24. δείξατέ μοι δηνάριον· τίνος ἔχει εἰκόνα καὶ ἐπιγραφήν; ἀποκριθέντες δὲ εἶπον· Καίσαρος.

25. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τοίνυν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ.

26. καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἐπιλαβέσθαι αὐτοῦ ῥήματος ἐναντίον τοῦ λαοῦ, καὶ θαυμάσαντες ἐπὶ τῇ ἀποκρίσει αὐτοῦ ἐσίγησαν.

27. Προσελθόντες δέ τινες τῶν Σαδδουκαίων, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, ἐπηρώτησαν αὐτὸν

28. λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν, ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ ἔχων γυναῖκα, καὶ οὗτος ἄτεκνος ἀποθάνῃ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.

29. ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν· καὶ ὁ πρῶτος λαβὼν γυναῖκα ἀπέθανεν ἄτεκνος·

30. καὶ ἔλαβεν ὁ δεύτερος τὴν γυναῖκα, καὶ οὗτος ἀπέθανεν ἄτεκνος·

31. καὶ ὁ τρίτος ἔλαβεν αὐτὴν ὡσαύτως· ὡσαύτως δὲ καὶ οἱ ἑπτὰ οὐ κατέλιπον τέκνα, καὶ ἀπέθανον·

32. ὕστερον δὲ πάντων καὶ ἡ γυνὴ ἀπέθανεν.

33. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος αὐτῶν γίνεται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα.

34. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου γαμοῦσι καὶ ἐκγαμίζονται·

35. οἱ δὲ καταξιωθέντες τοῦ αἰῶνος ἐκείνου τυχεῖν καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς ἐκ νεκρῶν οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται·

36. οὔτε γὰρ ἀποθανεῖν ἔτι δύνανται· ἰσάγγελοι γάρ εἰσι καὶ υἱοί εἰσι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀναστάσεως υἱοὶ ὄντες.

37. ὅτι δὲ ἐγείρονται οἱ νεκροί, καὶ Μωϋσῆς ἐμήνυσεν ἐπὶ τῆς βάτου, ὡς λέγει Κύριον τὸν Θεὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Θεὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Θεὸν Ἰακώβ.

38. Θεὸς δὲ οὐκ ἔστι νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· πάντες γὰρ αὐτῷ ζῶσιν.

39. ἀποκριθέντες δέ τινες τῶν γραμματέων εἶπον· διδάσκαλε, καλῶς εἶπας.

40. οὐκέτι δὲ ἐτόλμων ἐπερωτᾶν αὐτὸν οὐδέν.

41. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· πῶς λέγουσι τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυῒδ εἶναι;

42. καὶ αὐτὸς Δαυῒδ λέγει ἐν βίβλῳ τῶν ψαλμῶν· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου

43. ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.

44. Δαυῒδ οὖν αὐτὸν Κύριον καλεῖ· καὶ πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν;

45. Ἀκούοντος δὲ παντὸς τοῦ λαοῦ εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ·

46. προσέχετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων περιπατεῖν ἐν στολαῖς καὶ φιλούντων ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις,

47. οἳ κατεσθίουσι τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσεύχονται· οὗτοι λήψονται περισσότερον κρῖμα.

 












































































Luke, Chapter 20 (KJV)

1. And it came to pass, that on one of those days, as he taught the people in the temple, and preached the gospel, the chief priests and the scribes came upon him with the elders,
2. And spake unto him, saying, Tell us, by what authority doest thou these things? or who is he that gave thee this authority?
3. And he answered and said unto them, I will also ask you one thing; and answer me:
4. The baptism of John, was it from heaven, or of men?
5. And they reasoned with themselves, saying, If we shall say, From heaven; he will say, Why then believed ye him not?
6. But and if we say, Of men; all the people will stone us: for they be persuaded that John was a prophet.
7. And they answered, that they could not tell whence it was .
8. And Jesus said unto them, Neither tell I you by what authority I do these things.
9. Then began he to speak to the people this parable; A certain man planted a vineyard, and let it forth to husbandmen, and went into a far country for a long time.
10. And at the season he sent a servant to the husbandmen, that they should give him of the fruit of the vineyard: but the husbandmen beat him, and sent him away empty.
11. And again he sent another servant: and they beat him also, and entreated him shamefully, and sent him away empty.
12. And again he sent a third: and they wounded him also, and cast him out.
13. Then said the lord of the vineyard, What shall I do? I will send my beloved son: it may be they will reverence him when they see him.
14. But when the husbandmen saw him, they reasoned among themselves, saying, This is the heir: come, let us kill him, that the inheritance may be ours.
15. So they cast him out of the vineyard, and killed him . What therefore shall the lord of the vineyard do unto them?
16. He shall come and destroy these husbandmen, and shall give the vineyard to others. And when they heard it , they said, God forbid.
17. And he beheld them, and said, What is this then that is written, The stone which the builders rejected, the same is become the head of the corner?
18. Whosoever shall fall upon that stone shall be broken; but on whomsoever it shall fall, it will grind him to powder.
19. And the chief priests and the scribes the same hour sought to lay hands on him; and they feared the people: for they perceived that he had spoken this parable against them.
20. And they watched him , and sent forth spies, which should feign themselves just men, that they might take hold of his words, that so they might deliver him unto the power and authority of the governor.
21. And they asked him, saying, Master, we know that thou sayest and teachest rightly, neither acceptest thou the person of any , but teachest the way of God truly:
22. Is it lawful for us to give tribute unto Caesar, or no?
23. But he perceived their craftiness, and said unto them, Why tempt ye me?
24. Shew me a penny. Whose image and superscription hath it? They answered and said, Caesar's.
25. And he said unto them, Render therefore unto Caesar the things which be Caesar's, and unto God the things which be God's.
26. And they could not take hold of his words before the people: and they marvelled at his answer, and held their peace.
27. Then came to him certain of the Sadducees, which deny that there is any resurrection; and they asked him,
28. Saying, Master, Moses wrote unto us, If any man's brother die, having a wife, and he die without children, that his brother should take his wife, and raise up seed unto his brother.
29. There were therefore seven brethren: and the first took a wife, and died without children.
30. And the second took her to wife, and he died childless.
31. And the third took her; and in like manner the seven also: and they left no children, and died.
32.  Last of all the woman died also.
33. Therefore in the resurrection whose wife of them is she? for seven had her to wife.
34. And Jesus answering said unto them, The children of this world marry, and are given in marriage:
35. But they which shall be accounted worthy to obtain that world, and the resurrection from the dead, neither marry, nor are given in marriage:
36. Neither can they die any more: for they are equal unto the angels; and are the children of God, being the children of the resurrection.
37. Now that the dead are raised, even Moses shewed at the bush, when he calleth the Lord the God of Abraham, and the God of Isaac, and the God of Jacob.
38. For he is not a God of the dead, but of the living: for all live unto him.
39. Then certain of the scribes answering said, Master, thou hast well said.
40. And after that they durst not ask him any question at all .
41. And he said unto them, How say they that Christ is David's son?
42. And David himself saith in the book of Psalms, The LORD said unto my Lord, Sit thou on my right hand,
43. Till I make thine enemies thy footstool.
44. David therefore calleth him Lord, how is he then his son?
45. Then in the audience of all the people he said unto his disciples,
46. Beware of the scribes, which desire to walk in long robes, and love greetings in the markets, and the highest seats in the synagogues, and the chief rooms at feasts;
47. Which devour widows' houses, and for a shew make long prayers: the same shall receive greater damnation.