Luke, Chapter 4 Modern Greek

01 Ο ΔΕ Ιησούς πλήρης Πνεύματος Αγίου υπέστρεψεν από τον Ιορδάνην  και εφέρετο διά του Πνεύματος εις την έρημον,
02 πειραζόμενος υπό του διβόλου ημέρας τεσσαράκοντα  και δεν έφαγεν ουδέν τας ημέρας εκείνας  αφού δε αύται ετελείωσαν, ύστερον επείνασε.
03 Και είπε προς αυτόν ο διάβολος, Εάν ήσαι Υιός του Θεού, ειπέ προς τον λίθον τούτον να γείνη άρτος.
04 Και απεκρίθη ο Ιησούς προς αυτόν, λέγων, Είναι γεγραμμένον,  « Ότι με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον Θεού.»
05 Και αναβιβάσας αυτόν ο διάβολος εις όρος υψηλόν έδειξεν εις αυτόν πάντα τα βασίλεια της οικουμένης εν μιά στιγμή χρόνου
06 και είπε προς αυτόν ο διάβολος, Εις σε θέλω δώσει άπασαν την εξουσίαν ταύτην και την δόξαν αυτών  διότι εις εμέ είναι παραδεδομένη, και εις όντινα θέλω, δίδω αυτήν
07 συ λοιπόν εάν προσκυνήσης ενώπιόν μου, σού θέλουσιν είσθαι πάντα.
08 Και αποκριθείς προς αυτόν είπεν ο Ιησούς,  Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά  διότι είναι γεγραμμένον, " Θέλεις προσκυνήσει Κύριον τον Θεόν σου, και αυτόν μόνον θέλεις λατρεύσει"
09 Και έφερεν αυτόν εις Ιερουσαλήμ, και έστησεν αυτόν επί το πτερύγιον του ιερού και είπε προς αυτόν, Εάν ήσαι ο Υιός του Θεού, ρίψον σεαυτόν εντεύθεν κάτω
10 διότι είναι γεγραμμένον,  «Ότι εις τους αγγέλους αυτού θέλει προστάξει περί σου, διά να σε διαφυλάξωσι»
11 και  «Ότι θέλουσι σε σηκόνει επί των χειρών αυτών, διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδασου.»
12 Και αποκριθείς είπε προς αυτόν ο Ιησούς,  Ότι είναι ειρημένον, « Δεν θέλεις πειράσει Κύριον τον Θεόν σου.»
13 Και αφού ετελείωσε πάντα πειρασμόν ο διάβολος, απεμακρύνθη απ' αυτού μέχρι καιρού.
14 ΚΑΙ ο Ιησούς υπέστρεψεν εν τη δυνάμει του Πνεύματος εις την Γαλιλαίαν  και εξήλθε φήμη περί αυτού καθ' όλην την περίχωρον.
15 Και αυτός εδίδασκεν εν ταις συναγωγαίς αυτών, δοξαζόμενος υπό πάντων.
16 Και ήλθεν εις την Ναζαρέτ, όπου ήτο ανατεθραμμένος  και εισήλθε κατά την συνήθειαν αυτού εις την συναγωγήν εν τη ημέρα τού σαββάτου, και εσηκώθη να αναγνώση.
17 Και εδόθη εις αυτόν το βιβλίον Ησαϊου του προφήτου  και ανοίξας το βιβλίον εύρε τον τόπον, όπου ήτο γεγραμμένον,
18 "Πνεύμα Κυρίου είναι επ' εμέ  διά τούτο με έχρισε  με απέστειλε διά να ιατρεύσω τους συντετριμένους την καρδίαν, να κηρύξω προς τους αιχμαλώτους ελευθερίαν, και προς τους τυφλούς ανάβλεψιν, να αποστείλω τους συντεθλασμένους εν ελευθερίαν,
19 διά να κηρύξω ευπρόσδεκτον Κυρίου ενιαυτόν."
20 Και κλείσας το βιβλίον, απέδωκεν εις τον υπηρέτην, και εκάθισε  πάντων δε οι οφθαλμοί των εν τη συναγωγή ήσαν ατενίζοντες εις αυτόν.
21 Και ήρχισε να λέγη προς αυτούς, Ότι σήμερον επληρώθη η γραφή αύτη εις τα ώτα υμών.
22 Και πάντες εμαρτύρουν εις αυτόν, και εθαύμαζον διά τους λόγους της χάριτος τους εξερχομένους εκ του στόματος αυτού, και έλεγον, Δεν είναι ούτος ο υιός τού Ιωσήφ;
23 Και είπε προς αυτούς, Βεβαίως θέλετε με ειπεί την παραβολήν ταύτην, Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν  όσα ηκούσαμεν ότι έγειναν εν τη Καπερναούμ, κάμε και εδώ εν τη πατρίδι σου.
24 Είπε δε, Αληθώς σας λέγω, ότι ουδείς προφήτης είναι δεκτός εν τη πατρίδι αυτού.
25 Και επ' αληθείας σας λέγω, Πολλαί χήραι ήσαν εν τω Ισραήλ επί των ημερών Ηλίου, ότε εκλείσθη ο ουρανός επί έτη τρία και μήνας, εξ, καθ' όν καιρόν έγεινε πείνα μεγάλη εφ' όλην την γην
26 και προς ουδεμίαν αυτών επέμθη ο Ηλίας, ειμή εις Σάρεπτα της Σινδώνος προς γυναίκα χήραν.
27 Και πολλοί λεπροί ήσαν επί Ελισσαίου του προφήτου εν τω Ισραήλ  και ουδείς αυτών εκαθαρίσθη, ειμή Νεεμάν ο Σύρος.
28 Και επλήσθησαν πάντες θυμού εν τη συναγωγή, ακούοντες ταύτα.
29 Και σηκωθέντες εξέβαλον αυτόν έξω της πόλεως  και έφεραν αυτόν έως της οφρύος του όρους, επί του οποίου η πόλις αυτών ήτο ωκοδομημένη, διά να κατακρημνίσωσιν αυτόν.
30 Αυτός όμως περάσας διά μέσου αυτών, επορεύετο.
31 Και κατέβη εις Καπερναούμ, πόλιν της Γαλιλαίας  και εδίδασκεν αυτούς εν τοις σάββασι.
32 Και εξεπλήττοντο διά την διδαχήν αυτού  διότι ο λόγος αυτού ήτο μετά εξουσίας
33 Και εν τη συναγωγή ήτο άνθρωπος έχων πνεύμα δαιμονίου ακαθάρτου, και ανέκραξε μετά φωνής μεγάλης,
34 λέγων, Φεύ ! τι είναι μεταξύ ημών και σού, Ιησού Ναζαρηνέ; ήλθες να απολέσης ημάς; σε γνωρίζω τις είσαι  ο Άγιος του Θεού.
35 Και επετίμησεν αυτό ο Ιησούς, λέγων,  Σιώπα, και έξελθε εξ αυτού.  Και το δαιμόνιον έρριψεν αυτόν εις το μέσον και εξήλθεν απ' αυτού, χωρίς να βλάψη αυτόν παντελώς.
36 Και εξεπλάγησαν πάντες, και συνελάλουν προς αλλήλους, λέγοντες, Τις είναι ο λόγος ούτος, ότι μετά εξουσίας και δυνάμεως προστάζει τα ακάθαρτα πνεύματα, και εξέρχονται;
37 Και διεδίδετο φήμη περί αυτού εις πάντα τόπον της περιχώρου.
38 Σηκωθείς δε εκ της συναγωγής, εισήλθεν εις την οικίαν του Σίμωνος  η πενθερά δε του Σίμωνος εκρατείτο υπό πυρετού μεγάλου  και παρεκάλεσαν αυτόν περί αυτής.
39 Και σταθείς επάνω αυτής, επετίμησε τον πυρετόν,  και αφήκεν αυτήν  και παρευθείς συκωθείσα υπηρέτει αυτούς.
40 Ενώ δε έδυεν ο ήλιος πάντες όσοι είχον ασθενούντας υπό διαφόρων νόσων, έφεραν αυτούς προς αυτόν  εκείνος δε επιθέσας τας χείρας εις ένα έκαστον αυτών, εθεράπευσεν αυτούς.
41 Εξήρχοντο δε και δαιμόνια από πολλών, κράζοντα και λέγοντα,  Ότι συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού. Και επιτιμών αυτά δεν άφινε να λαλώσιν,  επειδή εγνώριζον αυτόν ότι είναι ο Χριστός.
42 Και ότε έγεινεν ημέρα, εξελθών υπήγεν εις έρημον τόπον και οι όχλοι εζήτουν αυτόν. και ήλθον έως αυτού  και εκράτουν αυτόν, διά να μη αναχωρήση απ' αυτών.
43 Ο δε είπε προς αυτούς, Ότι και εις τας άλλας πόλεις πρέπει να ευαγγελίσω την βασιλείαν του Θεού  επειδή εις τούτο είμαι απεσταλμένος.
44 Και εκήρυττεν εν ται συναγωγαίς της Γαλιλαίας.















































































Luke, Chapter 4 Demotic Greek

1. Ο Ιησούς λοιπόν, γεμάτος με το Άγιο Πνεύμα επέστρεψε από τον Ιορδάνη και καθοδηγούνταν από το Άγιο Πνεύμα στην έρημο
2. για σαράντα μέρες, όπου και υποβαλλόταν σε πειρασμούς από το διάβολο. Στο μεταξύ δεν έφαγε τίποτε τις μέρες εκείνες, κι όταν πια αυτές συμπληρώθηκαν, πείνασε.
3. Τότε ο διάβολος του είπε: «Αν είσαι Γιος του Θεού, πρόσταξε σ' αυτήν εδώ την πέτρα να γίνει ψωμί».
4. Μα ο Ιησούς του απάντησε: «Έχει γραφτεί πως: Ο άνθρωπος δε θα ζει μονάχα για το ψωμί, αλλά θα ζει για να εφαρμόζει κάθε λόγο του Θεού».
5. Κατόπιν ο διάβολος, αφού τον ανέβασε σ' ένα ψηλό βουνό, του έδειξε σε κλάσματα δευτερολέπτου όλα τα βασίλεια της οικουμένης,
6. και του είπε ο διάβολος: «Σε σένα θα δώσω όλη αυτή την εξουσία και τη δόξα τους, γιατί σε μένα έχει παραδοθεί και τη δίνω σε όποιον θέλω.
7. Εσύ, λοιπόν, αν υποκλιθείς μπροστά μου, όλη αυτή η εξουσία δική σου θα γίνει».
8. Του αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Φύγε από μπρος μου Σατανά, γιατί είναι γραμμένο: Τον Κύριο, το Θεό σου θα προσκυνήσεις και μονάχα αυτόν θα λατρέψεις».
9. Κατόπιν τον πήγε στην Ιερουσαλήμ και τον έστησε στην άκρη της κορφής του ναού και του είπε: «Αν είσαι Γιος του Θεού πέσε απ' εδώ κάτω,
10. γιατί είναι γραμμένο πως: Τους αγγέλους του θα προστάξει για σένα, ώστε να σε προφυλάξουν
11. Κι επίσης: Στα χέρια θα σε σηκώσουν για να μην χτυπήσεις σε πέτρα το πόδι σου».
12. Κι ο Ιησούς αποκρίθηκε και του είπε: «Έχει λεχτεί: Δε θα πειράξεις τον Κύριο το Θεό σου».
13. Έτσι, ο διάβολος αφού πια τέλειωσε κάθε είδους πειρασμό, απομακρύνθηκε απ' αυτόν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.
14. Τότε ο Ιησούς επέστρεψε στη Γαλιλαία εφοδιασμένος με τη δύναμη του Πνεύματος και η φήμη του απλώθηκε σε όλα τα περίχωρα.
15. Αυτός λοιπόν δίδασκε στις συναγωγές τους και δοξαζόταν απ' όλους.
16. Ήρθε επίσης στη Ναζαρέτ, όπου είχε ανατραφεί, και το Σάββατο μπήκε, κατά τη συνήθειά του, στη συναγωγή. Κατόπιν σηκώθηκε να διαβάσει.
17. Του έδωσαν τότε το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, κι αυτός, αφού ξετύλιξε το βιβλίο, βρήκε το σημείο όπου ήταν γραμμένη τούτη η προφητεία:
18. «Το Πνεύμα του Κυρίου είναι επάνω μου, γι' αυτό και με έχρισε. Με έστειλε με σκοπό σε φτωχούς να αναγγείλω μήνυμα χαράς, να γιατρέψω εκείνους που έχουν συντριμμένη την καρδιά, σε αιχμαλώτους να κηρύξω την απελευθέρωση και σε τυφλούς την ανάκτηση της όρασης. Συγχωρημένους ν' αποστείλω τους καταβλημένους.
19. Ν' αναγγείλω μια δεκτή από τον Κύριο χρονική περίοδο συγχώρησης».
20. Κατόπιν, αφού τύλιξε το βιβλίο, το έδωσε στον υπηρέτη και κάθισε ενώ τα μάτια όλων στη συναγωγή ήταν καρφωμένα πάνω του.
21. Άρχισε τότε να τους λέει: «Σήμερα έχει εκπληρωθεί η προφητεία αυτή για σας που την ακούσατε».
22. Κι όλοι συμφωνούσαν μαζί του και θαύμαζαν για τα λόγια, τα γεμάτα χάρη, που έβγαιναν από το στόμα του, κι έλεγαν: «Δεν είναι αυτός ο γιος του Ιωσήφ;».
23. Τους είπε ακόμα: «Οπωσδήποτε θα μου πείτε την παροιμία: Γιατρέ θεράπευσε τον εαυτό σου. Όσα λοιπόν ακούσαμε πως έγιναν στην Καπερναούμ, κάνε τα κι εδώ στον τόπο σου».
24. Και πρόσθεσε: «Σας το τονίζω πως κανένας προφήτης δεν είναι δεκτός στον τόπο του.
25. Για χάρη λοιπόν της αλήθειας σας λέω πως υπήρχαν πολλές χήρες στο Ισραήλ στα χρόνια του Ηλία, όταν έκλεισε ο ουρανός και δεν έβρεξε για τρία χρόνια και έξι μήνες, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη πείνα σ' όλη τη γη.
26. Αλλά σε καμιά απ' αυτές δε στάλθηκε ο Ηλίας, παρά μονάχα σε μια χήρα στα Σαρεπτά της Σιδωνίας.
27. Επίσης υπήρχαν πολλοί λεπροί στο Ισραήλ τον καιρό του προφήτη Ελισσαίου, μα κανένας απ' αυτούς δε θεραπεύτηκε, πέρα από το Νεεμάν το Σύρο».
28. Τότε κυριεύτηκαν όλοι από θυμό ακούοντας μέσα στη συναγωγή αυτά τα πράγματα
29. και πετάχτηκαν επάνω και τον έβγαλαν έξω από την πόλη και τον πήγαν ως την απόκρημνη πλευρά της κορυφής του βουνού, πάνω στο οποίο ήταν χτισμένη η πόλη τους, για να τον ρίξουν στον γκρεμό.
30. Αυτός όμως ξέφυγε από ανάμεσά τους και συνέχισε το δρόμο του.
31. Κατέβηκε και στην Καπερναούμ, πόλη της Γαλιλαίας, και τους δίδασκε τα Σάββατα.
32. Κι έμεναν έκπληκτοι με τη διδαχή του, γιατί ο λόγος του φανέρωνε εξουσία.
33. Στη συναγωγή υπήρχε κι ένας άνθρωπος που κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα, ο οποίος φώναξε με δυνατή φωνή:
34. «Ε, όχι! Τι σχέση έχουμε εμείς μαζί σου Ιησού Ναζαρηνέ; Ήρθες για να μας εξολοθρέψεις; Σε ξέρω ποιος είσαι. Είσαι ο Άγιος του Θεού».
35. Ο Ιησούς όμως το επιτίμησε λέγοντας: «Πάψε να μιλάς και βγες απ' αυτόν». Τότε το δαιμόνιο, αφού τον σώριασε καταμεσής, βγήκε απ' αυτόν χωρίς να του προκαλέσει την παραμικρή βλάβη.
36. Κι όλοι έμειναν έκθαμβοι και συζητούσαν μεταξύ τους λέγοντας: «Τι σημαίνει ο λόγος αυτός; Διότι με εξουσία και δύναμη προστάζει τα δαιμονικά πνεύματα κι εκείνα βγαίνουν!».
37. Και προκαλούνταν θόρυβος γύρω απ' αυτόν σε όλα τα μέρη της περιοχής.
38. Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε από τη συναγωγή και μπήκε στο σπίτι του Σίμωνα. Στο μεταξύ η πεθερά του Σίμωνα υπέφερε από υψηλό πυρετό και τον παρακάλεσαν γι' αυτήν.
39. Στάθηκε τότε στο προσκέφαλό της και επιτίμησε τον πυρετό κι ο πυρετός την άφησε. Και αμέσως σηκώθηκε εκείνη και τους υπηρετούσε.
40. Και την ώρα που έδυε ο ήλιος, όλοι όσοι είχαν αρρώστους με διάφορες παθήσεις, τους έφεραν σ' αυτόν, κι αυτός ακουμπώντας τα χέρια του πάνω στον καθένα ξεχωριστά, τους θεράπευσε.
41. Επίσης από πολλούς έβγαιναν και δαιμόνια κραυγάζοντας και λέγοντας: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού!». Εκείνος όμως τα επιτιμούσε και δεν επέτρεπε σ' αυτά να μιλούνε, γιατί το ήξεραν πως αυτός είναι ο Χριστός.
42. Και όταν ξημέρωσε, βγήκε και πήγε σ' έναν ερημικό τόπο. Ο κόσμος όμως τον αναζητούσε. Έτσι, ήρθαν μέχρι εκεί που ήταν και προσπαθούσαν να τον αναγκάσουν να μη φύγει από κοντά τους.
43. Αλλ' εκείνος τους είπε: «Και στις άλλες πόλεις πρέπει να αναγγείλω το καλό μήνυμα της βασιλείας του Θεού, επειδή γι' αυτό έχω σταλθεί».
44. Κι έτσι, συνέχιζε να κηρύττει στις συναγωγές της Γαλιλαίας.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 4 Ancient Greek

1. Ἰησοῦς δὲ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου ὑπέστρεψεν ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἤγετο ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὴν ἔρημον

2. ἡμέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· καὶ συντελεσθεισῶν αὐτῶν ὕστερον ἐπείνασε.

3. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ τῷ λίθῳ τούτῳ ἵνα γένηται ἄρτος.

4. καὶ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτὸν λέγων· γέγραπται ὅτι οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ' ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ.

5. Καὶ ἀναγαγὼν αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου,

6. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ διάβολος· σοὶ δώσω τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἅπασαν καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, ὅτι ἐμοὶ παραδέδοται, καὶ ᾧ ἐὰν θέλω δίδωμι αὐτήν·

7. σὺ οὖν ἐὰν προσκυνήσῃς ἐνώπιόν μου, ἔσται σου πᾶσα.

8. καὶ ἀποκριθεὶς αὐτῷ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.

9. Καὶ ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν ἐντεῦθεν κάτω·

10. γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ τοῦ διαφυλάξαι σε,

11. καὶ ὅτι ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.

12. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι εἴρηται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου.

13. Καὶ συντελέσας πάντα πειρασμὸν ὁ διάβολος ἀπέστη ἀπ' αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ.

14. Καὶ ὑπέστρεψεν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματος εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ φήμη ἐξῆλθε καθ' ὅλης τῆς περιχώρου περὶ αὐτοῦ.

15. καὶ αὐτὸς ἐδίδασκεν ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δοξαζόμενος ὑπὸ πάντων.

16. Καὶ ἦλθεν εἰς τὴν Ναζαρέτ, οὗ ἦν τεθραμμένος, καὶ εἰσῆλθε κατὰ τὸ εἰωθὸς αὐτῷ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων εἰς τὴν συναγωγήν, καὶ ἀνέστη ἀναγνῶναι.

17. καὶ ἐπεδόθη αὐτῷ βιβλίον Ἡσαΐου τοῦ προφήτου, καὶ ἀναπτύξας τὸ βιβλίον εὗρε τὸν τόπον οὗ ἦν γεγραμμένον·

18. Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς, ἀπέσταλκέ με, ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν, κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει,

19. κηρύξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν.

20. καὶ πτύξας τὸ βιβλίον, ἀποδοὺς τῷ ὑπηρέτῃ ἐκάθισε· καὶ πάντων ἐν τῇ συναγωγῇ οἱ ὀφθαλμοὶ ἦσαν ἀτενίζοντες αὐτῷ.

21. ἤρξατο δὲ λέγειν πρὸς αὐτοὺς ὅτι σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν.

22. καὶ πάντες ἐμαρτύρουν αὐτῷ καὶ ἐθαύμαζον ἐπὶ τοῖς λόγοις τῆς χάριτος τοῖς ἐκπορευομένοις ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς Ἰωσήφ;

23. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· πάντως ἐρεῖτέ μοι τὴν παραβολὴν ταύτην· ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· ὅσα ἠκούσαμεν γενόμενα ἐν τῇ Καπερναούμ, ποίησον καὶ ὧδε ἐν τῇ πατρίδι σου.

24. εἶπε δέ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ.

25. ἐπ' ἀληθείας δὲ λέγω ὑμῖν, πολλαὶ χῆραι ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις Ἠλιοὺ ἐν τῷ Ἰσραήλ, ὅτε ἐκλείσθη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ ἔτη τρία καὶ μῆνας ἕξ, ὡς ἐγένετο λιμὸς μέγας ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν,

26. καὶ πρὸς οὐδεμίαν αὐτῶν ἐπέμφθη Ἠλίας εἰ μὴ εἰς Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας πρὸς γυναῖκα χήραν.

27. καὶ πολλοὶ λεπροὶ ἦσαν ἐπὶ Ἐλισαίου τοῦ προφήτου ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐκαθαρίσθη εἰ μὴ Νεεμὰν ὁ Σύρος.

28. καὶ ἐπλήσθησαν πάντες θυμοῦ ἐν τῇ συναγωγῇ ἀκούοντες ταῦτα,

29. καὶ ἀναστάντες ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἕως ὀφρύος τοῦ ὄρους, ἐφ' οὗ ἡ πόλις αὐτῶν ᾠκοδόμητο, εἰς τὸ κατακρημνίσαι αὐτόν.

30. αὐτὸς δὲ διελθὼν διὰ μέσου αὐτῶν ἐπορεύετο.

31. Καὶ κατῆλθεν εἰς Καπερναοὺμ πόλιν τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἦν διδάσκων αὐτοὺς ἐν τοῖς σάββασι·

32. καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ, ὅτι ἐν ἐξουσίᾳ ἦν ὁ λόγος αὐτοῦ.

33. Καὶ ἐν τῇ συναγωγῇ ἦν ἄνθρωπος ἔχων πνεῦμα δαιμονίου ἀκαθάρτου, καὶ ἀνέκραξε φωνῇ μεγάλῃ

34. λέγων· ἔα, τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς; οἶδά σε τίς εἶ, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ.

35. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς λέγων· φιμώθητι καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ. καὶ ῥίψαν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον εἰς τὸ μέσον ἐξῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ, μηδὲν βλάψαν αὐτόν.

36. καὶ ἐγένετο θάμβος ἐπὶ πάντας, καὶ συνελάλουν πρὸς ἀλλήλους λέγοντες· τίς ὁ λόγος οὗτος, ὅτι ἐν ἐξουσίᾳ καὶ δυνάμει ἐπιτάσσει τοῖς ἀκαθάρτοις πνεύμασι, καὶ ἐξέρχονται;

37. καὶ ἐξεπορεύετο ἦχος περὶ αὐτοῦ εἰς πάντα τόπον τῆς περιχώρου.

38. Ἀναστὰς δὲ ἐκ τῆς συναγωγῆς εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Σίμωνος. πενθερὰ δὲ τοῦ Σίμωνος ἦν συνεχομένη πυρετῷ μεγάλῳ, καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν περὶ αὐτῆς.

39. καὶ ἐπιστὰς ἐπάνω αὐτῆς ἐπετίμησε τῷ πυρετῷ, καὶ ἀφῆκεν αὐτήν· παραχρῆμα δὲ ἀναστᾶσα διηκόνει αὐτοῖς.

40. Δύνοντος δὲ τοῦ ἡλίου πάντες ὅσοι εἶχον ἀσθενοῦντας νόσοις ποικίλαις ἤγαγον αὐτοὺς πρὸς αὐτόν· ὁ δὲ ἑνὶ ἑκάστῳ αὐτῶν τὰς χεῖρας ἐπιτιθεὶς ἐθεράπευσεν αὐτούς.

41. ἐξήρχετο δὲ καὶ δαιμόνια ἀπὸ πολλῶν κραυγάζοντα καὶ λέγοντα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἐπιτιμῶν οὐκ εἴα αὐτὰ λαλεῖν, ὅτι ᾔδεισαν τὸν Χριστὸν αὐτὸν εἶναι.

42. Γενομένης δὲ ἡμέρας ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἔρημον τόπον· καὶ οἱ ὄχλοι ἐπεζήτουν αὐτόν, καὶ ἦλθον ἕως αὐτοῦ καὶ κατεῖχον αὐτὸν τοῦ μὴ πορεύεσθαι ἀπ' αὐτῶν.

43. ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὅτι καὶ ταῖς ἑτέραις πόλεσιν εὐαγγελίσασθαί με δεῖ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ· ὅτι εἰς τοῦτο ἀπέσταλμαι.

44. καὶ ἦν κηρύσσων εἰς τὰς συναγωγὰς τῆς Γαλιλαίας.

 

















































































Luke, Chapter 4 (KJV)

1. And Jesus being full of the Holy Ghost returned from Jordan, and was led by the Spirit into the wilderness,
2. Being forty days tempted of the devil. And in those days he did eat nothing: and when they were ended, he afterward hungered.
3. And the devil said unto him, If thou be the Son of God, command this stone that it be made bread.
4. And Jesus answered him, saying, It is written, That man shall not live by bread alone, but by every word of God.
5. And the devil, taking him up into an high mountain, shewed unto him all the kingdoms of the world in a moment of time.
6. And the devil said unto him, All this power will I give thee, and the glory of them: for that is delivered unto me; and to whomsoever I will I give it.
7. If thou therefore wilt worship me, all shall be thine.
8. And Jesus answered and said unto him, Get thee behind me, Satan: for it is written, Thou shalt worship the Lord thy God, and him only shalt thou serve.
9. And he brought him to Jerusalem, and set him on a pinnacle of the temple, and said unto him, If thou be the Son of God, cast thyself down from hence:
10. For it is written, He shall give his angels charge over thee, to keep thee:
11. And in their hands they shall bear thee up, lest at any time thou dash thy foot against a stone.
12. And Jesus answering said unto him, It is said, Thou shalt not tempt the Lord thy God.
13. And when the devil had ended all the temptation, he departed from him for a season.
14. And Jesus returned in the power of the Spirit into Galilee: and there went out a fame of him through all the region round about.
15. And he taught in their synagogues, being glorified of all.
16. And he came to Nazareth, where he had been brought up: and, as his custom was, he went into the synagogue on the sabbath day, and stood up for to read.
17. And there was delivered unto him the book of the prophet Esaias. And when he had opened the book, he found the place where it was written,
18. The Spirit of the Lord is upon me, because he hath anointed me to preach the gospel to the poor; he hath sent me to heal the brokenhearted, to preach deliverance to the captives, and recovering of sight to the blind, to set at liberty them that are bruised,
19. To preach the acceptable year of the Lord.
20. And he closed the book, and he gave it again to the minister, and sat down. And the eyes of all them that were in the synagogue were fastened on him.
21. And he began to say unto them, This day is this scripture fulfilled in your ears.
22. And all bare him witness, and wondered at the gracious words which proceeded out of his mouth. And they said, Is not this Joseph's son?
23. And he said unto them, Ye will surely say unto me this proverb, Physician, heal thyself: whatsoever we have heard done in Capernaum, do also here in thy country.
24. And he said, Verily I say unto you, No prophet is accepted in his own country.
25. But I tell you of a truth, many widows were in Israel in the days of Elias, when the heaven was shut up three years and six months, when great famine was throughout all the land;
26. But unto none of them was Elias sent, save unto Sarepta, a city of Sidon, unto a woman that was a widow.
27. And many lepers were in Israel in the time of Eliseus the prophet; and none of them was cleansed, saving Naaman the Syrian.
28. And all they in the synagogue, when they heard these things, were filled with wrath,
29. And rose up, and thrust him out of the city, and led him unto the brow of the hill whereon their city was built, that they might cast him down headlong.
30. But he passing through the midst of them went his way,
31. And came down to Capernaum, a city of Galilee, and taught them on the sabbath days.
32. And they were astonished at his doctrine: for his word was with power.
33. And in the synagogue there was a man, which had a spirit of an unclean devil, and cried out with a loud voice,
34. Saying, Let us alone; what have we to do with thee, thou Jesus of Nazareth? art thou come to destroy us? I know thee who thou art; the Holy One of God.
35. And Jesus rebuked him, saying, Hold thy peace, and come out of him. And when the devil had thrown him in the midst, he came out of him, and hurt him not.
36. And they were all amazed, and spake among themselves, saying, What a word is this! for with authority and power he commandeth the unclean spirits, and they come out.
37. And the fame of him went out into every place of the country round about.
38. And he arose out of the synagogue, and entered into Simon's house. And Simon's wife's mother was taken with a great fever; and they besought him for her.
39. And he stood over her, and rebuked the fever; and it left her: and immediately she arose and ministered unto them.
40. Now when the sun was setting, all they that had any sick with divers diseases brought them unto him; and he laid his hands on every one of them, and healed them.
41. And devils also came out of many, crying out, and saying, Thou art Christ the Son of God. And he rebuking them suffered them not to speak: for they knew that he was Christ.
42. And when it was day, he departed and went into a desert place: and the people sought him, and came unto him, and stayed him, that he should not depart from them.
43. And he said unto them, I must preach the kingdom of God to other cities also: for therefore am I sent.
44. And he preached in the synagogues of Galilee.