Luke, Chapter 5 Modern Greek

01 ΕΝΩ δε ο όχλος συνέθλιβεν αυτόν διά να ακούη τον λόγον του Θεού, αυτός ίστατο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ
02 και είδε δύο πλοία ιστάμενα παρά την λίμνην  οι δε αλιείς αποβάντες απ' αυτών εξέπλυναν τα δίκτια.
03 Εμβάς δε εις εν των πλοίων, το οποίον ήτο του Σίμωνος, παρεκάλεσεν αυτόν να απομακρύνη αυτό ολίγον από της γής. Και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους.
04 Καθώς δε έπαυσε λαλών, είπε προς τον Σίμωνα, Επανάγαγε το πλοίον εις τα βαθέα και ρίψατε τα δίκτυα υμών διά να οψαρεύσητε.
05 Και αποκριθείς ο Σίμων είπε προς αυτόν, Διδάσκαλε, δι' όλης της νυκτός κοπιάσαντες δεν επιάσαμεν ουδέν  αλλ' όμως επί τω λόγω σου θέλω ρίψει το δίκτιον
06 Και αφού έκαμον τούτο, συνέκλεισαν πλήθος πολύ ιχθύων, και διεσχίζετο το δίκτιον αυτών.
07 Και έκαμον νεύμα εις τους  συντρόφους τους εν τω άλλω πλοίω, διά να έλθωσι να βοηθήσωσιν αυτούς  και ήλθον, κα εγέμισαν αμφότερα τα πλοία, ώστε εβυθίζοντο
08 Ιδών δε ο Σίμων Πέτρος, προσέπεσε προς τα γόνατα του Ιησού, λέγων,  Έξελθε απ' εμού, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Κύριε.
09 Επειδή έκπληξις κατέλαβεν αυτόν και πάντας τους μετ' αυτού, διά την άγραν των ιχθύων την οποίαν συνέλαβον
10 ομοίως δε και τον Ιάκωβον και Ιωάννην, τους υιούς του Ζεβεδαίου, οίτινες ήσαν σύντροφοι του Σίμωνος. Και είπε προς τον Σίμωνα ο Ιησούς, Μη φοβού, από του νυν ανθρώπους θέλεις αγρεύει.
11 Και αφού έφεραν τα πλοία επί την γην, αφήσαντες άπαντα ηκολούθησαν αυτόν.
12 Και ενώ ήτο εν μιά των πόλεων, ιδού άνθρωπος πλήρης λέπρας  και ιδών τον Ιησούν, έπεσε κατά πρόσωπον, και παρεκάλεσε αυτόν, λέγων, Κύριε, εάν θέλης, δύνασαι να με καθαρίσης.
13 Και εκτείνας την χείρα, ήγγισεν αυτόν, και είπε, Θέλω, καθαρίσθητι. Και ευθύς η λέπρα έφυγεν απ' αυτού.
14 Και αυτός παρήγγειλεν αυτόν να μη είπη τούτο προς μηδένα  αλλά ύπαγε, λέγει, και δείξον σεαυτόν εις τον ιερέα, και πρόσφερε περί του καθαρισμού σου, καθώς προσέταξεν ο Μωϋσής, διά μαρτυρίαν εις αυτούς.
15 Αλλ' έτι μάλλον διήρχετο η φήμη περί αυτού  και συνηθροίζοντο όχλοι πολλοί, διά να ακούωσι, και να θεραπεύωνται υπ' αυτού από των ασθενιών αυτών.
16 Αυτός δε απεσύρετο εις τας ερήμους και προσηύχετο.
17 Και εν μιά των ημερών, ενώ αυτός εδίδασκεν, εκάθητο Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι, οίτινες είχον ελθεί εκ πάσης κώμης της Γαλιλαίας και Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ  και δύναμις Κυρίου ήτο εις το να ιατρεύη αυτούς.
18 Και ιδού, άνδρες φέροντες επί κλίνης άνθρωπον, όστις ήτο παραλυτικός  και εζήτουν να φέρωσιν αυτόν έσω, και να θέσωσιν ενώπιον αυτού.
19 Και μη ευρόντες διά ποίας εισόδου να φέρωσιν αυτόν έσω εξ αιτίας του όχλου, ανέβησαν επί το δώμα, και διά των κεραμίδων κατεβίβασαν αυτόν μετά του κλινιδίου εις το μέσον έμπροσθεν του Ιησού.
20 Και ιδών την πίστιν αυτών, είπε προς αυτόν, Άνθρωπε, συγκεχωρημέναι είναι εις σε αι αμαρτίαι σου.
21 KΑΙ ήρχισαν να διαλογίζωνται οι γραμματείς και ο Φαρισαίοι, λέγοντες, Τις είναι ούτος, όστις λαλεί βλασφημίας ; τις δύναται να συγχωρή αμαρτίας ειμή μόνος ο Θεός ;
22 Νοήσας δε ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών, απεκρίθη και είπε προς αυτούς, Τι διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις σας ;
23 Τι είναι ευκολώτερον, να είπω, Συγκεχωρημέναι είναι εις σε αι αμαρτίαι σου, ή να είπω, Σηκώθητι και περιπάτει ;
24 αλλά διά να γνωρίσητε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης να συγχωρή αμαρτίας, (είπε προς τον παραλυτικόν ) Προς σε λέγω, Σηκώθητι, και σήκωσον το κλινίδιόν σου, και ύπαγε εις τον οίκόν σου.
25 Και παρευθύς εγερθείς ενώπιον αυτών, εσήκωσε το κλινίδιον εφ' ού κατέκειτο, και ανεχώρησεν εις τον οίκον αυτού, διξάζων τον Θεόν.
26 Και έκστασις κατέλαβεν άπαντας, και εδόξαζον τον Θεόν και επλήσθησαν φόβου, λέγοντες.  Ότι είδομεν παράδοξα σήμερον.
27 Και μετά ταύτα εξήλθε, και είδε τελώνην τινά Λευϊν το όνομα, καθήμενον εις το τελώνιον, και είπε προς αυτόν,  Ακολούθι μοι.
28 Και αφήσας άπαντα, εσηκώθη και ηκολούθησεν αυτόν.
29 Και έκαμεν εις αυτόν ο Λευϊς υποδοχήν μεγάλην εν τη οικία αυτού  και ήτο πλήθος πολύ τελωνών και άλλων, οίτινες εκάθηντο μετ' αυτών εις την τράπεζαν.
30 Και εγόγγυζον οι γραμμτείς αυτών και οι Φαρισαίοι προς τους μαθητάς αυτού, λέγοντες, Διά τι μετά τελωνών και αμαρτωλών τρώγετε και πίνετε ;
31 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Δεν έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ' οι πάσχοντες.
32 Δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάτοιαν.
33 Οι δε είπον προς αυτόν, Διά τι οι μαθηταί του Ιωάννου νηστεύουσι συχνά, και κάμνουσι δεήσεις, ομοίως και οι των Φαρισαίων, οι δε ιδικοί σου τρώγουσι και πίνουσιν ;
34 Ο δε είπε προς αυτούς, Μήπως δύνασθε να κάμητε τους υιούς του νυμφώνος να νηστεύωσιν, ενόσω είναι μετ' αυτών ο νημφίος ;
35 Θέλουσιν όμως ελθεί ημέραι, όταν αφαιρεθή απ' αυτών ο νυμφίος  τότε θέλουσι νηστεύσει εν εκείναις ταις ημέραις.
36  Έλεγε δε και παραβολήν προς αυτούς, Ότι ουδείς βάλλει επίρραμμα ιματίου νέου επί ιμάτιον παλαιό  ειδέ μη, και το νέον σχίζει, και με το παλαιόν δεν συμφωνεί το επίρραμμα το από του νέου.
37 Και ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς  ει δε μη, ο νέος οίνος θέλει σχίσει τους ασκούς, και αυτός θέλει εκχυθή, και οι ασκοί θέλουσι φθαρθή.
38 Αλλά πρέπει να βάλληται ο νέος οίνος εις ασκούς νέους και αμφότερα διατηρούνται.
39 Και ουδείς αφού πίη οίνον παλαιόν, θέλει ευθύς νέον διότι λέγει, Ο παλαιός είναι καλήτερος.















































































Luke, Chapter 5 Demotic Greek

1. Κάποτε, λοιπόν, καθώς αυτός στεκόταν δίπλα στη λίμνη της Γεννησαρέτ κι ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του,
2. είδε δύο πλοία αραγμένα στην άκρη της λίμνης, ενώ οι ψαράδες είχαν βγει απ' αυτά και ξέπλεναν τα δίχτυα.
3. Μπήκε τότε σ' ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά. Κι αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη μέσα από το πλοίο.
4. Κι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα: «Ξανοίξου στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα».
5. Αποκρίθηκε τότε ο Σίμωνας και του είπε: «Δάσκαλε, παρόλο που κοπιάσαμε όλη τη νύχτα, χωρίς να πιάσουμε τίποτε, όμως επειδή εσύ το λες, θα ρίξω το δίχτυ μου».
6. Κι όταν το έκαναν, έπιασαν πολύ μεγάλο αριθμό ψαριών, τόσο που το δίχτυ τους σκιζόταν.
7. Κάλεσαν τότε με νεύματα τους συντρόφους τους, που βρίσκονταν στο άλλο πλοίο, να έρθουν και να τους δώσουν χέρι βοήθειας. Ήρθαν λοιπόν και γέμισαν και τα δύο πλοία σε σημείο που να βουλιάζουν.
8. Και σαν το είδε αυτό ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Ιησού λέγοντας: «Απομακρύνσου από μένα, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Κύριε!».
9. Διότι είχε κυριεύσει τρόμος αυτόν και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, μπροστά στη θέα της ποσότητας των ψαριών που έπιασαν.
10. Το ίδιο συνέβη και με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου, που ήταν συνέταιροι του Σίμωνα. Τότε ο Ιησούς είπε στο Σίμωνα: «Μη φοβάσαι. Από τώρα ανθρώπους θα κερδίζεις για τη ζωή».
11. Τα άραξαν κατόπιν τα πλοία στη στεριά κι αφού τα παράτησαν όλα, τον ακολούθησαν.
12. Κάποτε πάλι, ενώ αυτός βρισκόταν σε μια πόλη, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος γεμάτος λέπρα. Και σαν είδε τον Ιησού, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και τον ικέτεψε λέγοντας: «Κύριε, αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις».
13. Κι ο Ιησούς απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και είπε: «Θέλω, καθαρίσου». Κι αμέσως εξαφανίστηκε απ' αυτόν η λέπρα».
14. Τον πρόσταξε όμως ο Ιησούς να μην το πει σε κανέναν. «Μόνο πήγαινε», του είπε, «να σε δει ο ιερέας και κάνε την προσφορά για τον καθαρισμό σου, όπως πρόσταξε ο Μωυσής για μαρτυρική απόδειξη σ' αυτούς».
15. Όμως το νέο γι' αυτόν διαδιδόταν όλο και περισσότερο και μαζεύονταν πλήθη πολλά για να τον ακούνε μα και για να τους θεραπεύσει από τις αρρώστιες τους.
16. Στο μεταξύ εκείνος αποσυρόταν σε ερημικές τοποθεσίες και προσευχόταν.
17. Μια άλλη μέρα, καθώς αυτός δίδασκε, συνέβη κάτι άλλο, ενώ εκεί κάθονταν επίσης και Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι που είχαν έρθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας και από την Ιερουσαλήμ. Στο μεταξύ η δύναμη του Κυρίου ήταν τόση που θεράπευε τους ανθρώπους.
18. Εμφανίστηκαν λοιπόν μερικοί άντρες, οι οποίοι, επάνω σ' ένα κρεβάτι κουβαλούσαν κάποιον που ήταν παράλυτος και προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να μπουν μέσα στο σπίτι και να τον αποθέσουν μπροστά του.
19. Επειδή όμως δε βρήκαν δίοδο εξαιτίας του πλήθους, ανέβηκαν στη στέγη και παραμερίζοντας μερικά κεραμίδια, τον κατέβασαν μαζί με το κρεβάτι καταμεσής, μπροστά στον Ιησού.
20. Κι εκείνος, σαν είδε την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Άνθρωπε, σου έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες σου».
21. Τότε οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι άρχισαν να συλλογίζονται και να λένε: «Ποιος είναι αυτός, που λέει βλαστήμιες; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ο Θεός;».
22. Ο Ιησούς όμως διέκρινε τους διαλογισμούς τους και απευθυνόμενος σ' αυτούς είπε: «Τι διαλογίζεστε μέσα στις καρδιές σας;
23. Τι είναι ευκολότερο; Το να πει κανείς: Σου έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες σου, ή να πει: Σήκω και περπάτα;
24. Για να μάθετε όμως πως ο Γιος του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» - είπε στον παράλυτο: «Σε σένα λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
25. Με μιας τότε εκείνος σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε το κρεβάτι πάνω στο οποίο ήταν ξαπλωμένος, και αναχώρησε για το σπίτι του δοξάζοντας το Θεό.
26. Κι όλους τους κατέλαβε θαυμασμός και γεμάτοι φόβο έλεγαν: «Είδαμε απίστευτα πράγματα σήμερα!»
27. Ύστερα απ' αυτά βγήκε έξω και είδε έναν τελώνη που τον έλεγαν Λευί, να κάθεται στο τελωνείο, και του είπε: «Ακολούθα με».
28. Κι εκείνος παρατώντας τα όλα, σηκώθηκε και τον ακολούθησε.
29. Ο Λευί λοιπόν, του έκανε μια μεγάλη δεξίωση στο σπίτι του. Υπήρχαν και πολλοί τελώνες και άλλοι, που παρακάθονταν μαζί τους στο τραπέζι.
30. Οι νομοδιδάσκαλοί τους όμως και οι Φαρισαίοι γόγγυζαν στους μαθητές του λέγοντας: «Γιατί τρώτε και πίνετε μαζί με τελώνες και αμαρτωλούς;».
31. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά οι άρρωστοι.
32. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».
33. Τότε εκείνοι του είπαν: «Γιατί οι μαθητές του Ιωάννη νηστεύουν συχνά και προσεύχονται, όπως και οι μαθητές των Φαρισαίων, ενώ οι δικοί σου τρώνε και πίνουν;». Κι εκείνος τους απάντησε:
34. «Μήπως μπορείτε τους προσκαλεσμένους στο γάμο να τους αναγκάσετε να νηστεύουν όσον καιρό είναι μαζί τους ο γαμπρός;
35. Θα έρθουν όμως μέρες που θα αποσυρθεί από ανάμεσά τους ο γαμπρός, οπότε και θα νηστέψουν τις μέρες εκείνες».
36. Τους έλεγε επίσης και την παραβολή πως: «Κανένας δε βάζει για μπάλωμα ένα κομμάτι καινούργιου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευθεί, σ' ένα παλιό ρούχο, γιατί διαφορετικά και το καινούργιο ύφασμα θα το έχει καταστρέψει και στο παλιό ρούχο δε θα ταιριάζει το μπάλωμα που θα έχει αφαιρεθεί από το καινούργιο ύφασμα.
37. Κι ούτε βάζει κανένας φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί αλλιώς το φρέσκο κρασί θα σκίσει τα ασκιά, οπότε και το κρασί θα χυθεί και τα ασκιά θα καταστραφούνε.
38. Πρέπει, επομένως, το φρέσκο κρασί να τοποθετείται σε καινούργια ασκιά, οπότε διατηρούνται και τα δυο.
39. Και κανένας δε θέλει φρέσκο κρασί αμέσως μετά που έχει πιει παλιό, γιατί λέει πως το παλιό είναι καλύτερο».















































































Luke, Chapter 5 Ancient Greek

Matthew 1

1. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ,

2. καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ' αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα.

3. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.

4. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.

5. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι' ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.

6. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν.

7. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.

8. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε.

9. θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,

10. ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.

11. καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

12. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν πόλεων καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ πλήρης λέπρας· καὶ ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν, πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον ἐδεήθη αὐτοῦ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.

13. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ εἰπών· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἡ λέπρα ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ.

14. καὶ αὐτὸς παρήγγειλεν αὐτῷ μηδενὶ εἰπεῖν, ἀλλὰ ἀπελθὼν δεῖξον σεαυτὸν τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου καθὼς προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.

15. διήρχετο δὲ μᾶλλον ὁ λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ συνήρχοντο ὄχλοι πολλοὶ ἀκούειν καὶ θεραπεύεσθαι ὑπ' αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀσθενειῶν αὐτῶν·

16. αὐτὸς δὲ ἦν ὑποχωρῶν ἐν ταῖς ἐρήμοις καὶ προσευχόμενος.

17. Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν καὶ αὐτὸς ἦν διδάσκων, καὶ ἦσαν καθήμενοι Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας καὶ Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλήμ· καὶ δύναμις Κυρίου ἦν εἰς τὸ ἰᾶσθαι αὐτούς.

18. καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ἦν παραλελυμένος, καὶ ἐζήτουν αὐτὸν εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι ἐνώπιον αὐτοῦ.

19. καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ.

20. καὶ ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.

21. καὶ ἤρξαντο διαλογίζεσθαι οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι λέγοντες· τίς ἐστιν οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός;

22. ἐπιγνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· τί διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

23. τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;

24. ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας --εἶπε τῷ παραλελυμένῳ· σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἄρας τὸ κλινίδιόν σου πορεύου εἰς τὸν οἶκόν σου.

25. καὶ παραχρῆμα ἀναστὰς ἐνώπιον αὐτῶν, ἄρας ἐφ' ὃ κατέκειτο ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ δοξάζων τὸν Θεόν.

26. καὶ ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, καὶ ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι εἴδομεν παράδοξα σήμερον.

27. Καὶ μετὰ ταῦτα ἐξῆλθε καὶ ἐθεάσατο τελώνην ὀνόματι Λευΐν, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι.

28. καὶ καταλιπὼν ἅπαντα ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ.

29. καὶ ἐποίησε δοχὴν μεγάλην Λευῒς αὐτῷ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἦν ὄχλος τελωνῶν πολὺς καὶ ἄλλων οἳ ἦσαν μετ' αὐτῶν κατακείμενοι.

30. καὶ ἐγόγγυζον οἱ γραμματεῖς αὐτῶν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγοντες· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίετε καὶ πίνετε;

31. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ' οἱ κακῶς ἔχοντες·

32. οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.

33. Οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· διατί οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου νηστεύουσι πυκνὰ καὶ δεήσεις ποιοῦνται, ὁμοίως καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων, οἱ δὲ σοὶ ἐσθίουσι καὶ πίνουσιν; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς·

34. μὴ δύνασθε τοὺς υἱοὺς τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ' αὐτῶν ἐστι, ποιῆσαι νηστεύειν;

35. ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι, καὶ ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ' αὐτῶν ὁ νυμφίος, τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.

36. ἔλεγε δὲ καὶ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς ὅτι οὐδεὶς ἐπίβλημα ἱματίου καινοῦ ἐπιβάλλει ἐπὶ ἱμάτιον παλαιόν· εἰ δὲ μήγε, καὶ τὸ καινὸν σχίσει καὶ τῷ παλαιῷ οὐ συμφωνεῖ τὸ ἐπίβλημα τὸ ἀπὸ τοῦ καινοῦ.

37. καὶ οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μήγε, ῥήξει ὁ οἶνος ὁ νέος τοὺς ἀσκούς, καὶ αὐτὸς ἐκχυθήσεται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται·

38. ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινοὺς βλητέον, καὶ ἀμφότεροι συντηροῦνται.

39. καὶ οὐδεὶς πιὼν παλαιὸν εὐθέως θέλει νέον· λέγει γάρ· ὁ παλαιὸς χρηστότερός ἐστιν.

 

















































































Luke, Chapter 5 (KJV)

1. And it came to pass, that, as the people pressed upon him to hear the word of God, he stood by the lake of Gennesaret,
2. And saw two ships standing by the lake: but the fishermen were gone out of them, and were washing their nets.
3. And he entered into one of the ships, which was Simon's, and prayed him that he would thrust out a little from the land. And he sat down, and taught the people out of the ship.
4. Now when he had left speaking, he said unto Simon, Launch out into the deep, and let down your nets for a draught.
5. And Simon answering said unto him, Master, we have toiled all the night, and have taken nothing: nevertheless at thy word I will let down the net.
6. And when they had this done, they inclosed a great multitude of fishes: and their net brake.
7. And they beckoned unto their partners, which were in the other ship, that they should come and help them. And they came, and filled both the ships, so that they began to sink.
8. When Simon Peter saw it , he fell down at Jesus' knees, saying, Depart from me; for I am a sinful man, O Lord.
9. For he was astonished, and all that were with him, at the draught of the fishes which they had taken:
10. And so was also James, and John, the sons of Zebedee, which were partners with Simon. And Jesus said unto Simon, Fear not; from henceforth thou shalt catch men.
11. And when they had brought their ships to land, they forsook all, and followed him.
12. And it came to pass, when he was in a certain city, behold a man full of leprosy: who seeing Jesus fell on his face, and besought him, saying, Lord, if thou wilt, thou canst make me clean.
13. And he put forth his hand, and touched him, saying, I will: be thou clean. And immediately the leprosy departed from him.
14. And he charged him to tell no man: but go, and shew thyself to the priest, and offer for thy cleansing, according as Moses commanded, for a testimony unto them.
15. But so much the more went there a fame abroad of him: and great multitudes came together to hear, and to be healed by him of their infirmities.
16. And he withdrew himself into the wilderness, and prayed.
17. And it came to pass on a certain day, as he was teaching, that there were Pharisees and doctors of the law sitting by, which were come out of every town of Galilee, and Judaea, and Jerusalem: and the power of the Lord was present to heal them.
18. And, behold, men brought in a bed a man which was taken with a palsy: and they sought means to bring him in, and to lay him before him.
19. And when they could not find by what way they might bring him in because of the multitude, they went upon the housetop, and let him down through the tiling with his couch into the midst before Jesus.
20. And when he saw their faith, he said unto him, Man, thy sins are forgiven thee.
21. And the scribes and the Pharisees began to reason, saying, Who is this which speaketh blasphemies? Who can forgive sins, but God alone?
22. But when Jesus perceived their thoughts, he answering said unto them, What reason ye in your hearts?
23. Whether is easier, to say, Thy sins be forgiven thee; or to say, Rise up and walk?
24. But that ye may know that the Son of man hath power upon earth to forgive sins, (he said unto the sick of the palsy,) I say unto thee, Arise, and take up thy couch, and go into thine house.
25. And immediately he rose up before them, and took up that whereon he lay, and departed to his own house, glorifying God.
26. And they were all amazed, and they glorified God, and were filled with fear, saying, We have seen strange things to day.
27. And after these things he went forth, and saw a publican, named Levi, sitting at the receipt of custom: and he said unto him, Follow me.
28. And he left all, rose up, and followed him.
29. And Levi made him a great feast in his own house: and there was a great company of publicans and of others that sat down with them.
30. But their scribes and Pharisees murmured against his disciples, saying, Why do ye eat and drink with publicans and sinners?
31. And Jesus answering said unto them, They that are whole need not a physician; but they that are sick.
32. I came not to call the righteous, but sinners to repentance.
33. And they said unto him, Why do the disciples of John fast often, and make prayers, and likewise the disciples of the Pharisees; but thine eat and drink?
34. And he said unto them, Can ye make the children of the bridechamber fast, while the bridegroom is with them?
35. But the days will come, when the bridegroom shall be taken away from them, and then shall they fast in those days.
36. And he spake also a parable unto them; No man putteth a piece of a new garment upon an old; if otherwise, then both the new maketh a rent, and the piece that was taken out of the new agreeth not with the old.
37. And no man putteth new wine into old bottles; else the new wine will burst the bottles, and be spilled, and the bottles shall perish.
38. But new wine must be put into new bottles; and both are preserved.
39. No man also having drunk old wine straightway desireth new: for he saith, The old is better.