Luke, Chapter 6 Modern Greek

01 ΚΑΤΑ δε το δευτερόπρωτον σάββατον διέβαινεν αυτός διά των σπαρτών  και οι μαθηταί αυτού ανέσπων τα στάχυα, και έτρωγον, τρίβοντες με τας χείρας
02 τινές δε των Φαρισαίων είπον προς αυτούς, Διά τι πράττετε ότι δεν συγχωρείται να πράττητε εν τοίς σάββασι;
03 Και αποκριθείς προς αυτούς είπεν ο Ιησούς, Ουδέ τούτο δεν ανεγνώσατε το οποίον έπραξεν ο Δαβίδ, οπότε επείνασεν αυτός και οι μετ' αυτού όντες ;
04  Πως εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού, και έλαβε τους άρτους της προθέσεως και έφαγε, και έδωκε και εις τους μετ' αυτού, τους οποίους δεν είναι συγκεχωρημένον να φάγωσιν ειμή μόνοι οι ιερείς ;
05 Και έλεγε προς αυτούς, Ότι ο Υιός του ανθρώπου κύριος είναι και του σαββάτου.
06 Και πάλιν εν άλλω σαββάτω εισήλθεν εις την συναγωγήν, και εδίδασκε  και ήτο εκεί άνθρωπος, του οποίου η δεξιά χείρ ήτο ξηρά.
07 Παρετήρουν δε αυτόν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, αν εν τω σαββάτω θέλη θεραπεύσει, διά να εύρωσι κατηγορίαν κατ' αυτού.
08 Αυτός όμως εγνώριζε τους διαλογισμούς αυτών  και είπε προς τον άνθρωπον τον έχοντα ξηράν την χείρα, Σηκώθητι, και στήθι εις το μέσον. Και εκείνος σηκωθείς, εστάθη.
09  Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς αυτούς, Θέλω σας ερωτήσει τι, Είναι συγκεχωρημένον να αγαθοποιήση τις εν τοις σάββασιν, ή να κακοποιήση; να σώση ψυχήν, ή να απολέση;
10 Και περιβλέψας πάντας αυτούς είπε προς τον άνθρωπον, Έκτεινον την χείρά σου. Ο δε έκαμεν ούτω  και αποκατεστάθη η χείρ αυτού υγιής ως η άλλη.
11 Αυτοί δε επλήσθησαν μανίας, και συνωμίλουν προς αλλήλους, τι να κάμωσιν εις τον Ιησούν.
12 ΕΝ εκείνας δε ταις ημέραις εξήλθεν εις το όρος να προσευχηθή  και διενυκτέρευεν εν τη προσευχή του Θεού.
13 Και ότε έγεινεν ημέρα, έκραξε τους μαθητάς αυτού  και εξέλεξεν εξ αυτών δώδεκα, τους οποίους και ωνόμασεν αποστόλους
14 Τον Σίμωνα τον οποίον και ωνόμασε Πέτρον, και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, Ιάκωβον και Ιωάννην, Φίλιπον και Βαρθολομαίον,
15 Ματθαίον και Θωμάν, Ιάκωβον τον του Αλφαίου, και Σίμωνα τον καλούμενον Ζηλωτήν,
16 Ιούδαν τον αδελφόν Ιακώβου, και Ιούδαν τον Ισκαριώτην, όστις και έγεινε προδότης.
17 Και καταβάς μετ' αυτών, εστάθη επί τόπου πεδινού  και παρήσαν όχλος μαθητών αυτού, και πλήθος πολύ του λαού από πάσης της Ιουδαίας και Ιερουσαλήμ, και της παραλίας Τύρου και Σινδώνος, οίτινες ήλθον διά ν' ακούσωσιν αυτόν, και να ιατρευθώσιν από των νόσων αυτών
18 και οι ενοχλούμενοι υπό πνευμάτων ακαθάρτων  και εθεραπεύοντο.
19 Και πας ο όχλος εζήτει να εγγίζη αυτόν  διότι δύναμις εξήρχετο παρ' αυτού, και ιάτρευε πάντας.
20 Και αυτός σηκώσας τους οφθαλμούς αυτού εις τους μαθητάς αυτού έλεγε, Μακάριοι σεις οι πτωχοί, διότι υμετέρα είναι η βασιλεία του Θεού.
21 Μακάριοι οι πεινώντες τώρα, διότι θέλετε χορτασθή. Μακάριοι οι κλαίοντες τώρα διότι θέλετε γελάσει.
22  Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσωσιν οι άνθρωπο, και όταν σας αφορίσωσι, και ονειδίσωσι, και εκβάλωσι το όνομά σας ως κακόν, ένεκεν του Υιού του ανθρώπου.
23 Χαίρετε εν εκείνη τη ημέρα και σκιρτήσατε  διότι ιδού, ο μισθός σας είναι πολύς εν τω ουρανώ  επειδή ούτως έπραττον εις τους προφήτας οι πατέρες αυτών.
24 Πλήν ουαί εις εσάς τους πλουσίους, διότι απηλαύσατε την παρηγορίαν σας.
25 Ουαί εις εσάς οι κεχορτασμένοι, διότι θέλετε πεινάσει. Ουαί εις εσάς οι γελώντες τώρα, διότι θέλετε πενθήσει και κλαύσει.
26 Ουαί εις εσάς, όταν πάντες οι άνθρωποι σας ευφημήσωσι διότι ούτως έπραττον εις τους ψευδοπροφήτας οι πατέρες αυτών.
27 Αλλά προς εσάς τους ακούοντας λέγω, Αγαπάτε τους εχθρούς σας  αγαθοποιείτε εκείνους οίτινες σας μισούν
28 ευλογείτε εκείνους οίτινες σας καταρώνται  και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων οίτινες σας βλάπτουσιν.
29  Εις τον τύπτοντά σε επί την σιαγόνα, πρόσφερε και την άλλην, και από του αφαιρούντος το ιμάτιον σου, μη εμποδίσης και τον χιτώνα.
30 Εις πάντα δε τον ζητούντα παρά σου, δίδε  και από του αφαιρούντος τα σα, μη απαίτει.
31 Και καθώς θέλετε να πράττωσιν εις εσάς οι άνθρωποι, και σεις πράττετε ομοίως εις αυτούς.
32 Και εάν αγαπάτε τους αγαπώντάς σας, ποία χάρις χρεωστείται εις εσάς; διότι και οι αμαρτωλοί αγαπώσι τους αγαπώντας αυτούς.
33 Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντάς σας, ποία χάρις χρεωστείται εις εσάς; διότι και οι αμαρτωλοί το αυτό πράττουσι.
34  Και εάν δανείζητε εις εκείνους παρ' ων ελπίζετε πάλιν να λάβητε, ποία χάρις χρεωστείται εις εσάς; διότι και οι αμαρτωλοί εις αμαρτωλούς δανείζουσι, διά να λάβωσι πάλιν τα ίσα.
35 Πλην αγαπάτε τους εχθρούς σας, και αγαθοποιείτε, και δανείζετε, μηδεμίαν απολαβήν ελπίζοντες  και θέλει είσθαι ο μισθός σας πολύς, και θέλετε είσθαι υιοί του Υψίστου  διότι αυτός είναι αγαθός προς τους αχαρίστους και κακούς.
36 Γίνεσθε λοιπόν οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ σας είναι οικτίρμων.
37  Και μη κρίνετε, και δεν θέλετε κριθή  μη καταδικάζετε, και δεν θέλετε καταδικασθή  συγχωρείτε, και θέλετε συγχωρηθή.
38 Δίδετε, και θέλει δοθή εις εσάς  μέτρον καλόν, πεπιεσμένον και συγκεκαθισμένον και υπερεκχυνόμενον θέλουσι δώσει εις τον κόλπον σας  διότι με το αυτό μέτρον το οποίον μετρείτε, θέλει αντιμετρηθή εις εσάς.
39  Είπε δε παραβολήν προς αυτούς Μήπως δύναται τυφλός να οδηγή τυφλόν; δεν θέλουσι πέσει αμφότεροι εις βόθρον;
40 Δεν είναι μαθητής ανώτερος του διδασκάλου αυτού  πας δε τετελειοποιημένος θέλει είσθαι ως ο διδάσκαλος αυτού.
41 Και διά τι βλέπεις το ξυλάριον το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε δοκόν την εν τω ιδίω σου οφθαλμώ δεν παρατηρείς;
42  Η πως δύνασαι να λέγης προς τον αδελφόν σου, Αδελφέ, άφες να εκβάλω το ξυλάριον το εν τω οφθαλμώ σου, ενώ συ δεν βλέπεις την δοκόν την εν τω οφθαλμώ σου; Υποκριτά έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τότε θέλεις ιδεί καθαρώς διά να εκβάλης το ξυλάριον το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου.
43 Διότι δεν είναι δένδρον καλόν το οποίον κάμνει καρπόν σαπρόν  ουδέ δένδρον σαπρόν το οποίον κάμνει καρπόν καλόν.
44  Επειδή έκαστον δένδρον εκ του καρπού αυτού γνωρίζεται διότι δεν συνάγουσιν εξ ακανθών σύκα, ουδέ τρυγώσιν εκ βάτου σταφύλια.
45 Ο αγαθός άνθρωπος εκ του αγαθού θησαυρού της καρδίας αυτού εκφέρει το αγαθόν  και ο κακός άνθρωπος εκ του κακού θησαυρού της καρδίας αυτού εκφέρει το κακόν  διότι εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα αυτού.
46 Διά τι δε με κράζετε, Κύριε, Κύριε, και δεν πράττετε όσα λέγω;
47 Πας όστις έρχεται προς εμέ, και ακούει τους λόγους μου, και κάμνει αυτούς, θέλω σας δείξει με ποίον είναι όμοιος
48 είναι όμοιος με άνθρωπον οικοδομούντα οικίαν, όστις έσκαψε και εβάθυνε, και έβαλε θεμέλιον επί την πέτραν  ότε δε έγεινε πλημμύρα, προσέβαλεν ο ποταμός κατά της οικίας εκείνης, και δεν ηδυνήθη να σαλεύση αυτήν διότι ήτο τεθεμελιωμένη επί την πέτραν.
49  Όστις όμως ακούση και δεν κάμη είναι όμοιος με άνθρωπον οικοδομήσαντα οικίαν επί την γην χωρίς θεμέλιον  κατά της οποίας προσέβαλεν ο ποταμός,  και ευθύς έπεσε και έγεινεν ο κρημνισμός της οικίας εκείνης μέγας.















































































Luke, Chapter 6 Demotic Greek

1. Μια άλλη μέρα, που ήταν το αμέσως επόμενο Σάββατο μετά το Πάσχα, ο Ιησούς περνούσε ανάμεσα από τα σπαρτά. Στο μεταξύ οι μαθητές του αποφλοίωναν τα στάχυα τρίβοντάς τα με τα χέρια τους κι έτρωγαν.
2. Τότε μερικοί από τους Φαρισαίους τους είπαν: Γιατί κάνετε κάτι που δεν επιτρέπεται το Σάββατο;».
3. Κι αποκρίθηκε σ' αυτούς ο Ιησούς και είπε: «Μα δε διαβάσατε ούτε αυτό που έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε ο ίδιος κι εκείνοι που ήταν μαζί του;
4. Πώς δηλαδή μπήκε στο ναό του Θεού και πήρε κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως κι έδωσε και σ' εκείνους που ήταν μαζί του, παρόλο που δεν επιτρέπεται να τους τρώνε παρά μονάχα οι ιερείς;».
5. Και τους τόνιζε πως: «Ο Γιος του Ανθρώπου είναι και του Σαββάτου ο Κύριος».
6. Ένα άλλο Σάββατο, πάλι, μπήκε ο Ιησούς στη συναγωγή και δίδασκε. Εκεί υπήρχε κι ένας άνθρωπος, που το δεξί του χέρι ήταν παράλυτο.
7. Τον παρακολουθούσαν λοιπόν οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι να δουν αν θα κάνει θεραπεία τη μέρα του Σαββάτου, για να βρουν αφορμή να τον κατηγορήσουν.
8. Εκείνος όμως γνωρίζοντας τους διαλογισμούς τους, λέει στον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι: «Σήκω και στάσου στη μέση». Κι εκείνος σηκώθηκε και στάθηκε.
9. Τους είπε τότε ο Ιησούς: «Θα σας ρωτήσω κάτι. Τι επιτρέπεται την ημέρα του Σαββάτου; Να κάνει κανείς καλό ή κακό; Να σώσει μια ζωή ή να καταστρέψει;».
10. Κι αφού τους κοίταξε γύρω γύρω όλους, είπε στον παράλυτο: «Τέντωσε το χέρι σου». Κι εκείνος υπάκουσε και ξανάγινε γερό το χέρι του σαν το άλλο.
11. Μα εκείνοι έγιναν έξω φρενών και συζητούσαν μεταξύ τους να δουν τι θα μπορούσαν να κάνουν στον Ιησού.
12. Εκείνες τις μέρες, λοιπόν, αποσύρθηκε ο Ιησούς στο βουνό για να προσευχηθεί. Κι εκεί προσευχόταν στο Θεό μένοντας άγρυπνος όλη τη νύχτα.
13. Και όταν ξημέρωσε, φώναξε κοντά του τους μαθητές του κι απ' αυτούς διάλεξε δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους:
14. Το Σίμωνα, που τον ονόμασε Πέτρο και τον αδελφό του τον Ανδρέα, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, το Φίλιππο και το Βαρθολομαίο,
15. το Ματθαίο και το Θωμά, τον Ιάκωβο το γιο του Αλφαίου και το Σίμωνα, που λεγόταν Ζηλωτής,
16. τον Ιούδα το γιο του Ιακώβου και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ο οποίος και έγινε προδότης.
17. Κατόπιν κατέβηκε μαζί τους και στάθηκε σε μια πεδιάδα, όπου υπήρχε μεγάλος αριθμός μαθητών του και μεγάλο πλήθος λαού απ' όλη την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ και τις παράλιες περιοχές της Τύρου και της Σιδώνας, που ήρθαν για να τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιές τους.
18. Επίσης ήρθαν κι εκείνοι που ενοχλούνταν από δαιμονικά πνεύματα, οι οποίοι και θεραπεύονταν.
19. Κι όλος ο κόσμος επιδίωκε να τον αγγίξει, γιατί έβγαινε απ' αυτόν μια δύναμη που τους γιάτρευε όλους.
20. Τότε αυτός κοιτώντας στους μαθητές του είπε: «Μακάριοι εσείς οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η βασιλεία του Θεού.
21. »Μακάριοι εσείς που τώρα πεινάτε, γιατί σε σας θα δοθεί να χορτάσετε. »Μακάριοι εσείς που τώρα κλαίτε, γιατί θα γελάσετε.
22. »Μακάριοι είστε, όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι κι όταν σας αφορίσουν και σας περιγελάσουν και δυσφημίσουν τ' όνομά σας, επειδή πιστεύετε στο Γιο του Ανθρώπου.
23. Χαρείτε την ημέρα εκείνη και σκιρτήστε, γιατί, πράγματι μεγάλος είναι ο μισθός σας στον ουρανό! Άλλωστε τα ίδια έκαναν στους προφήτες οι πρόγονοί τους.
24. »Μα αλίμονο σε σας τους πλούσιους, γιατί όλη κι όλη η παρηγοριά σας είναι αυτή που ήδη απολαμβάνετε.
25. »Αλίμονο σε σας που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε. »Αλίμονο σε σας που τώρα γελάτε, γιατί θα πενθήσετε και θα κλάψετε.
26. »Αλίμονο σε σας, όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν, γιατί τα ίδια έκαναν και στους ψευδοπροφήτες οι πρόγονοί τους.
27. »Αλλά σε σας που μ' ακούτε λέω: Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε καλό σ' εκείνους που σας μισούνε,
28. »να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται και να προσεύχεστε για εκείνους που σας προσβάλλουν.
29. »Σ' εκείνον που σε χτυπά στο ένα μάγουλο, γύριζέ του και το άλλο κι εκείνον που σου παίρνει το πανωφόρι μην τον εμποδίσεις να σου πάρει και το πουκάμισο.
30. »Στον καθένα που σου ζητάει δίνε, και από εκείνον που παίρνει τα δικά σου, πίσω μην τα ζητάς.
31. Κι όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να τους συμπεριφέρεστε κι εσείς.
32. Άλλωστε, αν αγαπάτε μόνο εκείνους που σας αγαπούνε, τότε ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπάνε.
33. Και αν κάνετε καλό μόνο σ' εκείνους που σας κάνουν καλό, ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί το ίδιο κάνουν και οι αμαρτωλοί.
34. Κι αν δανείζετε σ' εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να ξαναπάρετε, ποια είναι η χάρη που σας έχει δοθεί; Γιατί και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε αμαρτωλούς για να τύχουν την ίδια μεταχείριση.
35. Αντίθετα, ν' αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε το καλό και να δανείζετε χωρίς να ελπίζετε οτιδήποτε, και θα είναι ο μισθός σας μεγάλος και θα γίνετε γιοι του Υψίστου, γιατί αυτός φέρεται με έλεος στους αχάριστους και στους κακόβουλους.
36. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός ο Πατέρας σας».
37. «Επίσης μην κρίνετε και ποτέ δε θα κριθείτε. Μην καταδικάζετε και ποτέ δε θα καταδικαστείτε. Ελευθερώνετε και θα ελευθερωθείτε.
38. Δίνετε και θα σας δοθεί. Μερίδα ολόγιομη, χωρίς καθόλου κενά και ξέχειλη θα δώσουν στην αγκαλιά σας, γιατί με το ίδιο μέτρο που μετράτε θα μετρηθεί και για σας».
39. Και τους είπε ένα παράδειγμα: «Μπορεί μήπως ένας τυφλός να οδηγεί άλλον τυφλό; Δε θα πέσουν και οι δυο σε κάποιο λάκκο;
40. Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από το δάσκαλό του, μα ο καθένας που θα έχει καταρτιστεί, θα είναι σαν το δάσκαλό του.
41. «Και γιατί τάχα βλέπεις την αγκίδα στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι που υπάρχει στο δικό σου το μάτι δεν το αντιλαμβάνεσαι;
42. Ή πώς μπορείς να λες στον αδελφό σου: Αδελφέ άφησε να βγάλω την αγκίδα που υπάρχει στο μάτι σου, εσύ, που δε βλέπεις το δοκάρι στο δικό σου το μάτι; Υποκριτή! Βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα διακρίνεις καθαρά για να βγάλεις την αγκίδα, που βρίσκεται στο μάτι του αδελφού σου».
43. «Άλλωστε, δεν υπάρχει δέντρο καλό που να παράγει καρπό κακό, ούτε δέντρο κακό που να παράγει καρπό καλό.
44. Έτσι, λοιπόν, το κάθε δέντρο από το δικό του τον καρπό αναγνωρίζεται, γιατί δε μαζεύουν σύκα από αγκαθιές κι ούτε από βατομουριά τρυγούν σταφύλια.
45. Ο καλός άνθρωπος, από το καλό απόθεμα της καρδιάς του βγάζει το καλό, και ο κακός άνθρωπος από το κακό απόθεμα της καρδιάς του βγάζει το κακό. Γιατί από το περίσσευμα της καρδιάς του μιλάει το στόμα του».
46. «Και γιατί τάχα με προσφωνείτε: Κύριε, Κύριε, αφού δεν εφαρμόζετε αυτά που λέω;
47. Όποιος έρχεται σε μένα και ακούει τα λόγια μου και τα εφαρμόζει στην πράξη, θα σας φανερώσω με ποιον μοιάζει.
48. Μοιάζει μ' έναν άνθρωπο που χτίζει σπίτι, και που έσκαψε βαθιά κι έβαλε τα θεμέλια πάνω σε βράχο. Και σαν έγινε πλημμύρα και το ποτάμι χτύπησε με ορμή στο σπίτι εκείνο, δεν μπόρεσε να το σαλέψει, γιατί ήταν θεμελιωμένο επάνω στο βράχο.
49. Απεναντίας, εκείνος που άκουσε τα λόγια μου και δεν τα εφάρμοσε στην πράξη, μοιάζει με άνθρωπο που έχτισε σπίτι επάνω στο χώμα χωρίς θεμέλια, στο οποίο χτύπησε με ορμή το ποτάμι κι αμέσως γκρεμίστηκε, και το γκρέμισμα του σπιτιού εκείνου υπήρξε ολοκληρωτικό».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 6 Ancient Greek

1. Ἐγένετο δὲ ἐν σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ διαπορεύεσθαι αὐτὸν διὰ τῶν σπορίμων· καὶ ἔτιλλον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τοὺς στάχυας καὶ ἤσθιον ψώχοντες ταῖς χερσί.

2. τινὲς δὲ τῶν Φαρισαίων εἶπον αὐτοῖς· τί ποιεῖτε ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν τοῖς σάββασι;

3. καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· οὐδὲ τοῦτο ἀνέγνωτε ὃ ἐποίησε Δαυῒδ ὁπότε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ ὄντες;

4. ὡς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔλαβε καὶ ἔφαγε, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς μετ' αὐτοῦ, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ μόνους τοὺς ἱερεῖς;

5. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου.

6. Ἐγένετο δὲ ἐν ἑτέρῳ σαββάτῳ εἰσελθεῖν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ διδάσκειν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἡ δεξιὰ ἦν ξηρά.

7. παρετήρουν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἰ ἐν τῷ σαββάτῳ θεραπεύσει, ἵνα εὕρωσι κατηγορίαν αὐτοῦ.

8. αὐτὸς δὲ ᾔδει τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν, καὶ εἶπε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ξηρὰν ἔχοντι τὴν χεῖρα· ἔγειρε καὶ στῆθι εἰς τὸ μέσον. ὁ δὲ ἀναστὰς ἔστη.

9. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς· ἐπερωτήσω ὑμᾶς τί ἔξεστι τοῖς σάββασιν, ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι;

10. καὶ περιβλεψάμενος πάντας αὐτοὺς εἶπεν αὐτῷ· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. ὁ δὲ ἐποίησε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὡς ἡ ἄλλη.

11. αὐτοὶ δὲ ἐπλήσθησαν ἀνοίας, καὶ διελάλουν πρὸς ἀλλήλους τί ἂν ποιήσειαν τῷ Ἰησοῦ.

12. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι, καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ.

13. καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ' αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε,

14. Σίμωνα ὃν καὶ ὠνόμασε Πέτρον, καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον,

15. Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἀλφαίου καὶ Σίμωνα τὸν καλούμενον Ζηλωτήν,

16. Ἰούδαν Ἰακώβου καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ ἐγένετο προδότης,

17. καὶ καταβὰς μετ' αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν,

18. καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο·

19. καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ' αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας.

20. Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε· μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

21. μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε.

22. μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

23. χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς προφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν.

24. πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν.

25. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. οὐαὶ ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε.

26. οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν.

27. Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς,

28. εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμῖν, προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς.

29. τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς.

30. παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει.

31. καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως.

32. καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι.

33. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι.

34. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ' ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα.

35. πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς.

36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

37. Καὶ μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε· καὶ μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε, καὶ ἀπολυθήσεσθε·

38. δίδοτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· μέτρον καλόν, πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν· τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ, ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν.

39. Εἶπε δὲ παραβολὴν αὐτοῖς· μήτι δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν; οὐχὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται;

40. οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ· κατηρτισμένος δὲ πᾶς ἔσται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ.

41. Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς;

42. ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ἀδελφῷ σου, ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου, αὐτὸς τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ δοκὸν οὐ βλέπων; ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου.

43. Οὐ γάρ ἐστι δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν·

44. ἕκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται. οὐ γὰρ ἐξ ἀκανθῶν συλλέγουσι σῦκα, οὐδὲ ἐκ βάτου τρυγῶσι σταφυλήν.

45. ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ πονηρόν· ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα αὐτοῦ.

46. Τί δέ με καλεῖτε Κύριε Κύριε, καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω;

47. πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καὶ ἀκούων μου τῶν λόγων καὶ ποιῶν αὐτούς, ὑποδείξω ὑμῖν τίνι ἐστὶν ὅμοιος·

48. ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν, ὃς καὶ ἔσκαψε καὶ ἐβάθυνε καὶ ἔθηκε θεμέλιον ἐπὶ τὴν πέτραν· πλημμύρας δὲ γενομένης προσέρρηξεν ὁ ποταμὸς τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἴσχυσε σαλεῦσαι αὐτήν· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν.

49. ὁ δὲ ἀκούσας καὶ μὴ ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν γῆν χωρὶς θεμελίου· ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταμός, καὶ εὐθὺς ἔπεσε, καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα.

 

















































































Luke, Chapter 6 (KJV)

01 And it came to pass on the second sabbath after the
first, that he went through the corn fields; and his
disciples plucked the ears of corn, and did eat, rubbing
them in their hands.
02 And certain of the Pharisees said unto them, Why do ye
that which is not lawful to do on the sabbath days?
03 And Jesus answering them said, Have ye not read so much
as this, what David did, when himself was an hungered, and
they which were with him;
04 How he went into the house of God, and did take and eat
the showbread, and gave also to them that were with him;
which it is not lawful to eat but for the priests alone?
05 And he said unto them, That the Son of man is Lord also
of the sabbath.
06 And it came to pass also on another sabbath, that he
entered into the synagogue and taught: and there was a man
whose right hand was withered.
07 And the scribes and Pharisees watched him, whether he
would heal on the sabbath day; that they might find an
accusation against him.
08 But he knew their thoughts, and said to the man which
had the withered hand, Rise up, and stand forth in the
midst. And he arose and stood forth.
09 Then said Jesus unto them, I will ask you one thing; Is
it lawful on the sabbath days to do good, or to do evil? to
save life, or to destroy it?
10 And looking round about upon them all, he said unto the
man, Stretch forth thy hand. And he did so: and his hand
was restored whole as the other.
11 And they were filled with madness; and communed one
with another what they might do to Jesus.
12 And it came to pass in those days, that he went out
into a mountain to pray, and continued all night in prayer
to God.
13 And when it was day, he called unto him his
disciples: and of them he chose twelve, whom also he named
apostles;
14 Simon, (whom he also named Peter,) and Andrew his
brother, James and John, Philip and Bartholomew,
15 Matthew and Thomas, James the son of Alphaeus, and
Simon called Zelotes,
16 And Judas the brother of James, and Judas Iscariot,
which also was the traitor.
17 And he came down with them, and stood in the plain, and
the company of his disciples, and a great multitude of
people out of all Judaea and Jerusalem, and from the sea
coast of Tyre and Sidon, which came to hear him, and to be
healed of their diseases;
18 And they that were vexed with unclean spirits: and they
were healed.
19 And the whole multitude sought to touch him: for there
went virtue out of him, and healed them all.
20 And he lifted up his eyes on his disciples, and said,
Blessed be ye poor: for yours is the kingdom of God.
21 Blessed are ye that hunger now: for ye shall be
filled. Blessed are ye that weep now: for ye shall laugh.
22 Blessed are ye, when men shall hate you, and when they
shall separate you from their company, and shall reproach
you, and cast out your name as evil, for the Son of man's
sake.
23 Rejoice ye in that day, and leap for joy: for, behold,
your reward is great in heaven: for in the like manner
did their fathers unto the prophets.
24 But woe unto you that are rich! for ye have received
your consolation.
25 Woe unto you that are full! for ye shall hunger. Woe
unto you that laugh now! for ye shall mourn and weep.
26 Woe unto you, when all men shall speak well of you! for
so did their fathers to the false prophets.
27 But I say unto you which hear, Love your enemies, do
good to them which hate you,
28 Bless them that curse you, and pray for them which
despitefully use you.
29 And unto him that smiteth thee on the one cheek offer
also the other; and him that taketh away thy cloak forbid
not to take thy coat also.
30 Give to every man that asketh of thee; and of him that
taketh away thy goods ask them not again.
31 And as ye would that men should do to you, do ye also
to them likewise.
32 For if ye love them which love you, what thank have ye?
for sinners also love those that love them.
33 And if ye do good to them which do good to you, what
thank have ye? for sinners also do even the same.
34 And if ye lend to them of whom ye hope to receive,
what thank have ye? for sinners also lend to sinners, to
receive as much again.
35 But love ye your enemies, and do good, and lend, hoping
for nothing again; and your reward shall be great, and ye
shall be the children of the Highest: for he is kind unto
the unthankful and to the evil.
36 Be ye therefore merciful, as your Father also is
merciful.
37 Judge not, and ye shall not be judged: condemn not, and
ye shall not be condemned: forgive, and ye shall be
forgiven:
38 Give, and it shall be given unto you; good measure,
pressed down, and shaken together, and running over, shall
men give into your bosom. For with the same measure that ye
mete withal it shall be measured to you again.
39 And he spake a parable unto them, Can the blind lead
the blind? shall they not both fall into the ditch?
40 The disciple is not above his master: but every one
that is perfect shall be as his master.
41 And why beholdest thou the mote that is in thy
brother's eye, but perceivest not the beam that is in thine
own eye?
42 Either how canst thou say to thy brother, Brother, let
me pull out the mote that is in thine eye, when thou
thyself beholdest not the beam that is in thine own eye?
Thou hypocrite, cast out first the beam out of thine own
eye, and then shalt thou see clearly to pull out the mote
that is in thy brother's eye.
43 For a good tree bringeth not forth corrupt fruit;
neither doth a corrupt tree bring forth good fruit.
44 For every tree is known by his own fruit. For of thorns
men do not gather figs, nor of a bramble bush gather they
grapes.
45 A good man out of the good treasure of his heart
bringeth forth that which is good; and an evil man out of
the evil treasure of his heart bringeth forth that which is
evil: for of the abundance of the heart his mouth speaketh.
46 And why call ye me, Lord, Lord, and do not the things
which I say?
47 Whosoever cometh to me, and heareth my sayings, and
doeth them, I will show you to whom he is like:
48 He is like a man which built an house, and digged deep,
and laid the foundation on a rock: and when the flood
arose, the stream beat vehemently upon that house, and
could not shake it: for it was founded upon a rock.
49 But he that heareth, and doeth not, is like a man that
without a foundation built an house upon the earth; against
which the stream did beat vehemently, and immediately it
fell; and the ruin of that house was great.