Luke, Chapter 9 Modern Greek

01 ΣΥΓΚΑΛΕΣΑΣ δε τους δώδεκα μαθητάς αυτού, έδωκεν εις αυτούς δύναμιν και εξουσίαν κατά πάντων των δαιμονίων, και να θεραπεύωσι νόσους.
02 Και απέστειλεν αυτούς δια να κηρύττωσι την βασιλείαν του Θεού, και να ιατρεύωσι τους ασθενούντας.
03 Και είπε προς αυτούς, Μη βαστάζετε μηδέν εις την οδόν, μήτε ράβδους, μήτε σακκίον, μήτε άρτον, μήτε αργύριον, μήτε
να έχητε ανά δύο χιτώνας.
04 Και εις ήντινα οικίαν εισέλθητε, εκεί μένετε, και εκείθεν εξέρχεσθε.
05 Και όσοι δεν σας δεχθώσιν, εξερχόμενοι απο της πόλεως εκείς, αποτινάξατε και τον κονιορτόν απο των ποδών σας δια μαρτυρίαν κατ' αυτών.
06 Εξερχόμενοι δε διήρχοντο απο κώμης εις κώμην, κηρύττοντες το ευαγγέλιον και θεραπεύοντες πανταχού.
07  Ήκουσε δε Ηρώδης ο τετράρχης πάντα τα γινόμενα υπ' αυτού  και ήτο εν απορία, διότι ελέγετο υπό τινων, ότι ο Ιωάννης ανέστη εκ νεκρών
08 υπό τινων δε, ότι ο Ηλίας εφάνη  υπ' άλλων δε, ότι ανέστη εις των αρχαίων προφητών.
09 Και είπεν ο Ηρώδης, Τον Ιωάννην εγώ απεκεφάλισα  τις δε είναι ούτος, περί του οποίου εγώ ακούω τοιαύτα ; και εζήτει να ίδη αυτόν.
10 Και υποστρέψοντες οι απόστολοι διηγήθησαν προς αυτόν όσα έπραξαν  και παραλαβών αυτούς, απεσύρθη κατ' ιδίαν εις τόπον έρημον πόλεώς τινος ονομαζομένης Βηθσαϊδά.
11 οι δε όχλοι νοήσαντες, ϋκολούθησαν αυτόν  και δεχθείς αυτούς, ελάλει προς αυτούς περί της βασιλείας του Θεού, και τους έχοντας χρείαν θεραπείας ιάτρευεν.
12 Η δε ημέρα ήρχισε να κλίνη  και προσελθόντες οι δώδεκα είπον προς αυτόν, Απόλυσον τον όχλον, διά να υπάγωσιν εις τας πέριξ κώμας και τους αγρούς, και να καταλύσωσι, και να εύρωσι τροφάς  διότι εδώ είμεθα εν ερήμω τόπω.
13 Και είπε προς αυτούς, Δότε σείς εις αυτούς να φάγωσιν. Οι δε είπον, Ημείς δεν έχομεν πλειότερον παρά πέντε άρτους και δύο ιχθύας, εκτός εάν υπάγωμεν ημείς και αγοράσωμεν τροφάς δι' όλον τον λαόν τούτον.
14 Διότι ήσαν ως πεντακισχίλιοι άνδρες. Και είπε προς τους μαθητάς αυτού, Καθίσατε αυτούς κατά αθροίσματα ανά πεντήκοντα.
15 Και έπραξαν ούτω, και εκάθισαν άπαντας.
16 Λαβών δε τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, ανέβλεψεν εις τον ουρανόν, και ευλόγησεν αυτούς, και κατέκοψε, και έδιδε εις τους μαθητάς δια να βάλλωσι έμπροσθεν του όχλου.
17 Και έφαγον, και εχορτάσθησαν πάντες  και εσηκώθη το περισσεύσαν εις αυτούς εκ των κλασμάτων, δώδεκα κοφίνια.
18 Και ενω αυτός προσηύχετο καταμόνας , ήσαν μετ' αυτού οι μαθηταί  και ηρώτησεν αυτούς, λέγων, Τίνα με λέγουσιν οι όχλοι ότι είμαι;
19 Οι δε αποκριθέντες είπον, Ιωάννην τον Βαπτιστήν  άλλοι δε Ηλίαν  άλλοι δε, ότι ανέστη τις των αρχαίων προφητών.
20 Είπε δε προς αυτούς, Σεις δε τίνα με λέγετε ότι είμαι; Και αποκριθείς ο Πέτρος είπε , Τον Χριστόν του Θεού.
21 Ο δε προσέταξεν αυτούς σφοδρώς και παρήγγειλε να μη είπωσιν εις μηδένα τούτο,
22 ειπών, Ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να πάθη πολλα, και να καταφρονηθή απο των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων , και να θανατωθή, και τη τρίτη ημέρα να αναστηθή.
23  Έλεγε δε προς πάντας , Εαν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν, και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού καθ'
ημέραν , και άς με ακολουθή.
24 Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν  και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν εμού, ούτος θέλει σώσει αυτήν.
25 Επειδή τι ωφελείται ο άνθρωπος, εαν κερδήση τον κόσμον όλον, εαυτόν δε απολέση η ζημωθή;
26 Διότι όστις επαισχυνθή δι' εμέ και τους λόγους μου, δια τούτον ο Υιός του ανθρώπου θέλει επαισχυνθή, όταν έλθη εν τη δόξη αυτού και του Πατρός και των αγίων αγγέλων.
27 Λέγω δε προς εσας αληθώς , Είναι τινές των εδώ ισταμένων, οίτινες δεν θέλουσι γευθή θάνατον, εωσού ίδωσι την βασιλείαν του Θεού.
28 Μετά δε τους λόγους τούτους παρήλθον εως οκτώ ημέραι, και παραλαβών τον Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον, ανέβη εις το όρος δια να προσευχηθή.
29 Και ενώ προσηύχετο , ηλλοιώθη η όψις του προσώπου αυτού, και τα ιμάτια αυτού έγειναν λευκά εξαστράπτοντα.
30 Και ιδού , άνδρες  δύο συνελάλουν μετ' αυτού, οίτινες ήσαν Μωυσής και Ηλίας
31οίτινες φανέντες εν δόξη, έλεγον τον θάνατον αυτού, τον οποίον έμελλε να εκπληρώση εν Ιερουσαλήμ.
32 Ο δε Πέτρος και οι μετ' αυτού ήσαν βεβηρημένοι υπο του ύπνου  και ότε εξύπνησαν, είδον την δόξαν αυτού , και τους δύο άνδρας τους ισταμένους μετ' αυτού.
33 Και ενω αυτοί εχωρίζοντο απ' αυτού , είπεν ο Πέτρος προς τον Ιησούν, Επιστάτα καλόν είναι να ήμεθα εδώ  και ας κάμωμεν τρείς σκηνάς , μιαν δια σε, και δια τον Μωύσήν μιαν , και μιαν δια τον Ηλίαν  μη εξεύρων τι λέγει.
34 Ενώ δε αυτός έλεγε ταύτα, ήλθε νεφέλη, και επεσκίάσεν αυτούς και εφοβήθησαν ότε εισήλθον εις την νεφέλην.
35 Και έγεινε φωνήν εκ της νεφέλης, λέγουσα, Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός αυτού ακούετε.
36 Και αφού έγεινεν η φωνή , ευρέθη ο Ιησούς μόνος. Και αυτοί εσιώπησαν , και προς ουδένα είπον εν εκείναις ταις ημέραις ουδέν εξ όσων είδον .
37 Την δε ακόλουθον ημέραν , ότε κατέβησαν απο του όρους, υπήντησεν αυτόν όχλος πολύς.
38 Και ιδού, άνθρωπος τις εκ του όχλου ανέκραξε, λέγων, Διδάσκαλε, δέομαί σου, επίβλεψον επι τον υιόν μου, διότι μονογενής μου είναι.
39 Και ιδού, δαιμόνιον πιάνει αυτόν , και εξαίφνης κράζει, και σπαράττει αυτόν μετά αφρού, και μόλις αναχωρεί απ' αυτού, συντρίβον αυτόν.
40 Και παρεκαλεσα τους μαθητάς σου δια να εκβάλωσιν αυτό, και δεν ηδυνήθησαν.
41 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν, Ώ γενεά άπιστος και διεστραμμένη , εως πότε θέλω είσθαι μεθ' υμών , και θέλω υπομένει υμάς; Φέρε τον υιόν σου εδώ .
42 Και ενώ αυτός έτι προσήρχετο, έρριψεν αυτόν κάτω το δαιμόνιον , και κατεσπάραξεν. Ο δε Ιησούς επετίμησε το πνεύμα το ακάθαρτον , και ιάτρευσε το παιδίον , και απέδωκεν αυτό εις τον πατέρα αυτού.
43 Εξεπλήττοντο δε πάντες επι την μεγαλειότητα του Θεού. Και ενώ πάντες εθαύμαζον δια πάντα όσα έκαμεν ο Ιησούς, είπε προς τους μαθητάς αυτού,
44 Βάλετε σεις εις τα ώτά σας τους λόγους τούτους  διότι ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδοθή εις χείρας ανθρώπων.
45 Εκείνοι όμως δεν ενόουν τον λόγον τούτον, και ήτο υποκεκρυμμένος απ' αυτών , δια να μη νοήσωσιν αυτόν και εφοβούντο να ερωτήσωσιν αυτόν περί του λόγου τούτου
46 Εισήλθε δε εις αυτούς διαλογισμός, τις τάχα εξ αυτών ήτο μεγαλήτερος.
47 Ο δε ίησούς ιδών τον διαλογισμόν της καρδίας αυτών, επίασε παιδίον , και έστησεν αυτό πλησίον εαυτού
48 και είπε προς αυτούς, Όστις δεχθή τούτο το παιδίον εις το όνομάμου , εμέ δέχεται  και όστις δεχθή εμέ , δέχεται τον αποστείλαντά με  διότι ο υπάρχων μικρότερος μεταξύ πάντων υμών , ούτος θέλει είσθαι μέγας.
49 Αποκριθείς δε ο Ιωάννης είπεν, Επιστάτα, είδομεν τινα εκβάλλοντα τα δαιμόνια εν τω ονόματί σου  και εμποδίσαμεν αυτόν, διότι δεν ακολουθεί μεθ' ημών.
50 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Μη εμποδίζετε  διότι όστις δεν είναι καθ' ημών είναι υπερ ημών.  Ματθ.ιβ'.30, Μαρκ. θ'. 39
51 ΚΑΙ ότε συνεπληρούντο αι ημέραι δια να αναληφθή, τότε αυτός έκαμε στερεάν απόφασιν να υπάγη εις Ιερουσαλήμ.
52 Και απέστειλεν έμπροσθεν αυτού μηνυτάς, οίτινες πορευθέντες εισήλθον εις κώμην Σαμαρειτών, δια να κάμωσιν ετοιμασίαν εις αυτόν.
53 Και δεν εδέχθησαν αυτόν, διότι εφαίνετο ότι επορεύετο εις Ιερουσαλήμ.
54 Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού Ιάκωβος και Ιωάννης, είπον, Κύριε, θέλεις να είπωμεν να καταβή πύρ απο του ουρανού, και να αφανίση αυτούς, καθώς και ο Ηλίας έκαμε;
55 Στραφείς δε επέπληξεν αυτούς, και είπε, Δεν εξεύρετε ποίου πνεύματος είσθε σεις
56 διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να απολέση ψυχάς ανθρώπων, αλλά να σώση. Και υπήγον εις άλλην κώμην.
57 Ενώ δε επορεύοντο, είπέ τις προς αυτόν καθ' οδόν, θέλω σε ακολουθήσει όπου αν υπάγης, Κύριε.
58 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς, και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την κεφαλήν.
59 Είπε δε προς άλλον, Ακολούθει μοι. Ο δε είπε, Κύριε, συγχώρησόν μοι να υπάγω πρώτον να θάψω τον πατέρα μου.
60 Και ο Ιησούς είπε προς αυτον,  Άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς  συ δε απελθών κήρυττε την βασιλείαν του Θεού.
61 Είπε δε και άλλος, Θέλω σε ακολουθήσει, κύριε  πρώτον όμως συγχώρησόν μοι να αποχαιρετήσω τους εις τον οίκόν μου.
62 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Ουδείς βαλών την χείρα αυτού επί άροτρον, και βλέπων εις τα οπίσω, είναι αρμόδιος δια την βασιλείαν του θεού.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Luke, Chapter 9 Demotic Greek

1. Κάποτε ο Ιησούς κάλεσε όλους μαζί τους δώδεκα μαθητές του και τους έδωσε δύναμη και εξουσία εναντίον όλων των δαιμονίων, όπως επίσης και για να θεραπεύουν αρρώστιες.
2. Έπειτα τους έστειλε για να διακηρύττουν τη βασιλεία του Θεού και να γιατρεύουν τους αρρώστους.
3. Τους είπε λοιπόν: «Μην κουβαλάτε τίποτε στο δρόμο, ούτε ράβδο ούτε σακίδιο ούτε ψωμί ούτε χρήματα ούτε να έχετε από δύο πουκάμισα.
4. Και σε όποιο σπίτι μπείτε, εκεί να μένετε και από εκεί να αναχωρείτε.
5. Και σε όσες περιπτώσεις δε σας δεχτούν, καθώς εγκαταλείπετε την πόλη εκείνη τινάξτε ακόμα και τη σκόνη από τα πόδια σας για μαρτυρική απόδειξη εναντίον τους».
6. Έκαναν λοιπόν εξορμήσεις και περιόδευαν ένα ένα τα χωριά διαδίδοντας το καλό μήνυμα και θεραπεύοντας παντού.
7. Άκουσε και ο Ηρώδης όλα όσα έκανε ο Ιησούς και βρισκόταν σε μεγάλη απορία, γιατί μερικοί έλεγαν ότι ο Ιωάννης έχει αναστηθεί από τους νεκρούς·
8. άλλοι έλεγαν ότι εμφανίστηκε ο Ηλίας κι άλλοι ότι αναστήθηκε κάποιος από τους αρχαίους προφήτες.
9. Και είπε ο Ηρώδης: «Τον Ιωάννη, εγώ, τον αποκεφάλισα. Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, για τον οποίο ακούω τέτοια πράγματα;». Και ζητούσε να τον δει.
10. Όταν οι απόστολοι επέστρεψαν, διηγήθηκαν στον Ιησού όσα έκαναν. Τους πήρε τότε ιδιαιτέρως μαζί του και αποτραβήχτηκε σε κάποια ερημική τοποθεσία, που ανήκει σε μια πόλη που ονομάζεται Βηθσαϊδά.
11. Το έμαθαν όμως τα πλήθη και τον ακολούθησαν. Κι αυτός, αφού τους δέχτηκε, άρχισε να τους μιλάει για τη βασιλεία του Θεού και όσους είχαν ανάγκη από θεραπεία τους θεράπευε.
12. Στο μεταξύ η μέρα άρχισε να φτάνει στο τέλος της. Τον πλησίασαν λοιπόν οι δώδεκα και του είπαν: «Απέλυσε τον κόσμο, για να πάνε και να βρουν κατάλυμα και φαγώσιμα στα γύρω χωριά και στις αγροικίες, γιατί εδώ που βρισκόμαστε είναι ερημιά».
13. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Κι απάντησαν εκείνοι: «Εμείς δεν έχουμε τίποτε περισσότερο από πέντε ψωμιά και δυο ψάρια, εκτός πια κι αν πάμε ν' αγοράσουμε τρόφιμα για όλο αυτόν τον κόσμο!».
14. Γιατί ήταν γύρω στους πέντε χιλιάδες άντρες. Είπε τότε στους μαθητές του: «Βάλτε τους να καθίσουν καταγής για φαγητό κατά ομάδες των πενήντα ατόμων».
15. Έτσι κι έκαναν λοιπόν και τους έβαλαν όλους να καθίσουν για φαγητό.
16. Πήρε τότε ο Ιησούς τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια κι αφού ανασήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε. Έπειτα τα έκοψε σε κομμάτια και άρχισε να τα δίνει στους μαθητές του για να τα προσφέρουν στον κόσμο.
17. Έφαγαν λοιπόν όλοι και χόρτασαν, και σήκωσαν τα κομμάτια που τους περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα!
18. Μια άλλη φορά, καθώς ο Ιησούς προσευχόταν μόνος του, μαζεύτηκαν κοντά του οι μαθητές κι εκείνος τους ρώτησε:
19. «Ποιος λέει ο κόσμος ότι είμαι;». Και οι μαθητές αποκρίθηκαν: «Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής, άλλοι πάλι, ο Ηλίας, κι άλλοι ότι αναστήθηκε ένας από τους αρχαίους προφήτες».
20. Τότε τους ρώτησε: «Αλλά εσείς; Ποιος λέτε πως είμαι;». Αποκρίθηκε ο Πέτρος και είπε: «Ο Χριστός του Θεού».
21. Κι εκείνος αφού τους έκανε αυστηρές συστάσεις, τους πρόσταξε να μην το πουν αυτό σε κανέναν,
22. διευκρινίζοντας πως ο Γιος του Ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και από τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί και την τρίτη μέρα να αναστηθεί.
23. Κι έλεγε σε όλους: «Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώνει καθημερινά το σταυρό του και ας με ακολουθεί.
24. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, και όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου, αυτός θα τη σώσει.
25. Τι ωφελείται επομένως ο άνθρωπος έστω κι αν κερδίσει όλο τον κόσμο αλλά χαθεί ο ίδιος ή ζημιωθεί;
26. Γιατί όποιος ντραπεί για μένα και τη διδαχή μου, γι' αυτόν θα ντραπεί και ο Γιος του Ανθρώπου όταν έρθει με τη δόξα τη δική του, του πατέρα και των αγίων αγγέλων.
27. Και σας βεβαιώνω, πως πραγματικά υπάρχουν μερικοί απ' αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού».
28. Είχαν περάσει οχτώ περίπου μέρες αφότου είπε τα λόγια αυτά, όταν πήρε μαζί του τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί.
29. Και την ώρα που προσευχόταν η όψη του προσώπου του άλλαξε και τα ρούχα του έγιναν λευκά αστραποβόλα.
30. Και ξαφνικά είδαν να συνομιλούν μαζί του δυο άντρες. Κι αυτοί ήταν ο Μωυσής και ο Ηλίας,
31. που φανερώθηκαν περιβλημένοι με δόξα και μιλούσαν για το θάνατό του, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στην Ιερουσαλήμ.
32. Και παρόλο που τον Πέτρο κι εκείνους που ήταν μαζί του τους βάραινε η νύστα, εντούτοις ξαγρύπνησαν και είδαν τη δόξα του και τους δύο άντρες που στέκονταν μαζί του.
33. Έτσι, λοιπόν, την ώρα που εκείνοι αποχωρίζονταν απ' αυτόν, είπε ο Πέτρος στον Ιησού: «Δάσκαλε, καλά είναι να μείνουμε εδώ και να στήσουμε τρεις σκηνές, μια για σένα, μια για τον Μωυσή και μια για τον Ηλία», χωρίς να συνειδητοποιήσει τι λέει!
34. Κι ενώ τα έλεγε αυτά, ήρθε και τους σκέπασε μια νεφέλη και φοβήθηκαν μόλις εκείνοι μπήκαν μέσα στη νεφέλη.
35. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τη νεφέλη, που έλεγε: «Αυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός. Αυτόν ν' ακούτε»!
36. Και μόλις ακούστηκε η φωνή, ο Ιησούς βρέθηκε μόνος. Κι αυτοί δε μίλησαν, και τις μέρες εκείνες δε διηγήθηκαν σε κανέναν τίποτε απ' όσα είχαν δει.
37. Όταν λοιπόν την άλλη μέρα κατέβηκαν από το βουνό, τους συνάντησε πολύς κόσμος.
38. Εμφανίστηκε τότε κάποιος μέσα από το πλήθος και είπε φωναχτά: «Δάσκαλε, σε ικετεύω ρίξε μια ματιά στο γιο μου, που είναι το μοναχοπαίδι μου,
39. γιατί τον κυριεύει κάποιο πνεύμα και τον κάνει ξαφνικά να φωνάζει και να σπαρταράει βγάζοντας αφρούς και πολύ δύσκολα τον εγκαταλείπει, με αποτέλεσμα να τον εξαντλεί τελείως.
40. Και τους μαθητές σου τους ικέτεψα να το βγάλουν αλλά δεν μπόρεσαν».
41. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Άπιστη γενιά και διαστραμμένη! Ως πότε θα βρίσκομαι ανάμεσά σας και θα σας υπομένω; Φέρε εδώ το γιο σου».
42. Και καθώς ακόμα αυτός προχωρούσε για να πλησιάσει τον Ιησού, τον έριξε κάτω το δαιμόνιο κάνοντάς τον να σπαρταράει ολόκληρος. Τότε ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα και γιάτρεψε το παιδί και τον παρέδωσε στον πατέρα του.
43. Κι όλοι έμεναν κατάπληκτοι μπρος στο μεγαλείο του Θεού!
44. Έτσι, ενώ όλοι θαύμαζαν για όλα όσα έκανε ο Ιησούς, εκείνος είπε στους μαθητές του: «Εντυπώστε στην ακοή σας τα λόγια τούτα: Ο Γιος του Ανθρώπου θα παραδοθεί εξάπαντος σε χέρια ανθρώπων».
45. Εκείνοι όμως δεν μπορούσαν να μπουν στο νόημα των λόγων αυτών, καθώς ήταν συγκαλυμμένο γι' αυτούς για να μην το καταλάβουν. Μα και να τον ρωτήσουν για το νόημα των λόγων αυτών δεν τολμούσαν.
46. Στο μεταξύ μπήκε μέσα τους η σκέψη για το ποιος απ' αυτούς είναι ο ανώτερος.
47. Ο Ιησούς όμως, που είδε το στοχασμό της καρδιάς τους, πήρε ένα παιδί, το έβαλε να σταθεί κοντά του
48. και τους είπε: «Όποιος δεχτεί το παιδί αυτό στο όνομά μου, εμένα δέχεται. Και όποιος δεχτεί εμένα, δέχεται εκείνον που με απέστειλε. Όποιος, επομένως, είναι ο πιο ασήμαντος ανάμεσα σε όλους σας, αυτός είναι ο ανώτερος».
49. Μίλησε τότε ο Ιωάννης και είπε: «Δάσκαλε, είδαμε κάποιον να βγάζει δαιμόνια στ' όνομά σου, και τον εμποδίσαμε, γιατί δε μας ακολουθεί».
50. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Μην τον εμποδίζετε, γιατί όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας».
51. Κι όταν πια κόντευαν να συμπληρωθούν οι μέρες για την ανάληψή του, έθεσε σαν αμετάκλητο σκοπό του να πάει στην Ιερουσαλήμ.
52. Έτσι, έστειλε αγγελιαφόρους πριν πάει ο ίδιος, οι οποίοι πήγαν και μπήκαν σ' ένα χωριό των Σαμαρειτών, για να κάνουν τις προετοιμασίες για τον ερχομό του.
53. Δεν τον δέχτηκαν όμως οι Σαμαρείτες, επειδή ο σκοπός του ήταν να πάει στην Ιερουσαλήμ.
54. Όταν το είδαν αυτό ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι μαθητές του, του είπαν: «Κύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατέβει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει, όπως έκανε ο Ηλίας;».
55. Στράφηκε τότε ο Ιησούς και τους επέπληξε λέγοντας: «Δεν ξέρετε τι είδους πνεύμα πρέπει να σας διακρίνει εσάς.
56. Ο Γιος του Ανθρώπου δεν ήρθε για να εξολοθρέψει ανθρώπινες ψυχές αλλά για να σώσει». Και ξεκίνησαν για άλλο χωριό.
57. Καθώς βάδιζαν λοιπόν στο δρόμο, του είπε κάποιος: «Θα σε ακολουθήσω, Κύριε, όπου κι αν πας».
58. Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Οι αλεπούδες έχουν καταφύγια και τα πουλιά τ' ουρανού φωλιές. Αλλ' ο Γιος του Ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».
59. Είπε επίσης σ' έναν άλλον: «Ακολούθα με». Κι εκείνος απάντησε: «Κύριε, επίτρεψε μου να πάω και να θάψω πρώτα τον πατέρα μου».
60. Αλλ' ο Ιησούς του είπε: «Άσε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς και πήγαινε εσύ και κήρυττε τη βασιλεία του Θεού».
61. Κι ένας άλλος πάλι, διαφορετικός αυτός, του είπε: «Θα σε ακολουθήσω, Κύριε, αλλά επίτρεψέ με πρώτα να αποχαιρετήσω τους δικούς μου».
62. Σ' αυτόν, ο Ιησούς είπε: «Κανένας, που βάζει το χέρι του στο αλέτρι και κοιτάζει κατόπιν πίσω, δεν είναι κατάλληλα προετοιμασμένος για τη βασιλεία του Θεού».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew 1

Luke, Chapter 9 Ancient Greek

1. Συγκαλεσάμενος δὲ τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς δύναμιν καὶ ἐξουσίαν ἐπὶ πάντα τὰ δαιμόνια καὶ νόσους θεραπεύειν·

2. καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς κηρύσσειν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἰᾶσθαι τοὺς ἀσθενοῦντας,

3. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδὲν αἴρετε εἰς τὴν ὁδόν, μήτε ῥάβδους μήτε πήραν μήτε ἄρτον μήτε ἀργύριον μήτε ἀνὰ δύο χιτῶνας ἔχειν.

4. καὶ εἰς ἣν ἂν οἰκίαν εἰσέλθητε, ἐκεῖ μένετε καὶ ἐκεῖθεν ἐξέρχεσθε.

5. καὶ ὅσοι ἐὰν μὴ δέξωνται ὑμᾶς, ἐξερχόμενοι ἀπὸ τῆς πόλεως ἐκείνης καὶ τὸν κονιορτὸν ἀπὸ τῶν ποδῶν ὑμῶν ἀποτινάξατε εἰς μαρτύριον ἐπ' αὐτούς.

6. ἐξερχόμενοι δὲ διήρχοντο κατὰ τὰς κώμας εὐαγγελιζόμενοι καὶ θεραπεύοντες πανταχοῦ.

7. Ἤκουσε δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γινόμενα ὑπ' αὐτοῦ πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἐγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν,

8. ὑπό τινων δὲ ὅτι Ἠλίας ἐφάνη, ἄλλων δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη.

9. καὶ εἶπεν ὁ Ἡρῴδης· Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα; καὶ ἐζήτει ἰδεῖν αὐτόν.

10. Καὶ ὑποστρέψαντες οἱ ἀπόστολοι διηγήσαντο αὐτῷ ὅσα ἐποίησαν. καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ὑπεχώρησε κατ' ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλουμένης Βηθσαϊδά.

11. οἱ δὲ ὄχλοι γνόντες ἠκολούθησαν αὐτῷ, καὶ δεξάμενος αὐτοὺς ἐλάλει αὐτοῖς περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καὶ τοὺς χρείαν ἔχοντας θεραπείας ἰάσατο.

12. Ἡ δὲ ἡμέρα ἤρξατο κλίνειν· προσελθόντες δὲ οἱ δώδεκα εἶπον αὐτῷ· ἀπόλυσον τὸν ὄχλον, ἵνα πορευθέντες εἰς τὰς κύκλῳ κώμας καὶ τοὺς ἀγροὺς καταλύσωσι καὶ εὕρωσιν ἐπισιτισμόν, ὅτι ὧδε ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἐσμέν.

13. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ εἶπον· οὐκ εἰσὶν ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο, εἰ μήτι πορευθέντες ἡμεῖς ἀγοράσωμεν εἰς πάντα τὸν λαὸν τοῦτον βρώματα·

14. ἦσαν γὰρ ὡσεὶ ἄνδρες πεντακισχίλιοι. εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· κατακλίνατε αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα.

15. καὶ ἐποίησαν οὕτω καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας.

16. λαβὼν δὲ τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ κατέκλασε, καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς παραθεῖναι τῷ ὄχλῳ.

17. καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων κόφινοι δώδεκα.

18. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας, συνῆσαν αὐτῷ οἱ μαθηταί, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτοὺς λέγων·

19. τίνα με λέγουσιν οἱ ὄχλοι εἶναι; οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη.

20. εἶπε δὲ αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε· τὸν Χριστὸν τοῦ Θεοῦ.

21. Ὁ δὲ ἐπιτιμήσας αὐτοῖς παρήγγειλε μηδενὶ λέγειν τοῦτο,

22. εἰπὼν ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων, καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.

23. Ἔλεγε δὲ πρὸς πάντας· εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ' ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι.

24. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, οὗτος σώσει αὐτήν.

25. τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος κερδήσας τὸν κόσμον ὅλον, ἑαυτὸν δὲ ἀπολέσας ἢ ζημιωθείς;

26. ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους, τοῦτον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται, ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ τοῦ πατρὸς καὶ τῶν ἁγίων ἀγγέλων.

27. λέγω δὲ ὑμῖν ἀληθῶς, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἳ οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

28. Ἐγένετο δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.

29. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων.

30. καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας,

31. οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ.

32. ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ· διαγρηγορήσαντες δὲ εἶδον τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ.

33. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς ἀπ' αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει.

34. ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη καὶ ἐπεσκίασεν αὐτούς· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν αὐτοὺς εἰς τὴν νεφέλην·

35. καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε·

36. καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος. καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν καὶ οὐδενὶ ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν.

37. Ἐγένετο δὲ ἐν τῇ ἑξῆς ἡμέρᾳ κατελθόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους συνήντησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς.

38. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ ὄχλου ἐβόησε λέγων· διδάσκαλε, δέομαί σου, ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸν υἱόν μου, ὅτι μονογενής μοί ἐστι·

39. καὶ ἰδοὺ πνεῦμα λαμβάνει αὐτόν, καὶ ἐξαίφνης κράζει καὶ σπαράσσει αὐτὸν μετὰ ἀφροῦ, καὶ μόγις ἀποχωρεῖ ἀπ' αὐτοῦ συντρῖβον αὐτόν·

40. καὶ ἐδεήθην τῶν μαθητῶν σου ἵνα ἐκβάλωσιν αὐτό, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν.

41. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη, ἕως πότε ἔσομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἀνέξομαι ὑμῶν; προσάγαγε τὸν υἱόν σου ὧδε.

42. ἔτι δὲ προσερχομένου αὐτοῦ ἔρρηξεν αὐτὸν τὸ δαιμόνιον καὶ συνεσπάραξεν· ἐπετίμησε δὲ ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ, καὶ ἰάσατο τὸν παῖδα καὶ ἀπέδωκεν αὐτὸν τῷ πατρὶ αὐτοῦ.

43. ἐξεπλήσσοντο δὲ πάντες ἐπὶ τῇ μεγαλειότητι τοῦ Θεοῦ. Πάντων δὲ θαυμαζόντων ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, εἶπε πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ·

44. θέσθε ὑμεῖς εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν τοὺς λόγους τούτους· ὁ γὰρ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μέλλει παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων.

45. οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα τοῦτο, καὶ ἦν παρακεκαλυμμένον ἀπ' αὐτῶν ἵνα μὴ αἴσθωνται αὐτό, καὶ ἐφοβοῦντο ἐρωτῆσαι αὐτὸν περὶ τοῦ ῥήματος τούτου.

46. Εἰσῆλθε δὲ διαλογισμὸς ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς ἂν εἴη μείζων αὐτῶν.

47. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἰδὼν τὸν διαλογισμὸν τῆς καρδίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενος παιδίου ἔστησεν αὐτὸ παρ' ἑαυτῷ

48. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὃς ἐὰν δέξηται τοῦτο τὸ παιδίον ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται, καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ γὰρ μικρότερος ἐν πᾶσιν ὑμῖν ὑπάρχων, οὗτός ἐστι μέγας.

49. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰωάννης εἶπεν· ἐπιστάτα, εἴδομέν τινα ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτόν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ μεθ' ἡμῶν.

50. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· μὴ κωλύετε· οὐ γάρ ἐστι καθ' ὑμῶν· ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ' ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν.

51. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὰς ἡμέρας τῆς ἀναλήψεως αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἐστήριξε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τοῦ πορεύεσθαι εἰς Ἱερουσαλήμ,

52. καὶ ἀπέστειλεν ἀγγέλους πρὸ προσώπου αὐτοῦ. καὶ πορευθέντες εἰσῆλθον εἰς κώμην Σαμαρειτῶν, ὡς ἑτοιμάσαι αὐτῷ·

53. καὶ οὐκ ἐδέξαντο αὐτόν, ὅτι τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἦν πορευόμενον εἰς Ἱερουσαλήμ.

54. ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης εἶπον· Κύριε, θέλεις εἴπωμεν πῦρ καταβῆναι ἀπὸ οὐρανοῦ καὶ ἀναλῶσαι αὐτούς, ὡς καὶ Ἠλίας ἐποίησε;

55. στραφεὶς δὲ ἐπετίμησεν αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματός ἐστε ὑμεῖς·

56. ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε ψυχὰς ἀνθρώπων ἀπολέσαι, ἀλλὰ σῶσαι. καὶ ἐπορεύθησαν εἰς ἑτέραν κώμην.

57. Ἐγένετο δὲ πορευομένων αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ εἶπέ τις πρὸς αὐτόν· ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ, Κύριε.

58. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.

59. Εἶπε δὲ πρὸς ἕτερον· ἀκολούθει μοι. ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι ἀπελθόντι πρῶτον θάψαι τὸν πατέρα μου.

60. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

61. Εἶπε δὲ καὶ ἕτερος· ἀκολουθήσω σοι, Κύριε· πρῶτον δὲ ἐπίτρεψόν μοι ἀποτάξασθαι τοῖς εἰς τὸν οἶκόν μου.

62. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτόν· οὐδεὶς ἐπιβαλὼν τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ' ἄροτρον καὶ βλέπων εἰς τὰ ὀπίσω εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Luke, Chapter 9 (KJV)

1. Then he called his twelve disciples together, and gave them power and authority over all devils, and to cure diseases.
2. And he sent them to preach the kingdom of God, and to heal the sick.
3. And he said unto them, Take nothing for your journey, neither staves, nor scrip, neither bread, neither money; neither have two coats apiece.
4. And whatsoever house ye enter into, there abide, and thence depart.
5. And whosoever will not receive you, when ye go out of that city, shake off the very dust from your feet for a testimony against them.
6. And they departed, and went through the towns, preaching the gospel, and healing every where.
7. Now Herod the tetrarch heard of all that was done by him: and he was perplexed, because that it was said of some, that John was risen from the dead;
8. And of some, that Elias had appeared; and of others, that one of the old prophets was risen again.
9. And Herod said, John have I beheaded: but who is this, of whom I hear such things? And he desired to see him.
10. And the apostles, when they were returned, told him all that they had done. And he took them, and went aside privately into a desert place belonging to the city called Bethsaida.
11. And the people, when they knew it , followed him: and he received them, and spake unto them of the kingdom of God, and healed them that had need of healing.
12. And when the day began to wear away, then came the twelve, and said unto him, Send the multitude away, that they may go into the towns and country round about, and lodge, and get victuals: for we are here in a desert place.
13. But he said unto them, Give ye them to eat. And they said, We have no more but five loaves and two fishes; except we should go and buy meat for all this people.
14. For they were about five thousand men. And he said to his disciples, Make them sit down by fifties in a company.
15. And they did so, and made them all sit down.
16. Then he took the five loaves and the two fishes, and looking up to heaven, he blessed them, and brake, and gave to the disciples to set before the multitude.
17. And they did eat, and were all filled: and there was taken up of fragments that remained to them twelve baskets.
18. And it came to pass, as he was alone praying, his disciples were with him: and he asked them, saying, Whom say the people that I am?
19. They answering said, John the Baptist; but some say , Elias; and others say , that one of the old prophets is risen again.
20.  He said unto them, But whom say ye that I am? Peter answering said, The Christ of God.
21. And he straitly charged them, and commanded them to tell no man that thing;
22. Saying, The Son of man must suffer many things, and be rejected of the elders and chief priests and scribes, and be slain, and be raised the third day.
23. And he said to them all, If any man will come after me, let him deny himself, and take up his cross daily, and follow me.
24. For whosoever will save his life shall lose it: but whosoever will lose his life for my sake, the same shall save it.
25. For what is a man advantaged, if he gain the whole world, and lose himself, or be cast away?
26. For whosoever shall be ashamed of me and of my words, of him shall the Son of man be ashamed, when he shall come in his own glory, and in his Father's, and of the holy angels.
27. But I tell you of a truth, there be some standing here, which shall not taste of death, till they see the kingdom of God.
28. And it came to pass about an eight days after these sayings, he took Peter and John and James, and went up into a mountain to pray.
29. And as he prayed, the fashion of his countenance was altered, and his raiment was white and glistering.
30. And, behold, there talked with him two men, which were Moses and Elias:
31. Who appeared in glory, and spake of his decease which he should accomplish at Jerusalem.
32. But Peter and they that were with him were heavy with sleep: and when they were awake, they saw his glory, and the two men that stood with him.
33. And it came to pass, as they departed from him, Peter said unto Jesus, Master, it is good for us to be here: and let us make three tabernacles; one for thee, and one for Moses, and one for Elias: not knowing what he said.
34. While he thus spake, there came a cloud, and overshadowed them: and they feared as they entered into the cloud.
35. And there came a voice out of the cloud, saying, This is my beloved Son: hear him.
36. And when the voice was past, Jesus was found alone. And they kept it close, and told no man in those days any of those things which they had seen.
37. And it came to pass, that on the next day, when they were come down from the hill, much people met him.
38. And, behold, a man of the company cried out, saying, Master, I beseech thee, look upon my son: for he is mine only child.
39. And, lo, a spirit taketh him, and he suddenly crieth out; and it teareth him that he foameth again, and bruising him hardly departeth from him.
40. And I besought thy disciples to cast him out; and they could not.
41. And Jesus answering said, O faithless and perverse generation, how long shall I be with you, and suffer you? Bring thy son hither.
42. And as he was yet a coming, the devil threw him down, and tare him . And Jesus rebuked the unclean spirit, and healed the child, and delivered him again to his father.
43. And they were all amazed at the mighty power of God. But while they wondered every one at all things which Jesus did, he said unto his disciples,
44. Let these sayings sink down into your ears: for the Son of man shall be delivered into the hands of men.
45. But they understood not this saying, and it was hid from them, that they perceived it not: and they feared to ask him of that saying.
46. Then there arose a reasoning among them, which of them should be greatest.
47. And Jesus, perceiving the thought of their heart, took a child, and set him by him,
48. And said unto them, Whosoever shall receive this child in my name receiveth me: and whosoever shall receive me receiveth him that sent me: for he that is least among you all, the same shall be great.
49. And John answered and said, Master, we saw one casting out devils in thy name; and we forbad him, because he followeth not with us.
50. And Jesus said unto him, Forbid him not: for he that is not against us is for us.
51. And it came to pass, when the time was come that he should be received up, he stedfastly set his face to go to Jerusalem,
52. And sent messengers before his face: and they went, and entered into a village of the Samaritans, to make ready for him.
53. And they did not receive him, because his face was as though he would go to Jerusalem.
54. And when his disciples James and John saw this , they said, Lord, wilt thou that we command fire to come down from heaven, and consume them, even as Elias did?
55. But he turned, and rebuked them, and said, Ye know not what manner of spirit ye are of.
56. For the Son of man is not come to destroy men's lives, but to save them. And they went to another village.
57. And it came to pass, that, as they went in the way, a certain man said unto him, Lord, I will follow thee whithersoever thou goest.
58. And Jesus said unto him, Foxes have holes, and birds of the air have nests; but the Son of man hath not where to lay his head.
59. And he said unto another, Follow me. But he said, Lord, suffer me first to go and bury my father.
60.  Jesus said unto him, Let the dead bury their dead: but go thou and preach the kingdom of God.
61. And another also said, Lord, I will follow thee; but let me first go bid them farewell, which are at home at my house.
62. And Jesus said unto him, No man, having put his hand to the plough, and looking back, is fit for the kingdom of God.