Acts, Chapter 1 Modern Greek

01 ΤΟΝ μεν πρώτον λόγον έκαμον, ω Θεόφιλε, περί πάντων όσα ήρχισεν ο Ιησούς να κάμνη και να διδάσκη,
02 μέχρι της ημέρας καθ' ήν ανελήφθη, αφού διά Πνεύματος Αγίου έδωκεν εντολάς εις τους αποστόλους, τους οποίους εξέλεξεν
03 εις τους οποίους και εφανέρωσεν εαυτόν ζώντα μετά το πάθος αυτού δια πολλών τεκμηρίων, εμφανιζόμενος εις αυτούς τεσσαράκοντα ημέρας, και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού.
04 Και συνερχόμενος μετ' αυτών παρήγγειλε να μη απομακρυνθώσιν από Ιεροσολύμων, αλλά να περιμένωσι την επαγγελίαν του Πατρός, την οποίαν ηκούσατε, είπε, παρ' εμού.
05 Διότι ο μεν Ιωάννης εβάπτισεν εν ύδατι, σεις όμως θέλετε βαπτισθή εν Πνεύματι Αγίω, ουχί μετά πολλάς ταύτας ημέρας.
06 Εκείνοι λοιπόν συνελθόντες ηρώτων αυτόν, λέγοντες, Κύριε, τάχα εν τω καιρώ τούτω αποκαθιστάνεις την βασιλείαν εις τον Ισραήλ;  Δαν.ζ'.27, Αμώς.θ'.11, Ησα.α'.26,
07 Είπε δε προς αυτούς, Δεν ανήκει εις εσάς να γνωρίζητε τους χρόνους ή τους καιρούς, τους οποίους ο Πατήρ έθεσεν εν τη ιδία αυτού εξουσία
08 αλλά θέλετε λάβει δύναμιν, όταν επέλθη το  'Αγιον Πνεύμα εφ' υμάς  και θέλετε είσθαι εις εμέ μάρτυρες και εν Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία, και έως εσχάτου της γης.
09 Και αφού είπε ταύτα, βλεπόντων αυτών ανελήφθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών.
10 Και ενώ ήσαν ατενίζοντες εις τον ουρανόν, ότε αυτός ανέβαινεν, ιδού, άνδρες δύο με ιμάτια λευκά εστάθησαν πλησίον αυτών
11 οίτινες και είπον,  'Ανδρες Γαλιλαίοι, τι ίστασθε εμβλέποντες εις τον ουρανόν; ούτος ο Ιησούς, όστις ανελήφθη αφ' υμών εις τον ουρανόν, θέλει ελθεί ούτω, καθ' όν τρόπον είδετε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν.
12 Τότε υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ από του όρους του καλουμένου Ελαιώνος, το οποίον είναι πλησίον της Ιερουσαλήμ, απέχον οδόν σαββάτου.
13 Και ότε εισήλθον, ανέβησαν εις το ανώγειον, όπου είχον το κατάλυμα ο Πέτρος και Ιάκωβος, και Ιωάννης και Ανδρέας, Φίλιπος και Θωμάς, Βαρθολομαίος και Ματθαίος, Ιάκωβος Αλφαίου και Σίμων ο Ζηλωτής, και Ιούδας Ιακώβου.
14 Ούτοι πάντες ενέμενον ομοθυμαδόν εις την προσευχήν και την δέησιν, μετά των γυναικών και Μαρίας της μητρός του Ιησού, και μετά των αδελφών αυτού.
15 Και εν ταις ημέραις ταύταις σηκωθείς ο Πέτρος εις το μέσον των μαθητών, είπεν, (ήτο δε ο αριθμός των εκεί παρόντων ως εκατόν είκοσιν )
16  'Ανδρες αδελφοί, έπρεπε να πληρωθή η γραφή αύτη, την οποίαν προείπε το Πνεύμα το  'Αγιον δια στόματος του Δαβίδ περί του Ιούδα, όστις έγεινεν οδηγός εις τους συλλαβόντας τον Ιησούν
17 διότι ήτο συνηριθμημένος με ημάς, και έλαβε την μερίδα της διακονίας ταύτης.
18 Ούτος λοιπόν απέκτησεν αγρόν εκ του μισθού της αδικίας, και πεσών πρόμυττα εσχίσθη εις το μέσον, και εξεχύθησαν όλα τα εντόσθια αυτού.
19 και έγεινε γνωστόν εις πάντας τους κατοικούντας την Ιερουσαλήμ, ώστε ο αγρός εκείνος ωνομάσθη εν τη ιδία αυτών διαλέκτω, Ακελδαμά, τουτέστιν, Αγρός αίματος.
20 Διότι είναι γεγραμμένον εν τω βιβλίω των Ψαλμών, "Ας γείνη η κατοικία αυτού έρημος, και ας μη ήναι ο κατοικών εν αυτή, " και,  "'Αλλος ας λάβη την επισκοπήν αυτού."
21 Πρέπει λοιπόν εκ των ανδρών οίτινες συνήλθον μεθ' ημών καθ' όλον τον καιρόν καθ' ον εισήλθε και εξήλθε προς ημάς ο Κύριος Ιησούς,
22 αρχίσας από του βαπτίσματος του Ιωάννου έως της εις εκ τούτων να γείνη μεθ' ημών μάρτυς της αναστάσεως αυτού.
23 Και έστησαν δύο, Ιωσήφ τον καλούμενον Βαρσαβάν, όστις επωνομάσθη Ιούστος, και Ματθίαν.
24 Και προσευχηθέντες είπον, Συ, Κύριε, καρδιογνώστα πάντων, ανάδειξον εκ των δύο τούτων ένα όντινα εξέλεξας,
25 διά να λάβη την μερίδα της διακονίας ταύτης και αποστολής, εκ της οποίας εξέπεσεν ο Ιούδας διά να απέλθη εις τον τόπον αυτού.
26 Και έδωκαν τους κλήρους αυτών  και έπεσεν ο κλήρος εις τον Ματθίαν, και συγκατεψηφίσθη μετά των ένδεκα αποστόλων._




































































Acts, Chapter 1 Demotic Greek

1. Την πρώτη εξιστόρηση ήδη την έκανα, Θεόφιλε, για όλα εκείνα που άρχισε να κάνει και να διδάσκει ο Ιησούς
2. ως την ημέρα που αναλήφθηκε, αφού πρώτα έδωσε εντολές με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, στους αποστόλους που είχε διαλέξει.
3. Σ' αυτούς παρουσιάστηκε ζωντανός μετά το θάνατό του, με πολλές αναμφισβήτητες αποδείξεις, εμφανιζόμενος σ' αυτούς για σαράντα μέρες και μιλώντας τους για τη βασιλεία του Θεού.
4. Συναναστρεφόμενος επίσης μαζί τους, τους παράγγειλε να μην απομακρυνθούν απο τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Πατέρα, «την οποία», είπε, «ακούσατε από μένα,
5. ότι ο Ιωάννης βάφτισε με νερό, εσείς όμως θα βαφτιστείτε με το Άγιο Πνεύμα πριν περάσουν πολλές μέρες».
6. Εκείνοι, λοιπόν, αφού μαζεύτηκαν όλοι, τον ρωτούσαν: «Κύριε, είναι τώρα ο καιρός που πρόκειται να αποκαταστήσεις τη βασιλεία στον Ισραήλ;».
7. Κι εκείνος τους είπε: «Δεν ανήκει σε σας το δικαίωμα να γνωρίζετε τους συγκεκριμένους χρόνους ή καιρούς, που ο Πατέρας έθεσε στη δική του αποκλειστική εξουσία.
8. Θα πάρετε όμως δύναμη, όταν έρθει το Άγιο Πνεύμα πάνω σας, και θα είστε μάρτυρές μου τόσο στην Ιερουσαλήμ όσο και σε όλη την Ιουδαία και στη Σαμάρεια κι ως τα πέρατα της γης».
9. Μετά που τα είπε αυτά κι ενώ εκείνοι τον έβλεπαν, ανυψώθηκε και μια νεφέλη τον πήρε και τον έκρυψε από τα μάτια τους.
10. Καθώς λοιπόν στέκονταν εκεί κοιτάζοντας στον ουρανό, την ώρα που εκείνος ανέβαινε, ξαφνικά στάθηκαν δίπλα τους δύο άντρες, ντυμένοι στα λευκά,
11. και τους είπαν: «Άντρες Γαλιλαίοι, γιατί στέκεστε εκεί με το βλέμμα σας προσηλωμένο στον ουρανό; Αυτός ο ίδιος ο Ιησούς, που αναλήφθηκε από ανάμεσά σας στον ουρανό, θα έρθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδατε να ανεβαίνει στον ουρανό».
12. Τότε επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ από το βουνό που ονομάζεται Όρος των Ελαιών, το οποίο είναι κοντά στην Ιερουσαλήμ, σε μια απόσταση τόση όση επιτρέπεται να βαδίζουν οι Ιουδαίοι την ημέρα του Σαββάτου.
13. Κι όταν μπήκαν στην πόλη, ανέβηκαν στο υπερώο, όπου συνήθιζαν να συγκεντρώνονται, ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Θωμάς, ο Βαρθολομαίος και ο Ματθαίος, ο Ιάκωβος του Αλφαίου και ο Σίμων ο Ζηλωτής, και ο Ιούδας του Ιακώβου.
14. Όλοι αυτοί, μαζί και με τις γυναίκες καθώς επίσης και με τη Μαρία, τη μητέρα του Ιησού και τους αδελφούς του, αφιέρωναν πολύ χρόνο σε προσευχή και δέηση με θέρμη και ομοψυχία.
15. Μια από τις μέρες εκείνες, σηκώθηκε ο Πέτρος ανάμεσα στους πιστούς, ενώ ο αριθμός των παρευρισκομένων ήταν γύρω στα εκατόν είκοσι άτομα, και είπε:
16. «Άντρες αδελφοί, δεν μπορούσε παρά να εκπληρωθεί η προφητεία εκείνη της Γραφής, που μέσω του Δαβίδ είπε το Άγιο Πνεύμα σχετικά με τον Ιούδα, ο οποίος έγινε ο οδηγός εκείνων που συνέλαβαν τον Ιησού,
17. μολονότι συγκαταλεγόταν μαζί μας και του είχε δοθεί η μερίδα της υπηρεσίας αυτής.
18. Αυτός, λοιπόν, ο άνθρωπος, με την αμοιβή που πήρε για την εγκληματική του πράξη, αγόρασε ένα χωράφι. Έπεσε όμως μπρούμυτα κάτω και σκίστηκε η κοιλιά του στη μέση και χύθηκαν έξω όλα τα εντόσθιά του.
19. Αυτό μαθεύτηκε σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Γι' αυτό και ονόμασαν το χωράφι εκείνο στη δική τους γλώσσα Ακελδαμά, που ελληνικά σημαίνει Χωράφι Αίματος.
20. Άλλωστε έχει προφητευθεί αυτό στο βιβλίο των Ψαλμών με τα λόγια: Έρημη ας καταστεί η έπαυλή του κι ας μην υπάρξει κανείς που να την κατοικεί. Κι επίσης: Το αξίωμά του κάποιος άλλος ας το πάρει.
21. »Πρέπει, λοιπόν, ένας από τους άντρες που συμπορεύτηκαν μαζί μας σ' όλο αυτό το διάστημα που μας συναναστράφηκε ο Κύριος Ιησούς ως την αναχώρησή του,
22. αρχίζοντας δηλαδή με το βάφτισμά του από τον Ιωάννη ως την ημέρα που αναλήφθηκε από ανάμεσά μας, ένας απ' αυτούς πρέπει να γίνει μαζί μας μάρτυρας της ανάστασής του».
23. Πρότειναν λοιπόν δύο: Τον Ιωσήφ, που τον έλεγαν Βαρσαββά και που κατόπιν τον ονόμασαν Ιούστο, και τον Ματθία.
24. Έπειτα προσευχήθηκαν και είπαν: «Κύριε, εσύ που γνωρίζεις τις καρδιές όλων, δείξε ποιον από τους δύο αυτούς διάλεξες
25. να πάρει τη μερίδα του σ' αυτή την υπηρεσία και αποστολή, από την οποία απομακρύνθηκε ο Ιούδας για να πάει στο δικό του τόπο».
26. Ύστερα έριξαν κλήρους κι ο κλήρος έπεσε στον Ματθία, που συγκαταλέχθηκε στους άλλους ένδεκα αποστόλους.












































Matthew 1

Acts, Chapter 1 Ancient Greek

1. Τὸν μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν,

2. ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη·

3. οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι' ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

4. καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου·

5. ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δε βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας.

6. οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;

7. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ,

8. ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ' ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.

9. καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν.

10. καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ,

11. οἳ καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ' ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.

12. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος, ὅ ἐστιν ἐγγὺς Ἱερουσαλήμ, σαββάτου ἔχον ὁδόν.

13. καὶ ὅτε εἰσῆλθον, ἀνέβησαν εἰς τὸ ὑπερῷον οὗ ἦσαν καταμένοντες, ὅ τε Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας, Φίλιππος καὶ Θωμᾶς, Βαρθολομαῖος καὶ Ματθαῖος, Ἰάκωβος Ἀλφαίου καὶ Σίμων ὁ Ζηλωτὴς καὶ Ἰούδας Ἰακώβου.

14. οὗτοι πάντες ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει σὺν γυναιξὶ καὶ Μαρίᾳ τῇ μητρὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ σὺν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ.

15. Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἀναστὰς Πέτρος ἐν μέσῳ τῶν μαθητῶν εἶπεν· ἦν τε ὄχλος ὀνομάτων ἐπὶ τὸ αὐτὸ ὡς ἑκατὸν εἴκοσιν·

16. ἄνδρες ἀδελφοί, ἔδει πληρωθῆναι τὴν γραφὴν ταύτην ἣν προεῖπε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον διὰ στόματος Δαυῒδ περὶ Ἰούδα τοῦ γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσι τὸν Ἰησοῦν,

17. ὅτι κατηριθμημένος ἦν σὺν ἡμῖν καὶ ἔλαχε τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης.

18. οὗτος μὲν οὖν ἐκτήσατο χωρίον ἐκ μισθοῦ τῆς ἀδικίας, καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ·

19. καὶ γνωστὸν ἐγένετο πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν Ἱερουσαλήμ, ὥστε κληθῆναι τὸ χωρίον ἐκεῖνο τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ αὐτῶν Ἀκελδαμά, τουτέστι χωρίον αἵματος.

20. γέγραπται γὰρ ἐν βίβλῳ ψαλμῶν· γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτοῦ ἔρημος καὶ μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ· καί· τὴν ἐπισκοπὴν αὐτοῦ λάβοι ἕτερος.

21. δεῖ οὖν τῶν συνελθόντων ἡμῖν ἀνδρῶν ἐν παντὶ χρόνῳ ἐν ᾧ εἰσῆλθε καὶ ἐξῆλθεν ἐφ' ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς,

22. ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ βαπτίσματος Ἰωάννου ἕως τῆς ἡμέρας ἧς ἀνελήφθη ἀφ' ἡμῶν, μάρτυρα τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ γενέσθαι σὺν ἡμῖν ἕνα τούτων.

23. Καὶ ἔστησαν δύο, Ἰωσὴφ τὸν καλούμενον Βαρσαββᾶν, ὃς ἐπεκλήθη Ἰοῦστος, καὶ Ματθίαν.

24. καὶ προσευξάμενοι εἶπον· σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξον ὃν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕνα,

25. λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς, ἐξ ἧς παρέβη Ἰούδας πορευθῆναι εἰς τὸν τόπον τὸν ἴδιον.

26. καὶ ἔδωκαν κλήρους αὐτῶν, καὶ ἔπεσεν ὁ κλῆρος ἐπὶ Ματθίαν, καὶ συγκατεψηφίσθη μετὰ τῶν ἕνδεκα ἀποστόλων.

 





































































Acts, Chapter 1 (KJV)

1. The former treatise have I made, O Theophilus, of all that Jesus began both to do and teach,
2. Until the day in which he was taken up, after that he through the Holy Ghost had given commandments unto the apostles whom he had chosen:
3. To whom also he shewed himself alive after his passion by many infallible proofs, being seen of them forty days, and speaking of the things pertaining to the kingdom of God:
4. And, being assembled together with them , commanded them that they should not depart from Jerusalem, but wait for the promise of the Father, which, saith he , ye have heard of me.
5. For John truly baptized with water; but ye shall be baptized with the Holy Ghost not many days hence.
6. When they therefore were come together, they asked of him, saying, Lord, wilt thou at this time restore again the kingdom to Israel?
7. And he said unto them, It is not for you to know the times or the seasons, which the Father hath put in his own power.
8. But ye shall receive power, after that the Holy Ghost is come upon you: and ye shall be witnesses unto me both in Jerusalem, and in all Judaea, and in Samaria, and unto the uttermost part of the earth.
9. And when he had spoken these things, while they beheld, he was taken up; and a cloud received him out of their sight.
10. And while they looked stedfastly toward heaven as he went up, behold, two men stood by them in white apparel;
11. Which also said, Ye men of Galilee, why stand ye gazing up into heaven? this same Jesus, which is taken up from you into heaven, shall so come in like manner as ye have seen him go into heaven.
12. Then returned they unto Jerusalem from the mount called Olivet, which is from Jerusalem a sabbath day's journey.
13. And when they were come in, they went up into an upper room, where abode both Peter, and James, and John, and Andrew, Philip, and Thomas, Bartholomew, and Matthew, James the son of Alphaeus, and Simon Zelotes, and Judas the brother of James.
14. These all continued with one accord in prayer and supplication, with the women, and Mary the mother of Jesus, and with his brethren.
15. And in those days Peter stood up in the midst of the disciples, and said, (the number of names together were about an hundred and twenty,)
16. Men and brethren, this scripture must needs have been fulfilled, which the Holy Ghost by the mouth of David spake before concerning Judas, which was guide to them that took Jesus.
17. For he was numbered with us, and had obtained part of this ministry.
18. Now this man purchased a field with the reward of iniquity; and falling headlong, he burst asunder in the midst, and all his bowels gushed out.
19. And it was known unto all the dwellers at Jerusalem; insomuch as that field is called in their proper tongue, Aceldama, that is to say, The field of blood.
20. For it is written in the book of Psalms, Let his habitation be desolate, and let no man dwell therein: and his bishoprick let another take.
21. Wherefore of these men which have companied with us all the time that the Lord Jesus went in and out among us,
22. Beginning from the baptism of John, unto that same day that he was taken up from us, must one be ordained to be a witness with us of his resurrection.
23. And they appointed two, Joseph called Barsabas, who was surnamed Justus, and Matthias.
24. And they prayed, and said, Thou, Lord, which knowest the hearts of all men , shew whether of these two thou hast chosen,
25. That he may take part of this ministry and apostleship, from which Judas by transgression fell, that he might go to his own place.
26. And they gave forth their lots; and the lot fell upon Matthias; and he was numbered with the eleven apostles.