Acts, Chapter 10 Modern Greek

01  ΉΤΟ δε τις άνθρωπος εν Καισαρεία ονόματι Κορνήλιος, εκατόνταρχος εκ του τάγματος του λεγομένου Ιταλικού,
02 ευσεβής και φοβούμενος τον Θεόν μετά παντός του οίκου αυτού, όστις και έκαμνεν ελεημοσύνας εις τον λαόν πολλάς, και εδέετο του Θεού διαπαντός.
03 Ούτος είδε φανερά δι' οράματος, περί την εννάτην ώραν της ημέρας, άγγελον του Θεού, ότι εισήλθε προς αυτόν, και είπε προς αυτόν, Κορνήλιε.
04 Ο δε ατενίσας εις αυτόν, και έμφοβος γενόμενος, είπε, Τι είναι, Κύριε; Και είπε προς αυτόν, Αι προσευχαί σου και αι ελεημοσύναι σου ανέβησαν εις μνημόσυνόν σου ενώπιον του Θεού.
05 Και τώρα πέμψον εις Ιόππην ανθρώπους, και προσκάλεσον τον Σίμωνα όστις επονομάζεται Πέτρος
06 ούτος ξενίζεται παρά τινι Σίμωνι βυρσοδέψη, έχοντι οικίαν πλησίον της θαλάσσης  ούτος θέλει σοι λαλήσει τι πρέπει να κάμνης.
07 Καθώς δε ανεχώρησεν ο άγγελος ο λαλών προς τον Κορνήλιον, εφώναξε δύο εκ των υπηρετών αυτού, και ένα στρατιώτην ευσεβή εκ των διαμενόντων πάντοτε πλησίον αυτού
08 και διηγηθείς προς αυτούς τα πάντα, απέστειλεν αυτούς εις την Ιόππην.
09 Τη δε επαύριον, ενώ εκείνοι ωδοιπόρουν και επλησίαζον εις την πόλιν, ανέβη ο Πέτρος εις το δώμα διά να προσευχηθή, περί την έκτην ώραν.
10 Και πεινάσας ήθελε να φάγη, ενώ δε ητοίμαζον, επήλθεν επ' αυτόν έκστασις
11 και θεωρεί τον ουρανόν ανεωγμένον, και καταβαίνον επ' αυτόν σκεύος τι ως σινδόνα μεγάλην, το ποίον ήτο δεδεμένον από των τεσσάρων άκρων, και κατεβιβάζετο επί την γην
12 εντός του οποίου υπήρχον πάντα τα τετράποδα της γης, και τα θηρία, και τα ερπετά, και τα πετεινά του ουρανού.
13 Και έγεινε φωνή προς αυτόν, Σηκωθείς, Πέτρε, σφάξον και φάγε.
14 Ο δε Πέτρος είπε, Μη γένοιτο, Κύριε  διότι ουδέποτε έφαγον ουδέν βέβηλον ή ακάθαρτον.
15 Και πάλιν εκ δευτέρου έγεινε φωνή προς αυτόν,  Όσα ο Θεός εκαθάρισε, συ μη λέγε βέβηλα.
16  Έγεινε δε τούτο τρίς  και πάλιν ανελήφθη το σκεύος εις τον ουρανόν.
17 Ενώ δε ο Πέτρος ήτο εν απορία καθ' εαυτόν, τι εσήμαινε το όραμα το οποίον είδεν, ιδού, οι άνθρωποι οι απεσταλμένοι παρά του Κορνηλίου, ερωτήσαντες και μαθόντες την οικίαν του Σίμωνος, έφθασαν εις την πύλην
18 και φωνάξαντες ηρώτων, αν ο Σίμων ο επονομαζόμενος Πέτρος ξενίζεται ενταύθα.
19 Και ενώ ο Πέτρος διελογίζετο περί του οράματος,  είπε προς αυτόν το Πνεύμα,  Ιδού, τρείς άνθρωποι σε ζητούσι
20 σηκωθείς λοιπόν κατάβηθι, και ύπαγε μετ' αυτών, μηδόλως διστάζων, διότι εγώ απέστειλα αυτούς.
21 Καταβάς δε ο Πέτρος προς τους ανθρώπους τους επεσταλμένους προς αυτόν από του Κορνηλίου, είπεν, Ιδού, εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείτε  τις η αιτία διά την οποίαν ήλθετε;
22 Οι δε είπον, Κορνήλιος ο εκατόνταρχος, ανήρ δίκαιος και φοβούμενος τον Θεόν, και μαρτυρούμενος υπό όλου του έθνους των Ιουδαίων, διετάχθη θεόθεν υπό αγίου αγγέλου να σε προσκαλέση εις τον οίκον αυτού, και να ακούση λόγους παρά σου.
23 Προσκαλέσας λοιπόν αυτούς έσω, εφιλοξένησε. Τη δε επαύριον εξήλθεν ο Πέτρος μετ' αυτών, και τινες των αδελφών των από της Ιόππης υπήγον μετ' αυτόν
24 και τη επαύριον εισήλθον εις την Καισάρειαν  ο δε δε Κορνήλιος περιέμενεν αυτούς συγκαλέσας τους συγγενείς αυτού και τους οικείους φίλους.
25 Ως δε εισήλθεν ο Πέτρος, ελθών ο Κορνήλιος εις συνάντησιν αυτού, έπεσε εις τους πόδας αυτού και προσεκύνησεν.
26 Αλλ' ο Πέτρος εσήκωσεν αυτόν, λέγων, Σηκώθητι  και εγώ αυτός άνθρωπος είμαι.
27 Και συνομιλών μετ' αυτού εισήλθε, και ευρίσκει συνηγμένους πολλούς.
28 Και είπε προς αυτούς, Σεις εξεύρετε ότι είναι ασυγχώρητον εις άνθρωπον Ιουδαίον να συναναστρέφηται ή να πλησιάζη εις αλλόφυλον  ο Θεός όμως έδειξεν εις εμέ να μη λέγω μηδένα άνθρωπον βέβηλον ή ακάθαρτον
29 όθεν και προσκληθείς ήλθον χωρίς αντιλογίας ερωτώ λοιπόν, δια τίνα λόγον με προσεκαλέσατε;
30 Και ο Κορνήλιος είπε, Από τεσσάρων ημερών ήμην νηστεύων μέχρι της ώρας ταύτης και την εννάτην ώραν προσηυχόμην εν τω οίκω μου  και ιδού, εστάθη ενώπιόν μου ανήρ με ενδύματα λαμπρά,
31 και λέγει, Κορνήλιε, εισηκούσθη η προσευχή σου, και αι ελεημοσύναι σου εμνημονεύθησαν ενώπιον του Θεού
32 πέμψον λοιπόν εις Ιόππην, και προσκάλεσον τον Σίμωνα όστις επονομάζεται Πέτρος  ούτος ξενίζεται εν τη οικία Σίμωνος του βυρσοδέψου πλησίον της θαλάσσης, όστις ελθών θέλει σοι λαλήσει.
33 Ευθύς λοιπόν έπεμψα προς σε και συ έκαμες καλά ότι ήλθες. Τώρα λοιπόν ημείς πάντες παριστάμεθα ενώπιον του Θεού, δια να ακούσωμεν πάντα όσα προσετάχθησαν εις σε υπό του Θεού.
34 Τότε ο Πέτρος ανοίξας το στόμα είπεν, Επ' αληθείας γνωρίζω, ότι δεν είναι προσωπολήπτης ο Θεός
35 αλλ' εν παντί έθνει όστις φοβείται αυτόν, και εργάζεται δικαιοσύνην, είναι δεκτός εις αυτόν.
36 Τόν λόγον τον οποίον απέστειλε προς τους υιούς Ισραήλ, ευαγγελιζόμενος ειρήνην δια Ιησού Χριστού  (ούτος είναι ο Κύριος πάντων )
37 τον λόγον τούτον σεις εξεύρετε, όστις εκηρύχθη καθ' όλην την Ιουδαίαν, αρχίσας από της Γαλιλαίας, μετά το βάπτισμα το οποίον εκήρυξεν ο Ιωάννης
38 πως ο Θεός έχρισε τον Ιησούν τον από Ναζαρέτ με Πνεύμα Άγιον και με δύναμιν, όστις διήλθεν ευεργετών και θεραπεύων πάντας τους καταδυναστευομένους υπό του διαβόλου  διότι ο Θεός ήτο μετ' αυτού.
39 Και ημείς είμεθα μάρτυρες πάντων όσα έκαμε και εν τη γη των Ιουδαίων και εν Ιερουσαλήμ  τον οποίον εφόνευσαν κρεμάσαντες επι ξύλου
40 τούτον ο Θεός ανέστησε την τρίτην ημέραν, και έκαμεν αυτόν να εμφανισθή,
41 ουχί εις πάντα τον λαόν, αλλ' εις μάρτυρας τους προδιωρισμένους υπό του Θεού, εις ημάς, οίτινες συνεφάγομεν και συνεπίομεν μετ' αυτού αφού ανέστη εκ νεκρών
42 και παρήγγειλεν εις ημάς να κηρύξωμεν προς τον λαόν, και να μαρτυρήσωμεν, ότι αυτός είναι ο ωρισμένος υπό του Θεού κριτής ζώντων και νεκρών
43 εις τούτον πάντες οι προφήται μαρτυρούσιν, ότι δια του ονόματος αυτού θέλει λάβει άφεσιν αμαρτιών πας ο πιστεύων εις αυτόν.
44 Ενώ έτι ελάλει ο Πέτρος τους λόγους τούτους, επήλθε το Πνεύμα το  Άγιον επί πάντας τους ακούοντας τον λόγον.
45 Και εξεπλάγησαν οι εκ περιτομής πιστοί, όσοι ήλθον μετά του Πέτρου, ότι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος εξεχύθη και επί τα έθνη.
46 Διότι ήκουον αυτούς λαλούντας γλώσσας, και μεγαλύνοντας τον Θεόν. Τότε απεκρίθη ο Πέτρος,
47 Μήπως δύναταί τις να εμποδίση το ύδωρ, ώστε να βαπτισθώσιν ούτοι,  οίτινες έλαβον το Πνεύμα το  Άγιον καθώς και ημείς;
48 Και προσέταξεν αυτούς να βαπτισθώσιν εις το όνομα του Κυρίου. Τότε παρεκάλεσαν αυτόν να διαμείνη ημέρας τινάς. τινάς.
_









































Acts, Chapter 10 Demotic Greek

1. Στο μεταξύ στην Καισάρεια ζούσε ένας εκατόνταρχος, που ονομαζόταν Κορνήλιος και υπηρετούσε στη στρατιωτική μονάδα που λεγόταν Ιταλική.
2. Ήταν ευσεβής και θεοφοβούμενος άνθρωπος και μαζί του όλη η οικογένειά του, κι έκανε πολλές ελεημοσύνες στο λαό και προσευχόταν συνεχώς στο Θεό.
3. Αυτός λοιπόν είδε φανερά σε όραμα, στις τρεις η ώρα το απόγευμα, έναν άγγελο του Θεού που μπήκε στο σπίτι του και του είπε: «Κορνήλιε!».
4. Κι εκείνος τον κοίταξε και κυριευμένος από φόβο, είπε: «Τι είναι Κύριε;». Του είπε τότε ο άγγελος: «Οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν σαν ενθύμημα μπροστά στο Θεό.
5. Τώρα λοιπόν στείλε στην Ιόππη ανθρώπους και προσκάλεσε το Σίμωνα που αποκαλείται Πέτρος.
6. Αυτός φιλοξενείται σε κάποιον Σίμωνα που είναι βυρσοδέψης και το σπίτι του είναι κοντά στη θάλασσα. Αυτός θα σου πει τι πρέπει να κάνεις».
7. Ο Κορνήλιος, λοιπόν, μόλις έφυγε ο άγγελος που του μιλούσε, φώναξε δύο από τους υπηρέτες του και έναν ευσεβή στρατιώτη απ' αυτούς που βρίσκονταν στην προσωπική του υπηρεσία,
8. κι αφού τους τα εξήγησε όλα, τους έστειλε στην Ιόππη.
9. Και την άλλη μέρα, κι ενώ εκείνοι οδοιπορούσαν ακόμα και πλησίαζαν πια στην πόλη, ανέβηκε ο Πέτρος στην ταράτσα γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι για να προσευχηθεί.
10. Μα εκεί ένιωσε μεγάλη πείνα και ήθελε να φάει. Κι ενώ οι άλλοι ετοίμαζαν φαγητό, αυτός περιήλθε ξαφνικά σε κατάσταση έκστασης,
11. και βλέπει τον ουρανό να έχει ανοίξει και ένα αντικείμενο σαν ένα μεγάλο σεντόνι, δεμένο από τις τέσσερις άκρες του, να κατεβαίνει προς αυτόν και να αφήνεται να πέσει πάνω στη γη.
12. Και μέσα σ' αυτό υπήρχαν όλα τα τετράποδα της γης - ακόμα και τα άγρια - και τα ερπετά και τα πουλιά τ' ουρανού.
13. Άκουσε, έπειτα, μια φωνή να του λέει: «Σήκω, Πέτρο, σφάξε και φάγε»!
14. Μα ο Πέτρος απάντησε: «Με κανέναν τρόπο, Κύριε, γιατί ποτέ ως τώρα δεν έφαγα τίποτε το απαγορευμένο από το νόμο ή το ακάθαρτο!».
15. Ξανάκουσε τότε για δεύτερη φορά τη φωνή να του λέει: «Εκείνα που ο Θεός καθάρισε, εσύ να μην τα θεωρείς ακάθαρτα».
16. Κι αυτό επαναλήφτηκε τρεις φορές κι έπειτα ανασύρθηκε πάλι το αντικείμενο στον ουρανό.
17. Κι ενώ ο Πέτρος αναρωτιόταν ακόμα με απορία, τι άραγε να σήμαινε το όραμα που είδε, εμφανίστηκαν κιόλας οι απεσταλμένοι από τον Κορνήλιο, οι οποίοι, αφού ρώτησαν και βρήκαν το σπίτι του Σίμωνα, στάθηκαν μπροστά στην εξώπορτα.
18. Εκεί φώναξαν κάποιον και ρωτούσαν να μάθουν αν ο Σίμων, που λεγόταν και Πέτρος, ήταν φιλοξενούμενος σ' αυτό το σπίτι.
19. Κι ενώ του Πέτρου τη σκέψη την απασχολούσε ακόμα το όραμα που είδε, του είπε το Πνεύμα: «Αυτή τη στιγμή σε ζητούν μερικοί άντρες.
20. Σήκω, λοιπόν, κατέβα και πήγαινε μαζί τους χωρίς καμιά αντίρρηση, γιατί εγώ τους έχω στείλει».
21. Κατέβηκε τότε ο Πέτρος στους άντρες και τους είπε: «Ορίστε, εγώ είμαι αυτός που ζητάτε. Για ποιο λόγο βρίσκεστε εδώ;».
22. Κι εκείνοι απάντησαν: «Ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, που είναι άνθρωπος θεοφοβούμενος και που έχει κερδίσει την εκτίμηση ολόκληρου του Ιουδαϊκού λαού, πήρε οδηγία από έναν άγιο άγγελο να στείλει και να σε προσκαλέσει στο σπίτι του και ν' ακούσει από σένα ορισμένα μηνύματα».
23. Τους κάλεσε τότε να περάσουν μέσα και τους φιλοξένησε. Και την άλλη μέρα σηκώθηκε και ξεκίνησε μαζί τους. Τον συνόδευαν επίσης και μερικοί από τους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιόππη.
24. Κι ύστερα από μια ακόμα μέρα μπήκαν στην Καισάρεια. Στο μεταξύ ο Κορνήλιος τους περίμενε μαζί με τους συγγενείς και τους στενούς φίλους του, που τους είχε καλέσει στο σπίτι του.
25. Καθώς, λοιπόν, πλησίαζε να μπει μέσα ο Πέτρος, τον υποδέχτηκε ο Κορνήλιος και πέφτοντας στα πόδια του τον προσκύνησε.
26. Αλλ' ο Πέτρος τον σήκωσε, λέγοντάς του: «Σήκω επάνω! Κι εγώ ο ίδιος είμαι απλώς ένας άνθρωπος»!
27. Έτσι, συνομιλώντας μαζί του μπήκε μέσα, όπου και βρήκε συγκεντρωμένους πολλούς.
28. Είπε τότε σ' αυτούς: «Το ξέρετε εσείς πως είναι απαγορευμένο από το νόμο σε έναν Ιουδαίο να συναναστρέφεται με έναν αλλοεθνή ή να μπαίνει στο σπίτι του. Σε μένα όμως ο Θεός μου φανέρωσε να μη θεωρούμε κανέναν άνθρωπο βέβηλο ή ακάθαρτο.
29. Γι' αυτό, όταν προσκαλέστηκα από τους απεσταλμένους σας, ήρθα χωρίς αντίρρηση. Πέστε μου, λοιπόν, για ποιο λόγο με προσκαλέσατε;
30. Κι αποκρίθηκε ο Κορνήλιος: «Νήστευα εδώ και τέσσερις μέρες ως την ώρα αυτή. Και στις τρεις το απόγευμα, καθώς προσευχόμουν στο σπίτι μου, στάθηκε ξαφνικά μπροστά μου ένας άντρας με ρούχα λαμπερά
31. και μου λέει: Κορνήλιε, η προσευχή σου εισακούστηκε και οι ελεημοσύνες σου προσέχτηκαν από το Θεό.
32. Στείλε, λοιπόν, ανθρώπους στην Ιόππη και προσκάλεσε το Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος. Αυτός φιλοξενείται στο σπίτι του Σίμωνα του βυρσοδέψη, κοντά στη θάλασσα. Όταν έρθει αυτός θα σου μιλήσει.
33. Χωρίς να χάσω ώρα, λοιπόν, έστειλα ανθρώπους μου σε σένα, κι εσύ καλά έκανες που ήρθες. Τώρα λοιπόν, όλοι εμείς βρισκόμαστε μπροστά στο Θεό για να ακούσουμε όσα έχουν προσταχθεί σε σένα από το Θεό».
34. Άνοιξε τότε ο Πέτρος το στόμα του και είπε: «Πραγματικά καταλαβαίνω πια ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις
35. αλλά σε κάθε έθνος, όποιος τον σέβεται και ζει με υποταγή σ' αυτόν, σύμφωνα με το νόμο του, είναι αποδεκτός απ' αυτόν.
36. Αυτό είναι το μήνυμα που έστειλε στους Ισραηλίτες αναγγέλλοντας το χαρμόσυνο νέο της ειρήνευσης μέσω του Ιησού Χριστού. Αυτός είναι ο Κύριος όλων.
37. Εσείς το ξέρετε το γεγονός αυτό που διαδόθηκε σε όλη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία, μετά το βάφτισμα που κήρυξε ο Ιωάννης.
38. Πώς, δηλαδή, έχρισε ο Θεός με Πνεύμα Άγιο και με δύναμη τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, ο οποίος και περιόδεψε παντού ευεργετώντας και γιατρεύοντας όλους εκείνους που καταπιέζονταν από το διάβολο, γιατί ο Θεός ήταν μαζί του.
39. Κι εμείς είμαστε μάρτυρες για όλα όσα έκανε, τόσο στην περιφέρεια της Ιουδαίας όσο και μέσα στην Ιερουσαλήμ. Αυτόν τελικά τον σκότωσαν καρφώνοντάς τον στο σταυρό.
40. Ο Θεός όμως τον ανέστησε την τρίτη μέρα και τον άφησε να εμφανιστεί,
41. όχι σε όλο το λαό, αλλά στους μάρτυρες που είχε προκαθορίσει ο Θεός. Σε μας, δηλαδή, που φάγαμε και ήπιαμε μαζί του μετά που αναστήθηκε από τους νεκρούς.
42. Και μας παράγγειλε να κηρύξουμε στο λαό και να διαβεβαιώσουμε ότι αυτός είναι ο διορισμένος από το Θεό κριτής των ζωντανών και των νεκρών.
43. Γι' αυτόν βεβαιώνουν όλοι οι προφήτες, πως χάρη στ' όνομά του θα λάβει συγχώρηση ο καθένας που πιστεύει σ' αυτόν».
44. Ενώ συνέχιζε ακόμα ο Πέτρος να τα λέει αυτά, κατέβηκε το Πνεύμα το Άγιο επάνω σε όλους αυτούς που άκουγαν το κήρυγμα.
45. Κι έμειναν κατάπληκτοι οι πιστοί, που είχαν Ιουδαϊκό παρελθόν και οι οποίοι είχαν έρθει μαζί με τον Πέτρο, βλέποντας πως είχε δοθεί και στους εθνικούς η δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
46. Γιατί τους άκουγαν να μιλούν σε άλλες γλώσσες και να δοξολογούν το Θεό.
47. Τότε ο Πέτρος είπε: «Μπορεί τάχα να εμποδίσει κανείς το νερό, ώστε να μη βαφτιστούν οι άνθρωποι αυτοί που πήραν το Πνεύμα το Άγιο, όπως κι εμείς;».
48. Κι έτσι πρόσταξε να βαφτιστούν αυτοί στο όνομα του Κυρίου. Τότε τον παρακάλεσαν να παραμείνει μαζί τους μερικές μέρες.
_




































































Matthew 1

Acts, Chapter 10 Ancient Greek

1. Ἀνὴρ δέ τις ἐν Καισαρείᾳ ὀνόματι Κορνήλιος, ἑκατοντάρχης ἐκ σπείρης τῆς καλουμένης Ἰταλικῆς,

2. εὐσεβὴς καὶ φοβούμενος τὸν Θεὸν σὺν παντὶ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ποιῶν τε ἐλεημοσύνας πολλὰς τῷ λαῷ καὶ δεόμενος τοῦ Θεοῦ διὰ παντός,

3. εἶδεν ἐν ὁράματι φανερῶς ὡσεὶ ὥραν ἐνάτην τῆς ἡμέρας ἄγγελον τοῦ Θεοῦ εἰσελθόντα πρὸς αὐτὸν καὶ εἰπόντα αὐτῷ· Κορνήλιε.

4. ὁ δὲ ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἔμφοβος γενόμενος εἶπε· τί ἐστι, Κύριε; εἶπε δὲ αὐτῷ· αἱ προσευχαί σου καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἀνέβησαν εἰς μνημόσυνον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

5. καὶ νῦν πέμψον εἰς Ἰόππην ἄνδρας καὶ μετάπεμψαι Σίμωνα τὸν ἐπικαλούμενον Πέτρον·

6. οὗτος ξενίζεται παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ, ᾧ ἐστὶν οἰκία παρὰ θάλασσαν.

7. ὡς δὲ ἀπῆλθεν ὁ ἄγγελος ὁ λαλῶν τῷ Κορνηλίῳ, φωνήσας δύο τῶν οἰκετῶν αὐτοῦ καὶ στρατιώτην εὐσεβῆ τῶν προσκαρτερούντων αὐτῷ,

8. καὶ ἐξηγησάμενος αὐτοῖς ἅπαντα, ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὴν Ἰόππην.

9. Τῇ δὲ ἐπαύριον ὁδοιπορούντων ἐκείνων καὶ τῇ πόλει ἐγγιζόντων ἀνέβη Πέτρος ἐπὶ τὸ δῶμα προσεύξασθαι περὶ ὥραν ἕκτην.

10. ἐγένετο δὲ πρόσπεινος καὶ ἤθελε γεύσασθαι· παρασκευαζόντων δὲ ἐκείνων ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτὸν ἔκστασις,

11. καὶ θεωρεῖ τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγμένον καὶ καταβαῖνον ἐπ' αὐτὸν σκεῦός τι ὡς ὀθόνην μεγάλην, τέσσαρσιν ἀρχαῖς δεδεμένον καὶ καθιέμενον ἐπὶ τῆς γῆς,

12. ἐν ᾧ ὑπῆρχε πάντα τὰ τετράποδα τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ἑρπετὰ καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.

13. καὶ ἐγένετο φωνὴ πρὸς αὐτόν· ἀναστάς, Πέτρε, θῦσον καὶ φάγε.

14. ὁ δὲ Πέτρος εἶπε· μηδαμῶς, Κύριε· ὅτι οὐδέποτε ἔφαγον πᾶν κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον.

15. καὶ φωνὴ πάλιν ἐκ δευτέρου πρὸς αὐτόν· ἃ ὁ Θεὸς ἐκαθάρισε σὺ μὴ κοίνου.

16. τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐπὶ τρίς, καὶ πάλιν ἀνελήφθη τὸ σκεῦος εἰς τὸν οὐρανόν.

17. Ὡς δὲ ἐν ἑαυτῷ διηπόρει ὁ Πέτρος τί ἂν εἴη τὸ ὅραμα ὃ εἶδε, καὶ ἰδοὺ οἱ ἄνδρες οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοῦ Κορνηλίου διερωτήσαντες τὴν οἰκίαν Σίμωνος ἐπέστησαν ἐπὶ τὸν πυλῶνα,

18. καὶ φωνήσαντες ἐπυνθάνοντο εἰ Σίμων ὁ ἐπικαλούμενος Πέτρος ἐνθάδε ξενίζεται.

19. τοῦ δὲ Πέτρου διενθυμουμένου περὶ τοῦ ὁράματος εἶπεν αὐτῷ τὸ Πνεῦμα· ἰδοὺ ἄνδρες τρεῖς ζητοῦσί σε·

20. ἀλλὰ ἀναστὰς κατάβηθι καὶ πορεύου σὺν αὐτοῖς μηδὲν διακρινόμενος, διότι ἐγὼ ἀπέσταλκα αὐτούς.

21. καταβὰς δὲ Πέτρος πρὸς τοὺς ἄνδρας εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι ὃν ζητεῖτε· τίς ἡ αἰτία δι' ἣν πάρεστε;

22. οἱ δὲ εἶπον· Κορνήλιος ἑκατοντάρχης, ἀνὴρ δίκαιος καὶ φοβούμενος τὸν Θεόν, μαρτυρούμενός τε ὑπὸ ὅλου τοῦ ἔθνους τῶν Ἰουδαίων, ἐχρηματίσθη ὑπὸ ἀγγέλου ἁγίου μεταπέμψασθαί σε εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ ἀκοῦσαι ῥήματα παρὰ σοῦ.

23. εἰσκαλεσάμενος οὖν αὐτοὺς ἐξένισε. Τῇ δὲ ἐπαύριον ἀναστὰς ἐξῆλθε σὺν αὐτοῖς, καί τινες τῶν ἀδελφῶν τῶν ἀπὸ τῆς Ἰόππης συνῆλθον αὐτῷ,

24. καὶ τῇ ἐπαύριον εἰσῆλθον εἰς τὴν Καισάρειαν. ὁ δὲ Κορνήλιος ἦν προσδοκῶν αὐτοὺς συγκαλεσάμενος τοὺς συγγενεῖς αὐτοῦ καὶ τοὺς ἀναγκαίους φίλους.

25. Ὡς δὲ ἐγένετο τοῦ εἰσελθεῖν τὸν Πέτρον, συναντήσας αὐτῷ ὁ Κορνήλιος πεσὼν ἐπὶ τοὺς πόδας προσεκύνησεν.

26. ὁ δὲ Πέτρος αὐτὸν ἤγειρε λέγων· ἀνάστηθι· κἀγὼ αὐτὸς ἄνθρωπός εἰμι.

27. καὶ συνομιλῶν αὐτῷ εἰσῆλθε, καὶ εὑρίσκει συνεληλυθότας πολλούς,

28. ἔφη τε πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς ἐπίστασθε ὡς ἀθέμιτόν ἐστιν ἀνδρὶ Ἰουδαίῳ κολλᾶσθαι ἢ προσέρχεσθαι ἀλλοφύλῳ· καὶ ἐμοὶ ὁ Θεὸς ἔδειξε μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον·

29. διὸ καὶ ἀναντιρρήτως ἦλθον μεταπεμφθείς. πυνθάνομαι οὖν τίνι λόγῳ μετεπέμψασθέ με;

30. καὶ ὁ Κορνήλιος ἔφη· ἀπὸ τετάρτης ἡμέρας μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἤμην νηστεύων, καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν προσευχόμενος ἐν τῷ οἴκῳ μου· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ἔστη ἐνώπιόν μου ἐν ἐσθῆτι λαμπρᾷ,

31. καί φησι· Κορνήλιε, εἰσηκούσθη σου ἡ προσευχὴ καὶ αἱ ἐλεημοσύναι σου ἐμνήσθησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

32. πέμψον οὖν εἰς Ἰόππην καὶ μετακάλεσαι Σίμωνα ὃς ἐπικαλεῖται Πέτρος· οὗτος ξενίζεται ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος βυρσέως παρὰ θάλασσαν· ὃς παραγενόμενος λαλήσει σοι.

33. ἐξαυτῆς οὖν ἔπεμψα πρός σε, σύ τε καλῶς ἐποίησας παραγενόμενος. νῦν οὖν πάντες ἡμεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πάρεσμεν ἀκοῦσαι πάντα τὰ προστεταγμένα σοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

34. Ἀνοίξας δὲ Πέτρος τὸ στόμα αὐτοῦ εἶπεν· ἐπ' ἀληθείας καταλαμβάνομαι ὅτι οὐκ ἔστι προσωπολήμπτης ὁ Θεός,

35. ἀλλ' ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι.

36. τὸν λόγον ὃν ἀπέστειλε τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ· οὗτός ἐστι πάντων Κύριος·

37. ὑμεῖς οἴδατε τὸ γενόμενον ῥῆμα καθ' ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενον ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας μετὰ τὸ βάπτισμα ὃ ἐκήρυξεν Ἰωάννης,

38. Ἰησοῦν τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ, ὡς ἔχρισεν αὐτὸν ὁ Θεὸς Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ δυνάμει, ὃς διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος πάντας τοὺς καταδυναστευομένους ὑπὸ τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεὸς ἦν μετ' αὐτοῦ.

39. καὶ ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες πάντων ὧν ἐποίησεν ἔν τε τῇ χώρᾳ τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐν Ἱερουσαλήμ· ὃν καὶ ἀνεῖλον κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου.

40. τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι,

41. οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν·

42. καὶ παρήγγειλεν ἡμῖν κηρύξαι τῷ λαῷ καὶ διαμαρτύρασθαι ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ ὡρισμένος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κριτὴς ζώντων καὶ νεκρῶν.

43. τούτῳ πάντες οἱ προφῆται μαρτυροῦσιν, ἄφεσιν ἁμαρτιῶν λαβεῖν διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ πάντα τὸν πιστεύοντα εἰς αὐτόν.

44. Ἔτι λαλοῦντος τοῦ Πέτρου τὰ ῥήματα ταῦτα ἐπέπεσε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας τὸν λόγον.

45. καὶ ἐξέστησαν οἱ ἐκ περιτομῆς πιστοὶ ὅσοι συνῆλθον τῷ Πέτρῳ ὅτι καὶ ἐπὶ τὰ ἔθνη ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκκέχυται·

46. ἤκουον γὰρ αὐτῶν λαλούντων γλώσσαις καὶ μεγαλυνόντων τὸν Θεόν. τότε ἀπεκρίθη ὁ Πέτρος·

47. μήτι τὸ ὕδωρ κωλῦσαι δύναταί τις τοῦ μὴ βαπτισθῆναι τούτους, οἵτινες τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔλαβον ὡς καὶ ἡμεῖς;

48. προσέταξέ τε αὐτοὺς βαπτισθῆναι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου. τότε ἠρώτησαν αὐτὸν ἐπιμεῖναι ἡμέρας τινάς.

 




































































Acts, Chapter 10 (KJV)

1.  There was a certain man in Caesarea called Cornelius, a centurion of the band called the Italian band ,
2.  A devout man , and one that feared God with all his house, which gave much alms to the people, and prayed to God alway.
3. He saw in a vision evidently about the ninth hour of the day an angel of God coming in to him, and saying unto him, Cornelius.
4. And when he looked on him, he was afraid, and said, What is it, Lord? And he said unto him, Thy prayers and thine alms are come up for a memorial before God.
5. And now send men to Joppa, and call for one Simon, whose surname is Peter:
6. He lodgeth with one Simon a tanner, whose house is by the sea side: he shall tell thee what thou oughtest to do.
7. And when the angel which spake unto Cornelius was departed, he called two of his household servants, and a devout soldier of them that waited on him continually;
8. And when he had declared all these things unto them, he sent them to Joppa.
9.  On the morrow, as they went on their journey, and drew nigh unto the city, Peter went up upon the housetop to pray about the sixth hour:
10. And he became very hungry, and would have eaten: but while they made ready, he fell into a trance,
11. And saw heaven opened, and a certain vessel descending unto him, as it had been a great sheet knit at the four corners, and let down to the earth:
12. Wherein were all manner of fourfooted beasts of the earth, and wild beasts, and creeping things, and fowls of the air.
13. And there came a voice to him, Rise, Peter; kill, and eat.
14. But Peter said, Not so, Lord; for I have never eaten any thing that is common or unclean.
15. And the voice spake unto him again the second time, What God hath cleansed, that call not thou common.
16.  This was done thrice: and the vessel was received up again into heaven.
17. Now while Peter doubted in himself what this vision which he had seen should mean, behold, the men which were sent from Cornelius had made enquiry for Simon's house, and stood before the gate,
18. And called, and asked whether Simon, which was surnamed Peter, were lodged there.
19. While Peter thought on the vision, the Spirit said unto him, Behold, three men seek thee.
20. Arise therefore, and get thee down, and go with them, doubting nothing: for I have sent them.
21. Then Peter went down to the men which were sent unto him from Cornelius; and said, Behold, I am he whom ye seek: what is the cause wherefore ye are come?
22. And they said, Cornelius the centurion, a just man, and one that feareth God, and of good report among all the nation of the Jews, was warned from God by an holy angel to send for thee into his house, and to hear words of thee.
23. Then called he them in, and lodged them . And on the morrow Peter went away with them, and certain brethren from Joppa accompanied him.
24. And the morrow after they entered into Caesarea. And Cornelius waited for them, and had called together his kinsmen and near friends.
25. And as Peter was coming in, Cornelius met him, and fell down at his feet, and worshipped him .
26. But Peter took him up, saying, Stand up; I myself also am a man.
27. And as he talked with him, he went in, and found many that were come together.
28. And he said unto them, Ye know how that it is an unlawful thing for a man that is a Jew to keep company, or come unto one of another nation; but God hath shewed me that I should not call any man common or unclean.
29. Therefore came I unto you without gainsaying, as soon as I was sent for: I ask therefore for what intent ye have sent for me?
30. And Cornelius said, Four days ago I was fasting until this hour; and at the ninth hour I prayed in my house, and, behold, a man stood before me in bright clothing,
31. And said, Cornelius, thy prayer is heard, and thine alms are had in remembrance in the sight of God.
32. Send therefore to Joppa, and call hither Simon, whose surname is Peter; he is lodged in the house of one  Simon a tanner by the sea side: who, when he cometh, shall speak unto thee.
33. Immediately therefore I sent to thee; and thou hast well done that thou art come. Now therefore are we all here present before God, to hear all things that are commanded thee of God.
34. Then Peter opened his mouth, and said, Of a truth I perceive that God is no respecter of persons:
35. But in every nation he that feareth him, and worketh righteousness, is accepted with him.
36. The word which God sent unto the children of Israel, preaching peace by Jesus Christ: (he is Lord of all:)
37. That word, I say , ye know, which was published throughout all Judaea, and began from Galilee, after the baptism which John preached;
38. How God anointed Jesus of Nazareth with the Holy Ghost and with power: who went about doing good, and healing all that were oppressed of the devil; for God was with him.
39. And we are witnesses of all things which he did both in the land of the Jews, and in Jerusalem; whom they slew and hanged on a tree:
40. Him God raised up the third day, and shewed him openly;
41. Not to all the people, but unto witnesses chosen before of God, even to us, who did eat and drink with him after he rose from the dead.
42. And he commanded us to preach unto the people, and to testify that it is he which was ordained of God to be the Judge of quick and dead.
43. To him give all the prophets witness, that through his name whosoever believeth in him shall receive remission of sins.
44. While Peter yet spake these words, the Holy Ghost fell on all them which heard the word.
45. And they of the circumcision which believed were astonished, as many as came with Peter, because that on the Gentiles also was poured out the gift of the Holy Ghost.
46. For they heard them speak with tongues, and magnify God. Then answered Peter,
47. Can any man forbid water, that these should not be baptized, which have received the Holy Ghost as well as we?
48. And he commanded them to be baptized in the name of the Lord. Then prayed they him to tarry certain days.
_