Acts, Chapter 2 Modern Greek

01 ΚΑΙ ότε η ημέρα της Πεντηκοστής, ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν εν τω αυτώ τόπω.
02 Και εξαίφνης έγεινεν ήχος εκ του ουρανού ως ανέμου βιαίως φερομένου, και εγέμισεν όλον τον οίκον οποιου ήσαν καθήμενοι.
03 Και εφάνησαν εις αυτούς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ως πυρός, και εκάθισεν επί ένα έκαστον αυτών.
04   και ήρχισαν να λαλώσι ξένας γλώσσας, καθώς το Πνεύμα έδιδεν εις αυτούς να λαλώσιν.
05  'Ησαν δε κατοικούντες εν Ιερουσαλήμ Ιουδαίοι, άνδρες ευλαβείς από έθνους των υπό τον ουρανόν.
06 Και καθώς έγεινεν η φωνή αύτη, συνήλθε το πλήθος και συνεταράχθη  διότι ήκουον αυτούς εις έκαστος λαλούντας με την ιδίαν αυτού διάλεκτον.
07 Εξεπλήττοντο δε πάντες και εθαύμαζον, λέγοντες προς αλλήλους, Ιδού, πάντες ούτοι οι λαλούντες δεν είναι Γαλιλαίοι;
08 Και πως ημείς ακούομεν έκαστος εν τη ιδία ημών διαλέκτω εν ή εγεννήθημεν;
09 Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίται, και οι κατοικούντες την Μεσοποταμίαν, την Ιουδαίαν τε και Καππαδοκίαν, τον Πόντον και την Ασίαν,
10 την φρυγίαν τε και την Παμφυλίαν, την Αίγυπτον και τα μέρη την Λιβύης της κατά την Κυρήνην, και οι παρεπιδημούντες Ρωμαίοι, Ιουδαίοί τε και προσήλυτοι,
11 Κρήτες και 'άραβες, ακούομεν αυτούς λαλούντας εν ταις γλώσσαις ημών τα μεγαλεία του Θεού.
12 Εθαύμαζον δε πάντες και ηπόρουν, άλλος προς άλλον λέγοντες, Τι σημαίνει τούτο;
13 'Ολλοι δε χλευάζοντες έλεγον,  'Οτι είναι μεστοί από γλυκύν οίνον.
14 Σταθείς δε ο Πέτρος μετά των ένδεκα, ύψωσε την φωνήν αυτού, και ελάλησε προς αυτούς,  'Ανδρες Ιουδαίοι και πάντες οι κατοικούντες την Ιερουσαλήμ, τούτο ας ήναι γνωστόν εις εσας, και ακούσατε τους λόγους μου.
15 Διοτι ούτοι δεν είναι μεθυσμένοι, καθώς σεις  νομίζετε διότι είναι τρίτη ώρα της ημέρας
16 αλλά τούτο είναι το ρηθέν δια του προφήτου Ιωήλ
17  «Και εν ταις εσχάταις ημέραις, λέγει ο Θεός, Θέλω εκχέει από του πνεύματός μου επί πάσαν σάρκα  και θέλουσι προφητεύσει οι υοί σας και αι θυγατέρες σας, και οι νεανίσκοι σας θέλουσιν ιδεί οράσεις, και οι πρεσβύτεροί σας θέλουσιν ενυπνιασθή ενύπνια
18 και έτι επί τους δούλους μου και επί τας δούλας μου εν ταις ημέραις εκείναις θέλω εκχέει από του πνεύματός μου, και θέλουσι προφητεύσει
19 και θέλω δείξει τέρατα εν τω ουρανώ άνω, και σημεία επί της γης κάτω, αίμα και πύρ και ατμίδα καπνού
20 Ο ήλιος θέλει μεταστραφή εις σκότος, και η σελήνη εις αίμα, πρίν έλθη η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής.**Ματθ.κδ'.29, Μαρκ.ιγ'.24, Λουκ.κα'.25**
21 Και πας όστις αν επικαλεσθή το όνομα του Κυρίου, θέλει σωθή.» Ρωμ.ι'.13
22  'Ανδρες Ισραηλίται, ακούσατε τους λόγους τούτους  τον Ιησούν τον Ναζωραίον, άνδρα αποδεδειγμένον προς εσάς από του Θεού δια θαυμάτων και τεραστίων και σημείων, τα οποία ο Θεός έκαμε δι' αυτού εν μέσω υμών, καθώς και σεις εξεύρετε,
23 τούτον λαβόντες παραδεδομένον κατά την ωρισμένην βουλήν και πρόγνωσιν του Θεού, δια χειρών ανόμων σταυρώσαντες εθανατώσατε
24 τον οποίον ο Θεός ανέστησε, λύσας τας ωδίνας του θανάτου, διότι δεν ήτο δυνατόν να κρατήται υπ' αυτού.
25 Επειδή ο Δαβίδ λέγει περί αυτού,  «'Εβλεπον τον Κύριον ενώπιόν μου διαπαντός διότι είναι εκ δεξιών μου, δια να μη σαλευθώ. Ψαλμ.ις'.8
26 Δια τούτο ευφράνθη η καρδία μου, και ηγαλλίασεν η γλώσσά μου  έτι δε και η σάρξ μου θέλει αναπαυθή επ' ελπίδι.
27 Διότι δεν θέλεις εγκαταλείψει  την ψυχήν μου εν τω άδη, ουδέ θέλεις αφήσει τον όσιόν σου να ίδη διαφθοράν.
28 Εφανέρωσας εις εμέ οδούς ζωής  θέλεις με χορτάσει απο ευφροσύνης δια του προσώπου σου.»
29  'Ανδρες αδελφοί,δύναμαι να σας είπω μετά παρρησίας περί του πατριάρχου Δαβίδ, ότι και ετελεύτησε και ετάφη, και το μνήμα αυτού είναι παρ'ημίν μέχρι της ημέρας ταύτης.
30 Επειδή λοιπόν ήτο προφήτης, και ήξευρεν ότι μεθ' όρκου ώμοσε προς αυτόν ο Θεός, ότι εκ του καρπού της οσφύος αυτού θέλει αναστήσει κατά σάρκα τον Χριστόν, δια να καθίση αυτόν επί του θρόνου αυτού,
31 προϊδών ελάλησε περί της αναστάσεως του Χριστού, ότι δεν εγκατελείφθη η ψυχή αυτού εν τω άδη, ουδέ η σάρξ αυτού είδε διαφθοράν. Ψαλμ.ις'.10, Πραξ.ιγ'.35,
32 Τούτον τον Ιησούν ανέστησεν ο Θεός, του οποίου πάντες ημείς είμεθα μάρτυρες.
33 Αφού λοιπόν υψώθη δια της δεξιάς του Θεού, και έλαβε παρά του Πατρός την επαγγελίαν του Αγίου Πνεύματος, εξέχεε τούτο το οποίον τώρα σεις βλέπετε και ακούετε.
34 Διότι ο Δαβίδ δεν ανέβη εις τους ουρανούς  λέγει όμως αυτός, «Είπεν ο Κύριος προς τον Κύριον μου, Κάθου εκ δεξιών μου, Ψαλμ.ρι'.1, Ματθ.κβ'.41, Κορ.Α'.ιε', Εφεσ.α'.20, Εβρ.α'.3
35 εωσού θέτω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.» 36 Βεβαίως λοιπόν ας εξεύρη πας ο οίκος του Ισραήλ, ότι ο Θεός Κύριον και Χριστόν έκαμεν αυτόν τούτον τον Ιησούν, τον οποίον σεις εσταυρώσατε.
37 Αφού δε ήκουσαν ταύτα, ήλθεν εις κατάνυξιν η καρδία αυτών, και είπον προς τον Πέτρον και τους λοιπούς αποστόλους, Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί;
38 Και ο Πέτρος είπε προς αυτούς, Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών  και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος
39 διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας, και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών.
40 Και με άλλους πολλούς λόγους διεμαρτύρετο και προέτρεπε, λέγων, Σώθητε απο της διεστραμμένης ταύτης γενεάς.
41 Εκείνοι λοιπόν μετά χαράς δεχθέντες τον λόγον αυτού, εβαπτίσθησαν  και προσετέθησαν εν εκείνη τη ημέρα εως τρείς χιλιάδες ψυχαί.
42 Και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων, και εν τη κοινωνία, και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς.
43 Κατέλαβε δε πάσαν ψυχήν φόβος και πολλά τεράστια και σημεία εγίνοντο δια των αποστόλων .
44 Και πάντες οι πιστεύοντες ήσαν ομού,  και είχον τα πάντα κοινά
45 και τα κτήματα και τα υπάρχοντα αυτών επώλουν και διεμοίραζον αυτά εις πάντας καθ' ήν έκαστος είχε χρείαν.
46 Και καθ' ημέραν εμμένοντες ομοθυμαδόν εν τω ιερώ, και κόπτοντες τον άρτον κατ' οίκους  μετελάμβανον την τροφήν εν αγαλλιάσει και απλότητι καρδίας,
47 δοξολογούντες τον Θεόν, και ευρίσκοντες χάριν ενώπιον όλου του λαού. Ο δε Κύριος προσέθετε καθ' ημέραν εις την εκκλησίαν τους σωζομένους.














































































Acts, Chapter 2 Demotic Greek

1. Και καθώς ο καθορισμένος καιρός συμπληρωνόταν πια την ημέρα της Πεντηκοστής, ήταν όλοι μαζί συγκεντρωμένοι στο ίδιο μέρος.
2. Και εντελώς ξαφνικά ακούστηκε μια βουή από τον ουρανό, θαρρείς και φυσούσε δυνατός αέρας, και γέμισε όλο το σπίτι στο οποίο κάθονταν!
3. Εμφανίστηκαν τότε σ' αυτούς γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, που χωρίστηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα απ' αυτούς.
4. Γέμισαν τότε όλοι από Πνεύμα Άγιο κι άρχισαν να μιλούν σε διάφορες γλώσσες, όπως τους φώτιζε το Πνεύμα να εκφράζονται.
5. Στην Ιερουσαλήμ κατοικούσαν επίσης και ευσεβείς Ιουδαίοι απ' όλα τα έθνη του κόσμου.
6. Έτσι, όταν ακούστηκε η βουή αυτή, μαζεύτηκαν εκεί πλήθος ανθρώπων και παραξενεύτηκαν που ο καθένας απ' αυτούς άκουγε τους αποστόλους να μιλούν στη δική του γλωσσική διάλεκτο.
7. Κι όλοι έμεναν κατάπληκτοι και εκφράζανε την απορία τους ο ένας στον άλλο λέγοντας: «Μα όλοι αυτοί εδώ που μιλάνε, δεν είναι Γαλιλαίοι;
8. Πώς γίνεται, λοιπόν, να τους ακούμε εμείς στην ιδιαίτερη διάλεκτο του τόπου που γεννήθηκε ο καθένας μας;
9. Πάρθοι και Μήδοι και Ελαμίτες, οι κάτοικοι επίσης της Μεσοποταμίας, της Ιουδαίας και της Καππαδοκίας, του Πόντου και της Ασίας,
10. κι ακόμα της Φρυγίας και της Παμφυλίας, της Αιγύπτου και των περιοχών της Λιβύης προς την πλευρά της Κυρήνης, και οι Ρωμαίοι που έχουν εγκατασταθεί εδώ, οι Ιουδαίοι, καθώς και οι προσήλυτοι,
11. Κρήτες και Άραβες τους ακούμε να μιλούν στις γλώσσες μας για τα μεγαλεία του Θεού!».
12. Έμεναν, λοιπόν, κατάπληκτοι όλοι και εκφράζανε την απορία τους ο ένας στον άλλο λέγοντας: «Τι να σημαίνει άραγε αυτό;».
13. Άλλοι όμως τους χλεύαζαν λέγοντας: «Έχουν παραπιεί γλυκό κρασί!».
14. Σηκώθηκε τότε ο Πέτρος μαζί με τους ένδεκα αποστόλους, ύψωσε τη φωνή του και τους τόνισε τα εξής: «Άντρες Ιουδαίοι κι όλοι εσείς που κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ, ένα πράγμα να ξέρετε, και δώστε προσοχή στα λόγια μου:
15. Είναι φανερό πως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι μεθυσμένοι, όπως εσείς υποθέτετε, αφού η ώρα είναι ακόμα εννιά το πρωί.
16. Αλλά αυτό είναι το γεγονός που έχει προφητευθεί μέσω του προφήτη Ιωήλ, όταν είπε:
17. Στις έσχατες μέρες, λέει ο Θεός, θα διαχύσω από το Πνεύμα μου πάνω σε κάθε άνθρωπο και θα προφητέψουν οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας. Οι νέοι σας επίσης θα δουν οράματα και οι γέροντές σας θα δουν όνειρα αποκαλυπτικά.
18. Μάλιστα στους άντρες και στις γυναίκες που με υπηρετούν θα διαχύσω τις μέρες εκείνες από το Πνεύμα μου και θα προφητέψουν.
19. Θα κάνω ακόμα πράγματα θαυμαστά πάνω στον ουρανό και σημάδια ανεξήγητα κάτω στη γη: Αίμα και φωτιά και σύννεφα καπνού.
20. Ο ήλιος θα μεταβληθεί σε σκοτάδι και το φεγγάρι σε αίμα, προτού έρθει η Ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και λαμπρή.
21. Τότε, όποιος θα επικαλεστεί το όνομα του Κυρίου θα σωθεί.
22. »Ισραηλίτες, ακούστε τα λόγια τούτα: Τον Ιησού το Ναζωραίο, τον άνθρωπο που έχει αποδειχτεί σε σας από τον ίδιο το Θεό με θαύματα και με έργα και σημάδια υπερφυσικά, τα οποία ο Θεός πραγματοποίησε μέσω αυτού, ανάμεσά σας, όπως κι εσείς τα ξέρετε,
23. αυτόν, που έχει παραδοθεί σύμφωνα με το θέλημα και την πρόγνωση του Θεού, αφού τον πήρατε, τον σκοτώσατε με τη συνεργασία ανθρώπων που δεν έχουν νόμο Θεού, καρφώνοντάς τον στο σταυρό!
24. Αυτόν ο Θεός τον ανέστησε καταργώντας έτσι τους πόνους του θανάτου, καθόσο δεν ήταν δυνατόν να κατακρατείται αυτός από το θάνατο.
25. Γι' αυτό κι ο Δαβίδ αναφερόμενος σ' αυτόν λέει: Τον Κύριο έφερνα συνεχώς μπροστά στα μάτια μου, γιατί στα δεξιά μου βρίσκεται για να μην κλονιστώ.
26. Γι' αυτό και γέμισε από χαρά η καρδιά μου και η γλώσσα μου διαλάλησε το αναγάλλιασμά μου. Ακόμα και το σώμα μου θα ξαποστάσει μ' ελπίδα,
27. γιατί δε θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη κι ούτε θ' αφήσεις τον όσιό σου να υποστεί φθορά.
28. Μου δίδαξες δρόμους ζωής. Θα με γεμίσεις με ευφροσύνη στην προσωπική σου παρουσία.
29. »Άντρες αδελφοί, μού επιτρέπεται να σας πω χωρίς δισταγμό για τον προπάτορα Δαβίδ, ότι και πέθανε και θάφτηκε, και το μνήμα του υπάρχει στον τόπο μας μέχρι σήμερα.
30. Αλλά επειδή ήταν προφήτης και γνώριζε καλά την υπόσχεση, που με όρκο του έδωσε ο Θεός, ότι από έναν δικό του απόγονο θα γεννηθεί σαρκικά ο Χριστός για να καθίσει στο θρόνο του,
31. μίλησε προφητικά για την ανάσταση του Χριστού, πως δεν εγκαταλείφθηκε η ψυχή του στον άδη, κι ούτε το σώμα του γνώρισε τη φθορά.
32. »Αυτόν τον Ιησού ο Θεός τον ανέστησε, γεγονός για το οποίο όλοι εμείς είμαστε αυτόπτες μάρτυρες.
33. Αφού, λοιπόν, υψώθηκε στα δεξιά του Θεού, εκτέλεσε την υπόσχεση που έδωσε ο Θεός για τη χορήγηση του Αγίου Πνεύματος, και το διέχυσε, πράγμα που εσείς τώρα βλέπετε και ακούτε.
34. Και δεν είναι βέβαια ο Δαβίδ εκείνος που ανέβηκε στον ουρανό, όμως λέει: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, στα δεξιά μου να κάθεσαι,
35. ώσπου να κάνω τους εχθρούς σου ακουμπιστήρι των ποδιών σου.
36. »Επομένως όλος ο λαός του Ισραήλ ας γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα ότι και Κύριο και Μεσσία ο Θεός κατέστησε αυτόν τον ίδιο τον Ιησού, τον οποίο εσείς σταυρώσατε!»
37. Όταν τα άκουσαν αυτά, ένιωσαν σαν να σκίζονταν με μαχαίρι οι καρδιές τους, και είπαν στον Πέτρο και στους άλλους αποστόλους: «Τι πρέπει να κάνουμε τώρα, άντρες αδελφοί;».
38. Κι ο Πέτρος τους απάντησε: «Μετανοήστε κι ας βαφτιστεί ο καθένας σας στ' όνομα του Ιησού Χριστού για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας, κι έτσι θα λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
39. Γιατί η υπόσχεση έχει δοθεί για σας και για τα παιδιά σας και για όλους εκείνους που βρίσκονται μακριά, όσους θα προσκαλέσει ο Κύριος ο Θεός μας».
40. Και με πολλά και διάφορα άλλα λόγια τους παρότρυνε επίμονα και τους θερμοπαρακαλούσε λέγοντάς τους: «Γλιτώστε από τη διεστραμμένη αυτή γενιά!».
41. Εκείνοι, λοιπόν, δέχτηκαν με μεγάλη χαρά την προτροπή του και βαφτίστηκαν. Κι έτσι την ημέρα εκείνη προστέθηκαν στην εκκλησία γύρω στις τρεις χιλιάδες άτομα.
42. Κι ήταν όλοι αυτοί αφοσιωμένοι στη διδαχή των αποστόλων, στη συναναστροφή μεταξύ τους, στην τέλεση της θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές.
43. Και στου καθενός την καρδιά είχε μπει φόβος, γιατί γίνονταν πολλά και εκπληκτικά θαύματα μέσω των αποστόλων.
44. Κι όλοι οι πιστοί ήταν μαζί, και τα είχαν όλα κοινά.
45. Ακόμη και τα κτήματα που είχαν και τα υπάρχοντά τους τα πουλούσαν, και τις εισπράξεις τις μοίραζαν μεταξύ τους, ανάλογα με την ανάγκη που είχε ο καθένας τους.
46. Έτσι λοιπόν, κάθε μέρα με ζήλο συμμετείχαν όλοι μαζί στη λατρεία μέσα στο ναό και στα σπίτια έστρωναν το τραπέζι κι έτρωγαν σε συντροφιές με μεγάλη χαρά και με απλότητα καρδιάς,
47. δοξολογώντας το Θεό κι έχοντας κερδίσει τη συμπάθεια όλου του λαού. Και ο Κύριος πρόσθετε κάθε μέρα στην εκκλησία εκείνους που σώζονταν.




















































































Acts, Chapter 2 Ancient Greek

1. Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό.

2. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι·

3. καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, καὶ ἐκάθισέ τε ἐφ' ἕνα ἕκαστον αὐτῶν,

4. καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι.

5. Ἦσαν δὲ ἐν Ἱερουσαλὴμ κατοικοῦντες Ἰουδαῖοι, ἄνδρες εὐλαβεῖς ἀπὸ παντὸς ἔθνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανόν·

6. γενομένης δὲ τῆς φωνῆς ταύτης συνῆλθε τὸ πλῆθος καὶ συνεχύθη, ὅτι ἤκουον εἷς ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ λαλούντων αὐτῶν.

7. ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ ἐθαύμαζον λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· οὐκ ἰδοὺ πάντες οὗτοί εἰσιν οἱ λαλοῦντες Γαλιλαῖοι;

8. καὶ πῶς ἡμεῖς ἀκούομεν ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ ἡμῶν ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν,

9. Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν,

10. Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λιβύης τῆς κατὰ Κυρήνην, καὶ οἱ ἐπιδημοῦντες Ῥωμαῖοι, Ἰουδαῖοί τε καὶ προσήλυτοι,

11. Κρῆτες καὶ Ἄραβες, ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ;

12. ἐξίσταντο δὲ πάντες καὶ διηπόρουν, ἄλλος πρὸς ἄλλον λέγοντες· τί ἂν θέλοι τοῦτο εἶναι;

13. ἕτεροι δὲ χλευάζοντες ἔλεγον ὅτι γλεύκους μεμεστωμένοι εἰσί.

14. Σταθεὶς δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τὴν φωνὴν αὐτοῦ καὶ ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς· ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἱερουσαλὴμ ἅπαντες, τοῦτο ὑμῖν γνωστὸν ἔστω καὶ ἐνωτίσασθε τὰ ῥήματά μου.

15. οὐ γάρ, ὡς ὑμεῖς ὑπολαμβάνετε, οὗτοι μεθύουσιν· ἔστι γὰρ ὥρα τρίτη τῆς ἡμέρας·

16. ἀλλὰ τοῦτό ἐστι τὸ εἰρημένον διὰ τοῦ προφήτου Ἰωήλ·

17. καὶ ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις, λέγει ὁ Θεός, ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα, καὶ προφητεύσουσιν οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται, καὶ οἱ πρεσβύτεροι ὑμῶν ἐνύπνια ἐνυπνιασθήσονται·

18. καί γε ἐπὶ τοὺς δούλους μου καὶ ἐπὶ τὰς δούλας μου ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐκχεῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός μου, καὶ προφητεύσουσι.

19. καὶ δώσω τέρατα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ σημεῖα ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, αἷμα καὶ πῦρ καὶ ἀτμίδα καπνοῦ·

20. ὁ ἥλιος μεταστραφήσεται εἰς σκότος καὶ ἡ σελήνη εἰς αἷμα πρὶν ἢ ἐλθεῖν τὴν ἡμέραν Κυρίου τὴν μεγάλην καὶ ἐπιφανῆ.

21. καὶ ἔσται πᾶς ὃς ἂν ἐπικαλέσηται τὸ ὄνομα Κυρίου σωθήσεται.

22. Ἄνδρες Ἰσραηλῖται, ἀκούσατε τοὺς λόγους τούτους. Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον, ἄνδρα ἀπὸ τοῦ Θεοῦ ἀποδεδειγμένον εἰς ὑμᾶς δυνάμεσι καὶ τέρασι καὶ σημείοις οἷς ἐποίησε δι' αὐτοῦ ὁ Θεὸς ἐν μέσῳ ὑμῶν, καθὼς αὐτοὶ οἴδατε,

23. τοῦτον τῇ ὡρισμένῃ βουλῇ καὶ προγνώσει τοῦ Θεοῦ ἔκδοτον λαβόντες, διὰ χειρῶν ἀνόμων προσπήξαντες ἀνείλετε·

24. ὃν ὁ Θεὸς ἀνέστησε λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου, καθότι οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπ' αὐτοῦ.

25. Δαυῒδ γὰρ λέγει εἰς αὐτόν· προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν ἵνα μὴ σαλευθῶ.

26. διὰ τοῦτο εὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσά μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ' ἐλπίδι,

27. ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδου οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν.

28. ἐγνώρισάς μοι ὁδοὺς ζωῆς, πληρώσεις με εὐφροσύνης μετὰ τοῦ προσώπου σου.

29. Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐξὸν εἰπεῖν μετὰ παρρησίας πρὸς ὑμᾶς περὶ τοῦ πατριάρχου Δαυῒδ ὅτι καὶ ἐτελεύτησε καὶ ἐτάφη καὶ τὸ μνῆμα αὐτοῦ ἔστιν ἐν ἡμῖν ἄχρι τῆς ἡμέρας ταύτης.

30. προφήτης οὖν ὑπάρχων, καὶ εἰδὼς ὅτι ὅρκῳ ὤμοσεν αὐτῷ ὁ Θεὸς ἐκ καρποῦ τῆς ὀσφύος αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα ἀναστήσειν τὸν Χριστὸν καθίσαι ἐπὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ,

31. προϊδὼν ἐλάλησε περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου οὐδὲ ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδε διαφθοράν.

32. τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ Θεός, οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες.

33. τῇ δεξιᾷ οὖν τοῦ Θεοῦ ὑψωθείς, τήν τε ἐπαγγελίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαβὼν παρὰ τοῦ πατρός, ἐξέχεε τοῦτο ὃ νῦν ὑμεῖς βλέπετε καὶ ἀκούετε.

34. οὐ γὰρ Δαυῒδ ἀνέβη εἰς τοὺς οὐρανούς, λέγει δὲ αὐτός· εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου

35. ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.

36. ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ Κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ Θεός ἐποίησε, τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε.

37. Ἀκούσαντες δὲ κατενύγησαν τῇ καρδίᾳ, εἶπόν τε πρὸς τὸν Πέτρον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀποστόλους· τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;

38. Πέτρος δὲ ἔφη πρὸς αὐτούς· μετανοήσατε, καὶ βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ λήψεσθε τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

39. ὑμῖν γάρ ἐστιν ἡ ἐπαγγελία καὶ τοῖς τέκνοις ὑμῶν καὶ πᾶσι τοῖς εἰς μακράν, ὅσους ἂν προσκαλέσηται Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν.

40. ἑτέροις τε λόγοις πλείοσι διεμαρτύρετο καὶ παρεκάλει λέγων· σώθητε ἀπὸ τῆς γενεᾶς τῆς σκολιᾶς ταύτης.

41. οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι.

42. Ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς.

43. Ἐγένετο δὲ πάσῃ ψυχῇ φόβος, πολλά τε τέρατα καὶ σημεῖα διὰ τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο.

44. πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά,

45. καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε·

46. καθ' ἡμέραν τε προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἱερῷ, κλῶντές τε κατ' οἶκον ἄρτον, μετελάμβανον τροφῆς ἐν ἀγαλλιάσει καὶ ἀφελότητι καρδίας,

47. αἰνοῦντες τὸν Θεὸν καὶ ἔχοντες χάριν πρὸς ὅλον τὸν λαόν. ὁ δὲ Κύριος προσετίθει τοὺς σωζομένους καθ' ἡμέραν τῇ ἐκκλησίᾳ.

 
















































































Acts, Chapter 2 (KJV)

1. And when the day of Pentecost was fully come, they were all with one accord in one place.
2. And suddenly there came a sound from heaven as of a rushing mighty wind, and it filled all the house where they were sitting.
3. And there appeared unto them cloven tongues like as of fire, and it sat upon each of them.
4. And they were all filled with the Holy Ghost, and began to speak with other tongues, as the Spirit gave them utterance.
5. And there were dwelling at Jerusalem Jews, devout men, out of every nation under heaven.
6. Now when this was noised abroad, the multitude came together, and were confounded, because that every man heard them speak in his own language.
7. And they were all amazed and marvelled, saying one to another, Behold, are not all these which speak Galilaeans?
8. And how hear we every man in our own tongue, wherein we were born?
9. Parthians, and Medes, and Elamites, and the dwellers in Mesopotamia, and in Judaea, and Cappadocia, in Pontus, and Asia,
10.  Phrygia, and Pamphylia, in Egypt, and in the parts of Libya about Cyrene, and strangers of Rome, Jews and proselytes,
11. Cretes and Arabians, we do hear them speak in our tongues the wonderful works of God.
12. And they were all amazed, and were in doubt, saying one to another, What meaneth this?
13.  Others mocking said, These men are full of new wine.
14. But Peter, standing up with the eleven, lifted up his voice, and said unto them, Ye men of Judaea, and all  ye that dwell at Jerusalem, be this known unto you, and hearken to my words:
15. For these are not drunken, as ye suppose, seeing it is but the third hour of the day.
16. But this is that which was spoken by the prophet Joel;
17. And it shall come to pass in the last days, saith God, I will pour out of my Spirit upon all flesh: and your sons and your daughters shall prophesy, and your young men shall see visions, and your old men shall dream dreams:
18. And on my servants and on my handmaidens I will pour out in those days of my Spirit; and they shall prophesy:
19. And I will shew wonders in heaven above, and signs in the earth beneath; blood, and fire, and vapour of smoke:
20. The sun shall be turned into darkness, and the moon into blood, before that great and notable day of the Lord come:
21. And it shall come to pass, that whosoever shall call on the name of the Lord shall be saved.
22. Ye men of Israel, hear these words; Jesus of Nazareth, a man approved of God among you by miracles and wonders and signs, which God did by him in the midst of you, as ye yourselves also know:
23. Him, being delivered by the determinate counsel and foreknowledge of God, ye have taken, and by wicked hands have crucified and slain:
24. Whom God hath raised up, having loosed the pains of death: because it was not possible that he should be holden of it.
25. For David speaketh concerning him, I foresaw the Lord always before my face, for he is on my right hand, that I should not be moved:
26. Therefore did my heart rejoice, and my tongue was glad; moreover also my flesh shall rest in hope:
27. Because thou wilt not leave my soul in hell, neither wilt thou suffer thine Holy One to see corruption.
28. Thou hast made known to me the ways of life; thou shalt make me full of joy with thy countenance.
29. Men and brethren, let me freely speak unto you of the patriarch David, that he is both dead and buried, and his sepulchre is with us unto this day.
30. Therefore being a prophet, and knowing that God had sworn with an oath to him, that of the fruit of his loins, according to the flesh, he would raise up Christ to sit on his throne;
31. He seeing this before spake of the resurrection of Christ, that his soul was not left in hell, neither his flesh did see corruption.
32. This Jesus hath God raised up, whereof we all are witnesses.
33. Therefore being by the right hand of God exalted, and having received of the Father the promise of the Holy Ghost, he hath shed forth this, which ye now see and hear.
34. For David is not ascended into the heavens: but he saith himself, The LORD said unto my Lord, Sit thou on my right hand,
35. Until I make thy foes thy footstool.
36. Therefore let all the house of Israel know assuredly, that God hath made that same Jesus, whom ye have crucified, both Lord and Christ.
37. Now when they heard this , they were pricked in their heart, and said unto Peter and to the rest of the apostles, Men  and brethren, what shall we do?
38. Then Peter said unto them, Repent, and be baptized every one of you in the name of Jesus Christ for the remission of sins, and ye shall receive the gift of the Holy Ghost.
39. For the promise is unto you, and to your children, and to all that are afar off, even as many as the Lord our God shall call.
40. And with many other words did he testify and exhort, saying, Save yourselves from this untoward generation.
41. Then they that gladly received his word were baptized: and the same day there were added unto them about three thousand souls.
42. And they continued stedfastly in the apostles' doctrine and fellowship, and in breaking of bread, and in prayers.
43. And fear came upon every soul: and many wonders and signs were done by the apostles.
44. And all that believed were together, and had all things common;
45. And sold their possessions and goods, and parted them to all men , as every man had need.
46. And they, continuing daily with one accord in the temple, and breaking bread from house to house, did eat their meat with gladness and singleness of heart,
47. Praising God, and having favour with all the people. And the Lord added to the church daily such as should be saved.