Acts, Chapter 4 Modern Greek

01 ΕΝΩ δε αυτοί ελάλουν προς τον λαόν, ήλθον επ' αυτούς οι ιερείς και ο στρατηγός του ιερού και οι Ζαδδουκαίοι,
02 αγανακτούντες, διοτι εδίδασκον τον λαον, και εκήρυτον δια του Ιησού την εκ νεκρών ανάστασιν
03 και επέβαλον επ' αυτούς τας χείρας, και έθεσαν υπό φύλαξιν εως την αύριον  δίοτι ήτο ήδη εσπέρα.
04 Πολλοί δε των ακουσάντων τον λογον επίστευσαν και έγεινεν ο αριθμός των ανδρών ως πέντε χιλιάδες.
05 Και τη επαύριον συνήχθησαν εις την Ιερουσαλήμ οι άρχοντες αυτών και και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς,
06 και  Άννας ο αρχιερεύς και Καϊάφας και Ιωάννης και Αλέξανδρος, και όσοι ήσαν εκ γένους αρχιερατικού.
07 Και στήσαντες αυτούς εις το μέσον, ηρώτων, Δια ποίας δυνάμεως, ή δια ποίου ονόματος επράξατε τούτο σεις;
08 Τότε ο Πέτρος, πλησθείς πνεύματος Αγίου, είπε προς αυτούς,  'Αρχοντες του λαού, και πρεσβύτεροι του ίσραήλ,
09 εαν ημείς ανακρινώμεθα σήμαρον δια ευεργεσίαν προς άνθρωπον ασθενούντα, δια ποίας δυνάμεως ούτος ιατρεύθη,
10 ας ήναι γνωστόν εις πάντας υμάς και εις πάντα τον λαόν του Ισραήλ, ότι δια του ονόματος του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίον σεις εσταυρώσατε, τον οποίον ο Θεός ανέστησεν εκ νεκρών, δια τούτου παρίσταται ούτος ενώπιον υμών υγιής.
11 ούτος είναι ο λίθος ο εξουθενηθείς υφ' υμών των οικοδομούντων, όστις έγεινε κεφαλή γωνίας.
12 Και δεν υπάρχει δι' ουδενός άλλου η σωτηρία  διότι ούτε όνομα άλλο είναι υπό τον ουρανόν δεδομένον μεταξύ των ανθρώπωθν, δια του οποίου πρέπει να σωθώμεν.
13 Θεωρούντες δε την παρρησίαν του Πέτρου και Ιωάννου, και πληροφορηθέντες ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και ιδιώται, εθαύμαζον, και ανεγνώριζον αυτούς ότι ήσαν μετά του Ιησού.
14 βλέποντες δε τον άνθρωπον τον τεθεραπευμένον ιστάμενον μετ' αυτών, δεν είχον ουδέν να αντείπωσι.
15 προστάξαντες δε αυτούς να απέλθωσιν έξω του συνεδρίου, συνεβουλεύθησαν προς αλλήλους,
16 λέγοντες, Τι θέλομεν κάμει εις τους ανθρώπους τούτους; επειδή οτι μεν έγεινε δι' αυτών γνωστόν θαύμα, είναι φανερόν εις πάντας τους κατοικούντας την Ιερουσαλήμ, και δεν δυνάμεθα να αρνηθώμεν τούτο
17 αλλά δια να μη διαθοθή περισσότερον εις τον λαόν ας απειλήσωμεν αυτούς αυστηρώς να μη λαλώσι πλέον εν τω ονόματι τούτω προς μηδένα άνθρωπον.
18 Και καλέσαντες αυτούς, παρήγγειλαν εις αυτούς να μη λαλώσι καθόλου, μηδέ να διδάσκωσιν εν τω ονόματι του Ιησού.
19 Ο δε Πέτρος και Ιωάννης αποκριθέντες προς αυτούς είπον, Αν ήναι δίκαιον ενώπιον του Θεού, να ακούωμεν εσάς μάλλον παρά τον Θεόν, κρίνατε
20 διότι ημείς δεν δυνάμεθα να μη λαλώμεν όσα είδομεν και ηκούσαμεν.
21 Οι δε, πάλιν απειλήσαντες αυτούς, απέλυσαν, μη ευρίσκοντες το πως να τιμωρήσωσιν αυτούς, δια τον λαόν διότι πάντες εδόξαζον τον Θεόν δια το γεγονός.
22 Επειδή ο άνθρωπος εις τον οποίον έγεινε το θαύμα τούτο της θεραπείας, ήτο περισσότερον των τεσσαράκοντα ετών.
23 Και αφού απελύθησαν, ήλθον προς τους οικείους, και απήγγειλαν όσα είπον προς αυτούς οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι.
24 Οι δε ακούσαντες, ομοθυμαδόν ύψωσαν την φωνήν προς τον Θεόν, και είπον, Δέσποτα, συ είσαι ο Θεός, όστις έκαμες τον ουρανόν και την γην και την θάλασσαν, και πάντα τα εν αυτοίς
25 όστις είπας δια στόματος Δαβίδ του δούλου σου,  «Δια τι εφρύαξαν τα έθνη, και οι λαοί εμελέτησαν μάταια;
26 παρεστάθησαν οι βασιλείς της γης, και οι άρχοντες συνήχθησαν ομού, κατά του Κυρίου, και κατά του Χριστού αυτού.»
27 Διότι συνήχθησαν επ' αληθείας εναντίον του αγίου παιδός σου Ιησού τον οποίον έχρισας, και ο Ηρώδης και ο Πόντιος Πιλάτος, μετά των εθνών και των λαών του Ισραήλ,
28 δια να κάμωσιν όσα η χείρ σου και η βουλή σου προώρισε να γείνωσι.
29 Και τώρα, Κύριε, Βλέψον εις τας απειλάς αυτών, και δος εις τους δούλους σου να λαλώσι τον λόγον σου μετά πάσης παρρησίας,
30 εκτείνων την χείρά σου εις θεραπείαν, και γινομένων σημείων και τεραστίων δια του ονόματος του αγίου παιδός σου Ιησού.
31 Μετά δε την δέησιν αυτών εσείσθη ο τόπος όπου ήσαν συνηγμένοι  και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου, και ελάλουν τον λόγον του Θεού μετά παρρησίας.
32 ΤΟΥ δε πλήθους των πιστευσάντων η καρδία και η ψυχή ήτο μια  και ουδέ εις έλεγεν ότι είναι εαυτού τι εκ των υπαρχόντων αυτού, αλλ' είχον τα πάντα κοινά.
33 Και μετά δυνάμεως μεγάλης απέδιδον οι απόστολοι την μαρτυρίαν της αναστάσεως του Κυρίου Ιησού  και χάρις μεγάλη ήτο επί πάντας αυτούς.
34 Επειδή ουδέ ήτό τις μεταξύ αυτών ενδεής  διότι όσοι ήσαν κτήτορες αγρών ή οικιών, πωλούντες έφερον τας τιμάς των πωλουμένων,
35 και έθετον εις τους πόδας των αποστόλων  και διεμοιράζετο εις έκαστον κατά την χρείαν την οποίαν είχε.
36 Και ο Ιωσής ο επονομασθείς υπό των αποστόλων Βαρνάβας (το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, υιός παρηγορίας), Λευϊτης, Κύπριος το γένος,
37 έχων αγρόν επώλησε, και έφερε τα χρήματα, και έθεσεν εις τους πόδας των αποστόλων.
_













































































Acts, Chapter 4 Demotic Greek

1. Και την ώρα που αυτοί μιλούσαν στο λαό, κατέφτασαν κοντά τους οι ιερείς και ο επικεφαλής της φρουράς του ναού και οι Σαδδουκαίοι,
2. φοβερά ενοχλημένοι από το γεγονός ότι αυτοί δίδασκαν στο λαό και κήρυτταν την ανάσταση των νεκρών μέσω του Ιησού.
3. Τους συλλάβανε, λοιπόν, και τους έβαλαν στο κρατητήριο ως την άλλη μέρα, γιατί ήταν κιόλας βράδυ.
4. Πολλοί όμως από εκείνους που είχαν ακούσει το κήρυγμα, πίστεψαν, και ο αριθμός των πιστών ανδρών έφτασε γύρω στους πέντε χιλιάδες.
5. Την άλλη μέρα, λοιπόν, μαζεύτηκαν στην Ιερουσαλήμ οι άρχοντες των Ιουδαίων και οι πρεσβύτεροι και οι νομοδιδάσκαλοι,
6. καθώς και ο Άννας ο αρχιερέας, ο Καϊάφας, ο Ιωάννης, ο Αλέξανδρος κι όλοι εκείνοι που κατάγονταν από αρχιερατική οικογένεια.
7. Κατόπιν, αφού τους έβαλαν να σταθούν στη μέση, άρχισαν να τους ρωτούνε: «Με ποια δύναμη ή στο όνομα τίνος το κάνετε αυτό εσείς;».
8. Τότε ο Πέτρος γέμισε με Πνεύμα Άγιο και τους είπε: «Άρχοντες του λαού και πρεσβύτεροι του Ισραήλ,
9. αν εμείς ανακρινόμαστε σήμερα, επειδή ευεργετήθηκε ένας άρρωστος, για να εξηγήσουμε με ποιανού τη δύναμη έχει σωθεί αυτός,
10. ας γίνει γνωστό σε όλους σας και σε όλο το λαό του Ισραήλ, ότι στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, τον οποίο εσείς σταυρώσατε και τον οποίο ο Θεός ανέστησε από τους νεκρούς, χάρη σ' αυτόν ο άνθρωπος αυτός στέκεται υγιής μπροστά σας.
11. Αυτός ο Ιησούς είναι η πέτρα η περιφρονημένη από σας τους οικοδόμους, που έγινε το αγκωνάρι της οικοδομής.
12. Και σε κανέναν άλλον δε βρίσκεται η σωτηρία κι ούτε υπάρχει πρόσωπο διαφορετικό απ' αυτό, δοσμένο κάτω από τον ουρανό μεταξύ των ανθρώπων, μέσω του οποίου να μπορούμε εμείς να σωθούμε».
13. Παρατηρώντας τότε εκείνοι το θάρρος του Πέτρου και του Ιωάννη, κι έχοντας υπόψη τους ότι είναι άνθρωποι αγράμματοι και χωρίς ειδική μόρφωση, απορούσαν (Το ήξεραν βέβαια ότι αυτοί ήταν μαζί με τον Ιησού).
14. Βλέποντας όμως και τον άνθρωπο που είχε θεραπευτεί να στέκεται μαζί τους, δεν είχαν τίποτε να τους αντικρούσουν.
15. Έτσι, αφού τους πρόσταξαν να βγουν έξω από την αίθουσα του συνεδρίου, συσκέφτηκαν μεταξύ τους
16. λέγοντας: «Τι να κάνουμε με τους ανθρώπους αυτούς; Γιατί, βέβαια, το ότι έχει γίνει ένα αναμφισβήτητο θαύμα μέσω αυτών, είναι ολοφάνερο σε όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ και δεν μπορούμε εμείς να το αρνηθούμε.
17. Για να μη διαδοθεί όμως περισσότερο η διδαχή τους στο λαό, ας τους φοβερίσουμε με απειλές, ώστε να μη μιλούν πια σε κανέναν σχετικά με τ' όνομα αυτό.
18. Έτσι λοιπόν, αφού τους κάλεσαν, τους παράγγειλαν να μην αναφέρουν καθόλου κι ούτε να διδάσκουν στ' όνομα του Ιησού.
19. Μα ο Πέτρος και ο Ιωάννης αποκρίθηκαν σ' αυτούς και τους είπαν: «Αν είναι σωστό μπροστά στο Θεό να υπακούμε σε σας παρά στο Θεό, κρίνετέ το εσείς.
20. Εμείς, πάντως, δεν μπορούμε να μη μιλάμε για εκείνα που είδαμε κι ακούσαμε».
21. Τότε εκείνοι, αφού τους απείλησαν ξανά, τους άφησαν ελεύθερους, επειδή δεν εύρισκαν τρόπο να τους τιμωρήσουν, γιατί φοβούνταν το λαό, καθότι όλοι δόξαζαν το Θεό για το θαύμα,
22. αφού μάλιστα ο άνθρωπος στον οποίο έγινε το θαύμα αυτό της θεραπείας ήταν πάνω από σαράντα χρόνων.
23. Όταν, λοιπόν, αφέθηκαν ελεύθεροι, ήρθαν στους δικούς τους και τους διηγήθηκαν όσα τους είπαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι.
24. Και όταν τους άκουσαν εκείνοι, ύψωσαν όλοι μαζί τη φωνή τους προς το Θεό και είπαν: «Απόλυτε Κυρίαρχε! Εσύ που δημιούργησες τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα βρίσκονται σ' αυτά!
25. Εσύ που είπες με το στόμα του Δαβίδ του δούλου σου: Γιατί τάχα έξαγριώθηκαν τα έθνη, και γιατί οι λαοί κατέστρωσαν σχέδια ανώφελα;
26. Παρατάχθηκαν οι βασιλιάδες της γης και οι άρχοντες συγκεντρώθηκαν όλοι μαζί ενάντια στον Κύριο και ενάντια στο Χρισμένο του. -
27. Και ενώθηκαν πράγματι εναντίον του Ιησού του Γιου σου του αγίου, που εσύ τον έχρισες, τόσο ο Ηρώδης όσο και ο Πόντιος Πιλάτος μαζί με τους εθνικούς και πλήθη Ισραηλιτών,
28. για να κάνουν όσα η παντοδυναμία σου και το θέλημά σου προκαθόρισε να γίνουν -
29. Τώρα, λοιπόν, Κύριε, θέσε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα σου τις απειλές τους, και αξίωσε τους δούλους σου να κηρύττουν με όλο το θάρρος το Λόγο σου,
30. ενώ παράλληλα θα εκτείνεις το χέρι σου για να πραγματοποιούνται θεραπείες και θαυμαστά υπερφυσικά γεγονότα στ' όνομα του Ιησού, του Γιου σου του αγίου».
31. Και μόλις τέλειωσαν την προσευχή τους, σείστηκε ο τόπος όπου ήταν συγκεντρωμένοι και γέμισαν όλοι με Άγιο Πνεύμα και κήρυτταν το Λόγο του Θεού χωρίς κανένα δισταγμό.
32. Και το πλήθος των ανθρώπων που πίστεψαν είχαν μια καρδιά και μια ψυχή και κανένας τους δεν έλεγε πως κάτι από τα υπάρχοντά του είναι προσωπικό του κτήμα, αλλά τα είχαν όλα κοινά.
33. Και τη μαρτυρία τους για την ανάσταση του Κυρίου Ιησού την έδιναν οι απόστολοι με μεγάλο κύρος και πάνω σε όλους υπήρχε μια ξεχωριστή θεία χάρη.
34. Γι' αυτό και δεν υπήρχε κανένας ανάμεσά τους που να στερείται τα αναγκαία. Γιατί όσοι ήταν ιδιοκτήτες χωραφιών ή σπιτιών, τα πουλούσαν κι έφερναν το αντίτιμό τους
35. και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Κατόπιν διανεμόταν στον καθένα ανάλογα με την ανάγκη που είχε.
36. Έτσι κι ο Ιωσής, ένας Λευίτης, που καταγόταν από την Κύπρο και που οι απόστολοι τον είχαν ονομάσει Βαρνάβα, που ελληνικά σημαίνει: Άνθρωπος Παρηγοριάς,
37. πούλησε ένα χωράφι που είχε και έφερε τα χρήματα και τα έθεσε στη διάθεση των αποστόλων.
_












































































Matthew 1

Acts, Chapter 4 Ancient Greek

1. Λαλούντων δὲ αὐτῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι,

2. διαπονούμενοι διὰ τὸ διδάσκειν αὐτοὺς τὸν λαὸν καὶ καταγγέλλειν ἐν τῷ Ἰησοῦ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν·

3. καὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν αὔριον· ἦν γὰρ ἑσπέρα ἤδη.

4. πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε.

5. Ἐγένετο δὲ ἐπὶ τὴν αὔριον συναχθῆναι αὐτῶν τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς εἰς Ἱερουσαλήμ,

6. καὶ Ἄνναν τὸν ἀρχιερέα καὶ Καϊάφαν καὶ Ἰωάννην καὶ Ἀλέξανδρον καὶ ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ,

7. καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ ἐπυνθάνοντο· ἐν ποίᾳ δυνάμει ἢ ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε τοῦτο ὑμεῖς;

8. τότε Πέτρος πλησθεὶς Πνεύματος Ἁγίου εἶπε πρὸς αὐτούς· ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ πρεσβύτεροι τοῦ Ἰσραήλ,

9. εἰ ἡμεῖς σήμερον ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσωσται,

10. γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑμῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής.

11. οὗτός ἐστιν ὁ λίθος ὁ ἐξουθενηθεὶς ὑφ' ὑμῶν τῶν οἰκοδομούντων, ὁ γενόμενος εἰς κεφαλὴν γωνίας.

12. καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς.

13. Θεωροῦντες δὲ τὴν τοῦ Πέτρου παρρησίαν καὶ Ἰωάννου, καὶ καταλαβόμενοι ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καὶ ἰδιῶται, ἐθαύμαζον, ἐπεγίνωσκόν τε αὐτοὺς ὅτι σὺν τῷ Ἰησοῦ ἦσαν,

14. τὸν δὲ ἄνθρωπον βλέποντες σὺν αὐτοῖς ἑστῶτα τὸν τεθεραπευμένον, οὐδὲν εἶχον ἀντειπεῖν.

15. κελεύσαντες δὲ αὐτοὺς ἔξω τοῦ συνεδρίου ἀπελθεῖν, συνέβαλλον πρὸς ἀλλήλους

16. λέγοντες· τί ποιήσομεν τοῖς ἀνθρώποις τούτοις; ὅτι μὲν γὰρ γνωστὸν σημεῖον γέγονε δι' αὐτῶν, πᾶσι τοῖς κατοικοῦσιν Ἱερουσαλὴμ φανερόν, καὶ οὐ δυνάμεθα ἀρνήσασθαι·

17. ἀλλ' ἵνα μὴ ἐπὶ πλεῖον διανεμηθῇ εἰς τὸν λαόν, ἀπειλῇ ἀπειλησώμεθα αὐτοῖς μηκέτι λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ μηδενὶ ἀνθρώπων.

18. καὶ καλέσαντες αὐτοὺς παρήγγειλαν αὐτοῖς τὸ καθόλου μὴ φθέγγεσθαι μηδὲ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ.

19. ὁ δὲ Πέτρος καὶ Ἰωάννης ἀποκριθέντες πρὸς αὐτοὺς εἶπον· εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε.

20. οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν μὴ λαλεῖν.

21. οἱ δὲ προσαπειλησάμενοι ἀπέλυσαν αὐτούς, μηδὲν εὑρίσκοντες τὸ πῶς κολάσωνται αὐτούς, διὰ τὸν λαόν, ὅτι πάντες ἐδόξαζον τὸν Θεὸν ἐπὶ τῷ γεγονότι·

22. ἐτῶν γὰρ ἦν πλειόνων τεσσαράκοντα ὁ ἄνθρωπος ἐφ' ὃν ἐγεγόνει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ἰάσεως.

23. Ἀπολυθέντες δὲ ἦλθον πρὸς τοὺς ἰδίους καὶ ἀπήγγειλαν ὅσα πρὸς αὐτοὺς οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι εἶπον.

24. οἱ δὲ ἀκούσαντες ὁμοθυμαδὸν ἦραν φωνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ εἶπον· Δέσποτα, σὺ ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς,

25. ὁ διὰ στόματος Δαυῒδ παιδός σου εἰπών· ἵνα τί ἐφρύαξαν ἔθνη καὶ λαοὶ ἐμελέτησαν κενά;

26. παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἄρχοντες συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τοῦ Κυρίου καὶ κατὰ τοῦ Χριστοῦ αὐτοῦ.

27. συνήχθησαν γὰρ ἐπ' ἀληθείας ἐπὶ τὸν ἅγιον παῖδά σου Ἰησοῦν, ὃν ἔχρισας, Ἡρῴδης τε καὶ Πόντιος Πιλᾶτος σὺν ἔθνεσι καὶ λαοῖς Ἰσραήλ,

28. ποιῆσαι ὅσα ἡ χείρ σου καὶ ἡ βουλή σου προώρισε γενέσθαι·

29. καὶ τὰ νῦν, Κύριε, ἔπιδε ἐπὶ τὰς ἀπειλὰς αὐτῶν, καὶ δὸς τοῖς δούλοις σου μετὰ παρρησίας πάσης λαλεῖν τὸν λόγον σου

30. ἐν τῷ τὴν χεῖρά σου ἐκτείνειν σε εἰς ἴασιν καὶ σημεῖα καὶ τέρατα γίνεσθαι διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ ἁγίου παιδός σου Ἰησοῦ.

31. καὶ δεηθέντων αὐτῶν ἐσαλεύθη ὁ τόπος ἐν ᾧ ἦσαν συνηγμένοι, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἐλάλουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ μετὰ παρρησίας.

32. Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ' ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά.

33. καὶ μεγάλῃ δυνάμει ἀπεδίδουν τὸ μαρτύριον οἱ ἀπόστολοι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς.

34. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων

35. καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν.

36. Ἰωσῆς δὲ ὁ ἐπικληθεὶς Βαρνάβας ἀπὸ τῶν ἀποστόλων, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον υἱὸς παρακλήσεως, Λευΐτης, Κύπριος τῷ γένει,

37. ὑπάρχοντος αὐτῷ ἀγροῦ, πωλήσας ἤνεγκε τὸ χρῆμα καὶ ἔθηκε παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων.

 

_































































Acts, Chapter 4 (KJV)

1. And as they spake unto the people, the priests, and the captain of the temple, and the Sadducees, came upon them,
2. Being grieved that they taught the people, and preached through Jesus the resurrection from the dead.
3. And they laid hands on them, and put them in hold unto the next day: for it was now eventide.
4. Howbeit many of them which heard the word believed; and the number of the men was about five thousand.
5. And it came to pass on the morrow, that their rulers, and elders, and scribes,
6. And Annas the high priest, and Caiaphas, and John, and Alexander, and as many as were of the kindred of the high priest, were gathered together at Jerusalem.
7. And when they had set them in the midst, they asked, By what power, or by what name, have ye done this?
8. Then Peter, filled with the Holy Ghost, said unto them, Ye rulers of the people, and elders of Israel,
9. If we this day be examined of the good deed done to the impotent man, by what means he is made whole;
10. Be it known unto you all, and to all the people of Israel, that by the name of Jesus Christ of Nazareth, whom ye crucified, whom God raised from the dead, even by him doth this man stand here before you whole.
11. This is the stone which was set at nought of you builders, which is become the head of the corner.
12. Neither is there salvation in any other: for there is none other name under heaven given among men, whereby we must be saved.
13. Now when they saw the boldness of Peter and John, and perceived that they were unlearned and ignorant men, they marvelled; and they took knowledge of them, that they had been with Jesus.
14. And beholding the man which was healed standing with them, they could say nothing against it.
15. But when they had commanded them to go aside out of the council, they conferred among themselves,
16. Saying, What shall we do to these men? for that indeed a notable miracle hath been done by them is manifest to all them that dwell in Jerusalem; and we cannot deny it .
17. But that it spread no further among the people, let us straitly threaten them, that they speak henceforth to no man in this name.
18. And they called them, and commanded them not to speak at all nor teach in the name of Jesus.
19. But Peter and John answered and said unto them, Whether it be right in the sight of God to hearken unto you more than unto God, judge ye.
20. For we cannot but speak the things which we have seen and heard.
21. So when they had further threatened them, they let them go, finding nothing how they might punish them, because of the people: for all men glorified God for that which was done.
22. For the man was above forty years old, on whom this miracle of healing was shewed.
23. And being let go, they went to their own company, and reported all that the chief priests and elders had said unto them.
24. And when they heard that, they lifted up their voice to God with one accord, and said, Lord, thou art God, which hast made heaven, and earth, and the sea, and all that in them is:
25. Who by the mouth of thy servant David hast said, Why did the heathen rage, and the people imagine vain things?
26. The kings of the earth stood up, and the rulers were gathered together against the Lord, and against his Christ.
27. For of a truth against thy holy child Jesus, whom thou hast anointed, both Herod, and Pontius Pilate, with the Gentiles, and the people of Israel, were gathered together,
28. For to do whatsoever thy hand and thy counsel determined before to be done.
29. And now, Lord, behold their threatenings: and grant unto thy servants, that with all boldness they may speak thy word,
30. By stretching forth thine hand to heal; and that signs and wonders may be done by the name of thy holy child Jesus.
31. And when they had prayed, the place was shaken where they were assembled together; and they were all filled with the Holy Ghost, and they spake the word of God with boldness.
32. And the multitude of them that believed were of one heart and of one soul: neither said any of them that ought of the things which he possessed was his own; but they had all things common.
33. And with great power gave the apostles witness of the resurrection of the Lord Jesus: and great grace was upon them all.
34. Neither was there any among them that lacked: for as many as were possessors of lands or houses sold them, and brought the prices of the things that were sold,
35. And laid them down at the apostles' feet: and distribution was made unto every man according as he had need.
36. And Joses, who by the apostles was surnamed Barnabas, (which is, being interpreted, The son of consolation,) a Levite,  and of the country of Cyprus,
37. Having land, sold it , and brought the money, and laid it at the apostles' feet.
_