Acts, Chapter 5 Modern Greek

01  Άνθρωπος δε τις Ανανίας το όνομα, μετά της γυναικός αυτού Σαπφείρης, επώλησε κτήμα
02 και εκράτησεν απο της τιμής, εν γνώσει και της γυναικός αυτού και φέρων μέρος τι, έθεσεν εις τους ποδας των αποστολων.
03 Είπε δε ο Πέτρος, Ανανία, δια τι εγέμισεν ο Σατανάς την καρδίαν σου, ώστε να ψευσθής εις το Πνεύμα το  Άγιον, και να κρατήσης απο της τιμής του αγρού;
04 ενώ έμενε, δεν ήτο σου; και αφού επωλήθη, δεν ήτο εν τη εξουσία σου; δια τι έβαλες εν τη καρδία σου το πράγμα τούτο; δεν εψεύσθης εις ανθρώπους, αλλ' εις τον Θεόν.
05 Ενώ δε ήκουσεν ο Ανανίας τους λογους τούτους, έπεσε και εξεψύχησε  και επέπεσε φόβος μέγας επί πάντας τους ακούοντας ταύτα.
06 Σηκωθέντες δε οι νεώτεροι ετύλιξαν αυτόν, και εκβαλόντες έθαψαν.
07 Μετά δε περίπου τρείς ώρας, εισήλθεν η γυνή αυτού, μη εξεύρουσα το γεγονός.
08 Και απεκρίθη προς αυτήν ο Πέτρος, Ειπέ μοι, δια τόσον επωλήσατε τον αγρόν; Και εκείνη είπε, Ναι, δια τόσον.
09 Και ο πέτρος είπε προς αυτήν, Δια τι συνεφωνήσατε να πειράξητε το Πνεύμα του Κυρίου; ιδού εις την θύραν οι πόδες των θαψάντων τον άνδαν σου, και θέλουσιν εκβάλει και σε.
10 Και έπεσε παρευθύς εις τους ποδας αυτού, και εξεψύχησεν εισελθόντες δε οι νεανίσκοι εύρον αυτήν νεκράν, και εκβαλόντες έθαψαν πλησίον του ανδρός αυτής.
11 Και επέπεσε φοβος μέγας εφ' όλην την εκκλησίαν, και επί πάντας τους ακούοντας ταύτα.
12 Πολλά δε σημεία και τέρατα εγίνοντο εν τω λαώ δια των χειρών των αποστόλων  και ήσαν ομοθυμαδόν άπαντες εν τη στοά του Σολομώντος.
13 Εκ δε των λοιπών ουδείς ετόλμα να προσκολληθή εις αυτούς  ο λαός όμως εμεγάλυνεν αυτούς.
14 Και προσετίθεντο μάλλον πιστεύοντες εις τον Κύριον, πλήρη ανδρών τε και γυναικών,
15 ώστε έφερον έξω εις τας πλατείας τους ασθενείς, και έθετον επι κλινών και κραββάτων, δια να επισκιάση κάν η σκιά του Πέτρου ερχομένου τινά εξ αυτών.
16 Συνήρχετο δε και το πλήθος των πέριξ πόλεων εις Ιερουσαλήμ,  φέροντες ασθενείς και ενοχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων  οίτινες εθεραπεύοντο άπαντες.
17 Και σηκωθείς ο αρχιερεύς και πάντες οι μετ' αυτού, οίτινες ήσαν η αίρεσις των Σαδδουκαίων, επλήσθησαν ζήλου
18 και επέβαλον τας χείρας αυτών επί τους αποστόλους, και έβαλον αυτούς εις δημοσίαν φυλακήν.
19  Άγγελος ομως Κυρίου δια της νυκτός ήνοιξε τας θύρας της φυλακής, και εκβαλών  αυτούς, είπεν,
20 Υπάγετε, και σταθέντες λαλείτε εν τω ιερώ προς τον λαόν πάντας τους λόγους της ζωής ταύτης.
21 Και ακούσαντες εισήλθον την αυγήν εις το ιερόν, και εδίδασκον. Ελθών δε ο αρχιερεύς και οι μετ' αυτού, συνεκάλεσαν το συνέδριον και όλην την γερουσίαν των υιών του Ισραήλ, και έστειλαν εις το δεσμωτήριον, δια να φέρωσιν αυτούς.
22 Οι δε υπηρέται ελθόντες δεν εύρον αυτούς εν τη φυλακή και επιστρέψαντες απήγγειλαν,
23 λέγοντες,  Ότι το μεν δεσμωτήριον εύρομεν κεκλεισμένον μετά πάσης άσφαλείας, και τους φύλακας ισταμένους έξω έμπροσθεν των θυρών  ανοίξαντες δε, ουδένα εύρομεν έσω.
24 Ως δε ήκουσαν τους λόγους τούτους και ο ιερεύς και ο στρατηγός του ιερού και οι αρχιερείς, ήσαν εν απορία περί αυτών, εις τι έμελλε να καταντήση τούτο.
25 Και ελθών τις απήγγειλε προς αυτούς λέγων, Ότι ιδού, οι άνθρωποι τους οποίους εβάλετε εις την φυλακήν, ίστανται εν τω ιερώ και διδάσκουσι τον λαόν.
26 Τότε υπήγεν ο στρατηγός μετά των υπηρετών, και έφερεν αυτούς, ουχί μετά βίας διότι εφοβούντο τον λαόν μη λιθοβοληθώσι.
27 Και αφού έφεραν αυτούς, έστησαν εν τω συνεδρίω  και ηρώτησεν αυτούς ο αρχιερεύς,
28 λέγων, Δεν σας παρηγγείλαμεν ρητώς να μη διδάσκητε εν τω ονόματι τούτω; και ιδού, εγεμίσατε την Ιερουσαλήμ απο της διδαχής σας, και θέλετε να φέρητε εφ'ημάς το αίμα του ανθρώπου τούτου.
29 Αποκριθείς δε ο Πέτρος και οι απόστολοι είπον, πρέπει να πειθαρχώμεν εις τον Θεόν μάλλον παρά εις τους ανθρώπους.
30 Ο Θεός των πατέρων ημών ανέστησε τον Ιησούν, τον οποίον σεις εθανατώσατε κρεμάσαντες επί ξύλου.
31 Τούτον ο Θεός ύψωσε δια της δεξιάς αυτού αρχηγόν και σωτήρα, δια να δώση μετάνοιαν εις τον Ισραήλ και άφεσιν αμαρτιών.
32 Και ημείς είμεθα μάρτυρες αυτού περί των λόγων τούτων, και το πνεύμα δε το  Άγιον, το οποίον έδωκεν ο Θεός εις τους πειθαρχούντας εις αυτόν.
33 Οι δε ακούσαντες έτριζον τους οδόντας, και εβουλεύοντο να θανατώσωσιν αυτούς.
34 Σηκωθείς δε εν τω Συνεδρίω Φαρισαίός τις, Γαμαλιήλ το όνομα, νομοδιδάσκαλος, τιμώμενος υπό παντός του λαού, προσέταξε να εκβάλωσι τους αποστόλους δι' ολίγην ώραν,
35 και είπε προς αυτούς,  Άνδρες Ισραηλίται, προσέχετε εις εαυτούς περί των ανθρώπων τούτων, τι μέλλετε να πράξητε.
36 Διότι προ τούτων των ημερών εσηκώθη ο Θευδάς, λέγων εαυτόν ότι είναι μέγας τις, εις τον οποίον προσεκολλήθη αριθμός ανδρών έως τετρακοσίων  όστις εφονεύθη, και πάντες όσοι επείθοντο εις αυτόν διελύθησαν, και κατήντησαν εις ουδέν.
37 Μετά τούτον εσηκώθη Ιούδας ο Γαλιλαίος, εν ταις ημέραις της απογραφής, και έσυρεν οπίσω αυτού αρκετόν λαόν  και εκείνος απωλέσθη, και πάντες όσοι επείθοντο εις αυτόν διεσκορπίσθησαν.
38 Και τώρα σας λέγω, απέχετε από των ανθρώπων τούτων, και αφήσατε αυτούς  διότι εάν η βουλή αύτη ή το έργον τούτο ήναι εξ ανθρώπων, θέλει ματαιωθή
39 εάν όμως ήναι εκ Θεού, δεν δύνασθε να ματαιώσητε αυτό, και προσέχετε μήπως ευρεθήτε και Θεομάχοι.
40 Και επείσθησαν εις αυτόν  και προσκαλέσαντες τους αποστόλους, έδειραν, και παρήγγειλαν να μη λαλώσιν εν τω ονόματι του Ιησού, και απέλυσαν αυτούς.
41 Εκείνοι λοιπόν ανεχώρουν από προσώπου του συνεδρίου χαίροντες, ότι υπέρ του ονόματος αυτού ηξιώθησαν να ατιμασθώσι.
42 Και πάσαν ημέραν εν τω ιερώ και κατ' οίκον δεν έπαυον διδάσκοντες και ευαγελιζόμενοι τον Ιησούν Χριστόν.



































































Acts, Chapter 5 Demotic Greek

1. Κάποιος άλλος όμως, που ονομαζόταν Ανανίας, σε συμφωνία με τη γυναίκα του τη Σαπφείρα, πούλησε ένα κτήμα,
2. κι αφού κατακράτησε από το αντίτιμο για τον εαυτό του, πράγμα που το γνώριζε και η γυναίκα του, έφερε μόνο ένα μέρος απ' αυτό και το έθεσε στη διάθεση των αποστόλων.
3. Του είπε τότε ο Πέτρος: «Ανανία, γιατί την καρδιά σου την κυρίεψε ο Σατανάς, ώστε να πεις ψέματα στο Άγιο Πνεύμα και να κατακρατήσεις για τον εαυτό σου από το αντίτιμο του χωραφιού;
4. Δεν ήταν μήπως δικό σου όσο έμενε απούλητο; Και μετά που πουλήθηκε δεν ήταν μήπως δικαίωμά σου να διαχειριστείς όπως θέλεις την αξία του; Πώς συνέβη, λοιπόν, να διανοηθείς το πράγμα αυτό; Το ψέμα δεν το είπες σε ανθρώπους, αλλά στο Θεό»!
5. Ο Ανανίας ακούγοντας τα λόγια αυτά έπεσε κάτω και ξεψύχησε! Κι όλους εκείνους που τα άκουγαν αυτά, τους κυρίεψε μεγάλος φόβος.
6. Σηκώθηκαν τότε οι νεώτεροι, κι αφού τον περιτύλιξαν, τον έβγαλαν έξω και τον έθαψαν.
7. Κι αφού πέρασε ένα διάστημα τριών περίπου ωρών, μπήκε μέσα και η γυναίκα του, χωρίς να ξέρει αυτό που είχε συμβεί.
8. Τότε ο Πέτρος απευθύνθηκε σ' αυτήν και της είπε: «Πες μου αν το χωράφι το πουλήσατε για τόσα χρήματα». Κι εκείνη απάντησε: «Ναι, για τόσα».
9. Τότε ο Πέτρος της είπε: «Πώς έγινε και συμφωνήσατε μεταξύ σας να πειράξετε το Πνεύμα του Κυρίου; Να! εδώ έξω από την πόρτα βρίσκονται εκείνοι που έθαψαν τον άντρα σου, και οι οποίοι θα βγάλουν κι εσένα».
10. Και στη στιγμή έπεσε μπροστά στα πόδια του και ξεψύχησε. Κι όταν οι νέοι μπήκαν μέσα, τη βρήκαν νεκρή. Την έβγαλαν, λοιπόν, κι αυτήν και την έθαψαν κοντά στον άντρα της.
11. Προκλήθηκε τότε μεγάλος φόβος σ' όλη την εκκλησία και σε όλους εκείνους που τα άκουγαν.
12. Μέσω των αποστόλων, λοιπόν, γίνονταν πολλά θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα ανάμεσα στο λαό, κι ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί μέσα στη Στοά του Σολομώντα.
13. Από τους άλλους όμως κανένας δεν τολμούσε να προσκολληθεί σ' αυτούς, ενώ ο λαός τους εγκωμίαζε,
14. με αποτέλεσμα να προστίθενται σ' αυτούς όλο και μεγαλύτερος αριθμός αντρών και γυναικών, που πίστευαν στον Κύριο.
15. Είχαν φτάσει στο σημείο να βγάζουν τους αρρώστους ακόμα και στις πλατείες και να τους βάζουν πάνω σε κρεβάτια και φορεία, ώστε, καθώς περνούσε ο Πέτρος να πέσει έστω και η σκιά του πάνω σε κάποιον απ' αυτούς!
16. Επίσης κι από τις πόλεις γύρω από την Ιερουσαλήμ, συνέρρεε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι έφερναν αρρώστους κι άλλους που βασανίζονταν από πονηρά πνεύματα, κι όλοι αυτοί θεραπεύονταν.
17. Τότε ξεσηκώθηκε ο αρχιερέας κι όλοι εκείνοι που μαζί του ανήκαν στην παράταξη των Σαδδουκαίων και, γεμάτοι από ζηλοφθονία,
18. συνέλαβαν τους αποστόλους και τους έκλεισαν σε μια δημόσια φυλακή.
19. Τη νύχτα, όμως, ένας άγγελος του Κυρίου, άνοιξε τις πόρτες της φυλακής κι αφού τους έβγαλε έξω, τους είπε:
20. «Πηγαίνετε να σταθείτε στο ναό κι εκεί να λέτε στο λαό όλες τις αλήθειες τις σχετικές με τη ζωή αυτή».
21. Όταν τ' άκουσαν αυτά, μπήκαν από τα χαράματα στο ναό, όπου και άρχισαν να διδάσκουν. Στο μεταξύ ο αρχιερέας και εκείνοι που ήταν μαζί του, αφού ήρθαν στον τόπο των συνεδριάσεων και κάλεσαν σε συμβούλιο τα μέλη του δικαστηρίου και όλους τους πρεσβυτέρους του λαού Ισραήλ, έστειλαν ανθρώπους να τους φέρουν.
22. Όμως όταν ήρθαν οι κλητήρες, δεν τους βρήκαν στη φυλακή. Γύρισαν τότε και το ανέφεραν
23. λέγοντας: «Ενώ τη φυλακή τη βρήκαμε κλειδωμένη και τελείως ασφαλισμένη καθώς και τους φύλακες να στέκονται έξω από τις πόρτες, όταν όμως ανοίξαμε, δε βρήκαμε κανέναν μέσα!».
24. Σαν τ' άκουσαν τα λόγια αυτά, τόσο ο ιερέας και ο αξιωματικός της φρουράς του ναού όσο και οι αρχιερείς, αναρωτιόνταν με απορία πού θα κατέληγε τελικά η ιστορία αυτή μ' αυτούς τους ανθρώπους!
25. Ήρθε τότε κάποιος και τους είπε: «Ακούστε! Οι άνθρωποι που βάλατε στη φυλακή βρίσκονται στο ναό και διδάσκουν το λαό!».
26. Τότε ο αρχηγός της φρουράς πήγε μαζί με τους φρουρούς και τους έφερε, χωρίς όμως να χρησιμοποιήσει βία, γιατί φοβούνταν το λαό, μήπως και τους λιθοβολήσουν.
27. Τους έφεραν, λοιπόν, και τους έβαλαν να σταθούν μέσα στο συνέδριο. Έπειτα τους ανέκρινε ο αρχιερέας
28. λέγοντας: «Δε σας διατάξαμε αυστηρά να μη διδάσκετε για τ' όνομα αυτό; Αλλά, να! Εσείς έχετε γεμίσει την Ιερουσαλήμ με τη διδαχή σας! Και ο σκοπός σας είναι να ρίξετε πάνω μας την ενοχή για το θάνατο του ανθρώπου αυτού».
29. Απαντώντας τότε ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι, είπαν: «Είναι επιβεβλημένο να πειθαρχεί κανείς στο Θεό παρά στους ανθρώπους.
30. Ο Θεός των πατέρων μας ανέστησε τον Ιησού, που εσείς τον σκοτώσατε κρεμώντας τον πάνω στο ξύλο του σταυρού.
31. Αυτόν ο Θεός τον ύψωσε στα δεξιά του Αρχηγό και Σωτήρα για να προσφέρει μετάνοια στο λαό Ισραήλ και συγχώρηση αμαρτιών.
32. Κι εμείς είμαστε μάρτυρές του για να επιβεβαιώνουμε τις αλήθειες αυτές, όπως μάρτυρας είναι και το Πνεύμα το Άγιο, που ο Θεός το έδωσε σ' εκείνους που πειθαρχούν σ' αυτόν».
33. Εκείνοι, λοιπόν, ακούγοντάς τα αυτά, φρύαζαν από το θυμό τους και σχεδίαζαν να τους σκοτώσουν.
34. Σηκώθηκε τότε μέσα από το συνέδριο ένας Φαρισαίος νομοδιδάσκαλος, που ονομαζόταν Γαμαλιήλ και που τον εκτιμούσε όλος ο λαός, κι αφού διέταξε να βγάλουν έξω για λίγη ώρα τους αποστόλους,
35. είπε στους συνέδρους: «Άντρες Ισραηλίτες! Σκεφτείτε το καλά τι πάτε να κάνετε στους ανθρώπους αυτούς!
36. Γιατί πριν από καιρό παρουσιάστηκε ο Θευδάς, παριστάνοντας το σπουδαίο, στον οποίο και προσκολλήθηκε ένας αριθμός αντρών γύρω στους τετρακόσιους. Αυτός όμως σκοτώθηκε, κι όλοι όσοι τον ακολουθούσαν διαλύθηκαν και κατάντησαν σ' ένα τίποτε.
37. Ύστερα απ' αυτόν παρουσιάστηκε ο Ιούδας ο Γαλιλαίος, τον καιρό της απογραφής, και παρέσυρε αρκετό κόσμο κατόπι του. Κι εκείνος επίσης σκοτώθηκε, κι όλοι όσοι τον ακολουθούσαν διασκορπίστηκαν.
38. Και τώρα σας λέω, κρατηθείτε μακριά από τους ανθρώπους αυτούς κι αφήστε τους ήσυχους. Γιατί, αν είναι αυτή μια ανθρώπινη πρωτοβουλία και είναι έργο ανθρώπινο, θα σβήσει.
39. Αν όμως είναι από το Θεό, δεν μπορείτε να το αφανίσετε, μα μη βρεθείτε επιπλέον και θεομάχοι».
40. Πείστηκαν, λοιπόν, απ' αυτόν, κι έτσι κάλεσαν τους αποστόλους κι αφού τους έδειραν, τους πρόσταξαν να μη μιλούν για τον Ιησού, και τους έδιωξαν.
41. Εκείνοι, λοιπόν, αποχωρούσαν χαρούμενοι από το συνέδριο, επειδή αξιώθηκαν να υποστούν κακομεταχείριση για χάρη του Χριστού.
42. Έτσι, δεν έπαυαν να διδάσκουν καθημερινά και να κηρύττουν για τον Ιησού Χριστό τόσο στο ναό όσο και στα σπίτια.




































































Matthew 1

Acts, Chapter 5 Ancient Greek

1. Ἀνὴρ δέ τις Ἀνανίας ὀνόματι σὺν Σαπφείρῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ ἐπώλησε κτῆμα

2. καὶ ἐνοσφίσατο ἀπὸ τῆς τιμῆς, συνειδυίης καὶ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ, καὶ ἐνέγκας μέρος τι παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων ἔθηκεν.

3. εἶπε δὲ Πέτρος· Ἀνανία, διατί ἐπλήρωσεν ὁ σατανᾶς τὴν καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ νοσφίσασθαι ἀπὸ τῆς τιμῆς τοῦ χωρίου;

4. οὐχὶ μένον σοι ἔμενε καὶ πραθὲν ἐν τῇ σῇ ἐξουσίᾳ ὑπῆρχε; τί ὅτι ἔθου ἐν τῇ καρδίᾳ σου τὸ πρᾶγμα τοῦτο; οὐκ ἐψεύσω ἀνθρώποις, ἀλλὰ τῷ Θεῷ.

5. ἀκούων δὲ ὁ Ἀνανίας τοὺς λόγους τούτους πεσὼν ἐξέψυξε, καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

6. ἀναστάντες δὲ οἱ νεώτεροι συνέστειλαν αὐτὸν καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν.

7. Ἐγένετο δὲ ὡς ὡρῶν τριῶν διάστημα καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, μὴ εἰδυῖα τὸ γεγονός, εἰσῆλθεν.

8. ἀπεκρίθη δὲ αὐτῇ ὁ Πέτρος· εἰπέ μοι, εἰ τοσούτου τὸ χωρίον ἀπέδοσθε; ἡ δὲ εἶπε· ναί, τοσούτου.

9. ὁ δὲ Πέτρος εἶπε πρὸς αὐτήν· τί ὅτι συνεφωνήθη ὑμῖν πειράσαι τὸ Πνεῦμα Κυρίου; ἰδοὺ οἱ πόδες τῶν θαψάντων τὸν ἄνδρα σου ἐπὶ τῇ θύρᾳ καὶ ἐξοίσουσί σε.

10. ἔπεσε δὲ παραχρῆμα πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἐξέψυξεν· εἰσελθόντες δὲ οἱ νεανίσκοι εὗρον αὐτὴν νεκράν, καὶ ἐξενέγκαντες ἔθαψαν πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς.

11. καὶ ἐγένετο φόβος μέγας ἐφ' ὅλην τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἀκούοντας ταῦτα.

12. Διὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος·

13. τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ' ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός·

14. μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν,

15. ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν.

16. συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς Ἱερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες.

17. Ἀναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου

18. καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ.

19. ἄγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε·

20. πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης.

21. ἀκούσαντες δὲ εἰσῆλθον ὑπὸ τὸν ὄρθρον εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκον. παραγενόμενος δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ συνέδριον καὶ πᾶσαν τὴν γερουσίαν τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ ἀπέστειλαν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀχθῆναι αὐτούς.

22. οἱ δὲ ὑπηρέται παραγενόμενοι οὐχ εὗρον αὐτοὺς ἐν τῇ φυλακῇ, ἀναστρέψαντες δὲ ἀπήγγειλαν

23. λέγοντες ὅτι τὸ μὲν δεσμωτήριον εὕρομεν κεκλεισμένον ἐν πάσῃ ἀσφαλείᾳ καὶ τοὺς φύλακας ἑστῶτας πρὸ τῶν θυρῶν, ἀνοίξαντες δὲ ἔσω οὐδένα εὕρομεν.

24. ὡς δὲ ἤκουσαν τοὺς λόγους τούτους ὅ τε ἱερεὺς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, διηπόρουν περὶ αὐτῶν τί ἂν γένοιτο τοῦτο.

25. παραγενόμενος δέ τις ἀπήγγειλεν αὐτοῖς ὅτι ἰδοὺ οἱ ἄνδρες, οὓς ἔθεσθε ἐν τῇ φυλακῇ, εἰσὶν ἐν τῷ ἱερῷ ἑστῶτες καὶ διδάσκοντες τὸν λαόν.

26. τότε ἀπελθὼν ὁ στρατηγὸς σὺν τοῖς ὑπηρέταις ἤγαγεν αὐτοὺς οὐ μετὰ βίας· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν, ἵνα μὴ λιθασθῶσιν·

27. ἀγαγόντες δὲ αὐτοὺς ἔστησαν ἐν τῷ συνεδρίῳ. καὶ ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ ἀρχιερεὺς

28. λέγων· οὐ παραγγελίᾳ παρηγγείλαμεν ὑμῖν μὴ διδάσκειν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τούτῳ; καὶ ἰδοὺ πεπληρώκατε τὴν Ἱερουσαλὴμ τῆς διδαχῆς ὑμῶν, καὶ βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ' ἡμᾶς τὸ αἷμα τοῦ ἀνθρώπου τούτου.

29. ἀποκριθεὶς δὲ Πέτρος καὶ οἱ ἀπόστολοι εἶπον· πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις.

30. ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν ἤγειρεν Ἰησοῦν, ὃν ὑμεῖς διεχειρίσασθε κρεμάσαντες ἐπὶ ξύλου·

31. τοῦτον ὁ Θεὸς ἀρχηγὸν καὶ σωτῆρα ὕψωσε τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ δοῦναι μετάνοιαν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

32. καὶ ἡμεῖς ἐσμεν αὐτοῦ μάρτυρες τῶν ῥημάτων τούτων, καὶ τὸ Πνεῦμα δὲ τὸ Ἅγιον ὃ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς πειθαρχοῦσιν αὐτῷ.

33. Οἱ δὲ ἀκούσαντες διεπρίοντο καὶ ἐβούλοντο ἀνελεῖν αὐτούς.

34. Ἀναστὰς δέ τις ἐν τῷ συνεδρίῳ Φαρισαῖος ὀνόματι Γαμαλιήλ, νομοδιδάσκαλος τίμιος παντὶ τῷ λαῷ, ἐκέλευσεν ἔξω βραχύ τι τοὺς ἀποστόλους ποιῆσαι,

35. εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· ἄνδρες Ἰσραηλῖται, προσέχετε ἑαυτοῖς ἐπὶ τοῖς ἀνθρώποις τούτοις τί μέλλετε πράσσειν.

36. πρὸ γὰρ τούτων τῶν ἡμερῶν ἀνέστη Θευδᾶς, λέγων εἶναί τινα ἑαυτόν, ᾧ προσεκλίθη ἀριθμὸς ἀνδρῶν ὡσεὶ τετρακοσίων· ὃς ἀνῃρέθη, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διελύθησαν καὶ ἐγένοντο εἰς οὐδέν.

37. μετὰ τοῦτον ἀνέστη Ἰούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῷ διεσκορπίσθησαν.

38. καὶ τὰ νῦν λέγω ὑμῖν, ἀπόστητε ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τούτων καὶ ἐάσατε αὐτούς· ὅτι ἐὰν ᾖ ἐξ ἀνθρώπων ἡ βουλὴ αὕτη ἢ τὸ ἔργον τοῦτο, καταλυθήσεται·

39. εἰ δὲ ἐκ Θεοῦ ἐστιν, οὐ δύνασθε καταλῦσαι αὐτό, μή ποτε καὶ θεομάχοι εὑρεθῆτε.

40. ἐπείσθησαν δὲ αὐτῷ, καὶ προσκαλεσάμενοι τοὺς ἀποστόλους δείραντες παρήγγειλαν μὴ λαλεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἀπέλυσαν αὐτούς.

41. οἱ μὲν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπὸ προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπὲρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι·

42. πᾶσάν τε ἡμέραν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ κατ' οἶκον οὐκ ἐπαύοντο διδάσκοντες καὶ εὐαγγελιζόμενοι τὸν Ἰησοῦν τὸν Χριστόν.

 














































































Acts, Chapter 5 (KJV)

1. But a certain man named Ananias, with Sapphira his wife, sold a possession,
2. And kept back part of the price, his wife also being privy to it , and brought a certain part, and laid it at the apostles' feet.
3. But Peter said, Ananias, why hath Satan filled thine heart to lie to the Holy Ghost, and to keep back  part of the price of the land?
4. Whiles it remained, was it not thine own? and after it was sold, was it not in thine own power? why hast thou conceived this thing in thine heart? thou hast not lied unto men, but unto God.
5. And Ananias hearing these words fell down, and gave up the ghost: and great fear came on all them that heard these things.
6. And the young men arose, wound him up, and carried him out, and buried him .
7. And it was about the space of three hours after, when his wife, not knowing what was done, came in.
8. And Peter answered unto her, Tell me whether ye sold the land for so much? And she said, Yea, for so much.
9. Then Peter said unto her, How is it that ye have agreed together to tempt the Spirit of the Lord? behold, the feet of them which have buried thy husband are at the door, and shall carry thee out.
10. Then fell she down straightway at his feet, and yielded up the ghost: and the young men came in, and found her dead, and, carrying her forth, buried her by her husband.
11. And great fear came upon all the church, and upon as many as heard these things.
12. And by the hands of the apostles were many signs and wonders wrought among the people; (and they were all with one accord in Solomon's porch.
13. And of the rest durst no man join himself to them: but the people magnified them.
14. And believers were the more added to the Lord, multitudes both of men and women.)
15. Insomuch that they brought forth the sick into the streets, and laid them on beds and couches, that at the least the shadow of Peter passing by might overshadow some of them.
16.  There came also a multitude out of the cities round about unto Jerusalem, bringing sick folks, and them which were vexed with unclean spirits: and they were healed every one.
17. Then the high priest rose up, and all they that were with him, (which is the sect of the Sadducees,) and were filled with indignation,
18. And laid their hands on the apostles, and put them in the common prison.
19. But the angel of the Lord by night opened the prison doors, and brought them forth, and said,
20. Go, stand and speak in the temple to the people all the words of this life.
21. And when they heard that , they entered into the temple early in the morning, and taught. But the high priest came, and they that were with him, and called the council together, and all the senate of the children of Israel, and sent to the prison to have them brought.
22. But when the officers came, and found them not in the prison, they returned, and told,
23. Saying, The prison truly found we shut with all safety, and the keepers standing without before the doors: but when we had opened, we found no man within.
24. Now when the high priest and the captain of the temple and the chief priests heard these things, they doubted of them whereunto this would grow.
25. Then came one and told them, saying, Behold, the men whom ye put in prison are standing in the temple, and teaching the people.
26. Then went the captain with the officers, and brought them without violence: for they feared the people, lest they should have been stoned.
27. And when they had brought them, they set them before the council: and the high priest asked them,
28. Saying, Did not we straitly command you that ye should not teach in this name? and, behold, ye have filled Jerusalem with your doctrine, and intend to bring this man's blood upon us.
29. Then Peter and the other apostles answered and said, We ought to obey God rather than men.
30. The God of our fathers raised up Jesus, whom ye slew and hanged on a tree.
31. Him hath God exalted with his right hand to be a Prince and a Saviour, for to give repentance to Israel, and forgiveness of sins.
32. And we are his witnesses of these things; and so is also the Holy Ghost, whom God hath given to them that obey him.
33. When they heard that , they were cut to the heart , and took counsel to slay them.
34. Then stood there up one in the council, a Pharisee, named Gamaliel, a doctor of the law, had in reputation among all the people, and commanded to put the apostles forth a little space;
35. And said unto them, Ye men of Israel, take heed to yourselves what ye intend to do as touching these men.
36. For before these days rose up Theudas, boasting himself to be somebody; to whom a number of men, about four hundred, joined themselves: who was slain; and all, as many as obeyed him, were scattered, and brought to nought.
37. After this man rose up Judas of Galilee in the days of the taxing, and drew away much people after him: he also perished; and all, even as many as obeyed him, were dispersed.
38. And now I say unto you, Refrain from these men, and let them alone: for if this counsel or this work be of men, it will come to nought:
39. But if it be of God, ye cannot overthrow it; lest haply ye be found even to fight against God.
40. And to him they agreed: and when they had called the apostles, and beaten them , they commanded that they should not speak in the name of Jesus, and let them go.
41. And they departed from the presence of the council, rejoicing that they were counted worthy to suffer shame for his name.
42. And daily in the temple, and in every house, they ceased not to teach and preach Jesus Christ.