Acts, Chapter 7 Modern Greek

01 Είπε δε ο αρχιερεύς, Τωόντι ούτως έχουσι ταύτα;
02 Ο δε είπε,  Άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατε  Ο Θεός της δόξης εφάνη εις τον πατέρα ημών Αβραάμ, ότε ήτο εν τη Μεσοποταμία, πριν κατοικήση εν Χαρράν,
03 και είπε προς αυτόν,  «Έξελθε εκ της γής σου και εκ της συγγενείας σου, και ελθέ εις την γήν την οποίαν θέλω σοι δείξει.»
04 Τότε εξελθών εκ της γης των Χαλδαίων, κατώκησεν εν Χαρράν. Και εκείθεν μετά τον θάνατον του πατρός αυτού, μετώκισεν αυτόν εις την γην ταύτην, εις την οποίαν σεις
κατοικείτε τώρα.
05 Και δεν έδωκεν εις αυτόν κληρονομίαν εν αυτή, ουδέ βήμα ποδός  υπεσχέθη δε ότι θέλει δώσει αυτήν κτήμα εις αυτόν, και εις το σπέρμα αυτού μετ' αυτόν, ενώ δεν είχε τέκνον.
06 Ελάλησε δε προς αυτόν ο Θεός ούτως,  « Ότι το σπέρμα αυτού θέλει είσθαι πάροικον εν τη γη ξένη, και θέλουσι δουλώσει αυτό καταθλίψει τετρακόσια έτη
07 και το έθνος, εις το οποίον θέλουσι δουλωθή, εγώ θέλω κρίνει, είπεν ο Θεός  και μετά ταύτα θέλουσιν εξέλθει, και θέλουσι με λατρεύσει εν τω τόπω τούτω.»
08 Και έδωκεν εις αυτόν διαθήκην περιτομής  και ούτως εγέννησε τον Ισαάκ, και περιέτεμεν αυτόν τη ογδόη ημέρα και ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ τους δώδεκα Πατριάρχας.
09 Και οι Πατριάρχαι φθονήσαντες τον Ιωσήφ, επώλησαν εις την Αίγυπτον  ο Θεός όμως ήτο μετ' αυτού,
10 και ηλευθέρωσεν αυτόν εκ πασών των θλίψεων αυτού, και έδωκεν εις αυτόν χάριν και σοφίαν ενώπιον Φαραώ, του βασιλέως της Αιγύπτου, όστις κατέστησεν αυτόν κυβερνήτην επί της Αιγύπτου και όλου του οίκου αυτού.
11  Ήλθε δε πείνα εφ' όλην την γην της Αιγύπτου και Χαναάν, και θλίψις μεγάλη  και δεν εύρισκον τροφάς οι πατέρες ημών.
12 Ακούσας δε ο Ιακώβ ότι υπήρχε σίτος εν Αιγύπτω εξαπέστειλε πρώτην φοράν τους πατέρας ημών.
13 Και εν τη δευτέρα ανεγνωρίσθη ο Ιωσήφ εις τους αδελφούς αυτού, και εφανερώθη εις τον Φαραώ το γένος του Ιωσήφ.
14 Αποστείλας δε ο Ιωσήφ εκάλεσε προς εαυτόν τον πατέρα αυτού Ιακώβ, και πάσαν την συγγένειαν αυτού, εβδομήκοντα πέντε ψυχάς.
15 Και κατέβη ο Ιακώβ εις Αίγυπτον, και ετελεύτησεν εκεί αυτός και οι πατέρες ημών.
16 Και μετεκομίσθησαν εις Συχέμ, και ετέθησαν εν τω μνήματι το οποίον ηγόρασεν ο Αβραάμ με τιμήν αργυρίου παρά των υιών του Εμμώρ πατρός του Συχέμ.
17 Καθώς δε επλησίαζεν ο καιρός της επαγγελίας την οποίαν ώμοσεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, ηύξησεν ο λαός και επληθύνθη εν Αιγύπτω
18 εωσού εσηκώθη βασιλεύς άλλος, όστις δεν ήξευρε τον Ιωσήφ.
19 Ούτος δολιευθείς το γένος ημών, κατέθλιψε τους πατέρας ημών, ώστε να κάμη να ρίπτωνται τα βρέφη αυτών, δια να μη ζωογονώνται.
20 Εν τούτω τω καιρώ εγεννήθη ο Μωϋσής, και είχε θείον κάλλος  όστις ανετράφη τρείς μήνας εν τω οίκω του πατρός αυτού.
21 Αφού δε ερρίφθη, ανέλαβεν αυτόν η θυγάτηρ του Φαραώ, και ανέθρεψεν αυτόν δια να ήναι υιός αυτής.
22 Και εδιδάχθη ο Μωϋσής πάσαν την σοφίαν των Αιγυπτίων και ήτο δυνατός εν λόγοις και εν έργοις,
23 Ενώ δε ετελείονε το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας αυτού, ήλθεν εις την καρδίαν αυτού να επισκεφθή τους αδελφούς αυτού, τους υιούς Ισραήλ.
24 Και ιδών τινά αδικούμενον, υπερασπίσθη αυτόν, και έκαμεν εκδίκησιν υπέρ του καταθλιβομένου, πατάξας τον Αιγύπτιον.
25 Ενόμιζε δε ότι οι αδελφοί αυτού ήθελον νοήσει ότι ο Θεός δια της χειρός αυτού δίδει εις αυτούς σωτηρίαν  εκείνοι όμως δεν ενόησαν.
26 Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη εις αυτούς ενώ εμάχοντο, και παρεκίνησεν αυτούς εις ειρήνην, ειπών,  Άνθρωποι, αδελφοί είσθε σεις  δια τι αδικείτε αλλήλους;
27 Ο δε αδικών τον πλησίον απέσπρωξεν αυτόν, ειπών, Τις σε κατέστησεν άρχοντα και δικαστήν εφ' ημάς;
28 Μήπως θέλεις συ να με φονεύσης καθ' ον τρόπον εφόνευσας χθές τον Αιγύπτιον;
29 Τότε ο Μωϋσής έφυγε δια τον λόγον τούτον, και έγεινε πάροικος εν γη Μαδιάμ, όπου εγέννησε δύο υιούς.
30 Και αφού συνεπληρώθησαν τεσσαράκοντα έτη, εφάνη εις αυτόν άγγελος Κυρίου εν τη ερήμω του όρους Σινά, εν μέσω
φλογός καιομένης βάτου.
31 Ο δε Μωϋσής ιδών, εθαύμασε δια το όραμα  και ενώ επλησίαζε δια να παρατηρήση, ήλθε φωνή Κυρίου προς αυτόν,
32 «Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ.» Έντρομος δε γενόμενος ο Μωϋσής δεν ετόλμα να παρατηρήση.
33 Και είπε προς αυτόν ο Κύριος, « Λύσον το υπόδημα των ποδών σου  διότι ο τόπος επί του οποίου ίστασαι, είναι γη αγία.»
34 « Είδον, είδον την ταλαιπωρίαν του λαού μου του εν Αιγύπτω, και ήκουσα τον στεναγμόν αυτών, και κατέβην δια να ελευθερώσω αυτούς  και τώρα ελθέ, θέλω σε αποστείλει εις Αίγυπτον.»
35 Τούτον τον Μωϋσήν τον οποίον ηρνήθησαν ειπόντες, Τις σε κατέστησεν άρχοντα και δικαστήν; τούτον ο Θεός απέστειλεν αρχηγόν και λυτρωτήν δια χειρός του αγγέλου του φανέντος εις αυτόν εν τη βάτω.
36 Ούτος εξήγαγεν αυτούς, αφού έκαμε τέρατα και σημεία, εν γη Αιγύπτου, και εν ερυθρά θαλάσση, και εν τη ερήμω τεσσαράκοντα έτη.
37 Ούτος είναι ο Μωϋσής, όστις είπε προς τους υιούς του Ισραήλ,  «Προφήτην εκ των αδελφών σας θέλει σας αναστήσει Κύριος ο Θεός σας, ως εμέ  αυτού θέλετε ακούσει.» Ιωάν.α'. 45, Πραξ.γ'.22
38 Ούτος είναι όστις εν τη εκκλησία εν τη ερήμω εστάθη μετά του αγγέλου του λαλούντος προς αυτόν εν τω όρει Σινά, και μετά των πατέρων ημών, και παρέλαβε λόγια ζωοποιά, δια να δώση εις ημάς.
39 Εις τον οποίον οι πατέρες ημών δεν ηθέλησαν να υπακούσωσιν, αλλ' απέβαλον, και εστράφησαν εν ταις καρδίαις αυτών εις Αίγυπτον,
40 ειπόντες προς τον Ααρών, « Κάμε εις ημάς θεούς, οίτινες θέλουσι προπορεύεσθαι ημών  διότι ούτος ο Μωϋσής, όστις εξήγαγεν ημάς εκ γης Αιγύπτου, δεν εξεύρομεν τι συνέβη εις αυτόν.»
41 Και κατεσκεύασαν μόσχον εν ταις ημέραις εκείναις, και προσέφεραν θυσίαν εις το είδωλον, και ευφραίνοντο εις τα έργα των χειρών αυτών.
42  Όθεν εστράφη ο Θεός και παρέδωκεν αυτούς εις το να λατρεύσωσι την στρατιάν του ουρανού, καθώς είναι γεγραμμένον εν τω βιβλίω των προφητών,  «Μήπως προσεφέρετε εις εμέ σφάγια και θυσίας τεσσαράκοντα έτη εν τη ερήμω, οίκος Ισραήλ;
43 Μάλιστα ανελάβετε την σκηνήν του Μολόχ, και το άστρον του Θεού σας Ρεμφάν, τους τύπους, τους οποίους εκάμετε δια να προσκυνήτε αυτούς  δια τούτο θέλω σας μετοικίσει επέκεινα»  της Βαβυλώνος.
44 Η σκηνή του μαρτυρίου ήτο μετά των πατέρων ημών εν τη ερήμω, καθώς διέταξεν εκείνος όστις ελάλει προς τον Μωϋσήν να κατασκευάση αυτήν κατά τον τύπον τον οποίον είχεν ιδεί
45 την οποίαν και παραλαβόντες οι πατέρες ημών, έφεραν μετά του Ιησού εις την κατακτηθείσαν γην των εθνών, τα οποία ο Θεός έξωσεν απ' έμπροσθεν των πατέρων ημών, εως των ημερών του Δαβίδ
46 όστις εύρε χάριν ενώπιον του Θεού, και ηυχήθη να εύρη κατοικίαν δια τον Θεόν του Ιακώβ.
47 Ο Σολομών δε ωκοδόμησεν εις αυτόν οίκον.
48 Αλλ' ο  Ύψιστος δεν κατοικεί εν χειροποιήτοις ναοίς, καθώς ο προφήτης λέγει,
49 « Ο ουρανός είναι θρόνος μου, η δε γη υποπόδιον των ποδών μου  ποίον οίκον θέλετε οικοδομήσει δι' εμέ; λέγει Κύριος  ή ποίος ο τόπος της αναπαύσεώς μου;
50 η χείρ μου δεν έκαμε ταύτα πάντα;»
51 Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι την καρδίαν και τα ώτω, σεις πάντοτε αντιφέρεσθε κατά του Πνεύματος του Αγίου καθώς οι πατέρες σας, ούτως και σείς.
52 Τίνα των προφητών δεν εδίωξαν οι πατέρες σας; μάλιστα εφόνευσαν εκείνους οίτινες προκατήγγειλαν περί της ελεύσεως του Δικαίου, του οποίου σεις εγείνατε τώρα προδόται και φονείς
53 οίτινες ελάβετε τον νόμον εκ διαταγών αγγέλων, και δεν εφυλάξατε.
54 Ακούοντες δε ταύτα κατεκόπτοντο τας καρδίας αυτών, και έτριζον τους οδόντας κατ' αυτού.
55 Ο δε Στέφανος πλήρης ων Πνεύματος Αγίου, ατενίσας εις τον ουρανόν, είδε την δόξαν του Θεού, και τον Ιησούν ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού,
56 και είπεν, ιδού, θεωρώ τους ουρανούς ανεωγμένους, και τον Υιόν του ανθρώπου ιστάμενον εκ δεξιών του Θεού.
57 Τότε φωνάξαντες μετά φωνής μαγάλης, έφραξαν τα ώτα αυτών, και ώρμησαν ομοθυμαδόν επ' αυτόν.
58 Και εκβαλόντες έξω της πόλεως ελιθοβόλουν. Και οι μάρτυρες απέθεσαν τα ιμάτια αυτών εις τους πόδας νεανίου τινός ονομαζομένου Σαύλου.
59 Και ελιθοβόλουν τον Στέφανον επικαλούμενον και λέγοντα, Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμά μου.
60 Και γονατίσας εφώναξε μετά φωνής μεγάλης, Κύριε, μη λογαριάσης εις αυτούς την αμαρτίαν ταύτην  και τούτο ειπών, εκοιμήθη.













































































Acts, Chapter 7 Demotic Greek

1. Ρώτησε τότε ο αρχιερέας: «Είναι λοιπόν, στ' αλήθεια έτσι τα πράγματα;».
2. Κι εκείνος είπε: «Άντρες αδελφοί και πατέρες, ακούστε: Ο δοξασμένος Θεός φανερώθηκε στον πατέρα μας τον Αβραάμ, τότε που ήταν στη Μεσοποταμία, πριν ακόμα κατοικήσει στη Χαρράν,
3. και του είπε: Βγες από τη χώρα σου και ανάμεσα από τους συγγενείς σου και πήγαινε σε μια χώρα που θα σου δείξω.
4. Βγήκε τότε από τη χώρα των Χαλδαίων και κατοίκησε στη Χαρράν. Κι από εκεί, ύστερα από το θάνατο του πατέρα του, τον εγκατέστησε ο Θεός στη χώρα αυτή, που τώρα κατοικείτε εσείς.
5. Δεν έδωσε όμως κληρονομιά στον ίδιο μέσα στη χώρα αυτή ούτε ένα βήμα γης, αλλά του υποσχέθηκε να τη δώσει σαν ιδιοκτησία σ' αυτόν και μετά απ' αυτόν στους απογόνους του, αν και δεν είχε παιδί!
6. Και με τον τρόπο αυτό ο Θεός του είπε πως οι απόγονοί του θα ζουν σαν ξένοι σε χώρα διαφορετικών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τους υποδουλώσουν και θα τους κακομεταχειριστούν για τετρακόσια χρόνια.
7. Και το έθνος που θα τους υποδουλώσει, εγώ θα το κρίνω, είπε ο Θεός, και ύστερα απ' όλα αυτά θα βγουν απ' αυτό και θα με λατρέψουν σ' αυτόν εδώ τον τόπο.
8. Και του έδωσε διαθήκη με γνώρισμα την περιτομή. Έτσι, λοιπόν, ο Αβραάμ απέκτησε τον Ισαάκ, και του έκανε περιτομή την όγδοη μέρα. Το ίδιο και ο Ισαάκ στον Ιακώβ και ο Ιακώβ στους δώδεκα πατριάρχες.
9. »Και οι πατριάρχες, επειδή ζήλεψαν τον Ιωσήφ, τον παρέδωσαν στην Αίγυπτο. Όμως ο Θεός ήταν μαζί του
10. και τον ελευθέρωσε απ' όλες τις θλίψεις του και του έδωσε χάρη και σοφία μπροστά στο Φαραώ, το βασιλιά της Αιγύπτου, έτσι που τον διόρισε Διοικητή της Αιγύπτου και ολόκληρου του παλατιού του.
11. Ύστερα έπεσε φοβερή πείνα και μεγάλη θλίψη σ' ολόκληρη την Αίγυπτο και την Χαναάν, και οι πατέρες μας δεν εύρισκαν τρόφιμα.
12. Άκουσε όμως ο Ιακώβ πως υπάρχει σιτάρι στην Αίγυπτο κι έστειλε εκεί τους πατέρες μας για πρώτη φορά.
13. Και τη δεύτερη φορά αποκαλύφθηκε ο Ιωσήφ στους αδελφούς του, κι έγινε έτσι γνωστό στο Φαραώ η καταγωγή του Ιωσήφ.
14. Έστειλε τότε ο Ιωσήφ και κάλεσε κοντά του τον Ιακώβ, τον πατέρα του και όλους τους συγγενείς του, συνολικά εβδομήντα πέντε άτομα.
15. Έτσι λοιπόν, κατέβηκε ο Ιακώβ στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε τελικά αυτός και οι πατέρες μας.
16. Και τα οστά τους τα μετέφεραν και τα έθαψαν στο μνήμα που είχε αγοράσει ο Αβραάμ από τους γιους του Εμώρ του Συχεμίτη, πληρώνοντάς τους με ασημένια νομίσματα.
17. »Και καθώς πλησίαζε πια ο καιρός να εκπληρωθεί η υπόσχεση, που με όρκο έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ, είχε κιόλας αυξηθεί ο λαός και είχε πληθύνει στην Αίγυπτο.
18. Ώσπου τελικά έγινε βασιλιάς ένας άλλος, που δεν είχε γνωρίσει τον Ιωσήφ.
19. Αυτός, έχοντας συλλάβει ένα ύπουλο σχέδιο εναντίον του λαού μας, κακομεταχειρίστηκε τους πατέρες μας προσπαθώντας να τους αναγκάσει να αφήνουν έκθετα τα βρέφη τους, για να μη διατηρούνται στη ζωή.
20. Τον καιρό εκείνο γεννήθηκε ο Μωυσής, ο οποίος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για το Θεό και ο οποίος ανατράφηκε τρεις μήνες στο σπίτι του πατέρα του.
21. Κι όταν, έπειτα, τον άφησαν έκθετο, τον περιμάζεψε η κόρη του Φαραώ και τον ανέθρεψε σαν δικό της γιο.
22. Έτσι μορφώθηκε ο Μωυσής με όλη τη σοφία των Αιγυπτίων και ήταν δυνατός στα λόγια και στα έργα.
23. »Κι όταν πια συμπλήρωνε τα σαράντα χρόνια της ηλικίας του, του γεννήθηκε η επιθυμία να επισκεφτεί τους αδελφούς του τους Ισραηλίτες.
24. Και όταν είδε έναν απ' αυτούς να αδικείται, τον υπερασπίστηκε και πήρε εκδίκηση για λογαριασμό του σκοτώνοντας τον Αιγύπτιο.
25. Νόμιζε λοιπόν πως θα καταλάβαιναν οι αδελφοί του ότι ο Θεός χρησιμοποιώντας αυτόν σαν όργανό του, τους δίνει τη λευτεριά τους. Μα εκείνοι δεν το κατάλαβαν.
26. Έτσι, την άλλη μέρα παρουσιάστηκε μπροστά τους, σε ώρα που μαλώνανε, και τους παρακινούσε να ειρηνέψουν μεταξύ τους λέγοντάς τους: Άντρες, εσείς είστε αδέλφια, γιατί αδικείτε ο ένας τον άλλο;
27. Τότε εκείνος που αδικούσε το γείτονά του, τον έσπρωξε λέγοντάς του: Ποιος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή πάνω μας;
28. Μήπως θέλεις εσύ να με σκοτώσεις, όπως σκότωσες χτες τον Αιγύπτιο;
29. Ο Μωυσής λοιπόν, στο άκουσμα των λόγων αυτών, έφυγε και εγκαταστάθηκε σαν ξένος στη χώρα Μαδιάμ, όπου απέκτησε δύο γιους.
30. »Κι όταν συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια, του φανερώθηκε ένας άγγελος του Κυρίου στην έρημο του όρους Σινά, μέσα στη φλόγα μιας αναμμένης βάτου.
31. Ο Μωυσής, τότε, σαν είδε το φαινόμενο, απόρησε. Κι ενώ πλησίαζε για να σχηματίσει σαφέστερη αντίληψη του φαινομένου, άκουσε τη φωνή του Κυρίου να του λέει:
32. Εγώ είμαι ο Θεός των πατέρων σου, ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Κι ο Μωυσής, κυριευμένος από τρόμο, δεν τολμούσε πια να κοιτάξει.
33. Του είπε τότε ο Κύριος: Βγάλε τα υποδήματα από τα πόδια σου, γιατί ο τόπος στον οποίο στέκεσαι είναι τόπος ιερός.
34. Κοίταξα και είδα την κακομεταχείριση του λαού μου, που βρίσκεται στην Αίγυπτο και το στεναγμό τους τον άκουσα και κατέβηκα να τους ελευθερώσω. Τώρα, λοιπόν, έλα, θα σε στείλω στην Αίγυπτο».
35. Τον Μωυσή λοιπόν, αυτόν που αρνήθηκαν λέγοντάς του: Ποιος σε διόρισε άρχοντα και δικαστή, αυτόν έστειλε ο Θεός άρχοντα και λυτρωτή μέσω του αγγέλου που του φανερώθηκε μέσα από τη βάτο.
36. Αυτός τους έβγαλε από την Αίγυπτο, κάνοντας θαύματα εκπληκτικά στην Αίγυπτο και στην Ερυθρά θάλασσα και στην έρημο για σαράντα χρόνια.
37. Είναι αυτός ο ίδιος ο Μωυσής που είπε στους Ισραηλίτες: Προφήτη θα σας αναδείξει ο Κύριος ο Θεός σας μέσα από τους ομοεθνείς σας, όπως ανέδειξε εμένα. Αυτόν θα ακούτε.
38. Αυτός είναι που στη συνέλευση του λαού Ισραήλ στην έρημο έγινε ο μεσάζοντας ανάμεσα στον άγγελο που του μιλούσε στο όρος Σινά και στους πατέρες μας, και που παρέλαβε λόγια προφορικά απ' ευθείας από το στόμα του Κυρίου, για να τα μεταδώσει σε μας.
39. »Σ' αυτόν όμως οι πατέρες μας δε θέλησαν να πειθαρχήσουν, αλλά τον απέκρουσαν και άφησαν την καρδιά τους να επιθυμήσει ξανά την Αίγυπτο,
40. όταν είπαν στον Ααρών: Κατασκεύασέ μας θεούς που θα προπορεύονται στο δρόμο μας, μια και δεν ξέρουμε τι απέγινε αυτός ο Μωυσής, που μας έβγαλε από την Αίγυπτο.
41. Έτσι κατασκεύασαν ένα ομοίωμα μοσχαριού τον καιρό εκείνο, και πρόσφεραν θυσία στο είδωλο και πανηγύριζαν για τα έργα των χεριών τους.
42. Άλλαξε τότε στάση ο Θεός και τους άφησε να λατρεύουν τα αστέρια τ' ουρανού, όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο των προφητών: Μήπως μου προσφέρατε σφαχτά και θυσίες για σαράντα χρόνια στην έρημο, λαέ του Ισραήλ;
43. Απεναντίας μάλιστα, περιφέρατε τη σκηνή του Μολόχ και το αστέρι του θεού σας του Ρεμφάν, τα ομοιώματα που κατασκευάσατε για να τα προσκυνάτε! Γι' αυτό και θα σας εξορίσω πέρα από τη Βαβυλώνα.
44. »Για τους πατέρες μας υπήρχε στην έρημο η Σκηνή του Μαρτυρίου, όπως διέταξε εκείνος που μιλούσε στο Μωυσή να την κατασκευάσει σύμφωνα με το υπόδειγμα που είχε δει.
45. Τη Σκηνή αυτή, όταν οι πατέρες μας διαδέχτηκαν το Μωυσή, την έφεραν μαζί τους στη γη που κατέκτησαν από τους εθνικούς, τους οποίους έδιωξε ο Θεός μπροστά από τους προγόνους μας ως τις μέρες του Δαβίδ,
46. ο οποίος βρήκε χάρη μπροστά στο Θεό και ζήτησε να κατασκευάσει κατοικία για το Θεό του Ιακώβ.
47. Και κατοικία γι' αυτόν έχτισε τελικά ο Σολομών.
48. Όμως ο Ύψιστος δεν κατοικεί μέσα σε χειροποίητους ναούς, όπως λέει ο προφήτης:
49. Ο ουρανός είναι ο θρόνος μου και η γη το ακουμπιστήρι των ποδιών μου. Τι λογής οίκημα θα μου χτίσετε τάχα και ποιος τόπος μπορεί να γίνει το αναπαυτήριό μου;
50. Δεν είναι μήπως το χέρι μου που τα έκανε όλα αυτά;
51. Άνθρωποι σκληροτράχηλοι, που έχετε κλείσει πεισματικά τις καρδιές και τ' αυτιά σας, εσείς πάντοτε παίρνετε στάση εχθρική στο Πνεύμα το Άγιο. Όπως έκαναν οι πατέρες σας το ίδιο κάνετε κι εσείς.
52. Και ποιον από τους προφήτες δεν κατέτρεξαν οι πρόγονοί σας; Σκότωσαν εκείνους που προανάγγειλαν τον ερχομό του Δίκαιου, του οποίου εσείς τώρα γίνατε προδότες και φονιάδες!
53. Εσείς οι ίδιοι, που παραλάβατε το νόμο που μεταδόθηκε μέσω αγγέλων και δεν τον τηρήσατε!»
54. Καθώς λοιπόν, τα άκουγαν αυτά, λύσσαζαν μέσα τους από το θυμό τους και έτριζαν τα δόντια τους εναντίον του.
55. Αυτός όμως γεμάτος από το Πνεύμα το Άγιο ατενίζοντας στον ουρανό, είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται στα δεξιά του Θεού,
56. και είπε: «Να! Τώρα βλέπω τους ουρανούς ανοιχτούς και το Γιο του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού»!
57. Τότε εκείνοι, αφού κραύγασαν με δυνατή φωνή, έκλεισαν τ' αυτιά τους και όρμησαν όλοι μαζί καταπάνω του.
58. Κατόπιν τον έβγαλαν έξω από την πόλη και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Και οι μάρτυρες είχαν αποθέσει τα ρούχα τους μπροστά σ' ένα νεαρό που ονομαζόταν Σαύλος,
59. και λιθοβολούσαν το Στέφανο, ενώ εκείνος επικαλούνταν το Χριστό κι έλεγε: «Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου».
60. Ύστερα, αφού έπεσε στα γόνατα, κραύγασε με δυνατή φωνή: «Κύριε, μην πάρεις υπόψη σου τη βαρύτητα της αμαρτίας τους αυτής»! Κι όταν το είπε αυτό, πέθανε.












































































Matthew 1

Acts, Chapter 7 Ancient Greek

1. Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει;

2. ὁ δὲ ἔφη· ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν Ἀβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν,

3. καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω.

4. τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν· κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκησεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε·

5. καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ' αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου.

6. ἐλάλησε δὲ οὕτως ὁ Θεός, ὅτι ἔσται τὸ σπέρμα αὐτοῦ πάροικον ἐν γῇ ἀλλοτρίᾳ, καὶ δουλώσουσιν αὐτὸ καὶ κακώσουσιν ἔτη τετρακόσια·

7. καὶ τὸ ἔθνος ᾧ ἐὰν δουλεύσωσι κρινῶ ἐγώ, εἶπεν ὁ Θεός· καὶ μετὰ ταῦτα ἐξελεύσονται καὶ λατρεύσουσί μοι ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.

8. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην περιτομῆς· καὶ οὕτως ἐγέννησε τὸν Ἰσαὰκ καὶ περιέτεμεν αὐτὸν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ, καὶ ὁ Ἰσαὰκ τὸν Ἰακώβ, καὶ ὁ Ἰακὼβ τοὺς δώδεκα πατριάρχας.

9. Καὶ οἱ πατριάρχαι ζηλώσαντες τὸν Ἰωσὴφ ἀπέδοντο εἰς Αἴγυπτον· καὶ ἦν ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ,

10. καὶ ἐξείλατο αὐτὸν ἐκ πασῶν τῶν θλίψεων αὐτοῦ, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ χάριν καὶ σοφίαν ἐναντίον Φαραὼ βασιλέως Αἰγύπτου, καὶ κατέστησεν αὐτὸν ἡγούμενον ἐπ' Αἴγυπτον καὶ ὅλον τὸν οἶκον αὐτοῦ.

11. ἦλθε δὲ λιμὸς ἐφ' ὅλην τὴν γῆν Αἰγύπτου καὶ Χαναὰν καὶ θλῖψις μεγάλη, καὶ οὐχ εὕρισκον χορτάσματα οἱ πατέρες ἡμῶν.

12. ἀκούσας δὲ Ἰακὼβ ὄντα σῖτα ἐν Αἰγύπτῳ ἐξαπέστειλε τοὺς πατέρας ἡμῶν πρῶτον·

13. καὶ ἐν τῷ δευτέρῳ ἀνεγνωρίσθη Ἰωσὴφ τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ, καὶ φανερὸν ἐγένετο τῷ Φαραὼ τὸ γένος τοῦ Ἰωσήφ.

14. ἀποστείλας δὲ Ἰωσὴφ μετεκαλέσατο τὸν πατέρα αὐτοῦ Ἰακὼβ καὶ πᾶσαν τὴν συγγένειαν αὐτοῦ ἐν ψυχαῖς ἑβδομήκοντα πέντε.

15. κατέβη δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν,

16. καὶ μετετέθησαν εἰς Συχὲμ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμὸρ τοῦ Συχέμ.

17. Καθὼς δὲ ἤγγιζεν ὁ χρόνος τῆς ἐπαγγελίας ἧς ὤμοσεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀβραάμ, ηὔξησεν ὁ λαὸς καὶ ἐπληθύνθη ἐν Αἰγύπτῳ,

18. ἄχρις οὗ ἀνέστη βασιλεὺς ἕτερος, ὃς οὐκ ᾔδει τὸν Ἰωσήφ.

19. οὗτος κατασοφισάμενος τὸ γένος ἡμῶν ἐκάκωσε τοὺς πατέρας ἡμῶν τοῦ ποιεῖν ἔκθετα τὰ βρέφη αὐτῶν, εἰς τὸ μὴ ζωογονεῖσθαι·

20. ἐν ᾧ καιρῷ ἐγεννήθη Μωϋσῆς, καὶ ἦν ἀστεῖος τῷ Θεῷ· ὃς ἀνετράφη μῆνας τρεῖς ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ.

21. ἐκτεθέντα δὲ αὐτὸν ἀνείλετο αὐτὸν ἡ θυγάτηρ Φαραὼ καὶ ἀνεθρέψατο αὐτὸν ἑαυτῇ εἰς υἱόν.

22. καὶ ἐπαιδεύθη Μωϋσῆς πάσῃ σοφίᾳ Αἰγυπτίων, ἦν δὲ δυνατὸς ἐν λόγοις καὶ ἐν ἔργοις.

23. Ὡς δὲ ἐπληροῦτο αὐτῷ τεσσαρακονταετὴς χρόνος, ἀνέβη ἐπὶ τὴν καρδίαν αὐτοῦ ἐπισκέψασθαι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.

24. καὶ ἰδών τινα ἀδικούμενον ἠμύνατο, καὶ ἐποίησεν ἐκδίκησιν τῷ καταπονουμένῳ πατάξας τὸν Αἰγύπτιον.

25. ἐνόμιζε δὲ συνιέναι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ὅτι ὁ Θεὸς διὰ χειρὸς αὐτοῦ δίδωσιν αὐτοῖς σωτηρίαν· οἱ δὲ οὐ συνῆκαν.

26. τῇ τε ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ ὤφθη αὐτοῖς μαχομένοις, καὶ συνήλασεν αὐτοὺς εἰς εἰρήνην εἰπών· ἄνδρες, ἀδελφοί ἐστε ὑμεῖς· ἵνα τί ἀδικεῖτε ἀλλήλους;

27. ὁ δὲ ἀδικῶν τὸν πλησίον ἀπώσατο αὐτὸν εἰπών· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστὴν ἐφ' ἡμῶν;

28. μὴ ἀνελεῖν με σὺ θέλεις ὃν τρόπον ἀνεῖλες χθὲς τὸν Αἰγύπτιον;

29. ἔφυγε δὲ Μωϋσῆς ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ καὶ ἐγένετο πάροικος ἐν γῇ Μαδιάμ, οὗ ἐγέννησεν υἱοὺς δύο.

30. Καὶ πληρωθέντων ἐτῶν τεσσαράκοντα ὤφθη αὐτῷ ἐν τῇ ἐρήμῳ τοῦ ὄρους Σινᾶ ἄγγελος Κυρίου ἐν φλογὶ πυρὸς βάτου.

31. ὁ δὲ Μωϋσῆς ἰδὼν ἐθαύμασε τὸ ὅραμα· προσερχομένου δὲ αὐτοῦ κατανοῆσαι ἐγένετο φωνὴ Κυρίου πρὸς αὐτόν·

32. ἐγὼ ὁ Θεὸς τῶν πατέρων σου, ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ. ἔντρομος δὲ γενόμενος Μωϋσῆς οὐκ ἐτόλμα κατανοῆσαι.

33. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Κύριος· λῦσον τὸ ὑπόδημα τῶν ποδῶν σου. ὁ γὰρ τόπος ἐν ᾧ ἕστηκας γῆ ἁγία ἐστίν.

34. ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτούς· καὶ νῦν δεῦρο ἀποστελῶ σε εἰς Αἴγυπτον.

35. Τοῦτον τὸν Μωϋσῆν ὃν ἠρνήσαντο εἰπόντες· τίς σε κατέστησεν ἄρχοντα καὶ δικαστήν; τοῦτον ὁ Θεὸς ἄρχοντα καὶ λυτρωτὴν ἀπέστειλεν ἐν χειρὶ ἀγγέλου τοῦ ὀφθέντος αὐτῷ ἐν τῇ βάτῳ.

36. οὗτος ἐξήγαγεν αὐτοὺς ποιήσας τέρατα καὶ σημεῖα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ καὶ ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἔτη τεσσαράκοντα.

37. οὗτός ἐστιν ὁ Μωϋσῆς ὁ εἰπὼν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ· προφήτην ὑμῖν ἀναστήσει Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν ἐκ τῶν ἀδελφῶν ὑμῶν ὡς ἐμέ· αὐτοῦ ἀκούσεσθε.

38. οὗτός ἐστιν ὁ γενόμενος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν τῇ ἐρήμῳ μετὰ τοῦ ἀγγέλου τοῦ λαλοῦντος αὐτῷ ἐν τῷ ὄρει Σινᾶ καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐδέξατο λόγια ζῶντα δοῦναι ἡμῖν.

39. ᾧ οὐκ ἠθέλησαν ὑπήκοοι γενέσθαι οἱ πατέρες ἡμῶν, ἀλλ' ἀπώσαντο καὶ ἐστράφησαν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν εἰς Αἴγυπτον

40. εἰπόντες τῷ Ἀαρών· ποίησον ἡμῖν θεοὺς οἳ προπορεύσονται ἡμῶν· ὁ γὰρ Μωϋσῆς οὗτος, ὃς ἐξήγαγεν ἡμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οὐκ οἴδαμεν τί γέγονεν αὐτῷ.

41. καὶ ἐμοσχοποίησαν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἀνήγαγον θυσίαν τῷ εἰδώλῳ, καὶ εὐφραίνοντο ἐν τοῖς ἔργοις τῶν χειρῶν αὐτῶν.

42. ἔστρεψε δὲ ὁ Θεὸς καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς λατρεύειν τῇ στρατιᾷ τοῦ οὐρανοῦ, καθὼς γέγραπται ἐν βίβλῳ τῶν προφητῶν· μὴ σφάγια καὶ θυσίας προσηνέγκατέ μοι ἔτη τεσσαράκοντα ἐν τῇ ἐρήμῳ, οἶκος Ἰσραήλ;

43. καὶ ἀνελάβετε τὴν σκηνὴν τοῦ Μολὸχ καὶ τὸ ἄστρον τοῦ θεοῦ ὑμῶν Ῥεμφάν, τοὺς τύπους οὓς ἐποιήσατε προσκυνεῖν αὐτοῖς· καὶ μετοικιῶ ὑμᾶς ἐπέκεινα Βαβυλῶνος.

44. Ἡ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου ἦν τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθὼς διετάξατο ὁ λαλῶν τῷ Μωϋσῇ, ποιῆσαι αὐτὴν κατὰ τὸν τύπον ὃν ἑωράκει·

45. ἣν καὶ εἰσήγαγον διαδεξάμενοι οἱ πατέρες ἡμῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐν τῇ κατασχέσει τῶν ἐθνῶν ὧν ἔξωσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ προσώπου τῶν πατέρων ἡμῶν, ἕως τῶν ἡμερῶν Δαυΐδ·

46. ὃς εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ᾐτήσατο εὑρεῖν σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ.

47. Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον.

48. ἀλλ' οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης λέγει·

49. ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;

50. οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα;

51. Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς.

52. τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε·

53. οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε.

54. Ἀκούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ' αὐτόν.

55. ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ,

56. καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα.

57. κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ' αὐτόν,

58. καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου,

59. καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε Ἰησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου.

60. θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. Σαῦλος δὲ ἦν συνευδοκῶν τῇ ἀναιρέσει αὐτοῦ.

 

































































Acts, Chapter 7 (KJV)

1. Then said the high priest, Are these things so?
2. And he said, Men, brethren, and fathers, hearken; The God of glory appeared unto our father Abraham, when he was in Mesopotamia, before he dwelt in Charran,
3. And said unto him, Get thee out of thy country, and from thy kindred, and come into the land which I shall shew thee.
4. Then came he out of the land of the Chaldaeans, and dwelt in Charran: and from thence, when his father was dead, he removed him into this land, wherein ye now dwell.
5. And he gave him none inheritance in it, no, not so much as to set his foot on: yet he promised that he would give it to him for a possession, and to his seed after him, when as yet he had no child.
6. And God spake on this wise, That his seed should sojourn in a strange land; and that they should bring them into bondage, and entreat them evil four hundred years.
7. And the nation to whom they shall be in bondage will I judge, said God: and after that shall they come forth, and serve me in this place.
8. And he gave him the covenant of circumcision: and so Abraham begat Isaac, and circumcised him the eighth day; and Isaac begat Jacob; and Jacob begat the twelve patriarchs.
9. And the patriarchs, moved with envy, sold Joseph into Egypt: but God was with him,
10. And delivered him out of all his afflictions, and gave him favour and wisdom in the sight of Pharaoh king of Egypt; and he made him governor over Egypt and all his house.
11. Now there came a dearth over all the land of Egypt and Chanaan, and great affliction: and our fathers found no sustenance.
12. But when Jacob heard that there was corn in Egypt, he sent out our fathers first.
13. And at the second time Joseph was made known to his brethren; and Joseph's kindred was made known unto Pharaoh.
14. Then sent Joseph, and called his father Jacob to him , and all his kindred, threescore and fifteen souls.
15. So Jacob went down into Egypt, and died, he, and our fathers,
16. And were carried over into Sychem, and laid in the sepulchre that Abraham bought for a sum of money of the sons of Emmor the father of Sychem.
17. But when the time of the promise drew nigh, which God had sworn to Abraham, the people grew and multiplied in Egypt,
18. Till another king arose, which knew not Joseph.
19. The same dealt subtilly with our kindred, and evil entreated our fathers, so that they cast out their young children, to the end they might not live.
20. In which time Moses was born, and was exceeding fair, and nourished up in his father's house three months:
21. And when he was cast out, Pharaoh's daughter took him up, and nourished him for her own son.
22. And Moses was learned in all the wisdom of the Egyptians, and was mighty in words and in deeds.
23. And when he was full forty years old, it came into his heart to visit his brethren the children of Israel.
24. And seeing one of them suffer wrong, he defended him , and avenged him that was oppressed, and smote the Egyptian:
25. For he supposed his brethren would have understood how that God by his hand would deliver them: but they understood not.
26. And the next day he shewed himself unto them as they strove, and would have set them at one again, saying, Sirs, ye are brethren; why do ye wrong one to another?
27. But he that did his neighbour wrong thrust him away, saying, Who made thee a ruler and a judge over us?
28. Wilt thou kill me, as thou diddest the Egyptian yesterday?
29. Then fled Moses at this saying, and was a stranger in the land of Madian, where he begat two sons.
30. And when forty years were expired, there appeared to him in the wilderness of mount Sina an angel of the Lord in a flame of fire in a bush.
31. When Moses saw it , he wondered at the sight: and as he drew near to behold it , the voice of the Lord came unto him,
32.  Saying , I am the God of thy fathers, the God of Abraham, and the God of Isaac, and the God of Jacob. Then Moses trembled, and durst not behold.
33. Then said the Lord to him, Put off thy shoes from thy feet: for the place where thou standest is holy ground.
34. I have seen, I have seen the affliction of my people which is in Egypt, and I have heard their groaning, and am come down to deliver them. And now come, I will send thee into Egypt.
35. This Moses whom they refused, saying, Who made thee a ruler and a judge? the same did God send to be a ruler and a deliverer by the hand of the angel which appeared to him in the bush.
36. He brought them out, after that he had shewed wonders and signs in the land of Egypt, and in the Red sea, and in the wilderness forty years.
37. This is that Moses, which said unto the children of Israel, A prophet shall the Lord your God raise up unto you of your brethren, like unto me; him shall ye hear.
38. This is he, that was in the church in the wilderness with the angel which spake to him in the mount Sina, and with our fathers: who received the lively oracles to give unto us:
39. To whom our fathers would not obey, but thrust him from them, and in their hearts turned back again into Egypt,
40. Saying unto Aaron, Make us gods to go before us: for as for this Moses, which brought us out of the land of Egypt, we wot not what is become of him.
41. And they made a calf in those days, and offered sacrifice unto the idol, and rejoiced in the works of their own hands.
42. Then God turned, and gave them up to worship the host of heaven; as it is written in the book of the prophets, O ye house of Israel, have ye offered to me slain beasts and sacrifices by the space of forty years in the wilderness?
43. Yea, ye took up the tabernacle of Moloch, and the star of your god Remphan, figures which ye made to worship them: and I will carry you away beyond Babylon.
44. Our fathers had the tabernacle of witness in the wilderness, as he had appointed, speaking unto Moses, that he should make it according to the fashion that he had seen.
45. Which also our fathers that came after brought in with Jesus into the possession of the Gentiles, whom God drave out before the face of our fathers, unto the days of David;
46. Who found favour before God, and desired to find a tabernacle for the God of Jacob.
47. But Solomon built him an house.
48. Howbeit the most High dwelleth not in temples made with hands; as saith the prophet,
49. Heaven is my throne, and earth is my footstool: what house will ye build me? saith the Lord: or what is the place of my rest?
50. Hath not my hand made all these things?
51. Ye stiffnecked and uncircumcised in heart and ears, ye do always resist the Holy Ghost: as your fathers did , so do ye.
52. Which of the prophets have not your fathers persecuted? and they have slain them which shewed before of the coming of the Just One; of whom ye have been now the betrayers and murderers:
53. Who have received the law by the disposition of angels, and have not kept it .
54. When they heard these things, they were cut to the heart, and they gnashed on him with their teeth.
55. But he, being full of the Holy Ghost, looked up stedfastly into heaven, and saw the glory of God, and Jesus standing on the right hand of God,
56. And said, Behold, I see the heavens opened, and the Son of man standing on the right hand of God.
57. Then they cried out with a loud voice, and stopped their ears, and ran upon him with one accord,
58. And cast him out of the city, and stoned him : and the witnesses laid down their clothes at a young man's feet, whose name was Saul.
59. And they stoned Stephen, calling upon God , and saying, Lord Jesus, receive my spirit.
60. And he kneeled down, and cried with a loud voice, Lord, lay not this sin to their charge. And when he had said this, he fell asleep.