Acts, Chapter 8 Modern Greek

01 Ο δε Σαύλος ήτο σύνφωνος εις τον φόνον αυτού. Και έγεινεν εν εκείνη τη ημέρα διωγμός μέγας κατά της εκκλησίας της εν Ιεροσολύμοις  και πάντες διεσπάρησαν εις τους τόπους της Ιουδαίας και Σαμαρείας, πλήν των αποστόλων.
02  Έφεραν δε τον Στέφανον εις τον τάφον άνδρες ευλαβείς, και έκαμον θρήνον μέγαν επ' αυτόν.
03 Ο δε Σαύλος εκακοποίει την εκκλησίαν, εμβαίνων εις πάσαν οικίαν, και σύρων άνδρας και γυναίκας, παρέδιδεν εις την φυλακήν.
04 Οι μεν λοιπόν διασπαρέντες διήλθον, ευαγγελιζόμενοι τον λόγον.
05 Ο ΔΕ Φίλιππος καταβάς εις την πόλιν της Σαμαρείας, εκήρυττεν εις αυτούς τον Χριστον.
06 Και οι όχλοι προσείχον ομοθυμαδόν εις τα λεγόμενα υπό του Φιλίππου, ακούοντες και βλέποντες τα θαύματα τα οποία έκαμνε.
07 Διότι εκ πολλών εχόντων πνεύματα ακάθαρτα, εξήρχοντο αυτά φωνάζοντα μετά μεγάλης φωνής  και πολλοί παραλυτικοί και χωλοί εθεραπεύθησαν.
08 Και έγεινε χαρά μεγάλη εν εκείνη τη πόλει.
09  Άνθρωπος δε τις Σίμων ονομαζόμενος προύπήρχεν εν τη πόλει κάμνων μαγείας, και εκπλήττων τον λαόν της Σαμαρείας, λέγων εαυτόν ότι είναι μέγας τις
10 εις τον οποίον έδιδον προσοχήν πάντες απο μικρού εως μεγάλου, λέγοντες, Ούτος είναι η δύναμις του Θεού η μεγάλη.
11  Έδιδον δε προσοχήν  εις αυτόν, διότι είχεν εκπλήξει αυτούς πολύν καιρόν με τας μαγείας.
12  Ότε όμως επίστευσαν εις τον Φίλιππον ευαγγελιζόμενον τα περί της βασιλείας του Θεού,και του ονόματος του Ιησού Χριστού, εβαπτίζοντο άνδρες τε και γυναίκες.
13 Ο δε Σίμων και αυτός επίστευσε, και βαπτισθείς έμενε πάντοτε μετά του Φιλίππου, και θεωρών σημεία και θαύματα μεγάλα γινόμενα εξεπλήττετο.
14 Ακούσαντες δε οι απόστολοι οι εν Ιεροσολύμοις ότι η Σαμάρεια εδέχθη τον λόγον του Θεού, απέστειλαν προς αυτούς τον Πέτρον και Ιωάννην
15 οίτινες καταβάντες προσηυχήθησαν περί αυτών, δια να λάβωσι Πνεύμα  Άγιον.
16 Διότι δεν είχεν έτι επιπέσει επ' ουδένα εξ αυτών, αλλά μόνον ήσαν βεβαπτισμένοι εις το όνομα του Κυρίου Ιησού.
17 Τότε επέθετον τας χείρας επ' αυτούς, και ελάμβανον Πνεύμα  Άγιον.
18 Ιδών δε ο Σίμων, ότι δια της επιθέσεως των χειρών των αποστόλων δίδεται το Πνεύμα το  Άγιον, προσέφερεν εις αυτούς χρήματα,
19 λέγων, Δότε και εις εμέ την εξουσίαν ταύτην, ώστε εις όντινα επιθέσω τας χείρας, να λαμβάνη Πνεύμα  Άγιον.
20 Και ο Πέτρος είπε προς αυτον, Το αργύριόν σου ας ήναι μετά σου εις απώλειαν, διότι ενόμισας ότι η δωρεά του Θεού αποκτάται δια χρημάτων.
21 Συ δεν έχεις μερίδα ουδέ κλήρον εν τω λόγω τούτω  διότι η καρδία σου δεν είναι ευθεία ενώπιον του Θεού.
22 Μετανόησον λοιπόν απο της κακίας σου ταύτης, και δεήθητι του Θεού, ίσως συγχωρηθή εις σε η επίνοια της καρδίας σου
23 επειδή σε βλέπω ότι είσαι εις χολήν πικρίας και δεσμόν αδικίας.
24 Αποκριθείς δε ο Σίμων είπε, Δεήθητε σεις υπέρ εμού προς τον Κύριον, δια να μη έλθη επ' εμέ μηδέν εξ όσων είπετε.
25 Εκείνοι λοιπόν, αφού εμαρτύρησαν και ελάλησαν τον λόγον του Κυρίου,υπέστρεψαν εις Ιερουςαλήμ, κηρύξαντες το ευαγγέλιον και εν πολλαίς κώμαις των Σαμαρειτών.
26  Άγγελος δε Κυρίου ελάλησε προς τον Φίλιππον, λέγων, Σηκώθητι, και ύπαγε προς μεσηβρίαν, εις την οδόν την καταβαίνουσαν απο Ιερουσαλήμ εις Γάζαν (αύτη είναι έρημος).
27 Και σηκωθείς υπήγε. Και ιδού, άνθρωπος Αιθίοψ, ευνούχος, άρχων της Κανδάκης της βασιλίσσης των Αιθιόπων, όστις ήτο επί πάντων των θησαυρών αυτής  ούτος είχεν ελθεί δια να προσκυνήση εις Ιερουσαλήμ.
28 Και υπέστρεφε, και καθήμενος επί της αμάξης αυτού, ανεγίνωσκε τον προφήτην Ησαϊαν.
29 Είπε δε το πνεύμα προς τον Φίλιππον, Πλησίασον, και προσκολλήθητι εις την άμαξαν ταύτην.
30 Και ο Φίλιππος έδραμε πλησίον, και ήκουσεν αυτόν αναγινώσκοντα τον προφήτην Ησαϊαν, και είπεν, Αρά γε γινώσκεις ά αναγινώσκεις;
31 Ο δε είπε, Και πως ήθελον δυναθή, εαν δεν με οδηγήση τις; Και παρεκάλεσε τον Φίλιππον να αναβή και να καθίση μετ' αυτού.
32 Το δε χωρίον της γραφής, το οποίον ανεγίνωσκεν, ήτο τούτο,«Εφέρθη ως πρόβατον επί σφαγήν, και ως αρνίον
έμπροσθεν του κείροντος αυτό άφωνον, ούτω δεν ανοίγει το στόμα αυτού.
33 Εν τη ταπεινώσει αυτού αφηρέθη η κρίσις αυτού  την δε γενεάν αυτού τις θέλει διηγηθή; διότι σηκόνεται απο της γης η ζωή αυτού.»
34 Αποκριθείς δε ο ευνούχος προς Φίλιππον, είπε, Παρακαλώ σε, περί τίνος λέγει τούτο ο προφήτης; περί εαυτού, ή περί άλλου τινός;
35 Και ανοίξας ο Φίλιππος το στόμα αυτού, και αρχίσας από της γραφής ταύτης, ευηγγελίσατο εις αυτόν τον Ιησούν.
36 Και καθώς εξηκολούθουν την οδόν, ήλθον εις τι ύδωρ  και λέγει ο ευνούχος, Ιδού ύδωρ  τί με εμποδίζει να βαπτισθώ;
37 Και ο Φίλιππος είπεν, Εαν πιστεύης εξ όλης της καρδίας, δύνασαι. Και αποκριθείς είπε, Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού.
38 Και προσέταξε να σταθή η άμαξα  και κατέβησαν αμφότεροι εις το ύδωρ, ο Φίλιππος και ο ευνούχος  και εβάπτισεν αυτόν.
39  Ότε δε ανέβησαν εκ του ύδατος, Πνεύμα κυρίου ήρπασε τον Φίλιππον, και δεν είδεν αυτόν πλέον ο ευνούχος, αλλ'
επορεύετο την οδόν αυτού χαίρων.
40 Ο δε Φίλιππος ευρέθη εις  Άζωτον, και διερχόμενος εκήρυττεν εις πάσας τας πόλεις, εωσού ήλθεν εις Καισάρειαν.













































































Acts, Chapter 8 Demotic Greek

1. Στη θανάτωση του Στέφανου έστεργε και ο Σαύλος. Την ημέρα εκείνη, λοιπόν, έγινε διωγμός μεγάλος κατά της εκκλησίας των Ιεροσολύμων, κι έτσι όλοι διασκορπίστηκαν στα χωριά της Ιουδαίας και της Σαμάρειας, εκτός από τους αποστόλους.
2. Και το Στέφανο τον πήραν και τον έθαψαν μερικοί ευλαβείς άντρες και θρήνησαν πάρα πολύ γι' αυτόν.
3. Ο Σαύλος στο μεταξύ, ρήμαζε την εκκλησία, και μπαίνοντας από σπίτι σε σπίτι, έσερνε έξω άντρες και γυναίκες και τους παρέδινε για να ριχτούν στη φυλακή.
4. Εκείνοι, λοιπόν, που είχαν διασκορπιστεί, άρχισαν να περιοδεύουν κηρύττοντας το Ευαγγέλιο.
5. Έτσι, κατέβηκε κι ο Φίλιππος σε μια πόλη της Σαμάρειας και τους κήρυττε το Χριστό.
6. Και τα πλήθη με μια καρδιά πρόσεχαν σ' αυτά που έλεγε ο Φίλιππος, καθώς άκουγαν και έβλεπαν τα θαύματα που έκανε.
7. Γιατί πολλοί από εκείνους που κατέχονταν από δαιμονικά πνεύματα ελευθερώνονταν καθώς εκείνα έβγαιναν κραυγάζοντας με δυνατή φωνή, και επίσης πολλοί παράλυτοι και κουτσοί θεραπεύονταν.
8. Κι έγινε χαρά μεγάλη στην πόλη εκείνη.
9. Στην πόλη αυτή ζούσε από πιο παλιά και κάποιος που ονομαζόταν Σίμων, κι αυτός εξέπληττε το λαό της Σαμάρειας με τις μαγείες που έκανε, παρουσιάζοντας συνάμα τον εαυτό του για κάποιο σπουδαίο πρόσωπο.
10. Κι όλοι, μικροί και μεγάλοι, τον πρόσεχαν λέγοντας: «Αυτός είναι η δύναμη του Θεού η μεγάλη!».
11. Και τον πρόσεχαν επειδή για αρκετό καιρό τους είχε αφήσει έκπληκτους με τις μαγείες του.
12. Όταν όμως πίστεψαν στο Φίλιππο, που τους κήρυττε τα καλά νέα για τη βασιλεία του Θεού και για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, βαφτίζονταν άντρες και γυναίκες.
13. Ο Σίμων, λοιπόν, πίστεψε κι αυτός, κι αφού βαφτίστηκε παρέμενε προσηλωμένος στο Φίλιππο, και βλέποντας να γίνονται θαύματα μεγάλα και εκπληκτικά, έμενε κατάπληκτος.
14. Όταν λοιπόν άκουσαν οι απόστολοι που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα ότι η Σαμάρεια έχει δεχτεί το Λόγο του Θεού, τους έστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη.
15. Κι αυτοί κατέβηκαν και προσευχήθηκαν γι' αυτούς, ώστε να λάβουν Πνεύμα Άγιο -
16. επειδή σε κανέναν απ' αυτούς δεν είχε κατεβεί ακόμα, αλλά ήταν απλώς βαφτισμένοι στ' όνομα του Κυρίου Ιησού.
17. Κατόπιν έθεταν τα χέρια τους πάνω τους και λάβαιναν Πνεύμα Άγιο.
18. Σαν είδε, λοιπόν, ο Σίμων ότι με το ακούμπημα των χεριών των αποστόλων πάνω στους πιστούς δινόταν το Πνεύμα το Άγιο, τους πρόσφερε χρήματα
19. λέγοντας: «Δώστε και σε μένα την εξουσία αυτή, ώστε σε όποιον επάνω ακουμπήσω τα χέρια μου να λαβαίνει Πνεύμα Άγιο.
20. Αλλ' ο Πέτρος του είπε: «Ας μείνει το χρήμα σου μαζί σου στο χαμό σου, γιατί νόμισες πως τη δωρεά του Θεού μπορείς να την αγοράσεις με χρήματα!
21. Δεν υπάρχει για σένα μερίδιο ούτε θέση στην υπόθεση αυτή, γιατί η καρδιά σου δεν είναι ειλικρινής μπροστά στο Θεό.
22. Μετανόησε, λοιπόν, από την κακία σου αυτή και παρακάλεσε το Θεό, ίσως και σου συγχωρηθεί το επινόημα αυτό της καρδιάς σου,
23. γιατί σε βλέπω να έχεις καταντήσει πικρή χολή κι έχεις μπλεχτεί στα δεσμά της παρανομίας».
24. Αποκρίθηκε τότε ο Σίμων και είπε: «Δεηθείτε εσείς στον Κύριο για μένα, ώστε να μη μου συμβεί τίποτε απ' όσα είπατε».
25. Έτσι λοιπόν, οι δύο απόστολοι μετά που έδωσαν δημόσια μαρτυρία και κήρυξαν το Λόγο του Κυρίου, γύρισαν στα Ιεροσόλυμα, αφού έφεραν στο μεταξύ το μήνυμα του Ευαγγελίου σε πολλά χωριά των Σαμαρειτών.
26. Εκεί, λοιπόν, μίλησε ένας άγγελος του Κυρίου στο Φίλιππο και του είπε: «Σήκω και πήγαινε κατά το νότο, στο δρόμο που κατεβαίνει από την Ιερουσαλήμ στη Γάζα». Ο δρόμος αυτός είναι ερημικός.
27. Σηκώθηκε τότε και ξεκίνησε. Την ώρα εκείνη στο δρόμο βρισκόταν ένας Αιθίοπας ευνούχος, ανώτερος αυλικός αξιωματούχος και επικεφαλής όλων των οικονομικών υπηρεσιών της Κανδάκης, της βασίλισσας των Αιθιόπων, που είχε έρθει στην Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσει.
28. Και τώρα επέστρεφε πίσω καθισμένος στην άμαξά του και διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα.
29. Είπε τότε το Πνεύμα στο Φίλιππο: «Πλησίασε και ακολούθα από κοντά την άμαξα εκείνη».
30. Κι όταν ο Φίλιππος την πλησίασε τρέχοντας, άκουσε τον Αιθίοπα που διάβαζε τον προφήτη Ησαΐα, και του είπε: «Τα καταλαβαίνεις άραγε αυτά που διαβάζεις;».
31. Κι εκείνος απάντησε: «Και πώς θα μπορούσα να τα καταλάβω αν δε με καθοδηγήσει κάποιος;» και παρακάλεσε το Φίλιππο να ανεβεί και να καθίσει μαζί του.
32. Και η περικοπή της Γραφής που διάβαζε ήταν τούτη: «Σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή, και σαν αρνί άφωνο μπροστά στον κουρευτή του. Το ίδιο κι αυτός δεν ανοίγει το στόμα του.
33. Μέσα στην ταπείνωσή του αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν. Και τη γενιά του ποιος θα μπορέσει να την περιγράψει; Γιατί αφαιρούν τη ζωή του από το πρόσωπο της γης!»
34. Στράφηκε λοιπόν ο ευνούχος στο Φίλιππο και του είπε: «Σε παρακαλώ πες μου για ποιον το λέει αυτό ο προφήτης; Για τον εαυτό του ή για κάποιον άλλο;».
35. Τότε ο Φίλιππος άρχισε να μιλά και ξεκινώντας από την περικοπή αυτή, του μετέδωσε τα χαρμόσυνα νέα για τον Ιησού.
36. Και καθώς προχωρούσαν στο δρόμο, έφτασαν κάπου που υπήρχε νερό. Λέει τότε ο ευνούχος: «Να, εδώ υπάρχει νερό, τι μ' εμποδίζει να βαφτιστώ;».
37. Κι ο Φίλιππος του απάντησε: «Αν πιστεύεις με όλη την καρδιά σου, μπορείς να βαφτιστείς». Εκείνος αποκρίθηκε: «Πιστεύω ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Γιος του Θεού».
38. Διέταξε τότε να σταματήσει η άμαξα και κατέβηκαν και οι δύο στο νερό, ο Φίλιππος δηλαδή και ο ευνούχος, και τον βάφτισε.
39. Κι όταν βγήκαν έξω από το νερό, το Πνεύμα του Κυρίου άρπαξε το Φίλιππο και δεν τον ξαναείδε πια ο ευνούχος, αλλά συνέχισε το δρόμο του χαρούμενος.
40. Στο μεταξύ ο Φίλιππος βρέθηκε στην Άζωτο κι ώσπου να φτάσει στην Καισάρεια κήρυττε το Ευαγγέλιο σε όλες τις πόλεις από τις οποίες περνούσε.













































































Matthew 1

Acts, Chapter 8 Ancient Greek

1. Ἐγένετο δὲ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ διωγμὸς μέγας ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τὴν ἐν Ἱεροσολύμοις· πάντες τε διεσπάρησαν κατὰ τὰς χώρας τῆς Ἰουδαίας καὶ Σαμαρείας, πλὴν τῶν ἀποστόλων.

2. συνεκόμισαν δὲ τὸν Στέφανον ἄνδρες εὐλαβεῖς καὶ ἐποίησαν κοπετὸν μέγαν ἐπ' αὐτῷ.

3. Σαῦλος δὲ ἐλυμαίνετο τὴν ἐκκλησίαν κατὰ τοὺς οἴκους εἰσπορευόμενος, σύρων τε ἄνδρας καὶ γυναῖκας παρεδίδου εἰς φυλακήν.

4. Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες διῆλθον εὐαγγελιζόμενοι τὸν λόγον.

5. Φίλιππος δὲ κατελθὼν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας ἐκήρυσσεν αὐτοῖς τὸν Χριστόν.

6. προσεῖχον δὲ οἱ ὄχλοι τοῖς λεγομένοις ὑπὸ τοῦ Φιλίππου ὁμοθυμαδὸν ἐν τῷ ἀκούειν αὐτοὺς καὶ βλέπειν τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει.

7. πολλῶν γὰρ τῶν ἐχόντων πνεύματα ἀκάθαρτα βοῶντα φωνῇ μεγάλῃ ἐξήρχετο, πολλοὶ δὲ παραλελυμένοι καὶ χωλοὶ ἐθεραπεύθησαν,

8. καὶ ἐγένετο χαρὰ μεγάλη ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ.

9. Ἀνὴρ δέ τις ὀνόματι Σίμων προϋπῆρχεν ἐν τῇ πόλει μαγεύων καὶ ἐξιστῶν τὸ ἔθνος τῆς Σαμαρείας, λέγων εἶναί τινα ἑαυτὸν μέγαν·

10. ᾧ προσεῖχον πάντες ἀπὸ μικροῦ ἕως μεγάλου λέγοντες· οὗτός ἐστιν ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ ἡ μεγάλη.

11. προσεῖχον δὲ αὐτῷ διὰ τὸ ἱκανῷ χρόνῳ ταῖς μαγείαις ἐξεστακέναι αὐτούς.

12. ὅτε δὲ ἐπίστευσαν τῷ Φιλίππῳ εὐαγγελιζομένῳ τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ὀνόματος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐβαπτίζοντο ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες.

13. ὁ δὲ Σίμων καὶ αὐτὸς ἐπίστευσε, καὶ βαπτισθεὶς ἦν προσκαρτερῶν τῷ Φιλίππῳ, θεωρῶν τε δυνάμεις καὶ σημεῖα γινόμενα ἐξίστατο.

14. Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἐν Ἱεροσολύμοις ἀπόστολοι ὅτι δέδεκται ἡ Σαμάρεια τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀπέστειλαν πρὸς αὐτοὺς τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην·

15. οἵτινες καταβάντες προσηύξαντο περὶ αὐτῶν ὅπως λάβωσι Πνεῦμα Ἅγιον·

16. οὔπω γὰρ ἦν ἐπ' οὐδενὶ αὐτῶν ἐπιπεπτωκός, μόνον δὲ βεβαπτισμένοι ὑπῆρχον εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

17. τότε ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ' αὐτούς, καὶ ἐλάμβανον Πνεῦμα Ἅγιον.

18. ἰδὼν δὲ ὁ Σίμων ὅτι διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων δίδοται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, προσήνεγκεν αὐτοῖς χρήματα

19. λέγων· δότε κἀμοὶ τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα ᾧ ἐὰν ἐπιθῶ τὰς χεῖρας λαμβάνῃ Πνεῦμα Ἅγιον.

20. Πέτρος δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν, ὅτι τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ ἐνόμισας διὰ χρημάτων κτᾶσθαι.

21. οὐκ ἔστι σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος ἐν τῷ λόγῳ τούτῳ· ἡ γὰρ καρδία σου οὐκ ἔστιν εὐθεῖα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

22. μετανόησον οὖν ἀπὸ τῆς κακίας σου ταύτης, καὶ δεήθητι τοῦ Θεοῦ εἰ ἄρα ἀφεθήσεταί σοι ἡ ἐπίνοια τῆς καρδίας σου·

23. εἰς γὰρ χολὴν πικρίας καὶ σύνδεσμον ἀδικίας ὁρῶ σε ὄντα.

24. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπε· δεήθητε ὑμεῖς ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Κύριον ὅπως μηδὲν ἐπέλθῃ ἐπ' ἐμὲ ὧν εἰρήκατε.

25. Οἱ μὲν οὖν διαμαρτυράμενοι καὶ λαλήσαντες τὸν λόγον τοῦ Κυρίου ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, πολλάς τε κώμας τῶν Σαμαρειτῶν εὐηγγελίσαντο.

26. Ἄγγελος δὲ Κυρίου ἐλάλησε πρὸς Φίλιππον λέγων· ἀνάστηθι καὶ πορεύου κατὰ μεσημβρίαν ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν καταβαίνουσαν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Γάζαν· αὕτη ἐστὶν ἔρημος.

27. καὶ ἀναστὰς ἐπορεύθη. καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ Αἰθίοψ εὐνοῦχος δυνάστης Κανδάκης τῆς βασιλίσσης Αἰθιόπων, ὃς ἦν ἐπὶ πάσης τῆς γάζης αὐτῆς, ὃς ἐληλύθει προσκυνήσων εἰς Ἱερουσαλήμ,

28. ἦν τε ὑποστρέφων καὶ καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἅρματος αὐτοῦ, καὶ ἀνεγίνωσκε τὸν προφήτην Ἡσαΐαν.

29. εἶπε δὲ τὸ Πνεῦμα τῷ Φιλίππῳ· πρόσελθε καὶ κολλήθητι τῷ ἅρματι τούτῳ.

30. προσδραμὼν δὲ ὁ Φίλιππος ἤκουσεν αὐτοῦ ἀναγινώσκοντος τὸν προφήτην Ἡσαΐαν, καὶ εἶπεν· ἆρά γε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις;

31. ὁ δὲ εἶπε· πῶς γὰρ ἂν δυναίμην, ἐὰν μή τις ὁδηγήσῃ με; παρεκάλεσέ τε τὸν Φίλιππον ἀναβάντα καθίσαι σὺν αὐτῷ.

32. ἡ δὲ περιοχὴ τῆς γραφῆς ἣν ἀνεγίνωσκεν ἦν αὕτη· ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη· καὶ ὡς ἀμνὸς ἐναντίον τοῦ κείροντος αὐτὸν ἄφωνος, οὕτως οὐκ ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ.

33. ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ ἡ κρίσις αὐτοῦ ἤρθη· τὴν γενεὰν αὐτοῦ τίς διηγήσεται; ὅτι αἴρεται ἀπὸ τῆς γῆς ἡ ζωὴ αὐτοῦ.

34. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εὐνοῦχος τῷ Φιλίππῳ εἶπε· δέομαί σου, περὶ τίνος ὁ προφήτης λέγει τοῦτο; περὶ ἑαυτοῦ ἢ περὶ ἑτέρου τινός;

35. ἀνοίξας δὲ ὁ Φίλιππος τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς γραφῆς ταύτης εὐηγγελίσατο αὐτῷ τὸν Ἰησοῦν.

36. ὡς δὲ ἐπορεύοντο κατὰ τὴν ὁδόν, ἦλθον ἐπί τι ὕδωρ, καί φησιν ὁ εὐνοῦχος· ἰδοὺ ὕδωρ· τί κωλύει με βαπτισθῆναι;

37. εἶπε δὲ ὁ Φίλιππος· εἰ πιστεύεις ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἔξεστιν. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε· πιστεύω τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸν Ἰησοῦν Χριστόν.

38. καὶ ἐκέλευσε στῆναι τὸ ἅρμα, καὶ κατέβησαν ἀμφότεροι εἰς τὸ ὕδωρ, ὅ τε Φίλιππος καὶ ὁ εὐνοῦχος, καὶ ἐβάπτισεν αὐτόν.

39. ὅτε δὲ ἀνέβησαν ἐκ τοῦ ὕδατος, Πνεῦμα Κυρίου ἥρπασε τὸν Φίλιππον, καὶ οὐκ εἶδεν αὐτὸν οὐκέτι ὁ εὐνοῦχος· ἐπορεύετο γὰρ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ χαίρων.

40. Φίλιππος δὲ εὑρέθη εἰς Ἄζωτον, καὶ διερχόμενος εὐηγγελίζετο τὰς πόλεις πάσας ἕως τοῦ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς Καισάρειαν.

 















































































Acts, Chapter 8 (KJV)

1. And Saul was consenting unto his death. And at that time there was a great persecution against the church which was at Jerusalem; and they were all scattered abroad throughout the regions of Judaea and Samaria, except the apostles.
2. And devout men carried Stephen to his burial , and made great lamentation over him.
3. As for Saul, he made havock of the church, entering into every house, and haling men and women committed them  to prison.
4. Therefore they that were scattered abroad went every where preaching the word.
5. Then Philip went down to the city of Samaria, and preached Christ unto them.
6. And the people with one accord gave heed unto those things which Philip spake, hearing and seeing the miracles which he did.
7. For unclean spirits, crying with loud voice, came out of many that were possessed with them : and many taken with palsies, and that were lame, were healed.
8. And there was great joy in that city.
9. But there was a certain man, called Simon, which beforetime in the same city used sorcery, and bewitched the people of Samaria, giving out that himself was some great one:
10. To whom they all gave heed, from the least to the greatest, saying, This man is the great power of God.
11. And to him they had regard, because that of long time he had bewitched them with sorceries.
12. But when they believed Philip preaching the things concerning the kingdom of God, and the name of Jesus Christ, they were baptized, both men and women.
13. Then Simon himself believed also: and when he was baptized, he continued with Philip, and wondered, beholding the miracles and signs which were done.
14. Now when the apostles which were at Jerusalem heard that Samaria had received the word of God, they sent unto them Peter and John:
15. Who, when they were come down, prayed for them, that they might receive the Holy Ghost:
16. (For as yet he was fallen upon none of them: only they were baptized in the name of the Lord Jesus.)
17. Then laid they their hands on them, and they received the Holy Ghost.
18. And when Simon saw that through laying on of the apostles' hands the Holy Ghost was given, he offered them money,
19. Saying, Give me also this power, that on whomsoever I lay hands, he may receive the Holy Ghost.
20. But Peter said unto him, Thy money perish with thee, because thou hast thought that the gift of God may be purchased with money.
21. Thou hast neither part nor lot in this matter: for thy heart is not right in the sight of God.
22. Repent therefore of this thy wickedness, and pray God, if perhaps the thought of thine heart may be forgiven thee.
23. For I perceive that thou art in the gall of bitterness, and in the bond of iniquity.
24. Then answered Simon, and said, Pray ye to the Lord for me, that none of these things which ye have spoken come upon me.
25. And they, when they had testified and preached the word of the Lord, returned to Jerusalem, and preached the gospel in many villages of the Samaritans.
26. And the angel of the Lord spake unto Philip, saying, Arise, and go toward the south unto the way that goeth down from Jerusalem unto Gaza, which is desert.
27. And he arose and went: and, behold, a man of Ethiopia, an eunuch of great authority under Candace queen of the Ethiopians, who had the charge of all her treasure, and had come to Jerusalem for to worship,
28.  Was returning, and sitting in his chariot read Esaias the prophet.
29. Then the Spirit said unto Philip, Go near, and join thyself to this chariot.
30. And Philip ran thither to him , and heard him read the prophet Esaias, and said, Understandest thou what thou readest?
31. And he said, How can I, except some man should guide me? And he desired Philip that he would come up and sit with him.
32.  The place of the scripture which he read was this, He was led as a sheep to the slaughter; and like a lamb dumb before his shearer, so opened he not his mouth:
33. In his humiliation his judgment was taken away: and who shall declare his generation? for his life is taken from the earth.
34. And the eunuch answered Philip, and said, I pray thee, of whom speaketh the prophet this? of himself, or of some other man?
35. Then Philip opened his mouth, and began at the same scripture, and preached unto him Jesus.
36. And as they went on their way, they came unto a certain water: and the eunuch said, See, here is  water; what doth hinder me to be baptized?
37. And Philip said, If thou believest with all thine heart, thou mayest. And he answered and said, I believe that Jesus Christ is the Son of God.
38. And he commanded the chariot to stand still: and they went down both into the water, both Philip and the eunuch; and he baptized him.
39. And when they were come up out of the water, the Spirit of the Lord caught away Philip, that the eunuch saw him no more: and he went on his way rejoicing.
40. But Philip was found at Azotus: and passing through he preached in all the cities, till he came to Caesarea.