Acts, Chapter 9 Modern Greek

01 Ο ΔΕ Σαύλος πνέων έτι απειλήν και φόνον κατά των μαθητών του Κυρίου, ήλθε προς το αρχιερέα,
02 και εζήτησε παρ' αυτού επιστολάς εις Δαμασκόν προς τας συναγωγάς, όπως, εαν εύρη τινάς εκ της οδού ταύτης, άνδρας
τε και γυναίκας, φέρη δεδεμένους εις Ιερουσαλήμ.
03 Ενώ δε πορευόμενος επλησίαζεν εις την Δαμασκόν, εξαίφνης ήστραψε περί αυτόν φως απο του ουρανού
04 και πεσών επί την γην, ήκουσε φωνήν λέγουσαν προς αυτόν, Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις;
05 Και είπε, Τις είσαι, Κύριε; Και ο Κύριος είπεν,  Εγώ είμαι Ιησούς τον οποίον συ διώκεις  σκληρόν σοι είναι να λακτίζης προς κέντρα.
06 Ο δε τρέμων και έκθαμβος γενόμενος είπε, Κύριε, τι θέλεις να κάμω;  Και ο Κύριος είπε προς αυτόν, Σηκώθητι, και
είσελθε εις την πόλιν, και θέλει σοι λαληθή τι πρέπει να κάμης.
07 Οι δε άνδρες οι συνοδεύοντες αυτόν, ίσταντο άφωνοι, ακούοντες μεν την φωνήν, μηδένα όμως βλέποντες.
08  Εσηκώθη δε ο Σαύλος απο της γης  και έχων ανεωγμένους τους οφθαλμούς αυτού, δεν έβλεπεν ουδένα  και
χειραγωγούντες αυτόν, εισήγαγον εις Δαμασκόν.
09 Και ήτο τρείς ημέρας χωρίς να βλέπη  και δεν έφαγεν, ουδέ έπιεν.
10  Ήτο δε τις μαθητής εν Δαμασκώ Ανανίας ονομαζόμενος, και είπε προς αυτόν ο Κύριος δε' οράματος, Ανανία.  Ο δε είπεν,
Ιδού εγώ, Κύριε.
11 Και ο Κύριος είπε προς αυτόν, Σηκωθείς ύπαγε εις την οδόν την ονομαζομένην Ευθείαν, και ζήτησον εν τη οικία του
Ιούδα τινά Σαύλον ονομαζόμενον, Ταρσέα  διότι ιδού προσεύχεται
12 και είδε δι' οράματος άνθρωπον, Ανανίαν ονομαζόμενον, ότι εισήλθε και έθεσεν επ' αυτόν την χείρα, δια να
αναβλέψη.
13 Απεκρίθη δε ο Ανανίας, Κύριε, ήκουσα από πολλών περί του ανδρός τούτου, όσα κακά έπραξεν εις τους αγίους σου εν
Ιερουσαλήμ
14 και εδώ έχει εξουσίαν παρά των αρχιερέων να δέση πάντας τους επικαλουμένους το όνομά σου.
15 Είπε δε προς αυτόν ο Κύριος, Ύπαγε, διότι ούτος είναι σκεύος εκλογής εις εμέ δια να βαστάση το όνομά μου ενώπιον
εθνών και βασιλέων, και των υιών Ισραήλ
16 επειδή εγώ θέλω δείξει εις αυτόν όσα πρέπει να πάθη υπέρ του ονόματός μου.
17 Υπήγε δε ο Ανανίας και εισήλθεν εις την οικίαν  και επιθέσας επ' αυτόν τας χείρας, είπε, Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος
με απέστειλεν, ο Ιησούς όστις εφάνη εις σε εν τη οδώ καθ' ήν ήρχου, δια να αναβλέψης, και να πλησθής Πνεύματος Αγίου.
18 Και ευθύς έπεσον απο των οφθαλμών αυτού ως λέπη, και ανέβλεψεν ευθύς  και σηκωθείς εβαπτίσθη.
19 Και λαβών τροφήν, εδυναμώθη. Διέτριψε δε ο Σαύλος ημέρας τινάς μετά των εν Δαμασκώ μαθητών.
20 Και ευθύς εκήρυττεν εν ταις συναγωγαίς τον Χριστόν, ότι ούτος είναι ο Υιός του Θεού.
21 Εξεπλήττοντο δε πάντες οι ακούοντες και έλεγον, Δεν είναι ούτος όστις εξωλόθρευσεν εν Ιερουσαλήμ τους
επικαλουμένους το όνομα τούτο; και εδώ δια τούτο είχεν ελθεί, δια να φέρη αυτούς δεδεμένους προς τους αρχιερείς;
22 Ο δε Σαύλος μάλλον ενεδυναμούτο, και συνέχεε τους Ιουδαίους τους κατοικούντας εν Δαμασκώ, αποδεικνύων ότι
ούτος είναι ο χριστός.
23 Και αφού παρήλθον ημέραι ικαναί, συνεβουλεύθησαν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν.
24 Εγνωστοποιήθη δε εις τον Σαύλον η επιβουλή αυτών  και παρεφύλαττον τας πύλας ημέραν και νύκτα, δια να θανατώσωσιν
αυτόν.
25 Λαβόντες δε αυτόν οι μαθηταί δια νυκτός, κατεβίβασαν δια του τείχους, κρεμάσαντες εντός σπυρίδος.
26 Και ελθών ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ, επροσπάθει να προσκολληθή εις τους μαθητάς πλήν πάντες εφοβούντο αυτόν,
μη πιστεύοντες ότι είναι μαθητής.
27 Ο Βαρνάβας δε παραβαλών αυτόν, έφερε προς τους αποστόλους, και διηγήθη προς αυτούς πως είδε τον Κύριον εν
τη οδώ, και ότι ελάλησε προς αυτόν, και πως εν Δαμασκώ εκήρυξε μετά παρρησίας εν τω ονόματι του Ιησού.
28 Και ήτο μετ' αυτών εν Ιερουσαλήμ, εισερχόμενος και εξερχόμενος, και μετά παρρησίας κηρύττων εν τω ονόματι του
Κυρίου Ιησού.
29 Και ελάλει και εφιλονείκει μετά των Ελληνιστών  εκείνοι δε κατεγίνοντο εις το να θανατώσωσιν αυτόν.
30 Μαθόντες δε οι εδελφοί κατεβίβασαν αυτόν εις Καισάρειαν, και εξαπέστειλαν αυτόν εις Ταρσόν.
31 Αι μεν λοιπόν εκκλησίαι καθ' όλην την Ιουδαίαν και Γαλιλαίαν και Σαμάρειαν είχον ειρήνην, οικοδομούμεναι και
περιπατούσαι εν τω φόβω του Κυρίου, και δια της παρηγορίας του Αγίου Πνεύματος επληθύνοντο.
32 Ο ΔΕ Πέτρος διερχόμενος δια πάντων, κατέβη και προς τους αγίους τους κατοικούντας την Λύδδαν.
33 Και εύρεν άνθρωπόν τινα Αινέαν το όνομα, όστις ήτο παραλυτικός, απο ετών οκτώ κατακείμενος επί κραββάτου.
34 Και είπε προς αυτόν ο Πέτρος, Αινέα, σε ιατρεύει Ιησούς ο Χριστός  σηκώθητι, και στρώσον την κλίνην σου. Και ευθύς
εσηκώθη.
35 Και είδον αυτόν πάντες οι κατοικούντες την Λύδδαν και τον Σάρωνα, οίτινες επέστρεψαν εις τον Κύριον.
36 Και εν Ιόππη ήτό τις μαθήτρια ονόματι Ταβιθά, ήτις διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς  αύτη ήτο πλήρης αγαθών έργων
και ελεημοσυνών τας οποίας έκαμνε
37 κατ' εκείνας δε τας ημέρας συνέβη ασθενήσασα να αποθάνη και λούσαντες αυτήν έθεσαν εις ανώγεον.
38 Και επειδή η Λύδδα ήτο πλησίον της Ιόππης, ακούσαντες οι μαθηταί ότι ο Πέτρος είναι εν αυτή, απέστειλαν προς αυτόν
δύο άνδρας, παρακαλούντες να μη βραδύνη να περάση εως εις αυτούς
39 και σηκωθείς ο πέτρος υπήγε μετ' αυτών  τον οποίον ελθόντα ανεβίβασαν εις το ανώγεον  και παρεστάθησαν ενώπιον
αυτού πάσαι αι χήραι  κλαίουσαι, και δεικνύουσαι χιτώνας και ιμάτια όσα η Δορκάς ειργάζετο ότε ήτο μετ' αυτών.
40 Ο δε Πέτρος εκβαλών έξω πάντας, εγονάτισε και προσηυχήθη  και στραφείς προς το σώμα, είπε, Ταβιθά,
ανάστηθι. Η δε ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτής, και ιδούσα τον Πέτρον, ανεκάθισεν.
41 Ο δε έδωκε χείρα εις αυτήν, και εσήκωσεν αυτήν  και φωνάξας τους αγίους και τας χήρας, παρέστησεν αυτήν ζώσαν.
42  Έγεινε δε τούτο γνωστόν καθ' όλην την Ιόππην  και πολλοί επίστευσαν εις τον Κύριον.
43 Και ο Πέτρος έμεινεν ικανάς ημέρας εν Ιόππη, παρά τινι Σίμωνι βυρσοδέψη.







































Acts, Chapter 9 Demotic Greek

1. Στο μεταξύ ο Σαύλος αποπνέοντας ακόμα διαθέσεις απειλής και φόνου κατά των μαθητών του Κυρίου, πήγε στον αρχιερέα
2. και του ζήτησε συστατικές επιστολές προς τις συναγωγές της Δαμασκού, ώστε, αν βρει κάποιους που ακολουθούν τον καινούργιο αυτό δρόμο, άντρες και γυναίκες, να τους φέρει δεμένους στην Ιερουσαλήμ.
3. Και καθώς προχωρούσε, κι ενώ πια πλησίαζε στη Δαμασκό, άστραψε ξαφνικά γύρω του φως από τον ουρανό.
4. Έπεσε τότε κάτω στο έδαφος κι άκουσε μια φωνή που του έλεγε: «Σαούλ! Σαούλ! Γιατί με καταδιώκεις;». Κι εκείνος ρώτησε: «Ποιος είσαι, Κύριε;».
5. Και ο Κύριος απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, που εσύ καταδιώκεις! Είναι σκληρό για σένα να κλοτσάς σε καρφιά».
6. Κι εκείνος τρέμοντας και έκθαμβος από την κατάπληξή του ρώτησε: «Κύριε τι θέλεις να κάνω;». Και του απάντησε ο Κύριος: «Σήκω και μπες στην πόλη και θα σου ειπωθεί τι πρέπει να κάνεις».
7. Στο μεταξύ οι άντρες που τον συνόδευαν, έστεκαν άναυδοι καθώς άκουγαν τη φωνή αλλά δεν έβλεπαν κανέναν.
8. Σηκώθηκε τότε ο Σαύλος από κάτω, κι ενώ τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε κανέναν. Έτσι, πιάνοντάς τον από το χέρι του, τον οδήγησαν στη Δαμασκό.
9. Εκεί έμεινε τρεις μέρες χωρίς να βλέπει κι ούτε έφαγε ούτε ήπιε τίποτε.
10. Στη Δαμασκό υπήρχε κι ένας μαθητής, που ονομαζόταν Ανανίας. Είπε λοιπόν σ' αυτόν ο Κύριος σε όραμα: «Ανανία! ». Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Κύριε, είμαι στη διάθεσή σου».
11. Του είπε τότε ο Κύριος: «Σήκω και πήγαινε στη στενή οδό, που ονομάζεται Ευθεία Οδός κι εκεί, στο σπίτι του Ιούδα, ζήτησε να δεις κάποιον από την Ταρσό, που ονομάζεται Σαύλος. Γιατί τώρα ακριβώς προσεύχεται,
12. και είδε σε όραμα ότι μπήκε κάποιος, που λέγεται Ανανίας, κι ότι έβαλε επάνω του το χέρι του για να ξαναβρεί το φως του».
13. Αποκρίθηκε τότε ο Ανανίας: «Κύριε, έχω ακούσει από πολλούς για τον άνθρωπο αυτόν, και πόσα κακά έκανε στους αγίους σου στην Ιερουσαλήμ.
14. Κι εδώ που βρίσκεται έχει την εξουσιοδότηση από τους αρχιερείς να συλλάβει όλους εκείνους που επικαλούνται το όνομά σου».
15. Αλλ' ο Κύριος του είπε: «Πήγαινε, γιατί αυτός είναι δικό μου διαλεγμένο όργανο, για να φανερώνει τ' όνομά μου μπροστά σε έθνη και σε βασιλιάδες, καθώς και σε Ισραηλίτες.
16. Γιατί θα του δείξω εγώ όσα είναι ανάγκη να πάθει για χάρη του ονοματός μου».
17. Αναχώρησε τότε ο Ανανίας και πήγε στο σπίτι. Εκεί, βάζοντας τα χέρια του πάνω του, είπε: «Σαούλ, αδελφέ, ο Κύριος με έχει στείλει, ο ίδιος ο Ιησούς που σου φανερώθηκε στο δρόμο που ερχόσουν, για να αποκτήσεις ξανά την όρασή σου και να γεμίσεις με Πνεύμα Άγιο».
18. Αμέσως τότε, έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια και ξαναβρήκε το φως του και σηκώθηκε και βαφτίστηκε.
19. Κατόπιν έφαγε και τονώθηκε. Στη συνέχεια ο Σαύλος έμεινε μερικές μέρες μαζί με τους μαθητές που ήταν στη Δαμασκό.
20. Εκεί, λοιπόν, στη Δαμασκό, άρχισε χωρίς χρονοτριβή να κηρύττει τον Ιησού, λέγοντας ότι αυτός είναι ο Γιος του Θεού.
21. Κι όλοι όσοι τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι κι έλεγαν: «Μα αυτός δεν είναι που κατέτρεξε στην Ιερουσαλήμ όλους εκείνους που επικαλούνται το όνομα αυτό, και γι' αυτό είχε έρθει κι εδώ για να τους πάει δεμένους στους αρχιερείς;»
22. Στο μεταξύ ο Σαύλος δυνάμωνε περισσότερο και προκαλούσε σύγχυση στους Ιουδαίους που κατοικούσαν στη Δαμασκό, αποδεικνύοντας ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας.
23. Και καθώς πέρασαν έτσι αρκετές μέρες, οι Ιουδαίοι συνωμότησαν μεταξύ τους να τον σκοτώσουν.
24. Αλλά η δολοπλοκία τους αυτή έγινε γνωστή στον Παύλο. Κι ενώ εκείνοι παραφύλαγαν τις πόρτες μέρα και νύχτα για να τον σκοτώσουν,
25. τον πήραν οι μαθητές στη διάρκεια της νύχτας και τον φυγάδεψαν κατεβάζοντάς τον από το τείχος μέσα σε κοφίνι.
26. Πήγε τότε ο Σαύλος στην Ιερουσαλήμ και προσπαθούσε να μπει στη συντροφιά των εκεί μαθητών, όμως όλοι τον φοβούνταν, γιατί δεν πίστευαν ότι είναι μαθητής.
27. Ο Βαρνάβας όμως τον πήρε μαζί του και τον παρουσίασε στους αποστόλους και τους διηγήθηκε πώς είδε ο Παύλος στο δρόμο τον Κύριο και ότι του μίλησε, κι επίσης πώς ομολόγησε άφοβα στη Δαμασκό την πίστη του στον Ιησού.
28. Κι έτσι μπαινόβγαινε πια ελεύθερα στη συντροφιά τους στην Ιερουσαλήμ και διακήρυττε φανερά την πίστη του στον Κύριο Ιησού.
29. Μιλούσε μάλιστα και συζητούσε με τους ελληνόγλωσσους Εβραίους. Εκείνοι όμως επιδίωκαν να τον σκοτώσουν.
30. Όταν το έμαθαν αυτό οι αδελφοί, τον κατέβασαν στην Καισάρεια και από εκεί τον έστειλαν στην Ταρσό.
31. Έτσι, λοιπόν, οι εκκλησίες σε όλη την Ιουδαία και στη Γαλιλαία και στη Σαμάρεια είχαν ειρήνη, ενώ ταυτόχρονα στέριωναν και ζούσαν με σεβασμό στον Κύριο, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος πλήθαιναν.
32. Κάποτε, λοιπόν, καθώς ο Πέτρος περιόδευε σε όλα αυτά τα μέρη, κατέβηκε και στους πιστούς που κατοικούσαν στη Λύδδα.
33. Εκεί βρήκε κάποιον που ονομαζόταν Αινέας, ο οποίος ήταν κατάκοιτος για οχτώ χρόνια, γιατί ήταν παράλυτος.
34. Του είπε, λοιπόν, ο Πέτρος: «Αινέα, σε γιατρεύει ο Ιησούς Χριστός! Σήκω και τακτοποίησε μόνος σου το κρεβάτι σου». Κι αμέσως σηκώθηκε!
35. Και τον είδαν όλοι οι κάτοικοι της Λύδδας και του Σάρωνα, και πίστεψαν στον Κύριο.
36. Στην Ιόππη επίσης, ζούσε μια πιστή που ονομαζόταν Ταβιθά και που στα Ελληνικά σημαίνει Δορκάδα. Η ζωή της ήταν γεμάτη από καλά έργα και ελεημοσύνες που έκανε.
37. Αρρώστησε όμως τις μέρες εκείνες και πέθανε. Την έλουσαν λοιπόν και την έβαλαν στη σοφίτα.
38. Κι επειδή η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη και άκουσαν οι πιστοί πως ο Πέτρος ήταν εκεί, έστειλαν δύο άντρες, παρακαλώντας τον να πάει μέχρι εκεί χωρίς αναβολή.
39. Σηκώθηκε λοιπόν ο Πέτρος και πήγε μαζί τους. Μόλις έφτασε εκεί, τον ανέβασαν στη σοφίτα, όπου και τον κύκλωσαν όλες οι χήρες κλαίγοντας και δείχνοντάς του παλτά και άλλα ρούχα, που έφτιαχνε για τους φτωχούς η Δορκάδα όσο ζούσε μαζί τους.
40. Τότε ο Πέτρος, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπεσε στα γόνατα και προσευχήθηκε. Έπειτα στράφηκε στο νεκρό σώμα και είπε: «Ταβιθά, σήκω!». Κι εκείνη άνοιξε τα μάτια της και βλέποντας τον Πέτρο, ανακάθισε.
41. Της έδωσε τότε το χέρι του και τη σήκωσε. Φώναξε κατόπιν τους πιστούς και τις χήρες και τους την παρουσίασε ζωντανή!
42. Κι έγινε γνωστό αυτό σε όλη την Ιόππη και πολλοί πίστεψαν στον Κύριο.
43. Εκεί, λοιπόν, στην Ιόππη, ο Πέτρος έμεινε αρκετές μέρες στο σπίτι κάποιου Σίμωνα, που ήταν βυρσοδέψης.



























Matthew 1

Acts, Chapter 9 Ancient Greek

1. Ὁ δὲ Σαῦλος ἔτι ἐμπνέων ἀπειλῆς καὶ φόνου εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Κυρίου, προσελθὼν τῷ ἀρχιερεῖ,

2. ᾐτήσατο παρ' αὐτοῦ ἐπιστολὰς εἰς Δαμασκὸν πρὸς τὰς συναγωγάς, ὅπως ἐάν τινας εὕρῃ τῆς ὁδοῦ ὄντας, ἄνδρας τε καὶ γυναῖκας, δεδεμένους ἀγάγῃ εἰς Ἱερουσαλήμ.

3. ἐν δὲ τῷ πορεύεσθαι ἐγένετο αὐτὸν ἐγγίζειν τῇ Δαμασκῷ, καὶ ἐξαίφνης περιήστραψεν αὐτὸν φῶς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ,

4. καὶ πεσὼν ἐπὶ τὴν γῆν ἤκουσε φωνὴν λέγουσαν αὐτῷ· Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;

5. εἶπε δέ· τίς εἶ, Κύριε; ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὃν σὺ διώκεις·

6. ἀλλὰ ἀνάστηθι καὶ εἴσελθε εἰς τὴν πόλιν, καὶ λαληθήσεταί σοι τί σε δεῖ ποιεῖν.

7. οἱ δὲ ἄνδρες οἱ συνοδεύοντες αὐτῷ εἱστήκεισαν ἐνεοί, ἀκούοντες μὲν τῆς φωνῆς, μηδένα δὲ θεωροῦντες.

8. ἠγέρθη δὲ ὁ Σαῦλος ἀπὸ τῆς γῆς, ἀνεῳγμένων τε τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ οὐδένα ἔβλεπε· χειραγωγοῦντες δὲ αὐτὸν εἰσήγαγον εἰς Δαμασκόν.

9. καὶ ἦν ἡμέρας τρεῖς μὴ βλέπων, καὶ οὐκ ἔφαγεν οὐδὲ ἔπιεν.

10. Ἦν δέ τις μαθητὴς ἐν Δαμασκῷ ὀνόματι Ἀνανίας, καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος ἐν ὁράματι· Ἀνανία. ὁ δὲ εἶπεν· ἰδοὺ ἐγώ, Κύριε.

11. ὁ δὲ Κύριος πρὸς αὐτόν· ἀναστὰς πορεύθητι ἐπὶ τὴν ῥύμην τὴν καλουμένην εὐθεῖαν καὶ ζήτησον ἐν οἰκίᾳ Ἰούδα Σαῦλον ὀνόματι Ταρσέα· ἰδοὺ γὰρ προσεύχεται,

12. καὶ εἶδεν ἐν ὁράματι ἄνδρα ὀνόματι Ἀνανίαν εἰσελθόντα καὶ ἐπιθέντα αὐτῷ χεῖρᾳ, ὅπως ἀναβλέψῃ.

13. ἀπεκρίθη δὲ Ἀνανίας· Κύριε, ἀκήκοα ἀπὸ πολλῶν περὶ τοῦ ἀνδρὸς τούτου, ὅσα κακὰ ἐποίησε τοῖς ἁγίοις σου ἐν Ἱερουσαλήμ·

14. καὶ ὧδε ἔχει ἐξουσίαν παρὰ τῶν ἀρχιερέων δῆσαι πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ ὄνομά σου.

15. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· πορεύου, ὅτι σκεῦος ἐκλογῆς μοί ἐστιν οὗτος τοῦ βαστάσαι τὸ ὄνομά μου ἐνώπιον ἐθνῶν καὶ βασιλέων υἱῶν τε Ἰσραήλ·

16. ἐγὼ γὰρ ὑποδείξω αὐτῷ ὅσα δεῖ αὐτὸν ὑπὲρ τοῦ ὀνόματός μου παθεῖν.

17. Ἀπῆλθε δὲ Ἀνανίας καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ ἐπιθεὶς ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας εἶπε· Σαοὺλ ἀδελφέ, ὁ Κύριος ἀπέσταλκέ με, Ἰησοῦς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ ᾗ ἤρχου, ὅπως ἀναβλέψῃς καὶ πλησθῇς Πνεύματος Ἁγίου.

18. καὶ εὐθέως ἀπέπεσον ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ ὡσεὶ λεπίδες, ἀνέβλεψέ τε, καὶ ἀναστὰς ἐβαπτίσθη,

19. καὶ λαβὼν τροφὴν ἐνίσχυσεν. Ἐγένετο δὲ ὁ Σαῦλος μετὰ τῶν ὄντων ἐν Δαμασκῷ μαθητῶν ἡμέρας τινάς,

20. καὶ εὐθέως ἐν ταῖς συναγωγαῖς ἐκήρυσσε τὸν Ἰησοῦν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

21. ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ πορθήσας ἐν Ἱερουσαλὴμ τοὺς ἐπικακουμένους τὸ ὄνομα τοῦτο, καὶ ὧδε εἰς τοῦτο ἐλήλυθεν ἵνα δεδεμένους αὐτοὺς ἀγάγῃ ἐπὶ τοὺς ἀρχιερεῖς;

22. Σαῦλος δὲ μᾶλλον ἐνεδυναμοῦτο καὶ συνέχυνε τοὺς Ἰουδαίους τοὺς κατοικοῦντας ἐν Δαμασκῷ, συμβιβάζων ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός.

23. ὡς δὲ ἐπληροῦντο ἡμέραι ἱκαναί, συνεβουλεύσαντο οἱ Ἰουδαῖοι ἀνελεῖν αὐτόν·

24. ἐγνώσθη δὲ τῷ Σαύλῳ ἡ ἐπιβουλὴ αὐτῶν. παρετήρουν τε τὰς πύλας ἡμέρας τε καὶ νυκτὸς ὅπως αὐτὸν ἀνέλωσι·

25. λαβόντες δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ νυκτὸς καθῆκαν διὰ τοῦ τείχους χαλάσαντες ἐν σπυρίδι.

26. Παραγενόμενος δὲ ὁ Σαῦλος εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐπειρᾶτο κολλᾶσθαι τοῖς μαθηταῖς· καὶ πάντες ἐφοβοῦντο αὐτόν, μὴ πιστεύοντες ὅτι ἐστὶ μαθητής.

27. Βαρνάβας δὲ ἐπιλαβόμενος αὐτὸν ἤγαγε πρὸς τοὺς ἀποστόλους, καὶ διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ἐν τῇ ὁδῷ εἶδε τὸν Κύριον καὶ ὅτι ἐλάλησεν αὐτῷ, καὶ πῶς ἐν Δαμασκῷ ἐπαρρησιάσατο ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ.

28. καὶ ἦν μετ' αὐτῶν εἰσπορευόμενος καὶ ἐκπορευόμενος ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ παρρησιαζόμενος ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ,

29. ἐλάλει τε καὶ συνεζήτει πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς· οἱ δὲ ἐπεχείρουν αὐτὸν ἀνελεῖν.

30. ἐπιγνόντες δὲ οἱ ἀδελφοὶ κατήγαγον αὐτὸν εἰς Καισάρειαν καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτὸν εἰς Ταρσόν.

31. Αἱ μὲν οὖν ἐκκλησίαι καθ' ὅλης τῆς Ἰουδαίας καὶ Γαλιλαίας καὶ Σαμαρείας εἶχον εἰρήνην οἰκοδομούμεναι καὶ πορευόμεναι τῷ φόβῳ τοῦ Κυρίου, καὶ τῇ παρακλήσει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπληθύνοντο.

32. Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν.

33. εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος.

34. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε Ἰησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. καὶ εὐθέως ἀνέστη.

35. καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

36. Ἐν Ἰόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει.

37. ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερώῳ.

38. ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ Ἰόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν.

39. ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον, καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ' αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς.

40. ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο, καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε.

41. δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν.

42. γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ' ὅλης τῆς Ἰόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.

43. Ἐγένετο δὲ ἡμέρας ἱκανὰς μεῖναι αὐτὸν ἐν Ἰόππῃ παρά τινι Σίμωνι βυρσεῖ.

 






























































Acts, Chapter 9 (KJV)

1. And Saul, yet breathing out threatenings and slaughter against the disciples of the Lord, went unto the high priest,
2. And desired of him letters to Damascus to the synagogues, that if he found any of this way, whether they were men or women, he might bring them bound unto Jerusalem.
3. And as he journeyed, he came near Damascus: and suddenly there shined round about him a light from heaven:
4. And he fell to the earth, and heard a voice saying unto him, Saul, Saul, why persecutest thou me?
5. And he said, Who art thou, Lord? And the Lord said, I am Jesus whom thou persecutest: it is hard for thee to kick against the pricks.
6. And he trembling and astonished said, Lord, what wilt thou have me to do? And the Lord said unto him, Arise, and go into the city, and it shall be told thee what thou must do.
7. And the men which journeyed with him stood speechless, hearing a voice, but seeing no man.
8. And Saul arose from the earth; and when his eyes were opened, he saw no man: but they led him by the hand, and brought him into Damascus.
9. And he was three days without sight, and neither did eat nor drink.
10. And there was a certain disciple at Damascus, named Ananias; and to him said the Lord in a vision, Ananias. And he said, Behold, I am here , Lord.
11. And the Lord said unto him, Arise, and go into the street which is called Straight, and enquire in the house of Judas for one called Saul, of Tarsus: for, behold, he prayeth,
12. And hath seen in a vision a man named Ananias coming in, and putting his hand on him, that he might receive his sight.
13. Then Ananias answered, Lord, I have heard by many of this man, how much evil he hath done to thy saints at Jerusalem:
14. And here he hath authority from the chief priests to bind all that call on thy name.
15. But the Lord said unto him, Go thy way: for he is a chosen vessel unto me, to bear my name before the Gentiles, and kings, and the children of Israel:
16. For I will shew him how great things he must suffer for my name's sake.
17. And Ananias went his way, and entered into the house; and putting his hands on him said, Brother Saul, the Lord, even Jesus, that appeared unto thee in the way as thou camest, hath sent me, that thou mightest receive thy sight, and be filled with the Holy Ghost.
18. And immediately there fell from his eyes as it had been scales: and he received sight forthwith, and arose, and was baptized.
19. And when he had received meat, he was strengthened. Then was Saul certain days with the disciples which were at Damascus.
20. And straightway he preached Christ in the synagogues, that he is the Son of God.
21. But all that heard him were amazed, and said; Is not this he that destroyed them which called on this name in Jerusalem, and came hither for that intent, that he might bring them bound unto the chief priests?
22. But Saul increased the more in strength, and confounded the Jews which dwelt at Damascus, proving that this is very Christ.
23. And after that many days were fulfilled, the Jews took counsel to kill him:
24. But their laying await was known of Saul. And they watched the gates day and night to kill him.
25. Then the disciples took him by night, and let him down by the wall in a basket.
26. And when Saul was come to Jerusalem, he assayed to join himself to the disciples: but they were all afraid of him, and believed not that he was a disciple.
27. But Barnabas took him, and brought him to the apostles, and declared unto them how he had seen the Lord in the way, and that he had spoken to him, and how he had preached boldly at Damascus in the name of Jesus.
28. And he was with them coming in and going out at Jerusalem.
29. And he spake boldly in the name of the Lord Jesus, and disputed against the Grecians: but they went about to slay him.
30. Which when the brethren knew, they brought him down to Caesarea, and sent him forth to Tarsus.
31. Then had the churches rest throughout all Judaea and Galilee and Samaria, and were edified; and walking in the fear of the Lord, and in the comfort of the Holy Ghost, were multiplied.
32. And it came to pass, as Peter passed throughout all quarters , he came down also to the saints which dwelt at Lydda.
33. And there he found a certain man named Aeneas, which had kept his bed eight years, and was sick of the palsy.
34. And Peter said unto him, Aeneas, Jesus Christ maketh thee whole: arise, and make thy bed. And he arose immediately.
35. And all that dwelt at Lydda and Saron saw him, and turned to the Lord.
36. Now there was at Joppa a certain disciple named Tabitha, which by interpretation is called Dorcas: this woman was full of good works and almsdeeds which she did.
37. And it came to pass in those days, that she was sick, and died: whom when they had washed, they laid her in an upper chamber.
38. And forasmuch as Lydda was nigh to Joppa, and the disciples had heard that Peter was there, they sent unto him two men, desiring him that he would not delay to come to them.
39. Then Peter arose and went with them. When he was come, they brought him into the upper chamber: and all the widows stood by him weeping, and shewing the coats and garments which Dorcas made, while she was with them.
40. But Peter put them all forth, and kneeled down, and prayed; and turning him to the body said, Tabitha, arise. And she opened her eyes: and when she saw Peter, she sat up.
41. And he gave her his hand, and lifted her up, and when he had called the saints and widows, presented her alive.
42. And it was known throughout all Joppa; and many believed in the Lord.
43. And it came to pass, that he tarried many days in Joppa with one Simon a tanner.