Hebrews, Chapter 10 Modern Greek

01 Διότι ο νόμος έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων, δεν δύναται ποτέ δια των αυτών θυσιών τας οποίας προσφέρουσι κατ' ενιαυτόν πάντοτε, να τελειοποιήση τους προσερχομένους.
02 Επειδή τότε ήθελον παύσει να προσφέρωνται  διότι οι λατρευταί άπαξ καθαρισθέντες, δεν ήθελον έχει πλέον ουδεμίαν συνείδησιν αμαρτιών.
03 Αλλ' εν αυταίς γίνεται κατ' ενιαυτόν ανάμνησις αμαρτιών.
04 Διότι αδύνατον είναι αίμα ταύρων και τράγων να αφαιρή αμαρτίας.
05 Δια τούτο εισερχόμενος εις τον κόσμον, λέγει, "Θυσίαν και προσφοράν δεν ηθέλησας, αλλ' ητοίμασας εις εμέ σώμα. Ψαλμ.μ'.6, Ησα.α'.11, Ιερ.ς'.20, Αμώς ε'.21,22
06 Εις ολοκαυτώματα και προσφοράς περί αμαρτίας δεν ευηρεστήθης.
07 Τότε είπον, Ιδού, έρχομαι, (εν τω τόμω του βιβλίου είναι γεγραμμένον περι εμού,) δια να κάμω, ω Θεέ, το θέλημα σου."
08 Αφού είπεν ανωτέρω, " Ότι θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα και προσφοράς περί αμαρτίας, δεν ηθέλησας, ουδέ ευηρεστήθης εις αυτάς"  (αίτινες προσφέρονται κατά τον νόμον )
09 τότε είπεν, "Ιδού, έρχομαι, δια να κάμω, ω Θεέ, το θέλημα σου." Αναιρεί το πρώτον, δια να συστήση το δεύτερον.
10 Με το οποίον θέλημα είμεθα ηγιασμένοι δια της προσφοράς του σώματος του Ιησού άπαξ γενομένης.
11 Και πας μεν ιερεύς ίσταται καθ' ημέραν λειτουργών, και τας αυτάς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αίτινες ποτέ δεν δύνανται να αφαιρέσωσιν αμαρτίας.
12 Αλλ' αυτός αφού προσέφερε μίαν θυσίαν υπέρ αμαρτιών, εκάθισε διαπαντός εν δεξιά του Θεού,
13 προσμένων του λοιπού εωσού τεθώσιν οι εχθροί αυτού υποπόδιον των ποδών αυτού.
14 Διότι με μιαν προσφοράν ετελειοποίησε διαπαντός τους αγιαζομένους.
15 Μαρτυρεί δε εις ημάς και το πνεύμα το  Άγιον  διότι, αφού είπε πρότερον,
16 "Αύτη είναι η διαθήκη, την οποίαν θέλω κάμει προς αυτούς μετά τας ημέρας εκείνας, λέγει Κύριος, Θέλω δώσει τους νόμους μου εις τας καρδίας αυτών, και θέλω γράψει αυτούς επί των διανοιών αυτών, προσθέτει,
17 "Και τας αμαρτίας αυτών και τας ανομίας αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον."
18  Όπου δε είναι άφεσις τούτων, δεν είναι πλέον προσφορά περί αμαρτίας.
19 ΕΧΟΝΤΕΣ λοιπόν, αδελφοί, παρρησίαν να εισέλθωμεν εις τα άγια δια του αίματος του Ιησού,
20 δια νέας και ζώσης οδού την οποίαν καθιέρωσεν εις ημάς, δια του καταπετάσματος, τουτέστι, της σαρκός αυτού,
21 και έχοντες ιερέα μέγαν επί τον οίκον του Θεού,
22 ας πλησιάζωμεν μετά αληθινής καρδίας εν πληροφορία πίστεως, έχοντες τας καρδίας ημών κεκαθαρμένας από συνειδήσεως πονηράς,
23 και λελουμένοι το σώμα με ύδωρ καθαρόν, ας κρατώμεν την ομολογίαν της ελπίδος ασάλευτον  διότι πιστός ο υποσχεθείς
24 και ας φραντίζωμεν περί αλλήλων, παρακινούντες εις αγάπην και καλά έργα
25 μη αφίνοντες το να συνερχώμεθα ομού, καθώς είναι συνήθεια εις τινας, αλλά προτρέποντες αλλήλους  και τοσούτω μάλλον, όσον βλέπετε πλησιάζουσαν την ημέραν.
26 Διότι εαν ημείς αμαρτάνωμεν εκουσίως, αφού ελάβομεν την γνώσιν της αληθείας, δεν απολείπεται πλέον θυσία περί αμαρτιών
27 αλλά φοβερά τις απεκδοχή κρίσεως, και έξαψις πυρός, το οποίον μέλλει να κατατρώγη τους εναντίους.
28 Εαν τις αθετήση τον νόμον του Μωϋσέως, επί δύο ή τριών μαρτύρων αποθνήσκει χωρίς έλεος
29 πόσον, στοχάζεσθε, χειροτέρας τιμωρίας θέλει κριθή άξιος ο καταπατήσας τον Υιόν του Θεού, και νομίσας κοινόν το αίμα της διαθήκης με το οποίον ηγιάσθη, και υβρίσας το πνεύμα της χάριτος;
30 Διότι εξεύρομεν τον ειπόντα, "Εις εμέ ανήκει η εκδίκησις, εγώ θέλω κάμει ανταπόδοσιν" λέγει Κύριος. Και πάλιν, "Ο Κύριος θέλει κρίνει τον λαόν αυτού."
31 φοβερόν είναι το να πέση τις εις χείρας Θεού ζώντος.
32 Αναφέρετε δε εις την μνήμην σας τας προτέρας ημέρας, εν αις αφού εφωτίσθητε, υπεμείνατε μέγαν αγώνα παθημάτων
33 ποτέ μεν, θεατριζόμενοι με ονειδισμούς και θλίψεις ποτέ δε, γινόμενοι κοινωνοί των τα τοιαύτα παθόντων.
34 Διότι εδείξατε συμπάθειαν εις τα δεσμά μου, και εδέχθητε μετά χαράς την αρπαγήν των υπαρχόντων σας, εξεύροντες ότι έχετε εις εαυτούς περιουσίαν εν ουρανοίς καλητέραν και διαμένουσαν.
35 Μη αποβάλητε λοιπόν την παρρησίαν σας, ήτις έχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.
36 Διότι έχετε χρείαν υπομονής, δια να κάμητε το θέλημα του Θεού, και να λάβητε την επαγγελίαν.
37 Διότι έτι ολίγον καιρόν, και θέλει ελθεί ο ερχόμενος και δεν θέλει βραδύνει
38 "ο δε δίκαιος θέλει ζήσει εκ πίστεως." και "εαν τις συρθή οπίσω, η ψυχή μου δεν ευαρεστείται εις αυτόν."
39 Ημείς όμως δεν είμεθα εκ των συρομένων οπίσω προς απώλειαν, αλλ' εκ των πιστευόντων προς σωτηρίαν της ψυχής.
-































































Hebrews, Chapter 10 Demotic Greek

1. Επειδή, λοιπόν, ο νόμος αποτελεί σκιά των μελλοντικών αγαθών και όχι αυτήν την ίδια την εικόνα της πραγματικότητας, δεν μπορεί ποτέ να κάνει τέλειους αυτούς που προσέρχονται κάθε χρόνο, προσφέροντας διαρκώς τις ίδιες θυσίες.
2. Αν δεν ήταν έτσι, δε θα σταματούσε τώρα η προσφορά τους, γιατί οι λατρευτές, εφόσον θα είχαν καθαριστεί μια φορά, δε θα είχαν πια καμιά συναίσθηση αμαρτιών.
3. Μ' αυτές τις θυσίες, όμως, γίνεται υπενθύμιση των αμαρτιών κάθε χρόνο,
4. γιατί βέβαια, είναι αδύνατο των ταύρων και των τράγων το αίμα να αφαιρεί αμαρτίες.
5. Γι' αυτό και λέει ο Χριστός καθώς μπαίνει στον κόσμο: «Θυσία και προσφορά δε θέλησες, αλλά μου ετοίμασες σώμα ανθρώπινο.
6. Με ολοκαυτώματα και προσφορές για αμαρτία δεν ευχαριστήθηκες.
7. Τότε είπα: Νάμαι! Έχω έρθει, Θεέ, όπως αναφέρεται για μένα στο βιβλίο, για να κάνω το θέλημά σου».
8. Λέγοντας πιο πάνω: «Θυσία και προσφορά και ολοκαυτώματα καθώς και προσφορές για αμαρτία δε θέλησες ούτε σε ευχαρίστησαν», - που προσφέρονται σύμφωνα με το νόμο -
9. και προσθέτοντας κατόπιν: «Νάμαι! Έχω έρθει για να κάνω Θεέ το θέλημά σου», καταργεί το πρώτο καθεστώς, που αποτελούσε τη σκιά, για να εγκαταστήσει το δεύτερο, που αποτελεί την πραγματικότητα.
10. Με βάση αυτό το γεγονός του θείου θελήματος είμαστε τώρα αγιασμένοι χάρη στην προσφορά του σώματος του Χριστού, που έγινε μια για πάντα.
11. Κι ενώ ο κάθε ιερέας λειτουργεί κάθε μέρα και προσφέρει ξανά και ξανά τις ίδιες θυσίες, που δεν μπορούν ποτέ να εξαλείψουν αμαρτίες,
12. αυτός, απεναντίας, αφού πρόσφερε για πάντα μια και μοναδική θυσία για τις αμαρτίες, κάθισε στα δεξιά του Θεού,
13. περιμένοντας τώρα πια ωσότου τεθούν οι εχθροί του κάτω από τα πόδια του.
14. Γιατί με μια μοναδική προσφορά έχει κάνει τέλειους εκείνους που αγιάζονται.
15. Άλλωστε μας το μαρτυρεί αυτό και το Πνεύμα το Άγιο με τα λόγια που και προηγουμένως έχουν ειπωθεί:
16. «Η διαθήκη που θα συνάψω μ' αυτούς ύστερα από τις μέρες εκείνες, είναι τούτη, λέει ο Κύριος: Θα τοποθετήσω τους νόμους μου στις καρδιές τους, και μέσα στις διάνοιές τους θα τους εγχαράξω.
17. Και τις αμαρτίες τους καθώς και τις παρανομίες τους ούτε καν θα τις θυμηθώ πια».
18. Και βέβαια, όπου υπάρχει συγχώρηση, δε γίνεται πια προσφορά για αμαρτία.
19. Έχοντας λοιπόν, αδελφοί, χάρη στο αίμα του Ιησού Χριστού, το προνόμιο της ελεύθερης εισόδου στα Άγια των Αγίων,
20. προς την οποία εγκαινίασε, για μας, ένα νεοχάρακτο και ζωντανό δρόμο μέσω του καταπετάσματος, δηλαδή του σώματός του,
21. κι έχοντας επίσης ένα μεγάλο ιερέα που είναι επικεφαλής του οίκου του Θεού,
22. ας προσερχόμαστε με ειλικρινή καρδιά και με τη βεβαιότητα που δίνει η πίστη, με τις καρδιές μας καθαρισμένες από πονηρή συνείδηση και με το σώμα μας λουσμένο με καθαρό νερό.
23. Ας διατηρούμε ακλόνητη την ομολογία της ελπίδας μας, γιατί κρατάει το λόγο του εκείνος που έδωσε τις υποσχέσεις.
24. Επίσης ας μαθαίνουμε, παρατηρώντας ο ένας τον άλλο, να διεγειρόμαστε στον υπέρτατο βαθμό σε εκδηλώσεις αγάπης και καλών έργων,
25. φροντίζοντας να μην παραμελούμε τις συνάξεις μας, όπως το έχουν κάνει συνήθεια μερικοί, αλλά να ενθαρρύνουμε ο ένας τον άλλο, και μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο βλέπετε να πλησιάζει η Ημέρα του Κυρίου.
26. Γιατί βέβαια, αν συνεχίζουμε να αμαρτάνουμε θεληματικά μετά που γνωρίσαμε τόσο καλά την αλήθεια, τότε δεν απομένει πια καμιά θυσία για αμαρτίες.
27. Απεναντίας, εκείνο που μας περιμένει είναι μια φοβερή υποδοχή κρίσεως και δυνατής φωτιάς, που πρόκειται να καταφάει αυτούς που εναντιώνονται.
28. Όταν παραβεί κανείς το Μωσαϊκό νόμο, θανατώνεται χωρίς έλεος με βάση τη μαρτυρία δύο ή τριών μαρτύρων.
29. Φαντάζεστε πόσο χειρότερη θα είναι η τιμωρία την οποία άξια θα υποστεί εκείνος που περιφρόνησε το Γιο του Θεού και θεώρησε όμοιο με το αίμα των άλλων ανθρώπων, το αίμα της διαθήκης με το οποίο αγιάστηκε, και φέρθηκε έτσι προσβλητικά στο Πνεύμα της χάρης;
30. Και ξέρουμε, βέβαια, εκείνον που είπε: «Σ' εμένα ανήκει η εκδίκηση, εγώ θα κάνω την ανταπόδοση, λέει ο Κύριος», και επίσης: «Ο Κύριος θα κρίνει το λαό του».
31. Είναι τρομερό να πέσει κανείς στα χέρια του Ζωντανού Θεού!
32. Να ξαναφέρνετε λοιπόν στο νου σας τις πρώτες μέρες, εκείνες κατά τις οποίες φωτιστήκατε και με πολλή υπομονή γυμναστήκατε μέσω των παθημάτων,
33. καθώς από τη μια διαπομπευόσασταν με ονειδισμούς αλλά και με διωγμούς, και από την άλλη συμπαραστεκόσασταν σ' εκείνους που γίνονταν αντικείμενα μιας τέτοιας μεταχείρισης.
34. Πράγματι, και φυλακισμένος όταν ήμουν εκδηλώσατε τη συμπάθειά σας, μα και τη διαρπαγή των υπαρχόντων σας την αποδεχτήκατε με χαρά, γιατί ξέρατε ότι έχετε για τους εαυτούς σας μια ουράνια περιουσία υπέρτερη και μόνιμη.
35. Μη χάσετε, λοιπόν, το θάρρος σας, που το περιμένει ανταμοιβή μεγάλη.
36. Άλλωστε, έχετε ανάγκη από υπομονή, ώστε, αφού εκτελέσετε το θέλημα του Θεού, να απολαύσετε την εκπλήρωση της υπόσχεσης.
37. Γιατί, «Λίγος καιρός απομένει ακόμα, πολύ λίγος, κι αυτός που πρόκειται να έρθει θα καταφτάσει και δε θα χρονοτριβήσει.
38. Κι όποιος έχει δικαιωθεί χάρη στην πίστη του, θα ζήσει. Αν όμως οπισθοχωρήσει, τότε δεν ευχαριστεί την ψυχή μου».
39. Οπωσδήποτε όμως, εμείς δεν είμαστε απ' αυτούς που οπισθοχωρούν, ώστε να χαθούμε, αλλά είμαστε απ' αυτούς που ζουν με πίστη για τη διαφύλαξη της ψυχής μας.
-































































Matthew 1

Hebrews, Chapter 10 Ancient Greek

1. Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ' ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι·

2. ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους;

3. ἀλλ' ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ' ἐνιαυτόν·

4. ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας.

5. Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι·

6. ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας·

7. τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου.

8. ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται,

9. τότε εἴρηκεν· ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ.

10. ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ.

11. Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ' ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας·

12. αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ,

13. τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ.

14. μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους.

15. Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι,

16. αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς,

17. καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι.

18. ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.

19. Ἔχοντες οὖν, ἀδελφοί, παρρησίαν εἰς τὴν εἴσοδον τῶν ἁγίων ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἰησοῦ,

20. ἣν ἐνεκαίνισεν ἡμῖν ὁδὸν πρόσφατον καὶ ζῶσαν διὰ τοῦ καταπετάσματος, τοῦτ' ἔστι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,

21. καὶ ἱερέα μέγαν ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ,

22. προσερχώμεθα μετὰ ἀληθινῆς καρδίας ἐν πληροφορίᾳ πίστεως ἐρραντισμένοι τὰς καρδίας ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ λελουσμένοι τὸ σῶμα ὕδατι καθαρῷ·

23. κατέχωμεν τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐλπίδος ἀκλινῆ· πιστὸς γὰρ ὁ ἐπαγγειλάμενος·

24. καὶ κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων,

25. μὴ ἐγκαταλείποντες τὴν ἐπισυναγωγὴν ἑαυτῶν, καθὼς ἔθος τισίν, ἀλλὰ παρακαλοῦντες, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ βλέπετε ἐγγίζουσαν τὴν ἡμέραν.

26. Ἑκουσίως γὰρ ἁμαρτανόντων ἡμῶν μετὰ τὸ λαβεῖν τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας, οὐκέτι περὶ ἁμαρτιῶν ἀπολείπεται θυσία,

27. φοβερὰ δέ τις ἐκδοχὴ κρίσεως καὶ πυρὸς ζῆλος ἐσθίειν μέλλοντος τοὺς ὑπεναντίους·

28. ἀθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρὶς οἰκτιρμῶν ἐπὶ δυσὶν ἢ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθνήσκει·

29. πόσῳ δοκεῖτε χείρονος ἀξιωθήσεται τιμωρίας ὁ τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας;

30. οἴδαμεν γὰρ τὸν εἰπόντα· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος· καὶ πάλιν· Κύριος κρινεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ.

31. φοβερὸν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος.

32. Ἀναμιμνήσκεσθε δὲ τὰς πρότερον ἡμέρας, ἐν αἷς φωτισθέντες πολλὴν ἄθλησιν ὑπεμείνατε παθημάτων,

33. τοῦτο μὲν ὀνειδισμοῖς τε καὶ θλίψεσι θεατριζόμενοι, τοῦτο δὲ κοινωνοὶ τῶν οὕτως ἀναστρεφομένων γενηθέντες·

34. καὶ γὰρ τοῖς δεσμοῖς μου συνεπαθήσατε καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ὑπαρχόντων ὑμῶν μετὰ χαρᾶς προσεδέξασθε, γινώσκοντες ἔχειν ἐν ἑαυτοῖς κρείττονα ὕπαρξιν ἐν οὐρανοῖς καὶ μένουσαν.

35. Μὴ ἀποβάλητε οὖν τὴν παρρησίαν ὑμῶν, ἥτις ἔχει μισθαποδοσίαν μεγάλην.

36. ὑπομονῆς γὰρ ἔχετε χρείαν, ἵνα τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ποιήσαντες κομίσησθε τὴν ἐπαγγελίαν.

37. ἔτι γὰρ μικρὸν ὅσον ὅσον, ὁ ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ χρονιεῖ.

38. ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται· καὶ ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ.

39. ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐσμὲν ὑποστολῆς εἰς ἀπώλειαν, ἀλλὰ πίστεως εἰς περιποίησιν ψυχῆς.

 

Hebrews 11

































































Hebrews, Chapter 10 (KJV)

1. For the law having a shadow of good things to come, and not the very image of the things, can never with those sacrifices which they offered year by year continually make the comers thereunto perfect.
2. For then would they not have ceased to be offered? because that the worshippers once purged should have had no more conscience of sins.
3. But in those sacrifices there is a remembrance again made of sins every year.
4. For it is not possible that the blood of bulls and of goats should take away sins.
5. Wherefore when he cometh into the world, he saith, Sacrifice and offering thou wouldest not, but a body hast thou prepared me:
6. In burnt offerings and sacrifices for sin thou hast had no pleasure.
7. Then said I, Lo, I come (in the volume of the book it is written of me,) to do thy will, O God.
8. Above when he said, Sacrifice and offering and burnt offerings and offering for sin thou wouldest not, neither hadst pleasure therein ; which are offered by the law;
9. Then said he, Lo, I come to do thy will, O God. He taketh away the first, that he may establish the second.
10. By the which will we are sanctified through the offering of the body of Jesus Christ once for all .
11. And every priest standeth daily ministering and offering oftentimes the same sacrifices, which can never take away sins:
12. But this man, after he had offered one sacrifice for sins for ever, sat down on the right hand of God;
13. From henceforth expecting till his enemies be made his footstool.
14. For by one offering he hath perfected for ever them that are sanctified.
15.  Whereof the Holy Ghost also is a witness to us: for after that he had said before,
16. This is the covenant that I will make with them after those days, saith the Lord, I will put my laws into their hearts, and in their minds will I write them;
17. And their sins and iniquities will I remember no more.
18. Now where remission of these is, there is no more offering for sin.
19. Having therefore, brethren, boldness to enter into the holiest by the blood of Jesus,
20. By a new and living way, which he hath consecrated for us, through the veil, that is to say, his flesh;
21. And having an high priest over the house of God;
22. Let us draw near with a true heart in full assurance of faith, having our hearts sprinkled from an evil conscience, and our bodies washed with pure water.
23. Let us hold fast the profession of our faith without wavering; (for he is faithful that promised;)
24. And let us consider one another to provoke unto love and to good works:
25. Not forsaking the assembling of ourselves together, as the manner of some is ; but exhorting one another : and so much the more, as ye see the day approaching.
26. For if we sin wilfully after that we have received the knowledge of the truth, there remaineth no more sacrifice for sins,
27. But a certain fearful looking for of judgment and fiery indignation, which shall devour the adversaries.
28. He that despised Moses' law died without mercy under two or three witnesses:
29. Of how much sorer punishment, suppose ye, shall he be thought worthy, who hath trodden under foot the Son of God, and hath counted the blood of the covenant, wherewith he was sanctified, an unholy thing, and hath done despite unto the Spirit of grace?
30. For we know him that hath said, Vengeance belongeth unto me, I will recompense, saith the Lord. And again, The Lord shall judge his people.
31.  It is a fearful thing to fall into the hands of the living God.
32. But call to remembrance the former days, in which, after ye were illuminated, ye endured a great fight of afflictions;
33. Partly, whilst ye were made a gazingstock both by reproaches and afflictions; and partly, whilst ye became companions of them that were so used.
34. For ye had compassion of me in my bonds, and took joyfully the spoiling of your goods, knowing in yourselves that ye have in heaven a better and an enduring substance.
35. Cast not away therefore your confidence, which hath great recompence of reward.
36. For ye have need of patience, that, after ye have done the will of God, ye might receive the promise.
37. For yet a little while, and he that shall come will come, and will not tarry.
38. Now the just shall live by faith: but if any man draw back, my soul shall have no pleasure in him.
39. But we are not of them who draw back unto perdition; but of them that believe to the saving of the soul.
-































































-