Hebrews, Chapter 11 Modern Greek

01 ΕΙΝΑΙ δε η πίστις, ελπιζομένων πεποίθησις, βεβαίωσις πραγμάτων μη βλεπομένων.
02 Διότι δια ταύτης έλαβον καλήν μαρτυρίαν οι πρεσβύτεροι.
03 Δια πίστεως εννοούμεν  ότι οι αιώνες εκτίσθησαν με τον λόγον του Θεού, ώστε τα βλεπόμενα δεν έγειναν εκ φαινομένων.
04 Δια πίστεως ο  Άβελ προσέφερε προς τον Θεόν καλητέραν θυσίαν παρά τον Κάϊν, δια της οποίας εμαρτυρήθη ότι ήτο δίκαιος, επειδή ο Θεός έδωκε μαρτυρίαν περί των δώρων αυτού  και δι' αυτής, καίτοι αποθανών, έτι λαλεί.
05 Δια πίστεως μετετέθη ο Ενώχ δια να μη ίδη θάνατον, και δεν ευρίσκετο, διότι μετέθεσεν αυτόν ο Θεός επειδή προ της μεταθέσεως αυτού εμαρτυρήθη ότι ευηρέστησεν εις τον Θεόν.
06 Χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν  διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν, πρέπει να πιστεύση, ότι είναι, και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν.
07 Δια πίστεως ο Νώε ειδοποιηθείς θεόθεν περί των μη βλεπομένων έτι, εφοβήθη, και κατεσκεύασε κιβωτόν προς σωτηρίαν του οίκου αυτού  δι ης κατέκρινε τον κόσμον, και έγεινε κληρονόμος της δια της πίστεως δικαιοσύνης.
08 Δια πίστεως υπήκουσεν ο Αβραάμ, ότε εκαλείτο να εξέλθη εις τον τόπον τον οποίον έμελλε να λάβη εις κληρονομίαν, και εξήλθε μη εξεύρων που υπάγει.
09 Δια πίστεως παρώκησεν εις την γην της επαγγελίας ως ξένην, κατοικήσας εν σκηναίς, μετά Ισαάκ και Ιακώβ των συγκληρονόμων της αυτής επαγγελίας
10 διότι περιέμενε την πόλιν την έχουσαν τα θεμέλια, της οποίας τεχνίτης και δημιουργός είναι ο Θεός.
11 Δια πίστεως και αυτή η Σάρρα έλαβε δύναμιν εις το να συλλάβη σπέρμα, και παρά καιρόν ηλικίας εγέννησεν, επειδή εστοχάσθη πιστόν τον υποσχεθέντα.
12 Δια τούτο και εξ ενός, μάλιστα νενεκρωμένου, εγεννήθησαν, καθώς τα άστρα του ουρανού κατά το πλήθος, και ως η άμμος η παρά το χείλος της θαλάσσης ήτις δεν δύναται να αριθμηθή.
13 Εν πίστει απέθανον ούτοι πάντες, μη λαβόντες τας επαγγελίας, αλλά μακρόθεν ιδόντες αυτάς, και πεισθέντες, και εγκολπωθέντες, και ομολογήσαντες ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επί της γης.
14 Διότι οι λέγοντες τοιαύτα, δεικνύουσιν ότι ζητούσι πατρίδα.
15 Και εαν μεν ανεθυμούντο εκείνην εξ ης εξήλθον, ήθελον ευρεί καιρόν να επιστρέψωσι.
16 Τώρα όμως επιθυμούσι καλητέραν, τουτέστιν επουράνιον δια τούτο ο Θεός δεν επαισχύνεται αυτούς, να λέγηται Θεός αυτών  διότι ητοίμασε δι' αυτούς πόλιν.
17 Δια πίστεως, ο Αβραάμ, ότε εδοκιμάζετο, προσέφερε τον Ισαάκ  και τον μονογενή αυτού προσέφερεν εκείνος όστις ανεδέχθη τας επαγγελίας,
18 προς τον οποίον ελαλήθη,  "Οτι εν Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα" συλλογισθείς ότι ο Θεός δύναται και εκ νεκρών να ανεγείρη  εξ ων και έλαβεν αυτόν οπίσω παραβολικώς.
19 Δια πίστεως ο Ισαάκ ευλόγησε τον Ιακώβ και τον Ησαύ περί των μελλόντων.
21 Δια πίστεως ο Ιακώβ αποθνήσκων ευλόγησεν έκαστον των υιών του Ιωσήφ, και προσεκύνησεν επιστηριζόμενος επί το άκρον της ράβδου αυτού.
22 Δια πίστεως ο Ιωσήφ αποθνήσκων προανήγγειλε περί της
εξόδου των υιών Ισραήλ, και παρήγγειλε περί των οστέων αυτού.
23 Δια πίστεως ο Μωϋσής, αφού εγεννήθη, εκρύφθη τρείς μήνας υπό των γονέων αυτού, διότι είδον κεχαριτωμένον το παιδίον και δεν εφοβήθησαν το διάταγμα του βασιλέως.
24 Δια πίστεως ο Μωϋσής, αφού μεγάλωσεν, ηρνήθη να λέγηται υιός της θυγατρός του Φαραώ,
25 προκρίνας μάλλον να κακουχήται με τον λαόν του Θεού, παρά να έχη πρόσκαιρον απόλαυσιν αμαρτίας
26 κρίνας τον υπέρ του Χριστού ονειδισμόν μεγαλήτερον πλούτον παρά τους εν Αιγύπτω θησαυρούς  διότι απέβλεπεν εις την μισθαποδοσίαν.
27 Δια πίστεως αφήκε την Αίγυπτον, μη φοβηθείς τον θυμόν του βασιλέως  διότι ως βλέπων τον αόρατον ανεκαρτέρησε.
28 Δια πίστεως έκαμε το πάσχα και την πρόσχυσιν του αίματος, δια να μη εγγίση αυτούς ο εξολοθρεύων τα πρωτότοκα.
29 Δια πίστεως διέβησαν την Ερυθράν θάλασσαν ως δια ξηράς την οποίαν δοκιμάσαντες οι Αιγύπτιοι, κατεποντίσθησαν.
30 Δια πίστεως έπεσον τα τείχη της Ιεριχώ, αφού εκυκλώθησαν επί επτά ημέρας.
31 Δια πίστεως η πόρνη Ραάβ δεν συναπωλέσθη με τους απειθήσαντας, δεχθείσα τους κατασκόπους με ειρήνην.
32 Και τι έτι να λέγω; Διότι θέλει με λείψει ο καιρός διηγούμενον περί Γεδεών, Βαράκ τε και Σαμψών και Ιεφθάε, Δαβίδ τε και Σαμουήλ και των προφητών
33 οίτινες δια της πίστεως κατεπολέμησαν βασιλείας, ειργάσθησαν δικαιοσύνην, επέτυχον τας επαγγελίας, έφραξαν στόματα λεόντων,
34 έσβεσαν δύναμιν πυρός, έφυγον στόματα μαχαίρας, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, έγειναν ισχυροί εν πολέμω, έτρεψαν εις φυγήν στρατεύματα αλλοτρίων
35 Ελαβον γυναίκες τους νεκρούς αυτών αναστηθέντας  άλλοι δε εβασανίσθησαν μη δεχθέντες την απολύτρωσιν, δια να αξιωθώσι καλητέρας αναστάσεως
36 άλλοι δε εδοκίμασαν εμπαιγμούς και μάστιγας, έτι δε και δεσμά και φυλακήν
37 ελιθοβολήθησαν, επριονίσθησαν, επειράσθησαν, με σφαγήν μαχαίρας απέθανον, περιεπλανήθησαν με δέρματα προβάτων, με δέρματα αιγών  υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,
38 των οποίων δεν ήτο άξιος ο κόσμος  πλανώμενοι εν ερημίαις και όρεσι και σπηλαίοις και ταις τρύπαις της γης.
39 Και ούτοι πάντες αν και έλαβον καλήν μαρτυρίαν δια της πίστεως, δεν απήλαυσαν την επαγγελίαν
40 διότι ο Θεός προέβλεψε καλήτερον τι περί ημών, δια να μη λάβωσι την τελειότητα χωρίς ημών.
-































































Hebrews, Chapter 11 Demotic Greek

1. Η πίστη είναι το στήριγμα των πραγμάτων εκείνων που αποτελούν αντικείμενο ελπίδας, είναι το μέσο εσωτερικής πληροφόρησης για πράγματα που δε βλέπουμε.
2. Και πράγματι, χάρη σ' αυτήν απέκτησαν καλή μαρτυρία οι παλιότεροι.
3. Χάρη στην πίστη κατανοούμε ότι με το Λόγο του Θεού έχουν διαμορφωθεί μέσα στους αιώνες όλα όσα αποτελούν τη δημιουργία, έτσι που από τα αόρατα να έχουν δημιουργηθεί τα ορατά.
4. Χάρη στην πίστη του ο Άβελ πρόσφερε στο Θεό θυσία υπέρτερη απ' ό,τι ο Κάιν. Και για την πίστη του αυτή αναγνωρίστηκε ότι είναι δίκαιος, πράγμα που το επιβεβαιώνει με τη μαρτυρία του ο ίδιος ο Θεός για τα δώρα του. Και χάρη σ' αυτήν την πίστη του, αν και πεθαμένος, συνεχίζει ακόμα να μας μιλά.
5. Χάρη στην πίστη του ο Ενώχ μεταφέρθηκε στον ουρανό χωρίς να γευθεί θάνατο, και δεν τον εύρισκαν, γιατί τον μετέθεσε ο Θεός. Γιατί πράγματι, πριν από τη μετάθεσή του είχε δοθεί η μαρτυρία γι' αυτόν ότι είχε ευαρεστήσει το Θεό.
6. Άλλωστε, χωρίς πίστη είναι αδύνατο να ευαρεστήσει κανείς το Θεό, αφού εκείνος που πλησιάζει το Θεό πρέπει να πιστεύει στην ύπαρξή του και ότι ανταμείβει εκείνους που τον αναζητούνε.
7. Χάρη στην πίστη του ο Νώε, όταν ειδοποιήθηκε από το Θεό για πράγματα που ούτε καν ήταν ακόμα ορατά στον ορίζοντα, υπάκουσε όπως έπρεπε και κατασκεύασε την κιβωτό για να σώσει την οικογένειά του. Έτσι, με την πίστη του αυτή κατέκρινε τον κόσμο και έγινε αυτός ο κληρονόμος της δικαίωσης με βάση την πίστη.
8. Χάρη στην πίστη του ο Αβραάμ υπάκουσε, όταν τον κάλεσε ο Θεός να αναχωρήσει στον τόπο που επρόκειτο να πάρει για κληρονομιά, και αναχώρησε χωρίς να ξέρει που πηγαίνει.
9. Χάρη στην πίστη του εγκαταστάθηκε στην υποσχεμένη χώρα διαμένοντας, ξένοι καθώς ήταν, μέσα σε σκηνές μαζί με τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, που ήταν συγκληρονόμοι της ίδιας υπόσχεσης.
10. Κι αυτό, γιατί περίμενε την πόλη που έχει θεμέλια και της οποίας αρχιτέκτονας και δημιουργός είναι ο Θεός.
11. Χάρη στην πίστη της κι αυτή η ίδια η Σάρρα απέκτησε την ικανότητα να συλλάβει και, παρόλο που η ηλικία της ήταν περασμένη πια, γέννησε, επειδή θεώρησε αξιόπιστο αυτόν που έδωσε την υπόσχεση.
12. Έτσι, λοιπόν, από έναν άνθρωπο, και μάλιστα ανίκανο πια εξαιτίας των γερατειών του, γεννήθηκαν απόγονοι, που «το πλήθος τους μοιάζει με τ' άστρα τ' ουρανού και με την άμμο στην ακρογιαλιά της θάλασσας, που δεν μπορεί να αριθμηθεί».
13. Όλοι αυτοί πέθαναν κατεχόμενοι από πίστη, χωρίς να πάρουν τα υποσχεμένα, αλλά αφού τα είδαν από μακριά και τα αποδέχτηκαν με χαρά και ομολόγησαν πως είναι «ξένοι και περαστικοί» πάνω στη γη.
14. Και βέβαια οι άνθρωποι που μιλούν έτσι, φανερώνουν πως έχουν μια πατρίδα, την οποία επιζητούνε.
15. Και, φυσικά, αν στο νου τους είχαν τη χώρα από την οποία βγήκαν, θα είχαν τον καιρό να ξαναγυρίσουν σ' αυτήν.
16. Επομένως, αυτό που λαχταρούν τώρα είναι μια καλύτερη πατρίδα, δηλαδή την επουράνια. Γι' αυτό και ο Θεός δεν ντρέπεται γι' αυτούς και ονομάζεται Θεός τους. Κι απόδειξη γι' αυτό είναι ότι τους ετοίμασε πόλη!
17. Χάρη στην πίστη του ο Αβραάμ πρόσφερε τον Ισαάκ, όταν δοκιμαζόταν από το Θεό. Κι έτσι, αυτός που υπήρξε ο αποδέκτης των υποσχέσεων του Θεού, δέχτηκε να προσφέρει το μοναχοπαίδι του,
18. παρόλο που του ειπώθηκε: «Από τον Ισαάκ θα προέλθουν οι απόγονοί σου»!
19. Γιατί σκέφτηκε κι έβγαλε το λογικό συμπέρασμα πως ο Θεός είναι ικανός να τον αναστήσει ακόμα και από τους νεκρούς! Και στην ουσία - συμβολικά μιλώντας - από το θάνατο τον ξαναπήρε πίσω!
20. Χάρη στην πίστη του στα μελλοντικά πράγματα ο Ισαάκ έδωσε την ευλογία του στον Ιακώβ και τον Ησαύ.
21. Χάρη στην πίστη του ο Ιακώβ ευλόγησε, την ώρα που πέθαινε, το καθένα από τα παιδιά του Ιωσήφ και προσκύνησε το Θεό στηριζόμενος στην άκρη του μπαστουνιού του.
22. Χάρη στην πίστη του ο Ιωσήφ μίλησε, την ώρα που πέθαινε, για την έξοδο των Ισραηλιτών και έδωσε οδηγίες για τα οστά του.
23. Χάρη στην πίστη τους οι γονείς του Μωυσή τον έκρυψαν για τρεις μήνες μετά τη γέννησή του, επειδή είδαν πως ήταν όμορφο το παιδί, και δε φοβήθηκαν το διάταγμα του βασιλιά.
24. Χάρη στην πίστη του ο Μωυσής, όταν μεγάλωσε, αρνήθηκε να λέγεται γιος της κόρης του Φαραώ,
25. επειδή θεώρησε πως είναι καλύτερο να κακοπαθεί μαζί με το λαό του Θεού, παρά να απολαμβάνει προσωρινά την αμαρτωλή ζωή.
26. Γιατί τον εξευτελισμό για χάρη του Χριστού το θεώρησε πλούτο πολυτιμότερο από τους θησαυρούς της Αιγύπτου, επειδή απέβλεπε στην ανταπόδοση από το Θεό.
27. Χάρη στην πίστη του εγκατέλειψε την Αίγυπτο και δε φοβήθηκε το θυμό του βασιλιά, γιατί στήριξε το θάρρος του στον αόρατο Θεό σαν να τον έβλεπε.
28. Χάρη στην πίστη του είχε κάνει το Πάσχα και το ράντισμα με το αίμα, για να μη θίξει ο εξολοθρευτής άγγελος τα δικά τους πρωτότοκα.
29. Χάρη στην πίστη τους οι Ισραηλίτες πέρασαν την Ερυθρά Θάλασσα σαν να ήταν στεριά. Κι όταν επιχείρησαν το ίδιο πράγμα και οι Αιγύπτιοι, τους κατάπιαν τα νερά!
30. Χάρη στην πίστη τους έπεσαν τα τείχη της Ιεριχώ, μετά που την περικύκλωσαν για εφτά μέρες.
31. Χάρη στην πίστη της η Ραάβ, η πόρνη, δε χάθηκε μαζί μ' εκείνους που απίστησαν, επειδή υποδέχτηκε ειρηνικά τους κατασκόπους...
32. Και τι άλλο να πρωτοπώ; Γιατί σίγουρα δε θα έχω το χρόνο έτσι κι αρχίσω να διηγούμαι για το Γεδεών, το Βαράκ, το Σαμψών, τον Ιεφθάε, το Δαβίδ, το Σαμουήλ και τους προφήτες,
33. οι οποίοι χάρη στην πίστη τους ανέτρεψαν βασίλεια, επέβαλαν τη δικαιοσύνη, πέτυχαν την υλοποίηση υποσχέσεων, έφραξαν στόματα λιονταριών,
34. εξουδετέρωσαν τη δύναμη της φωτιάς, γλίτωσαν τη σφαγή, μετέτρεψαν σε δύναμη τις αδυναμίες τους, έγιναν ισχυροί στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή στρατεύματα αλλοφύλων,
35. γυναίκες ξανάσμιξαν στη ζωή με ανθρώπους τους που αναστήθηκαν από τους νεκρούς. Κι άλλοι, πάλι, βασανίστηκαν άγρια μέχρι θανάτου, χωρίς να ενδώσουν για την ελευθέρωσή τους, ώστε να αξιωθούν μια υπέρτερη ανάσταση.
36. Και διάφοροι άλλοι δοκίμασαν εμπαιγμούς και μαστιγώσεις, ακόμα και δεσμά και φυλακίσεις.
37. Λιθοβολήθηκαν, πριονίστηκαν, υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες, θανατώθηκαν με μαχαίρωμα, κατάντησαν να περιφέρονται ντυμένοι με προβιές και κατσικοδέρματα περνώντας από στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες.
38. Οι άνθρωποι αυτοί, για τους οποίους δεν ήταν καν άξιος ο κόσμος, έζησαν περιπλανώμενοι σε ερημιές και σε βουνά και μέσα στις σπηλιές και στις τρύπες της γης.
39. Κι όλοι αυτοί, ενώ αναγνωρίστηκαν για την πίστη τους, δεν απόλαυσαν την εκπλήρωση της υπόσχεσης,
40. επειδή ο Θεός έχει προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι που να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς.
-































































Matthew 1

Hebrews, Chapter 11 Ancient Greek

1. Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων.

2. ἐν ταύτῃ γὰρ ἐμαρτυρήθησαν οἱ πρεσβύτεροι.

3. Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας ῥήματι Θεοῦ, εἰς τὸ μὴ ἐκ φαινομένων τὰ βλεπόμενα γεγονέναι.

4. Πίστει πλείονα θυσίαν Ἄβελ παρὰ Κάϊν προσήνεγκε τῷ Θεῷ, δι' ἧς ἐμαρτυρήθη εἶναι δίκαιος, μαρτυροῦντος ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δι' αὐτῆς ἀποθανὼν ἔτι λαλεῖται.

5. Πίστει Ἐνὼχ μετετέθη τοῦ μὴ ἰδεῖν θάνατον, καὶ οὐχ εὑρίσκετο, διότι μετέθηκεν αὐτὸν ὁ Θεός· πρὸ γὰρ τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ μεμαρτύρηται εὐηρεστηκέναι τῷ Θεῷ.

6. χωρὶς δὲ πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι· πιστεῦσαι γὰρ δεῖ τὸν προσερχόμενον τῷ Θεῷ ὅτι ἔστι καὶ τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτὸν μισθαποδότης γίνεται.

7. Πίστει χρηματισθεὶς Νῶε περὶ τῶν μηδέπω βλεπομένων, εὐλαβηθεὶς κατεσκεύασε κιβωτὸν εἰς σωτηρίαν τοῦ οἴκου αὐτοῦ, δι' ἧς κατέκρινε τὸν κόσμον, καὶ τῆς κατὰ πίστιν δικαιοσύνης ἐγένετο κληρονόμος.

8. Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται.

9. Πίστει παρῴκησεν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς·

10. ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός.

11. Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβε καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον·

12. διὸ καὶ ἀφ' ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος.

13. Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς.

14. οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι.

15. καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ' ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι·

16. νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ' ἔστιν, ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν.

17. Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραὰμ τὸν Ἰσαὰκ πειραζόμενος, καὶ τὸν μονογενῆ προσέφερεν ὁ τὰς ἐπαγγελίας ἀναδεξάμενος,

18. πρὸς ὃν ἐλαλήθη ὅτι ἐν Ἰσαὰκ κληθήσεταί σοι σπέρμα,

19. λογισάμενος ὅτι καὶ ἐκ νεκρῶν ἐγείρειν δυνατὸς ὁ Θεός· ὅθεν αὐτὸν καὶ ἐν παραβολῇ ἐκομίσατο.

20. Πίστει περὶ μελλόντων εὐλόγησεν Ἰσαὰκ τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸν Ἠσαῦ.

21. Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνήσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησε, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ.

22. Πίστει Ἰωσὴφ τελευτῶν περὶ τῆς ἐξόδου τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐμνημόνευσε καὶ περὶ τῶν ὀστέων αὐτοῦ ἐνετείλατο.

23. Πίστει Μωϋσῆς γεννηθεὶς ἐκρύβη τρίμηνον ὑπὸ τῶν πατέρων αὐτοῦ, διότι εἶδον ἀστεῖον τὸ παιδίον, καὶ οὐκ ἐφοβήθησαν τὸ διάταγμα τοῦ βασιλέως.

24. Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ,

25. μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν,

26. μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν.

27. Πίστει κατέλιπεν Αἴγυπτον μὴ φοβηθεὶς τὸν θυμὸν τοῦ βασιλέως· τὸν γὰρ ἀόρατον ὡς ὁρῶν ἐκαρτέρησε.

28. Πίστει πεποίηκε τὸ πάσχα καὶ τὴν πρόσχυσιν τοῦ αἵματος, ἵνα μὴ ὁ ὀλοθρεύων τὰ πρωτότοκα θίγῃ αὐτῶν.

29. Πίστει διέβησαν τὴν Ἐρυθρὰν θάλασσαν ὡς διὰ ξηρᾶς, ἧς πεῖραν λαβόντες οἱ Αἰγύπτιοι κατεπόθησαν.

30. Πίστει τὰ τείχη Ἱεριχὼ ἔπεσε κυκλωθέντα ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας.

31. Πίστει Ῥαὰβ ἡ πόρνη οὐ συναπώλετο τοῖς ἀπειθήσασι, δεξαμένη τοὺς κατασκόπους μετ' εἰρήνης.

32. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ, τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν,

33. οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων,

34. ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων·

35. ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν·

36. ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς·

37. ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι,

38. ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς.

39. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν,

40. τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.

 

































































Hebrews, Chapter 11 (KJV)

1. Now faith is the substance of things hoped for, the evidence of things not seen.
2. For by it the elders obtained a good report.
3. Through faith we understand that the worlds were framed by the word of God, so that things which are seen were not made of things which do appear.
4. By faith Abel offered unto God a more excellent sacrifice than Cain, by which he obtained witness that he was righteous, God testifying of his gifts: and by it he being dead yet speaketh.
5. By faith Enoch was translated that he should not see death; and was not found, because God had translated him: for before his translation he had this testimony, that he pleased God.
6. But without faith it is impossible to please him : for he that cometh to God must believe that he is, and that he is a rewarder of them that diligently seek him.
7. By faith Noah, being warned of God of things not seen as yet, moved with fear, prepared an ark to the saving of his house; by the which he condemned the world, and became heir of the righteousness which is by faith.
8. By faith Abraham, when he was called to go out into a place which he should after receive for an inheritance, obeyed; and he went out, not knowing whither he went.
9. By faith he sojourned in the land of promise, as in a strange country, dwelling in tabernacles with Isaac and Jacob, the heirs with him of the same promise:
10. For he looked for a city which hath foundations, whose builder and maker is God.
11. Through faith also Sara herself received strength to conceive seed, and was delivered of a child when she was past age, because she judged him faithful who had promised.
12. Therefore sprang there even of one, and him as good as dead, so many as the stars of the sky in multitude, and as the sand which is by the sea shore innumerable.
13. These all died in faith, not having received the promises, but having seen them afar off, and were persuaded of them , and embraced them , and confessed that they were strangers and pilgrims on the earth.
14. For they that say such things declare plainly that they seek a country.
15. And truly, if they had been mindful of that country from whence they came out, they might have had opportunity to have returned.
16. But now they desire a better country , that is, an heavenly: wherefore God is not ashamed to be called their God: for he hath prepared for them a city.
17. By faith Abraham, when he was tried, offered up Isaac: and he that had received the promises offered up his only begotten son ,
18. Of whom it was said, That in Isaac shall thy seed be called:
19. Accounting that God was able to raise him up, even from the dead; from whence also he received him in a figure.
20. By faith Isaac blessed Jacob and Esau concerning things to come.
21. By faith Jacob, when he was a dying, blessed both the sons of Joseph; and worshipped, leaning upon the top of his staff.
22. By faith Joseph, when he died, made mention of the departing of the children of Israel; and gave commandment concerning his bones.
23. By faith Moses, when he was born, was hid three months of his parents, because they saw he was  a proper child; and they were not afraid of the king's commandment.
24. By faith Moses, when he was come to years, refused to be called the son of Pharaoh's daughter;
25. Choosing rather to suffer affliction with the people of God, than to enjoy the pleasures of sin for a season;
26. Esteeming the reproach of Christ greater riches than the treasures in Egypt: for he had respect unto the recompence of the reward.
27. By faith he forsook Egypt, not fearing the wrath of the king: for he endured, as seeing him who is invisible.
28. Through faith he kept the passover, and the sprinkling of blood, lest he that destroyed the firstborn should touch them.
29. By faith they passed through the Red sea as by dry land : which the Egyptians assaying to do were drowned.
30. By faith the walls of Jericho fell down, after they were compassed about seven days.
31. By faith the harlot Rahab perished not with them that believed not, when she had received the spies with peace.
32. And what shall I more say? for the time would fail me to tell of Gedeon, and of Barak, and  of Samson, and of Jephthae; of David also, and Samuel, and of the prophets:
33. Who through faith subdued kingdoms, wrought righteousness, obtained promises, stopped the mouths of lions,
34. Quenched the violence of fire, escaped the edge of the sword, out of weakness were made strong, waxed valiant in fight, turned to flight the armies of the aliens.
35. Women received their dead raised to life again: and others were tortured, not accepting deliverance; that they might obtain a better resurrection:
36. And others had trial of cruel mockings and scourgings, yea, moreover of bonds and imprisonment:
37. They were stoned, they were sawn asunder, were tempted, were slain with the sword: they wandered about in sheepskins and goatskins; being destitute, afflicted, tormented;
38. (Of whom the world was not worthy:) they wandered in deserts, and in mountains, and in  dens and caves of the earth.
39. And these all, having obtained a good report through faith, received not the promise:
40. God having provided some better thing for us, that they without us should not be made perfect.
-































































-