Hebrews, Chapter 12 Modern Greek

01 Λοιπόν και ημείς, περικυκλωμένοι όντες υπό τοσούτου νέφους μαρτύρων, ας απορρίψωμεν παν βάρος και την ευκόλως εμπεριπλέκουσαν ημάς αμαρτίαν, και ας τρέχωμεν μεθ' υπομονής τον προκείμενον εις ημάς αγώνα
02 αποβλέποντες εις τον Ιησούν τον αρχηγόν και τελειωτήν της πίστεως, όστις υπέρ της χαράς της προκειμένης εις αυτόν, υπέφερε σταυρόν, καταφρονήσας την αισχύνην, και εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου του Θεού.
03 Διότι συλλογίσθητε τον υπομείνοντα υπό των αμαρτωλών τοιαύτην αντιλογίαν εις εαυτόν, δια να μη αποκάμητε χαυνούμενοι κατά τας ψυχάς σας.
04 Δεν αντεστάθητε έτι μέχρις αίματος, αγωνιζόμενοι κατά της αμαρτίας
05 και ελησμονήσατε την νουθεσίαν ήτις λαλεί προς εσάς ως προς υιούς, λέγουσα, "Υιέ μου, μη καταφρονής την παιδείαν του Κυρίου  μηδέ αθυμής ελεγχόμενος υπ' αυτού.
06 Διότι όντινα αγαπά Κύριος, παιδεύει  και μαστιγόνει πάντα υιόν τον οποίον παραδέχεται."
07 Εαν υπομένητε την παιδείαν, ο Θεός φέρεται προς εσάς, ως προς υιούς  διότι τις υιός είναι τον οποίον δεν παιδεύει ο πατήρ;
08 Εαν όμως ήσθε χωρίς παιδείαν, της οποίας έγειναν μέτοχοι πάντες, άρα είσθε νόθοι, και ουχί υιοί.
09  Έπειτα τους μεν κατά σάρκα πατέρας ημών είχομεν παιδευτάς, και εσεβόμεθα αυτούς  δεν θέλομεν υποταχθή πολλώ μάλλον εις τον Πατέρα των πνευμάτων, και ζήσει;
10 Διότι εκείνοι μεν προς ολίγας ημέρας επαίδευον ημάς, κατά την αρέσκειαν αυτών  ο δε προς το συμφέρον ημών, δια να γείνωμεν μέτοχοι της αγιότητος αυτού.
11 Πάσα δε παιδεία προς μεν το παρόν δεν φαίνεται ότι είναι πρόξενος χαράς, αλλά λύπης  ύστερον όμως αποδίδει εις τους γυμνασθέντας δι' αυτής καρπόν ειρηνικόν δικαιοσύνης.
12 "Δια τούτο ανορθώσατε τας κεχαυνωμένας χείρας και τα παραλελυμένα γόνατα."
13 Και "κάμετε εις τους πόδας σας ευθείας οδούς"  δια να μη εκτραπή το χωλόν, αλλά μάλλον να θεραπευθή.
14 Ζητείτε ειρήνην μετά πάντων, και τον αγιασμόν, χωρίς του οποίου ουδείς θέλει ιδεί τον Κύριον
15 παρατηρούντες μήπως υστερήται τις από της χάριτος του Θεού  "μήπως ρίζα τις πικρίας αναφύουσα φέρη ενόχλησιν" και δια ταύτης μιανθώσι πολλοί
16 μήπως ήναι τις πόρνος ή βέβηλος καθώς ο Ησαύ, όστις δια μίαν βρώσιν επώλησε τα πρωτοτόκια αυτού
17 επειδή εξεύρετε ότι και μετέπειτα, θέλων να κληρονομήση την ευλογίαν, απεδοκιμάσθη  διότι δεν εύρε τόπον μετανοίας, αν και εξεζήτησεν αυτήν μετά δακρύων.
18 Διότι δεν προσήλθετε εις όρος ψηλαφώμενον, και καιόμενον με πύρ, και εις ζόφον και σκότος και αναμοστρόβιλον,
19 και εις σάλπιγγος ήχον, και φωνήν λόγων, την οποίαν οι ακούσαντες παρεκάλεσαν να μη λαληθή πλέον προς αυτούς ο λόγος
20 (διότι δεν υπέφερον το προσταττόμενον, "Και ζώον εαν εγγίση το όρος θέλει λιθοβοληθή, ή με βέλη θέλει κατατοξευθή."
21 Και τόσον φοβερόν ήτο το φαινόμενον, ώστε ο Μωϋσής είπε, Κατάφοβος είμαι και έντρομος)
22 αλλά προσήλθετε εις όρος Σιών, και εις πόλιν Θεού
ζώντος, την επουράνιον Ιερουσαλήμ, και εις μυριάδας αγγέλων,
23 εις πανήγυριν και εκκλησίαν πρωτοτόκων καταγεγραμμένων
εν τοις ουρανοίς, και εις Θεόν κριτήν πάντων, και εις πνεύματα δικαίων οίτινες έλαβον την τελειότητα
24 και εις νέας διαθήκης μεσίτην Ιησούν, και εις αίμα καθαρισμού, το οποίον λαλεί καλήτερα παρά το του  Άβελ.
25 Προσέχετε μη καταφρονήσητε τον λαλούντα  διότι αν εκείνοι δεν απέφυγον καταφρονήσαντες τον λαλούντα προς αυτούς επί της γης, πολλώ μάλλον ημείς, εαν αποστραφώμεν τον λαλούντα από των ουρανών
26 του οποίου η φωνή την γην εσάλευσε τότε  τώρα δε υπεσχέθη λέγων, ''Ετι άπαξ εγώ σείω ουχί μόνον την γην, αλλά και τον ουρανόν."
27 Το δε "έτι άπαξ" δηλοί των σαλευομένων την μετάθεσιν, ως χειροποιήτων, δια να μείνωσι τα μη σαλευόμενα.
28 Δια τούτο παραλαμβάνοντες βασιλείαν ασάλευτον, ας κρατώμεν την χάριν, δια της οποίας να λατρεύωμεν ευαρέστως τον Θεόν, με σέβας και ευλάβειαν.
29 Διότι ο Θεός ημών είναι πύρ καταναλίσκον.
-































































Hebrews, Chapter 12 Demotic Greek

1. Έτσι λοιπόν κι εμείς, καθώς έχουμε ένα τόσο μεγάλο πλήθος μαρτύρων που μας περιστοιχίζει, ας απορρίψουμε κάθε βάρος και την αμαρτία, που τόσο εύκολα μας περικυκλώνει σε κάθε ευκαιρία, και ας τρέχουμε με υπομονή να κερδίσουμε τον αγώνα που προβάλλει μπροστά μας,
2. έχοντας στραμμένες τις σκέψεις μας στον Ιησού, τον αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας, ο οποίος μπρος στη χαρά που πρόβαλλε μπροστά του, υπέμεινε το σταυρικό θάνατο χωρίς να λογαριάσει την ατίμωση, κι έχει καθίσει κατόπιν στα δεξιά του θρόνου του Θεού.
3. Αναλογιστείτε λοιπόν αυτόν που υπέμεινε μια τέτοια εχθρότητα σε βάρος του από τους αμαρτωλούς, ώστε να μην αποκάμνετε αφήνοντας τις ψυχές σας να παραλύσουν.
4. Ακόμα δεν αντισταθήκατε μέχρι το σημείο να χύσετε και το αίμα σας στον αγώνα σας εναντίον της αμαρτίας,
5. κι έχετε κιόλας ξεχάσει τελείως την προτροπή που απευθύνεται σε σας σαν γιους: «Γιε μου, μην αψηφάς τη διαπαιδαγώγηση του Κυρίου ούτε να λιποψυχείς όταν ελέγχεσαι απ' αυτόν.
6. Γιατί, όποιον αγαπάει ο Κύριος τον διαπαιδαγωγεί και μαστιγώνει τον καθένα που παραδέχεται ως γιο του»!
7. Όταν δέχεστε με υπομονή τη διαπαιδαγώγηση, ο Θεός σας συμπεριφέρεται σαν γιους του. Γιατί πραγματικά, ποιον γιο δεν τον παιδαγωγεί ο πατέρας του;
8. Αν λοιπόν μένετε χωρίς τη διαπαιδαγώγηση, στην οποία έχουν υποβληθεί όλοι, τότε είστε νόθοι και όχι γνήσιοι γιοι.
9. Κι εξάλλου, είχαμε τους σαρκικούς μας πατέρες που μας διαπαιδαγωγούσαν, όμως τους σεβόμασταν. Δε θα υποταχτούμε λοιπόν πολύ περισσότερο στον Πατέρα των πνευμάτων, ώστε να ζήσουμε;
10. Κι όσο, βέβαια, για τους σαρκικούς πατέρες, αυτοί μας παιδαγωγούσαν για λίγο καιρό και όπως οι ίδιοι νόμιζαν, ενώ αυτός μας διαπαιδαγωγεί για το καλό μας, με σκοπό να συμμετάσχουμε στην αγιότητά του.
11. Βέβαια, κάθε παιδαγωγική μέθοδος δε φαίνεται αρχικά ευχάριστη, αλλά οδυνηρή. Κατόπιν όμως αποδίδει σαν καρπό, σ' εκείνους που εκγυμνάστηκαν μέσω αυτής, την ειρήνη που πηγάζει από τη δικαιοσύνη.
12. Γι' αυτό λοιπόν, τονώστε τα χαλαρωμένα χέρια σας και τα παραλυμένα γόνατα,
13. και κατευθύνετε στον ίσιο δρόμο τα πόδια σας, ώστε να μην εξαρθρωθεί το ανάπηρο μέλος σας, αλλά μάλλον να γιατρευτεί.
14. Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, κι επίσης τον αγιασμό - χωρίς τον οποίο κανένας δε θα δει τον Κύριο -
15. προσέχοντας ταυτόχρονα μήπως κάποιος στερείται τη χάρη του Θεού, μήπως υπάρχει καμιά ρίζα πικρίας, η οποία φυτρώνοντας προκαλεί ενόχληση, και εξαιτίας της μολυνθούν πολλοί.
16. Μήπως κανείς από σας είναι πόρνος ή ανίερος όπως ο Ησαύ, που για μια μερίδα φαγητό πούλησε τα δικαιώματα του πρωτοτόκου.
17. Και το ξέρετε, βέβαια, πως, όταν αργότερα ήθελε σαν κληρονόμος να πάρει την ευλογία, απορρίφθηκε, γιατί δε βρήκε τρόπο ν' αλλάξει τη γνώμη του πατέρα του, παρόλο που τη ζήτησε με δάκρυα!
18. Γιατί, βέβαια, δεν έχετε προσέλθει σ' ένα βουνό που μπορεί κανείς να το ψηλαφίσει όπως το Σινά, και που το καλύπτουν φλόγες φωτιάς και νέφος και σκοτάδι και ανεμοθύελλα
19. και ήχοι σάλπιγγας και λόγια που εκφέρονται με δυνατή φωνή, την οποία όλοι εκείνοι που την άκουσαν παρακάλεσαν να μην προστεθεί κανένας άλλος λόγος,
20. γιατί δεν άντεχαν τη διαταγή που άκουγαν: «Ακόμα και ζώο αν αγγίξει το βουνό, θα λιθοβοληθεί»!
21. Και ήταν τόσο φοβερό αυτό που έβλεπαν, ώστε ο Μωυσής είπε: «Μ' έχει κυριέψει φόβος και τρόμος»!
22. Απεναντίας, έχετε προσέλθει στο όρος Σιών και στην πόλη του Ζωντανού Θεού, στην επουράνια Ιερουσαλήμ, και σε μυριάδων αγγέλων
23. πανηγύρι, και σε μια σύναξη πρωτότοκων γιων, που έχουν καταγραφεί στους ουρανούς. Κι ακόμα σ' ένα Θεό, που είναι ο κριτής όλων, καθώς και στα πνεύματα δικαίων ανθρώπων που έχουν φτάσει στην τελείωση,
24. και στον Ιησού, το μεσίτη νέας διαθήκης, και σε αίμα εξαγνισμού που έχει ένα μήνυμα καλύτερο από εκείνο του Άβελ.
25. Προσέχετε να μην αποδιώξετε εκείνον που σας μιλάει, γιατί, αν δεν ξέφυγαν εκείνοι που απέδιωξαν εκείνον που τους διαβίβαζε το θείο θέλημα στη γη, πολύ περισσότερο δε θα τα καταφέρουμε εμείς να ξεφύγουμε αν αποστραφούμε εκείνον που είναι από τους ουρανούς,
26. και του οποίου η φωνή σάλεψε τότε τη γη και τώρα υποσχέθηκε λέγοντας: «Για μια ακόμη φορά πρόκειται εγώ να σαλέψω, όχι μονάχα τη γη, αλλά και τον ουρανό»!
27. Και η φράση: «Ακόμη μια φορά», σημαίνει τον παραμερισμό εκείνων που σαν δημιουργήματα σαλεύονται, ώστε να παραμείνουν τελικά εκείνα που δε σαλεύονται.
28. Γι' αυτό, λοιπόν, αφού παραλαμβάνουμε μια βασιλεία ασάλευτη, ας εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας, έτσι που να λατρεύουμε το Θεό με τρόπο ευάρεστο σ' αυτόν, δηλαδή με σεμνότητα και ευλάβεια.
29. Γιατί πραγματικά ο Θεός μας είναι φωτιά που κατακαίει!
-































































Matthew 1

Hebrews, Chapter 12 Ancient Greek

1. Τοιγαροῦν καὶ ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων, ὄγκον ἀποθέμενοι πάντα καὶ τὴν εὐπερίστατον ἁμαρτίαν, δι' ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα,

2. ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρόν, αἰσχύνης καταφρονήσας, ἐν δεξιᾷ τε τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ κεκάθικεν.

3. ἀναλογίσασθε γὰρ τὸν τοιαύτην ὑπομεμενηκότα ὑπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν εἰς αὐτὸν ἀντιλογίαν, ἵνα μὴ κάμητε ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν ἐκλυόμενοι.

4. Οὔπω μέχρις αἵματος ἀντικατέστητε πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀνταγωνιζόμενοι,

5. καὶ ἐκλέλησθε τῆς παρακλήσεως, ἥτις ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ' αὐτοῦ ἐλεγχόμενος.

6. ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει, μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται.

7. εἰς παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ;

8. εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί.

9. εἶτα τοὺς μὲν τῆς σαρκὸς ἡμῶν πατέρας εἴχομεν παιδευτὰς καὶ ἐνετρεπόμεθα· οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑποταγησόμεθα τῷ πατρὶ τῶν πνευμάτων καὶ ζήσομεν;

10. οἱ μὲν γὰρ πρὸς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς ἐπαίδευον, ὁ δὲ ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ.

11. πᾶσα δὲ παιδεία πρὸς μὲν τὸ παρὸν οὐ δοκεῖ χαρᾶς εἶναι, ἀλλὰ λύπης, ὕστερον δὲ καρπὸν εἰρηνικὸν τοῖς δι' αὐτῆς γεγυμνασμένοις ἀποδίδωσι δικαιοσύνης.

12. Διὸ τὰς παρειμένας χεῖρας καὶ τὰ παραλελυμένα γόνατα ἀνορθώσατε,

13. καὶ τροχιὰς ὀρθὰς ποιήσατε τοῖς ποσὶν ὑμῶν, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον.

14. Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον,

15. ἐπισκοποῦντες μή τις ὑστερῶν ἀπὸ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, μή τις ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα ἐνοχλῇ καὶ διὰ ταύτης μιανθῶσι πολλοί,

16. μή τις πόρνος ἢ βέβηλος ὡς Ἠσαῦ, ὃς ἀντὶ βρώσεως μιᾶς ἀπέδοτο τὰ πρωτοτόκια αὐτοῦ.

17. ἴστε γὰρ ὅτι καὶ μετέπειτα, θέλων κληρονομῆσαι τὴν εὐλογίαν, ἀπεδοκιμάσθη· μετανοίας γὰρ τόπον οὐχ εὗρε, καίπερ μετὰ δακρύων ἐκζητήσας αὐτήν.

18. Οὐ γὰρ προσεληλύθατε ψηλαφωμένῳ ὄρει καὶ κεκαυμένῳ πυρὶ καὶ γνόφῳ καὶ σκότῳ καὶ θυέλλῃ

19. καὶ σάλπιγγος ἤχῳ καὶ φωνῇ ῥημάτων, ἧς οἱ ἀκούσαντες παρῃτήσαντο μὴ προστεθῆναι αὐτοῖς λόγον·

20. οὐκ ἔφερον γὰρ τὸ διαστελλόμενον· κἂν θηρίον θίγῃ τοῦ ὄρους, λιθοβοληθήσεται·

21. καί· οὕτω φοβερὸν ἦν τὸ φανταζόμενον Μωϋσῆς εἶπεν· ἔκφοβός εἰμι καὶ ἔντρομος·

22. ἀλλὰ προσεληλύθατε Σιὼν ὄρει καὶ πόλει Θεοῦ ζῶντος, Ἱερουσαλὴμ ἐπουρανίῳ, καὶ μυριάσιν ἀγγέλων, πανηγύρει

23. καὶ ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων, καὶ κριτῇ Θεῷ πάντων, καὶ πνεύμασι δικαίων τετελειωμένων,

24. καὶ διαθήκης νέας μεσίτῃ Ἰησοῦ, καὶ αἵματι ῥαντισμοῦ κρεῖττον λαλοῦντι παρὰ τὸν Ἄβελ.

25. Βλέπετε μὴ παραιτήσησθε τὸν λαλοῦντα. εἰ γὰρ ἐκεῖνοι οὐκ ἔφυγον τὸν ἐπὶ γῆς παραιτησάμενοι χρηματίζοντα, πολλῷ μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τὸν ἀπ' οὐρανῶν ἀποστρεφόμενοι·

26. οὗ ἡ φωνὴ τὴν γῆν ἐσάλευσε τότε, νῦν δὲ ἐπήγγελται λέγων· ἔτι ἅπαξ ἐγὼ σείω οὐ μόνον τὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ τὸν οὐρανόν.

27. τὸ δὲ ἔτι ἅπαξ δηλοῖ τῶν σαλευομένων τὴν μετάθεσιν ὡς πεποιημένων, ἵνα μείνῃ τὰ μὴ σαλευόμενα.

28. Διὸ βασιλείαν ἀσάλευτον παραλαμβάνοντες ἔχωμεν χάριν, δι' ἧς λατρεύωμεν εὐαρέστως τῷ Θεῷ μετὰ αἰδοῦς καὶ εὐλαβείας·

29. καὶ γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον.

 

































































Hebrews, Chapter 12 (KJV)

1. Wherefore seeing we also are compassed about with so great a cloud of witnesses, let us lay aside every weight, and the sin which doth so easily beset us , and let us run with patience the race that is set before us,
2. Looking unto Jesus the author and finisher of our faith; who for the joy that was set before him endured the cross, despising the shame, and is set down at the right hand of the throne of God.
3. For consider him that endured such contradiction of sinners against himself, lest ye be wearied and faint in your minds.
4. Ye have not yet resisted unto blood, striving against sin.
5. And ye have forgotten the exhortation which speaketh unto you as unto children, My son, despise not thou the chastening of the Lord, nor faint when thou art rebuked of him:
6. For whom the Lord loveth he chasteneth, and scourgeth every son whom he receiveth.
7. If ye endure chastening, God dealeth with you as with sons; for what son is he whom the father chasteneth not?
8. But if ye be without chastisement, whereof all are partakers, then are ye bastards, and not sons.
9. Furthermore we have had fathers of our flesh which corrected us , and we gave them reverence: shall we not much rather be in subjection unto the Father of spirits, and live?
10. For they verily for a few days chastened us after their own pleasure; but he for our  profit, that we  might be partakers of his holiness.
11. Now no chastening for the present seemeth to be joyous, but grievous: nevertheless afterward it yieldeth the peaceable fruit of righteousness unto them which are exercised thereby.
12. Wherefore lift up the hands which hang down, and the feeble knees;
13. And make straight paths for your feet, lest that which is lame be turned out of the way; but let it rather be healed.
14. Follow peace with all men , and holiness, without which no man shall see the Lord:
15. Looking diligently lest any man fail of the grace of God; lest any root of bitterness springing up trouble  you , and thereby many be defiled;
16. Lest there be any fornicator, or profane person, as Esau, who for one morsel of meat sold his birthright.
17. For ye know how that afterward, when he would have inherited the blessing, he was rejected: for he found no place of repentance, though he sought it carefully with tears.
18. For ye are not come unto the mount that might be touched, and that burned with fire, nor unto blackness, and darkness, and tempest,
19. And the sound of a trumpet, and the voice of words; which voice they that heard intreated that the word should not be spoken to them any more:
20. (For they could not endure that which was commanded, And if so much as a beast touch the mountain, it shall be stoned, or thrust through with a dart:
21. And so terrible was the sight, that Moses said, I exceedingly fear and quake:)
22. But ye are come unto mount Sion, and unto the city of the living God, the heavenly Jerusalem, and to an innumerable company of angels,
23. To the general assembly and church of the firstborn, which are written in heaven, and to God the Judge of all, and to the spirits of just men made perfect,
24. And to Jesus the mediator of the new covenant, and to the blood of sprinkling, that speaketh better things than that of Abel.
25. See that ye refuse not him that speaketh. For if they escaped not who refused him that spake on earth, much more shall not we escape , if we turn away from him that speaketh from heaven:
26. Whose voice then shook the earth: but now he hath promised, saying, Yet once more I shake not the earth only, but also heaven.
27. And this word , Yet once more, signifieth the removing of those things that are shaken, as of things that are made, that those things which cannot be shaken may remain.
28. Wherefore we receiving a kingdom which cannot be moved, let us have grace, whereby we may serve God acceptably with reverence and godly fear:
29. For our God is a consuming fire.
































































-