Hebrews, Chapter 7 Modern Greek

01 Διότι ούτος ο Μελχισεδέκ, βασιλεύς Σαλήμ, ιερεύς του Θεού του Υψίστου, όστις συνήντησε τον Αβραάμ επιστρέφοντα από της καταστροφής των βασιλέων, και ευλόγησεν αυτόν
02 εις ον ο Αβραάμ εχώρισε και δέκατον από πάντων των λαφύρων  όστις πρώτον μεν ερμηνεύεται βασιλεύς δικαιοσύνης, έπειτα δε βασιλεύς Σαλήμ, το οποίον είναι, βασιλεύς ειρήνης
03 απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος  μη έχων μήτε αρχήν ημερών, μήτε τέλος ζωής  αλλ' αφωμοιωμένος με τον Υιόν του Θεού  μένει ιερεύς πάντοτε.
04 Στοχασθήτε δε πόσον μέγας ήτο ούτος, εις ον ο Αβραάμ ο πατριάρχης έδωκε και δέκατον εκ των λαφύρων.
05 Και όσοι μεν εκ των υιών του Λευϊ λαμβάνουσι την ιερατείαν, έχουσιν εντολήν να αποδεκατόνωσι τον λαόν κατά τον νόμον, τουτέστι, τους αδελφούς αυτών, καίτοι εξελθόντας εκ της οσφύος του Αβραάμ
06 εκείνος δε όστις δεν εγενεαλογείτο εξ αυτών, εδεκάτωσε τον Αβραάμ, και ευλόγησε τον έχοντα τας επαγγελίας.
07 Χωρίς δε τινος αντιλογίας, το μικρότερον ευλογείται υπό του μεγαλητέρου.
08 Και εδώ μεν θνητοί άνθρωποι λαμβάνουσι δέκατα  εκεί δε λαμβάνει ο μαρτυρούμενος ότι ζη.
09 Και, δια να είπω ούτω, δια του Αβραάμ και ο Λευϊ όστις ελάμβανε δέκατα, απεδεκατώθη.
10 Διότι εν τη οσφύϊ του πατρός αυτού ήτο έτι, ότε συνήντησεν αυτόν ο Μελχισεδέκ.
11 Εαν λοιπόν η τελειότης υπήρχε δια Λευϊτικής ιερωσύνης, (διότι ο λαός επ' αυτής έλαβε τον νόμον,) τις χρεία πλέον να εγερθή άλλος ιερεύς κατά την τάξιν Μελχισεδέκ, και ουχί να λέγηται κατά την τάξιν Ααρών;
12 Διότι μετατιθεμένης της ιερωσύνης, εξ ανάγκης και νόμου μετάθεσις γίνεται.
13 Επειδή εκείνος περί του οποίου λέγονται ταύτα, άλλης φυλής μετείχεν, εξ ης ουδείς επλησίασεν εις το θυσιαστήριον.
14 Επειδή είναι πρόδηλον, ότι εξ Ιούδα ανέτειλεν ο Κύριος ημών  εις την οποίαν φυλήν ο Μωϋσής ουδέν περί ιερωσύνης ελάλησε.
15 Και περισσότερον έτι κατάδηλον είναι, διότι κατά την ομοιότητα του Μελχισεδέκ εγείρεται άλλος ιερεύς,
16 όστις δεν έγεινε κατά νόμον σαρκικής εντολής, αλλά κατά δύναμιν ζωής ατελευτήτου.
17 Διότι μαρτυρεί, λέγων,  " Ότι συ είσαι ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ."
18 Διότι αθέτησις μεν γίνεται της προηγουμένης εντολής δια το ασθενές και ανωφελές αυτής
19 (επειδή ο νόμος ουδέν έφερεν εις το τέλειον,) έγεινε δε επεισαγωγή ελπίδος καλητέρας, δια της οποίας πλησιάζομεν εις τον Θεόν.
20 Και καθ' όσον δεν έγεινεν ιερεύς χωρίς ορκωμοσίας
21 (διότι εκείνοι έγειναν ιερείς χωρίς ορκωμοσίας, ούτος δε μετά ορκωμοσίας, δια του λέγοντος προς αυτόν,  " Ώμοσε
Κύριος και δεν θέλει μεταμεληθή, Συ είσαι ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ" )
22 κατά τοσούτον ανωτέρας διαθήκης εγγυητής έγεινεν ο Ιησούς.
23 Και εκείνοι μεν έγειναν πολλοί ιερείς, επειδή εμποδίζοντο υπό του θανάτου να παραμένωσιν
24 εκείνος όμως, επειδή μένει εις τον αιώνα, έχει αμετάθετον την ιερωσύνην.
25  Όθεν δύναται και να σώζη εντελώς τους προσερχομένους εις τον Θεόν δι' αυτού, ζων πάντοτε δια να μεσιτεύση υπέρ αυτών.
26 Διότι τοιούτος αρχιερεύς έπρεπεν εις ημάς, όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών, και υψηλότερος των ουρανών γενόμενος
27 όστις δεν έχει καθ' ημέραν ανάγκην, ως οι αρχιερείς, να προσφέρη πρότερον θυσίας υπέρ των ιδίων αυτού αμαρτιών, έπειτα υπέρ των του λαού  διότι άπαξ έκαμε τούτο, ότε προσέφερεν εαυτόν
28 διότι ο νόμος καθιστά αρχιερείς ανθρώπους, έχοντας αδυναμίαν  ο λόγος όμως της ορκωμοσίας της μετά τον νόμον, κατέστησε τον Υιόν, όστις είναι τετελειωμένος εις τον αιώνα.































































Hebrews, Chapter 7 Demotic Greek

1. Γιατί πράγματι αυτός ο Μελχισεδέκ ήταν βασιλιάς της Σαλήμ και ιερέας του Ύψιστου Θεού. Κι αυτός ήταν που συνάντησε τον Αβραάμ καθώς εκείνος επέστρεφε από την εκστρατεία του, μετά που κατατρόπωσε τους βασιλιάδες, και τον ευλόγησε.
2. Και σ' αυτόν, ο Αβραάμ έδωσε μερίδιο το ένα δέκατο απ' όλα τα λάφυρα που αποκόμισε. Και τ' όνομά του σημαίνει πρώτα, «Βασιλιάς της Δικαιοσύνης», κι έπειτα, «Βασιλιάς της Σαλήμ», δηλαδή «Βασιλιάς της Ειρήνης».
3. Ούτε πατέρα αναφέρεται να έχει ούτε μητέρα ούτε γενεαλογία ούτε αρχή στις μέρες του ούτε τέλος στη ζωή του. Εξομοιωμένος έτσι με το Γιο του Θεού, παραμένει ιερέας παντοτινά.
4. Καταλαβαίνετε, επομένως, πόσο μεγάλος ήταν αυτός, αφού ακόμα και ο Αβραάμ ο πατριάρχης τού έδωσε το ένα δέκατο από τα λάφυρα.
5. Κι εκείνοι, βέβαια, που γίνονται ιερείς από τους απογόνους του Λευί, έχουν την εντολή σύμφωνα με το νόμο να παίρνουν το ένα δέκατο από τα εισοδήματα του Ιουδαϊκού λαού, δηλαδή από τους αδελφούς τους, παρόλο που προέρχονται κι αυτοί από τον Αβραάμ.
6. Αυτός όμως που δεν προέρχεται από το δικό τους γένος πήρε τα δέκατα από τον Αβραάμ, και ευλόγησε αυτόν ο οποίος ήταν αποδέκτης των υποσχέσεων του Θεού.
7. Και αναντίρρητα, ο μικρότερος ευλογείται από το μεγαλύτερο.
8. Και στη δική μας περίπτωση, βέβαια, τα δέκατα τα παίρνουν άνθρωποι που είναι θνητοί, ενώ σ' εκείνη την περίπτωση τα πήρε αυτός για τον οποίο υπάρχει η μαρτυρία ότι ζει.
9. Σαν συμπέρασμα, μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε πως και ο ίδιος ο Λευί που παίρνει τα δέκατα, έχει δώσει τα δέκατά του στον Μελχισεδέκ μέσω του Αβραάμ,
10. γιατί βρισκόταν ακόμα στα σπλάχνα του προπάτορά του, του Αβραάμ, όταν τον συνάντησε ο Μελχισεδέκ.
11. Αν λοιπόν, ήταν πράγματι κατορθωτή η τελειότητα μέσω της λευιτικής ιεροσύνης - γιατί ο νόμος που δόθηκε στο λαό σ' αυτήν την ιεροσύνη είχε στηριχθεί - τότε γιατί να υπήρχε η επιπρόσθετη ανάγκη να παρουσιαστεί ένας διαφορετικός ιερέας κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ, και να μην αρκούσαν αυτοί που ονομάζονταν ιερείς κατά τον τύπο της ιερατείας του Ααρών;
12. Στην πραγματικότητα, όταν αλλάζει η ιεροσύνη, τότε αναγκαστικά γίνεται αλλαγή επίσης και του νόμου.
13. Γιατί, εκείνος για τον οποίο λέγονται τα πράγματα αυτά, συμπεριλήφθηκε σε άλλη φυλή, από την οποία κανένας δεν έχει υπηρετήσει το θυσιαστήριο.
14. Και είναι, βέβαια, πολύ γνωστό ότι ο Κύριός μας έχει γεννηθεί από τη φυλή του Ιούδα, για την οποία ο Μωυσής δεν έκανε κανένα λόγο σχετικά με ιεροσύνη.
15. Κι αυτό γίνεται ακόμα πιο καταφανές από το γεγονός ότι παρουσιάζεται ένας διαφορετικός ιερέας όμοιος με τον Μελχισεδέκ,
16. που έγινε αρχιερέας όχι με βάση κάποια νομική διάταξη που αφορά την πρόσκαιρη ανθρώπινη ζωή, αλλά με βάση τη δύναμή του να δίνει ζωή ακατάλυτη.
17. Αφού το μαρτυρεί η Γραφή, που λέει: «Εσύ είσαι ιερέας αιώνιος κατά τον τύπο του Μελχισεδέκ».
18. Καταργείται, επομένως, η προγενέστερη διάταξη του νόμου, επειδή ήταν ανίσχυρη και ανώφελη -
19. αφού ο νόμος δεν τελειοποίησε τίποτε - και εισάγεται μια υπέρτερη ελπίδα μέσω της οποίας πλησιάζουμε το Θεό.
20. Και μάλιστα, αυτός δεν έγινε αρχιερέας χωρίς όρκο - σαν τους άλλους που έγιναν ιερείς χωρίς όρκο -
21. αλλά με όρκο, σύμφωνα με τα λόγια εκείνου που του λέει: «Ορκίστηκε ο Κύριος, και δε θα αλλάξει γνώμη: Εσύ είσαι ιερέας αιώνιος κατά τον τύπο της ιερατείας του Μελχισεδέκ».
22. Κι έγινε έτσι εγγυητής μιας τόσο ανώτερης διαθήκης ο Ιησούς.
23. Επίσης και ο αριθμός εκείνων που έχουν γίνει ιερείς είναι μεγάλος, επειδή ήταν αδύνατο να παραμένει μόνιμα ένας εξαιτίας του θανάτου.
24. Αυτός όμως, επειδή παραμένει αιώνια, η ιεροσύνη που κατέχει είναι αμεταβίβαστη.
25. Γι' αυτό κι έχει τη δύναμη να σώζει για πάντα όσους προσέρχονται στο Θεό μέσω αυτού, αφού ζει πάντοτε, έτσι ώστε να μεσιτεύει γι' αυτούς.
26. Και πράγματι, ένας τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν: Άγιος, άκακος, αμόλυντος, που ξεχωρίζει απόλυτα από τους αμαρτωλούς ανθρώπους, που έχει ανέβει ψηλότερα και από τους ουρανούς,
27. και ο οποίος δεν έχει ανάγκη, όπως οι αρχιερείς, να προσφέρει καθημερινά θυσίες πρώτα για τις δικές του αμαρτίες κι έπειτα για τις αμαρτίες του λαού. Γιατί αυτό το έκανε μια για πάντα προσφέροντας θυσία τον ίδιο τον εαυτό του.
28. Ο νόμος, λοιπόν, τοποθετεί ως ιερείς ανθρώπους που έχουν ατέλειες, ενώ το γεγονός του όρκου που δόθηκε ύστερα από το νόμο, αναδείχνει αιώνιο αρχιερέα το Γιο, ο οποίος είναι τέλειος.

-































































Matthew 1

Hebrews, Chapter 7 Ancient Greek

1. Οὗτος γὰρ ὁ Μελχισεδέκ, βασιλεὺς Σαλήμ, ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, ὁ συναντήσας Ἀβραὰμ ὑποστρέφοντι ἀπὸ τῆς κοπῆς τῶν βασιλέων καὶ εὐλογήσας αὐτόν,

2. ᾧ καὶ δεκάτην ἀπὸ πάντων ἐμέρισεν Ἀβραάμ, πρῶτον μὲν ἑρμηνευόμενος βασιλεὺς δικαιοσύνης, ἔπειτα δὲ καὶ βασιλεὺς Σαλήμ, ὅ ἐστι βασιλεὺς εἰρήνης,

3. ἀπάτωρ, ἀμήτωρ, ἀγενεαλόγητος, μήτε ἀρχὴν ἡμερῶν μήτε ζωῆς τέλος ἔχων, ἀφωμοιωμένος δὲ τῷ υἱῷ τοῦ Θεοῦ, μένει ἱερεὺς εἰς τὸ διηνεκές.

4. Θεωρεῖτε δὲ πηλίκος οὗτος, ᾧ καὶ δεκάτην Ἀβραὰμ ἔδωκεν ἐκ τῶν ἀκροθινίων ὁ πατριάρχης.

5. καὶ οἱ μὲν ἐκ τῶν υἱῶν Λευῒ τὴν ἱερατείαν λαμβάνοντες ἐντολὴν ἔχουσιν ἀποδεκατοῦν τὸν λαὸν κατὰ τὸν νόμον, τοῦτ' ἔστι τοὺς ἀδελφοὺς αὐτῶν, καίπερ ἐξεληλυθότας ἐκ τῆς ὀσφύος Ἀβραάμ·

6. ὁ δὲ μὴ γενεαλογούμενος ἐξ αὐτῶν δεδεκάτωκε τὸν Ἀβραάμ, καὶ τὸν ἔχοντα τὰς ἐπαγγελίας εὐλόγηκε.

7. χωρὶς δὲ πάσης ἀντιλογίας τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται.

8. καὶ ὧδε μὲν δεκάτας ἀποθνήσκοντες ἄνθρωποι λαμβάνουσιν, ἐκεῖ δὲ μαρτυρούμενος ὅτι ζῇ.

9. καὶ ὡς ἔπος εἰπεῖν, διὰ Ἀβραὰμ καὶ Λευῒ ὁ δεκάτας λαμβάνων δεδεκάτωται·

10. ἔτι γὰρ ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς ἦν ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ.

11. Εἰ μὲν οὖν τελείωσις διὰ τῆς Λευϊτικῆς ἱερωσύνης ἦν· ὁ λαὸς γὰρ ἐπ' αὐτῇ νενομοθέτητο· τίς ἔτι χρεία κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἕτερον ἀνίστασθαι ἱερέα καὶ οὐ κατὰ τὴν τάξιν Ἀαρὼν λέγεσθαι;

12. μετατιθεμένης γὰρ τῆς ἱερωσύνης ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.

13. ἐφ' ὃν γὰρ λέγεται ταῦτα. φυλῆς ἑτέρας μετέσχηκεν, ἀφ' ἧς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ.

14. πρόδηλον γὰρ ὅτι ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν, εἰς ἣν φυλὴν οὐδὲν περὶ ἱεροσύνης Μωϋσῆς ἐλάλησε.

15. Καὶ περισσότερον ἔτι κατάδηλόν ἐστιν, εἰ κατὰ τὴν ὁμοιότητα Μελχισεδὲκ ἀνίσταται ἱερεὺς ἕτερος,

16. ὃς οὐ κατὰ νόμον ἐντολῆς σαρκικῆς γέγονεν, ἀλλὰ κατὰ δύναμιν ζωῆς ἀκαταλύτου.

17. μαρτυρεῖ γὰρ ὅτι σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

18. ἀθέτησις μὲν γὰρ γίνεται προαγούσης ἐντολῆς διὰ τὸ αὐτῆς ἀσθενὲς καὶ ἀνωφελές·

19. οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι' ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ.

20. καὶ καθ' ὅσον οὐ χωρὶς ὁρκωμοσίας·

21. οἱ μὲν γὰρ χωρὶς ὁρκωμοσίας εἰσὶν ἱερεῖς γεγονότες, ὁ δὲ μετὰ ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ λέγοντος πρὸς αὐτόν· ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

22. κατὰ τοσοῦτον κρείττονος διαθήκης γέγονεν ἔγγυος Ἰησοῦς.

23. Καὶ οἱ μὲν πλείονές εἰσι γεγονότες ἱερεῖς διὰ τὸ θανάτῳ κωλύεσθαι παραμένειν·

24. ὁ δὲ διὰ τὸ μένειν αὐτὸν εἰς τὸν αἰῶνα ἀπαράβατον ἔχει τὴν ἱερωσύνην·

25. ὅθεν καὶ σώζειν εἰς τὸ παντελὲς δύναται τοὺς προσερχομένους δι' αὐτοῦ τῷ Θεῷ, πάντοτε ζῶν εἰς τὸ ἐντυγχάνειν ὑπὲρ αὐτῶν.

26. Τοιοῦτος γὰρ ἡμῖν ἔπρεπεν ἀρχιερεύς, ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος, κεχωρισμένος ἀπὸ τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὑψηλότερος τῶν οὐρανῶν γενόμενος,

27. ὃς οὐκ ἔχει καθ' ἡμέραν ἀνάγκην, ὥσπερ οἱ ἀρχιερεῖς, πρότερον ὑπὲρ τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν θυσίας ἀναφέρειν, ἔπειτα τῶν τοῦ λαοῦ· τοῦτο γὰρ ἐποίησεν ἐφάπαξ ἑαυτὸν ἀνενέγκας.

28. ὁ νόμος γὰρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν, ὁ λόγος δὲ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς μετὰ τὸν νόμον, υἱὸν εἰς τὸν αἰῶνα τετελειωμένον.

 

































































Hebrews, Chapter 7 (KJV)

1. For this Melchisedec, king of Salem, priest of the most high God, who met Abraham returning from the slaughter of the kings, and blessed him;
2. To whom also Abraham gave a tenth part of all; first being by interpretation King of righteousness, and after that also King of Salem, which is, King of peace;
3. Without father, without mother, without descent, having neither beginning of days, nor end of life; but made like unto the Son of God; abideth a priest continually.
4. Now consider how great this man was , unto whom even the patriarch Abraham gave the tenth of the spoils.
5. And verily they that are of the sons of Levi, who receive the office of the priesthood, have a commandment to take tithes of the people according to the law, that is, of their brethren, though they come out of the loins of Abraham:
6. But he whose descent is not counted from them received tithes of Abraham, and blessed him that had the promises.
7. And without all contradiction the less is blessed of the better.
8. And here men that die receive tithes; but there he receiveth them , of whom it is witnessed that he liveth.
9. And as I may so say, Levi also, who receiveth tithes, payed tithes in Abraham.
10. For he was yet in the loins of his father, when Melchisedec met him.
11. If therefore perfection were by the Levitical priesthood, (for under it the people received the law,) what further need was there that another priest should rise after the order of Melchisedec, and not be called after the order of Aaron?
12. For the priesthood being changed, there is made of necessity a change also of the law.
13. For he of whom these things are spoken pertaineth to another tribe, of which no man gave attendance at the altar.
14. For it is evident that our Lord sprang out of Juda; of which tribe Moses spake nothing concerning priesthood.
15. And it is yet far more evident: for that after the similitude of Melchisedec there ariseth another priest,
16. Who is made, not after the law of a carnal commandment, but after the power of an endless life.
17. For he testifieth, Thou art a priest for ever after the order of Melchisedec.
18. For there is verily a disannulling of the commandment going before for the weakness and unprofitableness thereof.
19. For the law made nothing perfect, but the bringing in of a better hope did ; by the which we draw nigh unto God.
20. And inasmuch as not without an oath he was made priest :
21. (For those priests were made without an oath; but this with an oath by him that said unto him, The Lord sware and will not repent, Thou art a priest for ever after the order of Melchisedec:)
22. By so much was Jesus made a surety of a better testament.
23. And they truly were many priests, because they were not suffered to continue by reason of death:
24. But this man , because he continueth ever, hath an unchangeable priesthood.
25. Wherefore he is able also to save them to the uttermost that come unto God by him, seeing he ever liveth to make intercession for them.
26. For such an high priest became us, who is holy, harmless, undefiled, separate from sinners, and made higher than the heavens;
27. Who needeth not daily, as those high priests, to offer up sacrifice, first for his own sins, and then for the people's: for this he did once, when he offered up himself.
28. For the law maketh men high priests which have infirmity; but the word of the oath, which was since the law, maketh the Son, who is consecrated for evermore.

-































































-