I Corinthians, Chapter 10 Modern Greek

01 ΔΕΝ θέλω δε να αγνοήτε, αδελφοί, ότι οι πατέρες ημών ήσαν πάντες υπό την νεφέλην, και πάντες διά της θαλάσσης διήλθον
02 και πάντες εις τον Μωϋσήν εβαπτίσθησαν εν τη νεφέλη και εν τη θαλάσση
03 και πάντες την αυτήν πνευματικήν βρώσιν έφαγον
04 και πάντες το αυτό πνευματικόν ποτόν έπιον  διότι έπινον από πνευματικής πέτρας ακολουθούσης  η δε πέτρα ήτο ο Χριστός.
05 Αλλά δεν ευηρεστήθη ο Θεός εις τους πλειοτέρους εξ αυτών  διότι κατεστρώθησαν εν τη ερήμω.
06 Ταύτα δε έγειναν παραδείγματα ημών διά να μη ήμεθα ημείς επιθυμηταί κακών, καθώς και εκείνοι επεθύμησαν.
07 Μηδέ γίνεσθε είδωλολάτραι, καθώς τινές εξ αυτών  ως είναι γεγραμμένον, "Εκάθισεν ο λαός διά να φάγη και να πίη, και εσηκώθησαν να παίζωσι."
08 Μηδέ ας πορνεύωμεν, καθώς τινες αυτών επόρνευσαν, και έπεσον εν μιά ημέρα εικοσιτρείς χιλιάδες.
09 Μηδέ ας πειράζωμεν τον Χριστόν, καθώς και τινές αυτών επείρασαν, και απωλέσθησαν υπό των όφεων.
10 Μηδέ γογγύζετε, καθώς και τινες αυτών εγόγγυσαν, και απωλέσθησαν υπό του εξολοθρευτού.
11 Ταύτα δε πάντα εγίνοντο εις εκείνους παραδείγματα, και εγράφησαν προς νουθεσίαν ημών, εις τους οποίους τα τέλη των αιώνων έφθασαν.
12  Ώστε ο νομίζων ότι ίσταται, ας βλέπη μη πέση.
13 Πειρασμός δεν σας κατέλαβεν ειμή ανθρώπινος  πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε.
14 Διά τούτο, αγαπητοί μου, φεύγετε από της ειδωλολατρείας.
15 Λέγω ως προς φρονίμους  κρίνατε σείς τούτο το οποίον λέγω
16 Το ποτήριον της ευλογίας το οποίον ευλογούμεν, δεν είναι κοινωνία του αίματος του Χριστού; Ο άρτος τον οποίον κόπτομεν, δεν είναι κοινωνία του σώματος του Χριστού;
17 Διότι εις άρτος, εν σώμα είμεθα οι πολλοί  επειδή πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν.
18 Βλέπετε τον Ισραήλ κατά σάρκα  οι τρώγοντες της θυσίας, δεν είναι κοινωνοί του θυσιαστηρίου;
19 Τι λοιπόν λέγω; ότι το είδωλον είναί τι; ή ότι το ειδωλόθυτον είναί τι; ουχί
20 αλλ' ότι εκείνα τα οποία θυσιάζουσι τα έθνη, εις τα δαιμόνια θυσιάζουσι, και ουχί εις τον Θεόν  και δεν θέλω σείς να γίνησθε κοινωνοί των δαιμονίων.
21 Δεν δύνασθε να πίνητε το ποτήριον του Κυρίου και το ποτήριον των δαιμονίων  δεν δύνασθε να ήσθε μέτοχοι της τραπέζης του Κυρίου και της τραπέζης των δαιμονίων.
22  Ή τον Κύριον θέλομεν να διεγείρωμεν εις ζηλοτυπίαν; μήπως είμεθα ισχυρότεροι αυτού;
23 Πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν συμφέρουσι  πάντα είναι εις την εξουσίαν μου, αλλά πάντα δεν οικοδομούσι.
24 Μηδείς ας μη ζητή το εαυτού συμφέρον  αλλ' έκαστος τα του άλλου.
25 Παν το πωλούμενον εν τω μακελλίω τρώγετε, μηδέν εξετάζοντες διά την συνείδησιν
26 διότι "του Κυρίου είναι η γη, και το πλήρωμα αυτής."
27 Και εάν τις των απίστων σας προσκαλή, και θέλητε να υπάγητε, τρώγετε ό,τι βάλλεται έμπροσθεν σας, μηδέν εξετάζοντες διά την συνειδησιν.
28 Εάν δε τις σας είπη, Τούτο είναι ειδωλόθυτον  μη τρώγετε, δι' εκείνον τον φανερώσαντα, και διά την συνείδησιν  διότι "του Κυρίου είναι η γη, και το πλήρωμα αυτής."
29 Συνείδησιν δε λέγω ουχί την ιδικήν σου, αλλά την του άλλου  επειδή διά τι η ελευθερία μου κρίνεται υπό άλλης συνειδήσεως;
30 Και εάν εγώ μετ' ευχαριστίας μετέχω, διά τι βλασφημούμαι δι' εκείνο, διά το οποίον εγώ ευχαριστώ;
31 Είτε λοιπόν τρώγετε, είτε πίνετε, είτε πράττετέ τι, πάντα πράττετε εις δόξαν Θεού.
32 Μη γίνεσθε πρόσκομμα μήτε εις Ιουδαίους μήτε εις Έλληνας, μήτε εις την εκκλησίαν του Θεού
33 καθώς και εγώ κατά πάντα αρέσκω εις πάντας, μη ζητών το ιδικόν μου συμφέρον, αλλά το των πολλών διά να σωθώσι.

_













































































I Corinthians, Chapter 10 Demotic Greek

1. Επίσης, αδελφοί, δε θέλω να σας διαφεύγει το γεγονός πως οι προπάτορές μας ήταν όλοι κάτω από τη νεφέλη, και όλοι πέρασαν με ασφάλεια τη θάλασσα.
2. Κι όλοι βαφτίστηκαν ως ακόλουθοι του Μωυσή στη νεφέλη και στη θάλασσα.
3. Επίσης από το ίδιο πνευματκό φαγητό έφαγαν όλοι
4. και ήπιαν όλοι από το ίδιο πνευματικό νερό, γιατί έπιναν νερό που πήγαζε από πνευματικό βράχο που τους ακολουθούσε, και ο βράχος αυτός ήταν ο Χριστός.
5. Και όμως με τους περισσότερους απ' αυτούς ο Θεός δεν ευχαριστήθηκε, με συνέπεια να πεθάνουν στην έρημο.
6. Έτσι, έγιναν παράδειγμα αυτά σε μας, ώστε να μην είμαστε επιθυμητές κακών, όπως επιθύμησαν εκείνοι.
7. Ούτε ειδωλολάτρες να γίνεστε σαν μερικούς απ' αυτούς, όπως λέει η Γραφή: «Κάθισε ο λαός να φάει και να πιει, κι ύστερα σηκώθηκαν να διασκεδάσουν».
8. Ούτε να παρασυρόμαστε στην πορνεία, όπως παρασύρθηκαν μερικοί απ' αυτούς και έπεσαν νεκροί σε μια μέρα εικοσιτρείς χιλιάδες άτομα.
9. Ούτε να προκαλούμε με αμφισβητήσεις το Χριστό, όπως αμφισβήτησαν και μερικοί απ' αυτούς και θανατώθηκαν από τα φίδια.
10. Ούτε να γογγύζετε, όπως και μερικοί απ' αυτούς γόγγυσαν και θανατώθηκαν από τον εξολοθρευτή άγγελο.
11. Κι όλα αυτά συνέβαιναν για τον παραδειγματισμό εκείνων και γράφτηκαν για να διδαχτούμε εμείς σήμερα, που βρισκόμαστε κιόλας στα τέλη των αιώνων.
12. Συνεπώς, όποιος νομίζει πως είναι σταθερός στην πίστη, ας προσέχει να μην πέσει.
13. Δεν έχετε υποβληθεί σε πειρασμό πέρα από τους συνηθισμένους για τον άνθρωπο. Και είναι άξιος εμπιστοσύνης ο Θεός, ο οποίος δε θα επιτρέψει να δοκιμαστείτε περισσότερο απ' ό,τι μπορείτε να αντέξετε, αλλά μαζί με τη δοκιμασία θα σας εξασφαλίσει και τον τρόπο να μπορέσετε να αντέξετε.
14. Γι' αυτό ακριβώς, αγαπητοί μου, να φεύγετε μακριά από την ειδωλολατρία.
15. Σας μιλώ όπως ταιριάζει σε λογικούς ανθρώπους. Κρίνετε μόνοι σας αυτό που λέω.
16. Το ποτήρι της ευχαριστίας με το οποίο τελούμε τη Θεία Ευχαριστία δεν είναι κοινωνία με το αίμα του Χριστού; Ο άρτος που κόβουμε, δεν είναι κοινωνία με το σώμα του Χριστού;
17. Κι εφόσον είναι ένας ο άρτος που τρώμε, άρα αποτελούμε ένα σώμα οι πολλοί, γιατί όλοι μας από τον έναν αυτόν άρτο συντηρούμαστε.
18. Πάρτε, για παράδειγμα, το λαό Ισραήλ. Εκείνοι που τρώνε τις προσφερόμενες θυσίες, δεν έρχονται σε κοινωνία με το Θεό, στον οποίο προσφέρονται οι θυσίες;
19. Αλλά τι εννοώ μ' αυτό; Ότι το είδωλο έχει κάποια σημασία; Ή ότι η θυσία στο είδωλο έχει κάποια σημασία;
20. Απεναντίας, εννοώ ότι εκείνα που θυσιάζουν οι εθνικοί, τα προσφέρουν θυσία στα δαιμόνια και όχι στο Θεό. Και δε θέλω, βέβαια, εσείς να έχετε οποιαδήποτε σχέση με τα δαιμόνια.
21. Δεν μπορείτε να πίνετε και από το ποτήρι του Κυρίου και από το ποτήρι των δαιμονίων. Δεν μπορείτε να μετέχετε στο τραπέζι του Κυρίου και στο τραπέζι των δαιμονίων.
22. Ή μήπως προσπαθούμε σκόπιμα να προκαλέσουμε την οργή του Κυρίου; Είμαστε, μήπως, δυνατότεροι απ' αυτόν;
23. «Όλα είναι στο χέρι μου», όμως όλα δε συμφέρουν. «Όλα είναι στο χέρι μου», μα δεν οικοδομούν όλα.
24. Κανένας να μην αποβλέπει στο δικό του συμφέρον, αλλά ο καθένας στο συμφέρον του άλλου.
25. Οτιδήποτε πουλιέται στο κρεοπωλείο, να το τρώτε χωρίς να εξετάζετε για λόγους συνείδησης την προέλευσή του,
26. γιατί: «Στον Κύριο ανήκει η γη και όλα όσα υπάρχουν σ' αυτήν».
27. Κι αν σας καλέσει κάποιος που δεν είναι χριστιανός, και δεχτείτε την πρόσκληση, ό,τι σας παραθέτουν να το τρώτε, χωρίς καθόλου να εξετάζετε την προέλευσή του για λόγους συνείδησης.
28. Αν όμως σας πει κάποιος: «Το κρέας αυτό είναι από ζώο που θυσιάστηκε στα είδωλα», τότε να μην τρώτε, για χάρη εκείνου που σας το είπε και για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα συνείδησης, «Αφού του Κυρίου είναι η γη και όλα όσα υπάρχουν σ' αυτήν».
29. Και λέγοντας πρόβλημα συνείδησης, δεν εννοώ τη συνείδηση εκείνου που τρώει, αλλά του άλλου που πιστεύει διαφορετικά. «Και γιατί τάχα η ελευθερία μου να εξαρτάται από ξένη συνείδηση;
30. Αφού εγώ τρώγω κάτι που μου επιτρέπει η χάρη του Θεού, γιατί να κακολογούμαι γι' αυτό για το οποίο εγώ ευχαριστώ το Θεό;».
31. Ν' απαντήσω λοιπόν: είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα αποβλέποντας στη δόξα του Θεού να τα κάνετε.
32. Να μη δημιουργείτε προσκόμματα ούτε σε Ιουδαίους ούτε σε Έλληνες ούτε στην εκκλησία του Θεού.
33. Όπως ακριβώς κάνω κι εγώ που προσπαθώ σε όλα να είμαι αρεστός σε όλους, επιδιώκοντας όχι το δικό μου συμφέρον αλλά των πολλών, με σκοπό να σωθούν.

_











































































ICorinthians

I Corinthians, Chapter 10 Ancient Greek

1. Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον,

2. καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ,

3. καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον,

4. καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός.

5. ἀλλ' οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ.

6. Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.

7. μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν.

8. μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες.

9. μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο.

10. μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ.

11. ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν.

12. Ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ.

13. πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν.

14. Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρίας.

15. ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι.

16. τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν;

17. ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.

18. βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί;

19. τί οὖν φημί; ὅτι εἴδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἰδωλόθυτόν τί ἐστιν;

20. ἀλλ' ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι.

21. οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων.

22. ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν;

23. Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ' οὐ πάντα οἰκοδομεῖ.

24. μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος.

25. Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν·

26. τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.

27. εἴ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν.

28. ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι' ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς.

29. συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως;

30. εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ;

31. Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε.

32. ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ,

33. καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι.

 































































































I Corinthians, Chapter 10 (KJV)

1. Moreover, brethren, I would not that ye should be ignorant, how that all our fathers were under the cloud, and all passed through the sea;
2. And were all baptized unto Moses in the cloud and in the sea;
3. And did all eat the same spiritual meat;
4. And did all drink the same spiritual drink: for they drank of that spiritual Rock that followed them: and that Rock was Christ.
5. But with many of them God was not well pleased: for they were overthrown in the wilderness.
6. Now these things were our examples, to the intent we should not lust after evil things, as they also lusted.
7. Neither be ye idolaters, as were some of them; as it is written, The people sat down to eat and drink, and rose up to play.
8. Neither let us commit fornication, as some of them committed, and fell in one day three and twenty thousand.
9. Neither let us tempt Christ, as some of them also tempted, and were destroyed of serpents.
10. Neither murmur ye, as some of them also murmured, and were destroyed of the destroyer.
11. Now all these things happened unto them for ensamples: and they are written for our admonition, upon whom the ends of the world are come.
12. Wherefore let him that thinketh he standeth take heed lest he fall.
13. There hath no temptation taken you but such as is common to man: but God is faithful, who will not suffer you to be tempted above that ye are able; but will with the temptation also make a way to escape, that ye may be able to bear it .
14. Wherefore, my dearly beloved, flee from idolatry.
15. I speak as to wise men; judge ye what I say.
16. The cup of blessing which we bless, is it not the communion of the blood of Christ? The bread which we break, is it not the communion of the body of Christ?
17. For we being many are one bread, and one body: for we are all partakers of that one bread.
18. Behold Israel after the flesh: are not they which eat of the sacrifices partakers of the altar?
19. What say I then? that the idol is any thing, or that which is offered in sacrifice to idols is any thing?
20. But I say , that the things which the Gentiles sacrifice, they sacrifice to devils, and not to God: and I would not that ye should have fellowship with devils.
21. Ye cannot drink the cup of the Lord, and the cup of devils: ye cannot be partakers of the Lord's table, and of the table of devils.
22. Do we provoke the Lord to jealousy? are we stronger than he?
23. All things are lawful for me, but all things are not expedient: all things are lawful for me, but all things edify not.
24. Let no man seek his own, but every man another's wealth .
25. Whatsoever is sold in the shambles, that eat, asking no question for conscience sake:
26. For the earth is the Lord's, and the fulness thereof.
27.  If any of them that believe not bid you to a feast , and ye be disposed to go; whatsoever is set before you, eat, asking no question for conscience sake.
28. But if any man say unto you, This is offered in sacrifice unto idols, eat not for his sake that shewed it, and for conscience sake: for the earth is the Lord's, and the fulness thereof:
29. Conscience, I say, not thine own, but of the other: for why is my liberty judged of another man's conscience?
30. For if I by grace be a partaker, why am I evil spoken of for that for which I give thanks?
31. Whether therefore ye eat, or drink, or whatsoever ye do, do all to the glory of God.
32. Give none offence, neither to the Jews, nor to the Gentiles, nor to the church of God:
33. Even as I please all men in all things , not seeking mine own profit, but the profit of many, that they may be saved.

_