I Corinthians, Chapter 11 Modern Greek

01 Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού.
02 ΣΑΣ επαινώ δε, αδελφοί, ότι εις πάντα με ενθυμείσθε, και κρατείτε τας παραδόσεις, καθώς παρέδωκα εις εσάς
03 Θέλω δε να εξεύρητε, ότι η καφαλή παντός ανδρός είναι ο Χριστός  κεφαλή δε της γυναικός, ο ανήρ  κεφαλή δε του Χριστού, ο Θεός.
04 Πας ανήρ προσευχόμενος ή προφητεύων, εάν έχη κεκαλυμμένην την κεφαλήν, καταισχύνει την κεφαλήν εαυτού.
05 Πάσα δε γυνή προσευχομένη ή προφητεύουσα με την κεφαλήν ασκεπή, καταισχύνει την κεφαλήν εαυτής, διότι εν και το αυτό είναι με την εξυρισμένην.
06 Επειδή αν δεν καλύπτηται η γυνή, ας κουρεύση και τα μαλλία αυτής  αλλ' εαν ήναι αισχρόν εις γυναίκα να κουρεύη τα μαλλία αυτής, ή να ξυρίζηται, ας καλύπτηται
07 Διότι ο μεν ανήρ δεν χρεωστεί να καλύπτη την κεφαλήν αυτού, επειδή είναι εικών και δόξα του Θεού  η δε γυνή είναι δοξα του ανδρός.
08 Διότι ο ανήρ δεν είναι εκ της γυναικός, αλλ' η γυνή εκ του ανδρός
09 επειδή δεν εκτίσθη ο ανήρ δια την γυναίκα, αλλ' η γυνή δια τον άνδρα.
10 Δια τούτο η γυνή χρεωστεί να έχη εξουσίαν επί της κεφαλής αυτής, δια τους αγγέλους.
11 Πλην ούτε ο ανήρ χωρίς της γυναικός, ούτε η γυνή χωρίς του ανδρός υπάρχει, εν Κυρίω.
12 Διότι καθώς η γυνή είναι εκ του ανδρός, ούτω και ο ανήρ είναι δια της γυναικός τα πάντα δε εκ του Θεού.
13 Κρίνατε σεις καθ' εαυτούς  είναι πρέπον γυνή να προσεύχηται εις τον Θεόν ασκεπής;
14 Η ουδέ αυτή η φύσις δεν σας διδάσκει, ότι ο ανήρ μεν εαν έχη κόμην, είναι εις αυτόν ατιμία;
15 Γυνή δε εαν έχη κόμην, είναι δόξα εις αυτήν  διότι η κόμη εδόθη εις αυτήν αντί καλύμματος.
16 Εαν τις όμως φαίνηται οτι είναι φιλόνεικος, ημείς τοιαύτην συνήθειαν δεν έχομεν, ουδέ αι εκκλησίαι του Θεού.
17 Ενώ δε παραγγέλλω  τούτο, δεν επαινώ, ότι συνέρχεσθε ουχί δια το καλήτερον, αλλά δια το χειρότερον.
18 Διότι πρώτον μεν, όταν συνέρχησθε εις την εκκλησίαν, ακούω ότι υπάρχουσι σχίσματα μεταξύ σας  και μέρος τι πιστεύω.
19 Διοτι είναι ανάγκη να υπάρχουσι και αιρέσεις μεταξύ σας, δια να γείνωσι φανεροί μεταξύ σας οι δόκιμοι.
20  Όταν λοιπόν συνέρχησθε επι το αυτό, τούτο δεν είναι να φάγητε Κυριακόν δείπνον
21 διότι έκαστος λαμβάνει προ του άλλου το ίδιον εαυτού δείπνον εν τω καιρώ του τρώγειν, και άλλος μεν πεινά, άλλος δε μεθύει.
22 Μη δεν έχετε οικίας δια να τρώγητε και να πίνετε; ή την εκκλησίαν του Θεού καταφρονείτε, και καταισχύνετε τους μη έχοντας; Τι να σας είπω; να σας επαινέσω εις τούτο; δεν σας επαινώ.
23 Διότι εγώ παρέλαβον απο του Κυρίου εκείνο το οποίον και παρέδωκα εις εσάς, ότι ο Κύριος Ιησούς εν τη νυκτί καθ' ήν παρεδίδετο, έλαβεν άρτον,
24 και ευχαριστήσας έκοψε, και είπε, Λάβετε, φάγετε- τούτο είναι το σώμά μου το υπέρ υμών κλώμενον  τούτο κάμνετε εις την ανάμνησίν μου.
25 Ομοίως και το ποτήριον, αφού εδείπνησε, λέγων, Τούτο το ποτήριον είναι η καινήν διαθήκη εν τω αίματί μου  τούτο κάμνετε, οσάκις πίνητε, εις την ανάμνησίν μου.
26 Διότι οσάκις αν τρώγητε τον άρτον τούτον, και πίνητε το ποτήριον τούτο, τον θάνατον του Κυρίου καταγγέλλετε, μέχρι της ελεύσεως αυτού.
27  Ώστε όστις τρώγη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος θέλει είσθαι του σώματος και αίματος του Κυρίου.
28 Ας δοκιμάζη δε εαυτόν ο άνθρωπος, και ούτως ας τρώγη εκ του άρτου, και ας πίνη εκ του ποτηρίου.
29 Διότι ο τρώγων και πίνων αναξίως, τρώγει και πίνει κατάκρισιν εις εαυτόν, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου.
30 Δια τούτο υπάρχουσι μεταξύ σας πολλοί ασθενείς και άρρωστοι, και αποθνήσκουσιν ικανοί.
31 Διότι εαν διεκρίνομεν εαυτούς, δεν ηθέλομεν κρίνεσθαι.
32 Αλλ' όταν κρινώμεθα, παιδευόμεθα υπό του Κυρίου, δια να μη κατακριθώμεν μετά του κόσμου.
33  Ώστε, αδελφοί μου, όταν συνέρχησθε δια να φάγητε, περιμένετε αλλήλους.
34 Εάν δε τις πεινά, ας τρώγη εν τη οικία αυτού, δια να μη συνέρχησθε προς κατάκρισιν. Τα δε λοιπά, όταν έλθω, θέλω διατάξει.














































































I Corinthians, Chapter 11 Demotic Greek

1. Μιμητές μου να γίνεστε, όπως είμαι κι εγώ μιμητής του Χριστού.
2. Και πραγματικά σας συγχαίρω, αδελφοί μου, γιατί σε όλα με θυμάστε και κρατάτε τις θείες διδαχές, έτσι όπως σας τις παρέδωσα.
3. Αλλά θέλω να ξέρετε επίσης πως η Κεφαλή του κάθε άντρα είναι ο Χριστός, και κεφαλή της γυναίκας ο άντρας, και κεφαλή του Χριστού ο Θεός.
4. Κάθε άντρας, που έχει καλυμμένο το κεφάλι του όταν προσεύχεται ή μιλάει από το Λόγο του Θεού, ντροπιάζει την Κεφαλή του, τον Χριστό.
5. Επίσης κάθε γυναίκα, που προσεύχεται ή μιλάει από το Λόγο του Θεού με ακάλυπτο το κεφάλι της, ντροπιάζει την κεφαλή της, δηλαδή τον άντρα της, γιατί είναι ακριβώς το ίδιο μ' εκείνη που έχει το κεφάλι της ξυρισμένο.
6. Κι αν επιμένει μια γυναίκα να μη βάζει κάλυμμα στο κεφάλι της, τότε ας το ξυρίσει κιόλας. Αφού όμως είναι ντροπή για τη γυναίκα να κουρεύει ή να ξυρίζει το κεφάλι της, ας βάζει κάλυμμα.
7. Ο άντρας, αντίθετα, δεν έχει την υποχρέωση να καλύπτει το κεφάλι του, γιατί είναι εικόνα και δόξα του Θεού, ενώ η γυναίκα είναι δόξα του άντρα.
8. Γιατί, βέβαια, δε δημιουργήθηκε ο άντρας από τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα από τον άντρα.
9. Κι επίσης, γιατί δε δημιουργήθηκε ο άντρας για τη γυναίκα, αλλά η γυναίκα για τον άντρα.
10. Γι' αυτό έχει την υποχρέωση η γυναίκα να έχει πάνω στο κεφάλι της ένα σύμβολο πως είναι κάτω από εξουσία, γιατί αυτό ταιριάζει στην παρουσία των αγγέλων.
11. Ωστόσο, σύμφωνα με την τάξη που έθεσε ο Κύριος, ούτε ο άντρας είναι ανεξάρτητος από τη γυναίκα ούτε η γυναίκα ανεξάρτητη από τον άντρα.
12. Γιατί, όπως ακριβώς η γυναίκα προέρχεται από τον άντρα, έτσι και ο άντρας γεννιέται μέσω της γυναίκας, και όλα ανεξαίρετα προέρχονται από το Θεό.
13. Βγάλτε συμπέρασμα από σας τους ίδιους: Ταιριάζει στη γυναίκα να προσεύχεται στο Θεό με ακάλυπτο το κεφάλι της;
14. Ή μήπως ούτε και η φυσική εμφάνιση δε σας διδάσκει πως αν διατηρεί μακριά μαλλιά ο άντρας, χάνει την εκτίμησή του από τους άλλους;
15. Η γυναίκα, απεναντίας, όταν διατηρεί μακριά μαλλιά τονίζει την αξιοπρέπειά της, γιατί τα μαλλιά έχουν δοθεί στη γυναίκα ως κάλυμμα.
16. Αν, όμως, έχει κανείς διάθεση για φιλονικίες, εμείς τέτοια συνήθεια δεν έχουμε, μα ούτε και οι εκκλησίες του Θεού.
17. Δίνοντάς σας τώρα τις παρακάτω οδηγίες, δεν μπορώ να σας επαινέσω, γιατί οι συνάξεις που πραγματοποιείτε καταλήγουν όχι στην καλυτέρευσή σας, αλλά στη χειροτέρευσή σας!
18. Και πρώτα απ' όλα, πληροφορούμαι πως, όταν συνάζεστε στην εκκλησία, υπάρχουν διχοστασίες μεταξύ σας, και μερικά απ' αυτά που ακούω τα πιστεύω.
19. (Και χρειάζεται βέβαια, να υπάρχουν και διαφορές αντιλήψεων μεταξύ σας, για να φανεί ποιοι είναι οι γνήσιοι ανάμεσά σας).
20. Ακούω λοιπόν πως στις συναθροίσεις σας δεν τελείτε στην πραγματικότητα το Δείπνο του Κυρίου.
21. Κι αυτό, γιατί την ώρα του φαγητού ο καθένας παίρνει αμέσως το δικό του φαγητό, κι έτσι ο ένας μένει πεινασμένος κι ο άλλος μεθάει!
22. Μήπως δεν έχετε σπίτια για να τρώτε και να πίνετε; Ή μήπως υποτιμάτε την εκκλησία του Θεού και καταξευτελίζετε εκείνους που δεν έχουν να φάνε; Τι να σας πω; Να σας επαινέσω γι' αυτό; Δε σας επαινώ!
23. Γιατί εγώ παρέλαβα από τον Κύριο ακριβώς εκείνο το οποίο και σας παρέδωσα. Ότι δηλαδή, ο Κύριος Ιησούς, τη νύχτα που ήταν να παραδοθεί, πήρε ψωμί,
24. και αφού ευχαρίστησε, το έκοψε και είπε: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου, που θυσιάζεται για χάρη σας. Αυτό να κάνετε σε ανάμνησή μου».
25. Παρόμοια πήρε και το ποτήρι μετά από το δείπνο, και είπε: «Αυτό το ποτήρι είναι η Νέα Διαθήκη, που επικυρώνεται με το αίμα μου. Αυτό να κάνετε κάθε φορά που πίνετε στην ανάμνησή μου».
26. Γιατί, βέβαια, κάθε φορά που τρώτε το ψωμί τούτο και πίνετε τούτο το ποτήρι, το θάνατο του Κυρίου διακηρύττετε, μέχρι που να ξανάρθει.
27. Επομένως, όποιος τρώει το ψωμί αυτό ή πίνει το ποτήρι αυτό του Κυρίου ανάξια, θα είναι ένοχος ασέβειας απέναντι στο σώμα και το αίμα του Κυρίου.
28. Ας εξετάζει, λοιπόν, ο καθένας τον εαυτό του και μόνο τότε να τρώει από το ψωμί και να πίνει από το ποτήρι.
29. Γιατί, όποιος τρώει και πίνει ανάξια, τρώει και πίνει τιμωρία για τον εαυτό του, επειδή δε διακρίνει το σώμα του Κυρίου.
30. Γι' αυτό και υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί αδύνατοι και άρρωστοι και πεθαίνουν αρκετοί!
31. Γιατί, αν πραγματικά εξετάζαμε τους εαυτούς μας, δε θα τιμωρούμασταν.
32. Κι όταν μας τιμωρεί, μας σωφρονίζει ο Κύριος, ώστε να μην καταδικαστούμε μαζί με τον κόσμο.
33. Επομένως, αδελφοί μου, όταν μαζεύεστε για να φάτε, να περιμένετε ο ένας τον άλλο.
34. Κι αν κάποιος πεινάει, ας τρώει στο σπίτι του, για να μην καταλήγουν σε τιμωρία σας οι συναθροίσεις που κάνετε. Όσο για τα υπόλοιπα, θα τα διευθετήσω όταν έρθω.
_


































































ICorinthians

I Corinthians, Chapter 11 Ancient Greek

1. Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ.

2. Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε, καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε.

3. θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός.

4. πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

5. πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ.

6. εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω.

7. ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστιν.

8. οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός·

9. καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα.

10. διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους.

11. πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ·

12. ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ.

13. ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι;

14. ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι,

15. γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ, δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ.

16. Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ.

17. Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον ἀλλ' εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε.

18. πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν, καὶ μέρος τι πιστεύω·

19. δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν.

20. συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι Κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν·

21. ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει.

22. μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ.

23. ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον

24. καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.

25. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.

26. ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ.

27. ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου.

28. δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω·

29. ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου.

30. διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί.

31. εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα·

32. κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν.

33. Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε·

34. εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι.

 














































































I Corinthians, Chapter 11 (KJV)

1. Be ye followers of me, even as I also am of Christ.
2. Now I praise you, brethren, that ye remember me in all things, and keep the ordinances, as I delivered them to you.
3. But I would have you know, that the head of every man is Christ; and the head of the woman is the man; and the head of Christ is God.
4. Every man praying or prophesying, having his head covered, dishonoureth his head.
5. But every woman that prayeth or prophesieth with her head uncovered dishonoureth her head: for that is even all one as if she were shaven.
6. For if the woman be not covered, let her also be shorn: but if it be a shame for a woman to be shorn or shaven, let her be covered.
7. For a man indeed ought not to cover his head, forasmuch as he is the image and glory of God: but the woman is the glory of the man.
8. For the man is not of the woman; but the woman of the man.
9.  Neither was the man created for the woman; but the woman for the man.
10. For this cause ought the woman to have power on her head because of the angels.
11. Nevertheless neither is the man without the woman, neither the woman without the man, in the Lord.
12. For as the woman is of the man, even so is the man also by the woman; but all things of God.
13. Judge in yourselves: is it comely that a woman pray unto God uncovered?
14. Doth not even nature itself teach you, that, if a man have long hair, it is a shame unto him?
15. But if a woman have long hair, it is a glory to her: for her hair is given her for a covering.
16. But if any man seem to be contentious, we have no such custom, neither the churches of God.
17. Now in this that I declare unto you I praise you not, that ye come together not for the better, but for the worse.
18. For first of all, when ye come together in the church, I hear that there be divisions among you; and I partly believe it.
19. For there must be also heresies among you, that they which are approved may be made manifest among you.
20. When ye come together therefore into one place, this is not to eat the Lord's supper.
21. For in eating every one taketh before other his own supper: and one is hungry, and another is drunken.
22. What? have ye not houses to eat and to drink in? or despise ye the church of God, and shame them that have not? What shall I say to you? shall I praise you in this? I praise you not.
23. For I have received of the Lord that which also I delivered unto you, That the Lord Jesus the same night in which he was betrayed took bread:
24. And when he had given thanks, he brake it , and said, Take, eat: this is my body, which is broken for you: this do in remembrance of me.
25. After the same manner also he took the cup, when he had supped, saying, This cup is the new testament in my blood: this do ye, as oft as ye drink it , in remembrance of me.
26. For as often as ye eat this bread, and drink this cup, ye do shew the Lord's death till he come.
27. Wherefore whosoever shall eat this bread, and drink this cup of the Lord, unworthily, shall be guilty of the body and blood of the Lord.
28. But let a man examine himself, and so let him eat of that bread, and drink of that cup.
29. For he that eateth and drinketh unworthily, eateth and drinketh damnation to himself, not discerning the Lord's body.
30. For this cause many are weak and sickly among you, and many sleep.
31. For if we would judge ourselves, we should not be judged.
32. But when we are judged, we are chastened of the Lord, that we should not be condemned with the world.
33. Wherefore, my brethren, when ye come together to eat, tarry one for another.
34. And if any man hunger, let him eat at home; that ye come not together unto condemnation. And the rest will I set in order when I come.
_