I Corinthians, Chapter 14 Modern Greek

01 Ακολουθείτε την αγάπην  και ζητείτε μετά ζήλου τα πνευματικά, μάλλον δε το να προφητεύητε
02 Διότι ο λαλών γλώσσαν αγνώριστον, δεν λαλεί προς ανθρώπους, αλλά προς τον Θεόν  διότι ουδείς ακούει αυτόν, αλλά με το πνεύμα αυτού λαλεί μυστήρια
03 ο δε προφητεύων, λαλεί προς ανθρώπους εις οικοδομήν και προτροπήν και παρηγορίαν.
04 Ο λαλών γλώσσαν αγνώριστον, εαυτόν οικοδομεί  ο δε προφητεύων, την εκκλησίαν οικοδομεί.
05 Θέλω δε πάντες να λαλήτε γλώσσας, μάλλον δε να προφητεύητε  διότι ο προφητεύων είναι  μεγαλήτερος παρά ο λαλών γλώσσας, εκτός εάν διερμηνεύη, διά να λάβη οικοδομήν η εκκλησία.
06 Και τώρα, αδελφοί, εάν έλθω προς ασάς λαλών γλώσσας, τι θέλω σας ωφελήσει, εάν δεν σας λαλήσω ή με αποκάλυψιν, ή με γνώσιν, ή με προφητείαν, ή με διδαχήν;
07 Και τα άψυχα όσα δίδουσι φωνήν, είτε αυλός είτε κιθάρα, εάν δεν δώσωσι διακεκριμένους τους φθόγγους, πως θέλει γνωρισθή το αυλούμενον, ή το κιθαριζόμενον;
08 Διότι, εάν η σάλπιγξ δώση φωνήν ασαφή, τις θέλει ετοιμασθή εις πόλεμον;
09 Ούτω και σείς, εάν δεν δώσητε διά της γλώσσης φωνήν ευκατάληπτον, πως θέλει γνωρισθή το λαλούμενον; διότι θέλετε λαλεί εις τον αέρα.
10 Τόσα είδη φωνών είναι τυχόν εν τω κόσμω, και ουδέν εξ αυτών είναι ασήμαντον.
11 Εάν λοιπόν δεν γνωρίσω την σημασίαν της φωνής, θέλω είσθαι προς τον λαλούντα βάρβαρος, και ο λαλών, βάρβαρος προς εμέ.
12 Ούτω και σείς, επειδή εσθε ζηλωταί πνευματικών, ζητείτε να περισσεύητε εν αυτοίς προς την οικοδομήν της εκκλησίας.
13 Διά τούτο ο λαλών γλώσσαν αγνώριστον, ας προσεύχηται διά να γείνη ικανός να διερμηνεύη.
14 Διότι εάν προσεύχωμε με γλώσσαν αγνώριστον, το πνεύμά μου προσεύχεται, αλλ' ο νούς μου είναι ακαρποφόρητος.
15 Τι πρέπει λοιπόν; Θέλω προσεύχηθή με το πνεύμα, θέλω δε προσευχηθή και με τον νούν  θέλω ψάλλει με το πνεύμα, θέλω δε ψάλλει και με τον νούν.
16 Διότι εάν δοξολογήσης με το πνεύμα, εκείνος όστις έχει τάξιν ιδιώτου, πως θέλει ειπεί το Αμήν εις την ευχαριστίαν σου, μη εξεύρων τι λέγεις;
17 Διότι συ μεν καλώς ευχαριστείς, ο άλλος όμως δεν οικοδομείται.
18 Ευχαριστώ εις τον Θεόν μου, ότι λαλώ πλειοτέρας γλώσσας παρά πάντας υμάς
19 πλην εν τη εκκλησία πέντε λόγους προτιμώ να λαλήσω διά του νοός μου, διά να κατηχήσω και άλλους, παρά μυρίους λόγους με γλώσσαν αγνώριστον.
20 Αδελφοί, μη γίνεσθε παιδία κατά τας φρένας  αλλά γίνεσθε νήπια μεν εις την κακίαν, τέλειοι όμως εις τας φρένας.
21 Εν τω νόμω είναι γεγραμμένον, "Οτι δι' ετερογλώσσων, και διά ξένων χειλέων θέλω λαλήσει προς τον λαόν τούτον  και ουδέ ούτω θέλουσι με εισακούσει,"  λέγει Κύριος.
22  Ώστε αι γλώσσαι είναι διά σημείον, ουχί προς τους πιστεύοντας, αλλά προς τους απίστους  η προφητεία όμως είναι ουχί προς τους απίστους, αλλά προς τους πιστεύοντας.
23 Εάν λοιπόν συνέλθη η εκκλησία όλη επί το αυτό, και λαλώσι πάντες γλώσσας αγνωρίστους, εισέλθωσι δε ιδιώται ή άπιστοι, δεν θέλουσιν ειπεί ότι είσθε μαινόμενοι;
24 Αλλ' εάν πάντες προφητεύωσιν, εισέλθη δε τις άπιστος ή ιδιώτης, ελέγχεται υπό πάντων, ανακρίνεται υπό πάντων
25 και ούτω τα κρυπτά της καρδίας αυτού γίνονται φανερά και ούτω πεσών κατά πρόσωπον, θέλει προσκυνήσει τον Θεόν, κηρύττων ότι ο Θεός είναι τωόντι εν μέσω υμών.
26 Τι πρέπει λοιπόν, αδελφοί;  Όταν συνέρχησθε, έκαστος υμών ψαλμόν έχει, διδαχήν έχει, γλώσσαν έχει, αποκάλυψιν έχει, ερμηνείαν έχει  πάντα ας γίνωνται προς οικοδομήν
27 εάν τις λαλή γλώσσαν αγνώριστον, ας κάμωσι τούτο ανά δύο, ή το περισσότερον ανά τρείς, και εκ διαδοχής  και εις ας διερμηνεύη
28 αλλ' εάν δεν ήναι διερμηνευτής, ας σιωπά εν τη εκκλησία ας λαλή δε προς εαυτόν και προς τον Θεόν.
29 Προφήται δε ας λαλώσι δύο ή τρείς, και οι άλλοι ας διακρίνωσιν.
30 Εάν δε έλθη αποκάλυψις εις άλλον καθήμενον, ο πρώτος ας σιωπά.
31 Διότι δύνασθε ο εις μετά τον άλλον να προφητεύητε πάντες, διά να μάνθάνωσι πάντες, και πάντες να παρηγορώνται.
32 Και τα πνεύματα των προφητών υποτάσσονται εις τούς προφήτας
33 διότι ο Θεός δεν είναι ακαταστασίας, αλλ' ειρήνης, καθώς εν πάσαις ταις εκκλησίαις των αγίων.
34 Αι γυναίκές σας ας σιωπώσιν εν ταις ακκλησίαις  διότι δεν είναι συγκεχωρημένον εις αυτάς να λαλώσιν, αλλά να υποτάσσωνται, καθώς και ο νόμος λέγει.
35 Αλλ' εάν θέλωσι να μάθωσί τι, ας ερωτώσιν εν τω οίκω τους άνδρας αυτών  διότι αισχρόν είναι εις γυναίκας να λαλώσιν εν εκκλησία.
36 Μήπως από σας εξήλθεν ο λόγος του Θεού, ή εις σας μόνους κατήντησεν;
37 Εάν τις νομίζη ότι είναι προφήτης, ή πνευματικός, ας μάθη εκείνα τα οποία γράφω προς εσάς, ότι είναι εντολαί τού Κυρίου
38 αλλ' εάν τις αγνοή, ας αγνοή.
39  Ώστε, αδελφοί, ζητείτε μετά ζήλου το προφητεύειν, και το λαλείν γλώσσας μη εμποδίζετε.
40 Πάντα ας γίνωνται ευσχημόνως και κατά τάξιν.
_





























































































I Corinthians, Chapter 14 Demotic Greek

1. Να επιδιώκετε την αγάπη και να επιζητάτε με ζήλο να αποκτήσετε τα πνευματικά χαρίσματα και περισσότερο το να μεταδίδετε το Λόγο του Θεού.
2. Γιατί εκείνος που μιλάει σε ξένη γλώσσα, δε μιλάει στους ανθρώπους αλλά στο Θεό, αφού κανένας δεν τον καταλαβαίνει, μια και μιλάει με το πνεύμα του πράγματα ακατάληπτα στους άλλους.
3. Αντίθετα, εκείνος που μεταδίδει το Λόγο του Θεού, μιλάει στους ανθρώπους συντελώντας στην οικοδομή και στην εμψύχωση και στην παρακίνησή τους.
4. Εκείνος που μιλάει σε ξένη γλώσσα, οικοδομεί απλώς τον εαυτό του, ενώ εκείνος που μεταδίδει το Λόγο του Θεού οικοδομεί την εκκλησία.
5. Θέλω, βέβαια, όλοι σας να μιλάτε ξένες γλώσσες, αλλά εκείνο που θέλω περισσότερο είναι να μεταδίδετε το Λόγο του Θεού. Γιατί αυτός που μεταδίδει το Λόγο του Θεού είναι σπουδαιότερος σε χρησιμότητα απ' αυτόν που μιλάει σε ξένες γλώσσες, εκτός πια και εξηγεί αυτά που λέει, ώστε να οικοδομηθεί η εκκλησία.
6. Σκεφτείτε, τώρα, αδελφοί, αν σας επισκεφθώ μιλώντας σας ξένες γλώσσες, σε τι θα σας ωφελήσω, αν δε σας μιλήσω έτσι που να σας μεταδώσω κάποια αποκάλυψη ή κάποια γνώση ή κάποιο μήνυμα από το Θεό ή κάποια διδαχή;
7. Ακόμα και τα άψυχα μουσικά όργανα, είτε αυλός είναι είτε κιθάρα, παράγουν ήχους. Αν όμως δεν κάνουν διάκριση στους φθόγγους, πώς θα γίνει καταληπτή η μελωδία που παίζει κανείς με τον αυλό ή την κιθάρα;
8. Μα και η σάλπιγγα επίσης, αν ηχήσει ακαθόριστα, ποιος θα προετοιμαστεί για πόλεμο;
9. Το ίδιο κι εσείς, αν με τη γλώσσα που μιλάτε, δεν εκφράζετε ένα σαφές νόημα, πώς θα γίνει κατανοητό αυτό για το οποίο μιλάτε; Στην πραγματικότητα θα 'ναι σαν να μιλάτε στον αέρα.
10. Υπάρχουν, λόγου χάρη, τόσα διαφορετικά είδη γλωσσών στον κόσμο, κι απ' όλα αυτά τα είδη δεν υπάρχει ούτε ένα που να μην εκφράζει καταληπτές έννοιες.
11. Αν λοιπόν δεν καταλαβαίνω το νόημα που εκφράζει η γλώσσα, θα είμαι ξένος γι' αυτόν που μιλάει, κι αυτός που μιλάει ξένος για μένα.
12. Έτσι, επειδή έχετε κι εσείς μεγάλο ζήλο για τα πνευματικά χαρίσματα, να τα επιδιώκετε για την οικοδομή της εκκλησίας, με σκοπό να αυξάνεστε.
13. Γι' αυτό, εκείνος που μιλάει ξένη γλώσσα, ας προσεύχεται να μπορεί να εξηγεί κιόλας αυτά που λέει.
14. Γιατί, αν προσεύχομαι σε ακατάληπτη γλώσσα, το πνεύμα μου προσεύχεται, αλλά ο νους μου δεν καρποφορεί.
15. Τι πρέπει, λοιπόν, να γίνει; Θα προσευχηθώ με το πνεύμα μου, αλλά θα προσευχηθώ χρησιμοποιώντας και τη διάνοιά μου. Θα ψάλλω με το πνεύμα μου, αλλά θα ψάλλω επίσης χρησιμοποιώντας και τη διάνοιά μου.
16. Γιατί αλλιώς, αν προσφέρεις την ευχαριστία σου στο Θεό με το πνεύμα σου, πώς θα μπορέσει αυτός που κάθεται στη θέση του ακατήχητου να πει το «αμήν» για την ευχαριστία σου, αφού δεν ξέρει τι λες;
17. Κι εσύ, βέβαια, καλά κάνεις να ευχαριστείς, όμως ο άλλος δεν ωφελείται.
18. Ευχαριστώ το Θεό μου που έχω περισσότερο απ' όλους σας το χάρισμα να μιλώ ξένες γλώσσες,
19. αλλά σε ώρα συνάξεων της εκκλησίας προτιμώ να πω πέντε λόγια χρησιμοποιώντας τη διάνοιά μου, έτσι που να κατηχήσω και άλλους, παρά να πω χιλιάδες λόγια σε ξένη γλώσσα.
20. Αδελφοί, μην συμπεριφέρεστε σαν να έχετε παιδικό μυαλό. Μόνο όσο αφορά την πονηριά να είστε σαν τα μικρά παιδιά. Αλλά στο μυαλό σας να είστε τέλεια ώριμοι.
21. Στο Λόγο του Θεού διαβάζουμε: «Με ξενόγλωσσους ανθρώπους και με τα χείλη ξένων θα μιλήσω στο λαό τούτο, μα ούτε κι έτσι δε θα δώσουν προσοχή στους λόγους μου, λέει ο Κύριος».
22. Επομένως, οι ξένες γλώσσες είναι σημάδι, όχι γι' αυτούς που πιστεύουν, αλλά για τους απίστους. Αντίθετα η μετάδοση του Λόγου του Θεού δεν είναι για τους απίστους, αλλά για τους πιστούς.
23. Έτσι, αν συναχθεί όλη η εκκλησία σ' ένα μέρος και αρχίσουν όλοι να μιλούν άγνωστες ξένες γλώσσες και μπουν μέσα ακατήχητοι άνθρωποι ή άπιστοι, δε θα συμπεράνουν πως παραφρονήσατε;
24. Απεναντίας, αν όλοι μεταδίδουν κάποιο θείο μήνυμα και μπει μέσα ένας άπιστος ή ένας ακατήχητος άνθρωπος, θα αρχίσει να αισθάνεται έλεγχο από τα λεγόμενα όλων, να συναισθάνεται την κατάστασή του, χάρη σ' αυτά που λέγονται από όλους,
25. και μ' αυτόν τον τρόπο φανερώνονται όλα τα απόκρυφα της καρδιάς του, με αποτέλεσμα να πέσει με το πρόσωπο στη γη και να προσκυνήσει το Θεό, ομολογώντας ότι πραγματικά ο Θεός είναι ανάμεσά σας.
26. Επομένως, ποιο είναι το σωστό, αδελφοί; Όταν συναθροίζεστε για λατρεία, ο καθένας σας, είτε έναν ψαλμό έχει να πει είτε ένα δίδαγμα να δώσει είτε μια ξένη γλώσσα να μιλήσει είτε μια θεία αποκάλυψη να μεταδώσει είτε μια ερμηνεία να κάνει, ας προσέχει όλα να γίνονται με σκοπό την οικοδομή της εκκλησίας.
27. Και σε περίπτωση που θέλει κάποιος να μιλήσει σε ξένη γλώσσα, ας μιλήσουν δύο ή το πολύ τρεις, ο ένας ύστερα από τον άλλο και για κάποιο συγκεκριμένο θέμα ο καθένας, κι ένας άλλος να μεταφράζει
28. Αν όμως δεν υπάρχει μεταφραστής, τότε ας σωπαίνει μέσα στην εκκλησία και ας μιλάει με το νου του σιωπηλά στον εαυτό του και στο Θεό.
29. Επίσης να μιλούν δύο ή τρεις από εκείνους που μεταδίδουν το Λόγο του Θεού και οι άλλοι να προσπαθούν να καταλάβουν την καθεμιά από τις αλήθειες που λένε.
30. Αν στο μεταξύ αποκαλυφθεί μια αλήθεια σ' έναν άλλο απ' αυτούς που κάθονται, ο προηγούμενος ας σωπάσει.
31. Μπορείτε, βέβαια, ένας ένας να μεταδίδετε θείες αλήθειες όλοι σας, έτσι που όλοι να μαθαίνουν και όλοι να ενθαρρύνονται.
32. Ακόμα και των προφητών τα πνεύματα υποτάσσονται στους προφήτες.
33. Γιατί βέβαια ο Θεός δεν είναι Θεός ακαταστασίας, αλλά τάξεως.Όπως και σε όλες τις εκκλησίες των πιστών,
34. οι γυναίκες σας θα πρέπει να σιωπούν μέσα στις εκκλησίες, γιατί δεν έχει παραχωρηθεί σ' αυτές το δικαίωμα να μιλούν. Αντίθετα, όπως και ο νόμος ορίζει, πρέπει να υποτάσσονται.
35. Ακόμα κι όταν θέλουν κάτι να μάθουν, ας ρωτούν τους άντρες τους στο σπίτι τους, γιατί είναι ανάρμοστο να μιλούν οι γυναίκες στην εκκλησία.
36. Ή μήπως νομίζετε πως ο Λόγος του Θεού ξεκίνησε από σας; Ή σε σας μόνο περιορίστηκε;
37. Αν κανείς πιστεύει πως είναι κομιστής θείων μηνυμάτων ή πως καθοδηγείται από το Πνεύμα, ας τα καταλαβαίνει καλά αυτά που σας γράφω, καθότι είναι του Κυρίου εντολές.
38. Μα αν κανείς τα αγνοεί, ας τα αγνοεί.
39. Συνεπώς, αδελφοί, να επιδιώκετε με ζήλο το χάρισμα της μετάδοσης των θείων αληθειών και το μίλημα σε ξένες γλώσσες να μην το εμποδίζετε.
40. Όλα να γίνονται με ευπρέπεια και με τάξη.
_





























































































I Corinthians, Chapter 14 Ancient Greek

1. Διώκετε τὴν ἀγάπην· ζηλοῦτε δὲ τὰ πνευματικά, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε.

2. ὁ γὰρ λαλῶν γλώσσῃ οὐκ ἀνθρώποις λαλεῖ, ἀλλὰ τῷ Θεῶ· οὐδεὶς γὰρ ἀκούει, πνεύματι δὲ λαλεῖ μυστήρια·

3. ὁ δὲ προφητεύων ἀνθρώποις λαλεῖ οἰκοδομὴν καὶ παράκλησιν καὶ παραμυθίαν.

4. ὁ λαλῶν γλώσσῃ ἑαυτὸν οἰκοδομεῖ, ὁ δὲ προφητεύων ἐκκλησίαν οἰκοδομεῖ.

5. θέλω δὲ πάντας ὑμᾶς λαλεῖν γλώσσαις, μᾶλλον δὲ ἵνα προφητεύητε· μείζων γὰρ ὁ προφητεύων ἢ ὁ λαλῶν γλώσσαις, ἐκτὸς εἰ μὴ διερμηνεύῃ, ἵνα ἡ ἐκκλησία οἰκοδομὴν λάβῃ.

6. νυνὶ δέ, ἀδελφοί, ἐὰν ἔλθω πρὸς ὑμᾶς γλώσσαις λαλῶν, τί ὑμᾶς ὠφελήσω, ἐὰν μὴ ὑμῖν λαλήσω ἢ ἐν ἀποκαλύψει ἢ ἐν γνώσει ἢ ἐν προφητείᾳ ἢ ἐν διδαχῇ;

7. ὅμως τὰ ἄψυχα φωνὴν διδόντα, εἴτε αὐλὸς εἴτε κιθάρα, ἐὰν διαστολὴν τοῖς φθόγγοις μὴ δῷ, πῶς γνωσθήσεται τὸ αὐλούμενον ἢ τὸ κιθαριζόμενον;

8. καὶ γὰρ ἐὰν ἄδηλον φωνὴν σάλπιγξ δῷ, τίς παρασκευάσεται εἰς πόλεμον;

9. οὕτω καὶ ὑμεῖς διὰ τῆς γλώσσης ἐὰν μὴ εὔσημον λόγον δῶτε, πῶς γνωσθήσεται τὸ λαλούμενον; ἔσεσθε γὰρ εἰς ἀέρα λαλοῦντες.

10. τοσαῦτα εἰ τύχοι, γένη φωνῶν ἐστιν ἐν κόσμῳ, καὶ οὐδὲν αὐτῶν ἄφωνον.

11. ἐὰν οὖν μὴ εἰδῶ τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς, ἔσομαι τῷ λαλοῦντι βάρβαρος καὶ ὁ λαλῶν ἐν ἐμοὶ βάρβαρος.

12. οὕτω καὶ ὑμεῖς ἐπεὶ ζηλωταί ἐστε πνευμάτων, πρὸς τὴν οἰκοδομὴν τῆς ἐκκλησίας ζητεῖτε ἵνα περισσεύητε.

13. Διόπερ ὁ λαλῶν γλώσσῃ προσευχέσθω ἵνα διερμηνεύῃ. ἐὰν γὰρ προσεύχωμαι γλώσσῃ,

14. τὸ πνεῦμά μου προσεύχεται, ὁ δὲ νοῦς μου ἄκαρπός ἐστι.

15. τί οὖν ἐστι; προσεύξομαι τῷ πνεύματι, προσεύξομαι δὲ καὶ τῷ νοΐ· ψαλῶ τῷ πνεύματι, ψαλῶ δὲ καὶ τῷ νοΐ.

16. ἐπεὶ ἐὰν εὐλογήσῃς τῷ πνεύματι, ὁ ἀναπληρῶν τὸν τόπον τοῦ ἰδιώτου πῶς ἐρεῖ τὸ ἀμὴν ἐπὶ τῇ σῇ εὐχαριστίᾳ; ἐπειδὴ τί λέγεις οὐκ οἶδε·

17. σὺ μὲν γὰρ καλῶς εὐχαριστεῖς, ἀλλ' ὁ ἕτερος οὐκ οἰκοδομεῖται.

18. εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ μου πάντων ὑμῶν μᾶλλον γλώσσαις λαλῶν·

19. ἀλλ' ἐν ἐκκλησίᾳ θέλω πέντε λόγους διὰ τοῦ νοός μου λαλῆσαι, ἵνα καὶ ἄλλους κατηχήσω, ἢ μυρίους λόγους ἐν γλώσσῃ.

20. Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν, ἀλλὰ τῇ κακίᾳ νηπιάζετε, ταῖς δὲ φρεσὶ τέλειοι γίνεσθε.

21. ἐν τῷ νόμῳ γέγραπται ὅτι ἐν ἑτερογλώσσοις καὶ ἐν χείλεσιν ἑτέροις λαλήσω τῷ λαῷ τούτῳ, καὶ οὐδ' οὕτως εἰσακούσονταί μου, λέγει Κύριος.

22. ὥστε αἱ γλῶσσαι εἰς σημεῖόν εἰσιν οὐ τοῖς πιστεύουσιν, ἀλλὰ τοῖς ἀπίστοις· ἡ δὲ προφητεία οὐ τοῖς ἀπίστοις, ἀλλὰ τοῖς πιστεύουσιν.

23. Ἐὰν οὖν συνέλθῃ ἡ ἐκκλησία ὅλη ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πάντες γλώσσαις λαλῶσιν, εἰσέλθωσι δὲ ἰδιῶται ἢ ἄπιστοι, οὐκ ἐροῦσιν ὅτι μαίνεσθε;

24. ἐὰν δὲ πάντες προφητεύωσιν, εἰσέλθῃ δέ τις ἄπιστος ἢ ἰδιώτης, ἐλέγχεται ὑπὸ πάντων, ἀνακρίνεται ὑπὸ πάντων,

25. καὶ οὕτω τὰ κρυπτὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ φανερὰ γίνεται· καὶ οὕτω πεσὼν ἐπὶ πρόσωπον προσκυνήσει τῷ Θεῷ, ἀπαγγέλλων ὅτι ὁ Θεὸς ὄντως ἐν ὑμῖν ἐστι.

26. Τί οὖν ἐστιν, ἀδελφοί; ὅταν συνέρχησθε, ἕκαστος ὑμῶν ψαλμὸν ἔχει, διδαχὴν ἔχει, γλῶσσαν ἔχει, ἀποκάλυψιν ἔχει, ἑρμηνείαν ἔχει· πάντα πρὸς οἰκοδομὴν γινέσθω.

27. εἴτε γλώσσῃ τις λαλεῖ, κατὰ δύο ἢ τὸ πλεῖστον τρεῖς, καὶ ἀνὰ μέρος, καὶ εἷς διερμηνευέτω·

28. ἐὰν δὲ μὴ ᾖ διερμηνευτής, σιγάτω ἐν ἐκκλησίᾳ, ἑαυτῷ δὲ λαλείτω καὶ τῷ Θεῷ.

29. προφῆται δὲ δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν, καὶ οἱ ἄλλοι διακρινέτωσαν·

30. ἐὰν δὲ ἄλλῳ ἀποκαλυφθῇ καθημένῳ, ὁ πρῶτος σιγάτω.

31. δύνασθε γὰρ καθ' ἕνα πάντες προφητεύειν, ἵνα πάντες μανθάνωσι καὶ πάντες παρακαλῶνται·

32. καὶ πνεύματα προφητῶν προφήταις ὑποτάσσεται·

33. οὐ γάρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλ' εἰρήνης.

34. Ὡς ἐν πάσαις ταῖς ἐκκλησίαις τῶν ἁγίων, αἱ γυναῖκες ὑμῶν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν· οὐ γὰρ ἐπιτέτραπται αὐταῖς λαλεῖν, ἀλλ' ὑποτάσσεσθαι, καθὼς καὶ ὁ νόμος λέγει.

35. εἰ δέ τι μαθεῖν θέλουσιν, ἐν οἴκῳ τοὺς ἰδίους ἄνδρας ἐπερωτάτωσαν· αἰσχρὸν γάρ ἐστι γυναιξὶν ἐν ἐκκλησίᾳ λαλεῖν.

36. ἢ ἀφ' ὑμῶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθεν, ἢ εἰς ὑμᾶς μόνους κατήντησεν;

37. Εἴ τις δοκεῖ προφήτης εἶναι ἢ πνευματικός, ἐπιγινωσκέτω ἃ γράφω ὑμῖν, ὅτι τοῦ Κυρίου εἰσὶν ἐντολαί·

38. εἰ δέ τις ἀγνοεῖ, ἀγνοείτω.

39. Ὥστε, ἀδελφοί, ζηλοῦτε τὸ προφητεύειν, καὶ τὸ λαλεῖν γλώσσαις μὴ κωλύετε·

40. πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω.

 































































































I Corinthians, Chapter 14 (KJV)

1. Follow after charity, and desire spiritual gifts , but rather that ye may prophesy.
2. For he that speaketh in an unknown tongue speaketh not unto men, but unto God: for no man understandeth him ; howbeit in the spirit he speaketh mysteries.
3. But he that prophesieth speaketh unto men to edification, and exhortation, and comfort.
4. He that speaketh in an unknown tongue edifieth himself; but he that prophesieth edifieth the church.
5.  I would that ye all spake with tongues, but rather that ye prophesied: for greater is he that prophesieth than he that speaketh with tongues, except he interpret, that the church may receive edifying.
6.  Now, brethren, if I come unto you speaking with tongues, what shall I profit you, except I shall speak to you either by revelation, or by knowledge, or by prophesying, or by doctrine?
7. And even things without life giving sound, whether pipe or harp, except they give a distinction in the sounds, how shall it be known what is piped or harped?
8. For if the trumpet give an uncertain sound, who shall prepare himself to the battle?
9. So likewise ye, except ye utter by the tongue words easy to be understood, how shall it be known what is spoken? for ye shall speak into the air.
10.  There are, it may be, so many kinds of voices in the world, and none of them is without signification.
11. Therefore if I know not the meaning of the voice, I shall be unto him that speaketh a barbarian, and he that speaketh shall be a barbarian unto me.
12. Even so ye, forasmuch as ye are zealous of spiritual gifts , seek that ye may excel to the edifying of the church.
13. Wherefore let him that speaketh in an unknown tongue pray that he may interpret.
14. For if I pray in an unknown tongue, my spirit prayeth, but my understanding is unfruitful.
15. What is it then? I will pray with the spirit, and I will pray with the understanding also: I will sing with the spirit, and I will sing with the understanding also.
16. Else when thou shalt bless with the spirit, how shall he that occupieth the room of the unlearned say Amen at thy giving of thanks, seeing he understandeth not what thou sayest?
17. For thou verily givest thanks well, but the other is not edified.
18. I thank my God, I speak with tongues more than ye all:
19. Yet in the church I had rather speak five words with my understanding, that by my voice I might teach others also, than ten thousand words in an unknown tongue.
20. Brethren, be not children in understanding: howbeit in malice be ye children, but in understanding be men.
21. In the law it is written, With men of other tongues and other lips will I speak unto this people; and yet for all that will they not hear me, saith the Lord.
22. Wherefore tongues are for a sign, not to them that believe, but to them that believe not: but prophesying serveth not for them that believe not, but for them which believe.
23. If therefore the whole church be come together into one place, and all speak with tongues, and there come in those that are unlearned, or unbelievers, will they not say that ye are mad?
24. But if all prophesy, and there come in one that believeth not, or one unlearned, he is convinced of all, he is judged of all:
25. And thus are the secrets of his heart made manifest; and so falling down on his face he will worship God, and report that God is in you of a truth.
26. How is it then, brethren? when ye come together, every one of you hath a psalm, hath a doctrine, hath a tongue, hath a revelation, hath an interpretation. Let all things be done unto edifying.
27. If any man speak in an unknown tongue, let it be by two, or at the most by three, and that by course; and let one interpret.
28. But if there be no interpreter, let him keep silence in the church; and let him speak to himself, and to God.
29.  Let the prophets speak two or three, and let the other judge.
30. If any thing be revealed to another that sitteth by, let the first hold his peace.
31. For ye may all prophesy one by one, that all may learn, and all may be comforted.
32. And the spirits of the prophets are subject to the prophets.
33. For God is not the author of confusion, but of peace, as in all churches of the saints.
34. Let your women keep silence in the churches: for it is not permitted unto them to speak; but they are commanded  to be under obedience, as also saith the law.
35. And if they will learn any thing, let them ask their husbands at home: for it is a shame for women to speak in the church.
36. What? came the word of God out from you? or came it unto you only?
37. If any man think himself to be a prophet, or spiritual, let him acknowledge that the things that I write unto you are the commandments of the Lord.
38. But if any man be ignorant, let him be ignorant.
39. Wherefore, brethren, covet to prophesy, and forbid not to speak with tongues.
40. Let all things be done decently and in order.
_