I
Corinthians, Chapter 15 Modern Greek
01 ΣΑΣ φανερώνω δε,
αδελφοί, το ευαγγέλιον το οποίον εκήρυξα προς εσάς, το οποίον και παρελάβετε,
εις το οποίον και ίστασθε
02 διά του οποίου
και σώζεσθε τίνι τρόπω σας εκήρυξα αυτό, αν φυλάττητε αυτό εκτός
εάν επιστεύσατε ματαίως.
03 Διότι παρέδωκα
εις εσάς εν πρώτοις εκείνο, το οποίον και παρέλαβον, ότι ο Χριστός απέθανε
διά τας αμαρτίας ημών κατά τας γραφάς
04 και ότι ετάφη,
και ότι ανέστη την τρίτην ημέραν, κατά τας γραφάς
05 και ότι εφάνη εις
τον Κηφάν, έπειτα εις τους δώδεκα
06 μετά ταύτα εφάνη
εις πεντακοσίους και επέκεινα αδελφούς διά μιάς, εκ των οποίων οι πλειότεροι
μένουσιν έως τώρα, τινές δε και εκοιμήθησαν
07 έπειτα εφάνη εις
τον Ιάκωβον, έπετα εις πάντας τους αποστόλους
08 τελευταίον δε πάντων,
εφάνη και εις εμέ, ως εις έκτρωμα.
09 Διότι εγώ είμαι
ο ελάχιστος των αποστόλων όστις δεν είμαι άξιος να ονομάζωμαι απόστολος,
διότι κατεδίωξα την εκκλησίαν του Θεού.
10 Αλλά χάριτι Θεού
είμαι ό,τι είμαι και η εις εμέ χάρις αυτού δεν έγεινε ματαία, αλλά
περισσότερον αυτών πάντων εκοπίασα πλήν ουχί εγώ, αλλ' η χάρις του
Θεού, η μετ' εμού.
11 Είτε λοιπόν εγώ,
είτε εκείνοι, ούτω κηρύττομεν, και ούτως επιστεύσατε.
12 Εάν δε ο Χριστός
κηρύττηται ότι ανέστη εκ νεκρών, πως τινές μεταξύ σας λέγουσιν, ότι ανάστασις
νεκρών δεν είναι;
13 Και εάν ανάστασις
νεκρών δεν ήναι, ουδ' ο Χριστός ανέστη
14 και αν ο Χριστός
δεν ανέστη, μάταιον άρα είναι το κήρυγμα ημών, ματαία δε και η πίστις σας
15 ευρισκόμεθα δε
και ψευδομάρτυρες του Θεού, διότι εμαρτυρήσαμεν περί του Θεού, ότι ανέστησε
τον Χριστόν τον οποίον δεν ανέστησεν, εάν καθ' υπόθεσιν δεν ανασταίνωνται
νεκροί.
16 Διότι εάν δεν ανασταίνωνται
νεκροί, ουδ' ο Χριστός ανέστη.
17 Αλλ' εάν ο Χριστός
δεν ανέστη, ματαία η πίστις σας έτι είσθε εν ταις αμαρτίαις υμών.
18 Άρα και οι
κοιμηθέντες εν Χριστώ απωλέσθησαν.
19
Εάν εν ταύτη τη ζωή μόνον ελπίζωμεν εις τον Χριστόν, είμεθα ελεεινότεροι
πάντων των ανθρώπων.
20 Αλλά τώρα ο Χριστός
ανέστη εκ νεκρών έγεινεν απαρχή των κεκοιμημένων.
21 Διότι επειδή ο
θάνατος ήλθε δι' ανθρώπου, ούτω και δι' ανθρώπου η ανάστασις των νεκρών.
22 Επειδή καθώς πάντες
αποθνήσκουσιν εν τω Αδάμ, ούτω και πάντες θέλουσι ζωοποιηθή εν τω Χριστώ
23 έκαστος όμως κατά
την ιδίαν αυτού τάξιν ο Χριστός είναι η απαρχή, έπειτα όσοι είναι
του Χριστού, εν τη παρουσία αυτού
24 ύστερον θέλει είσθαι
το τέλος, όταν παραδώση την βασιλείαν εις τον Θεόν και Πατέρα όταν
καταργήση πάσαν αρχήν και πάσαν εξουσίαν και δύναμιν.
25
Διότι πρέπει να βασιλεύη, εωσού θέση πάντας τους εχθρούς υπό τους πόδας
αυτού Ψαλμ.ρι'.1,
Ματθ.κβ'.41,
Πραξ.β'.34,
Εφεσ.α'.20,
Εβρ.α'.3
26 έσχατος εχθρός
καταργείται ο θάνατος.
27 Διότι "πάντα υπέταξεν
υπό τους πόδας αυτού" όταν δε είπη ότι πάντα είναι υποτεταγμένα,
φανερόν ότι εξαιρείται ο υποτάξας εις αυτόν τα πάντα.
28 Όταν δε υποταχθώσιν
εις αυτόν τα πάντα, τότε και αυτός ο Υιός θέλει υποταχθή εις τον υποτάξαντα
εις αυτόν τα πάντα, διά να ήναι ο Θεός τα πάντα εν πάσι.
29 επειδή τι θέλουσι
κάμει οι βαπτιζόμενοι υπέρ των νεκρών; εάν τωόντι οι νεκροί δεν ανασταίνωνται,
διά τι και βαπτίζονται υπέρ των νεκρών;
30 Διά τι και ημείς
κινδυνεύομεν πάσαν ώραν;
31 Καθ' ημέραν αποθνήσκω
μα την εις εσάς καύχησίν μου, την οποίαν έχω εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.
32 Εάν κατά άνθρωπον
επολέμησα με θηρία εν Εφέσω, τι το όφελος εις εμέ, αν οι νεκροί δεν ανασταίνωνται;
"ας φάγωμεν και ας πίωμεν διότι αύριον αποθνήσκομεν."
33 Μη πλανάσθε
"Φθείρουσι τα καλά ήθη αι κακαί συναναστροφαί."
34 Συνέλθετε εις εαυτούς
κατά το δίκαιον, και μη αμαρτάνετε διότι τινές έχουσιν αγνωσίαν Θεού
προς εντροπήν σας λέγω τούτο.
35
Αλλά θέλει τις ειπεί, Πως ανασταίνονται οι νεκροί; και με ποίον σώμα έρχονται;
36 Άφρον, εκείνο
το οποίον συ σπείρεις, δεν ζωογονείται, εάν δεν αποθάνη.
37 Και εκείνο το οποίον
σπείρεις, δεν σπείρεις το σώμα το οποίον μέλλει να γείνη, αλλά γυμνόν κόκκον,
σίτου τυχόν, ή τινός των λοιπών.
38 Ο δε Θεός δίδει
εις αυτό σώμα καθώς ηθέλησε, και εις έκαστον των σπερμάτων το ιδιαίτερον
αυτού σώμα.
39 Πάσα σάρξ δεν είναι
η αυτή σάρξ αλλά άλλη μεν σάρξ των ανθρώπων, άλλη δε σάρξ των κτηνών,
άλλη δε των ιχθύων, και άλλη των πτηνών.
40 Είναι και σώματα
επουράνια, και σώματα επίγεια πλην άλλη μεν η δόξα των επουρανίων,
άλλη δε η των επιγείων.
41 Άλλη δόξα
είναι του ηλίου, και άλλη δόξα της σελήνης, και άλλη δόξα των αστέρων
διότι αστήρ διαφέρει αστέρος κατά την δόξαν.
42 Ούτω και η ανάστασις
των νεκρών σπείρεται εν φθορά, ανίσταται εν αφθασία
43 σπείρεται εν ατιμία,
ανίσταται εν δόξη σπείρεται εν ασθενεία, ανίσταται εν δυνάμει
44 σπείρεται σώμα
ζωϊκόν, ανίσταται σώμα πνευματικόν. Είναι σώμα ζωϊκόν, και είναι σώμα πνευματικόν.
45 Ούτως είναι και
γεγραμμένον, Ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ "έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν" ο έσχατος
Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν.
46 Πλήν ουχί πρώτον
το πνευματικόν, αλλά το ζωϊκόν, έπειτα το πνευματικόν.
47 Ο πρώτος άνθρωπος
είναι εκ της γης, χοϊκός ο δεύτερος άνθρωπος, ο Κύριος εξ ουρανού.
48 Οποίος ο χοϊκός,
τοιούτοι και οι χοϊκοί και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι.
49 Και καθώς εφορέσαμεν
την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου.
50 Τούτο δε λέγω,
αδελφοί, ότι σάρξ και αίμα βασιλείαν Θεού δεν δύνανται να κληρονομήσωσιν,
ουδέ η φθορά κληρονομεί την αφθαρσίαν.
51 Ιδού, μυστήριον
λέγω προς εσάς πάντες μεν δεν θέλομεν κοιμηθή, πάντες όμως θέλομεν
μεταμορφωθή,
52 εν μιά στιγμή,
εν ριπή οφθαλμού, εν τη εσχάτη σάλπιγγι διότι θέλει σαλπίσει, και οι νεκροί
θέλουσιν αναστηθή άφθαρτοι, και ημείς θέλομεν μεταμορφωθή.
53 Διότι πρέπει το
φθαρτόν τούτο να ενδυθή αφθαρσίαν, και το θνητόν τούτο να ενδυθή αθανασίαν.
54 Όταν δε το
φθαρτόν τούτο ενδυθή αφθαρσίαν, και το θνητόν τούτο ενδυθή αθανασίαν, τότε
θέλει γείνει ο λόγος ο γεγραμμένος "Κατεπόθη ο θάνατος εν νίκη."
55 "Που, θάνατε, το
κέντρον σου; που, άδη, η νίκη σου;"
56 Το δε κέντρον του
θανάτου είναι η αμαρτία και η δύναμις της αμαρτίας ο νόμος.
57 Αλλά χάρις εις
τον Θεόν, όστις δίδει εις ημάς την νίκην διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
58 Ώστε, αδελφοί
μου αγαπητοί, γίνεσθε στερεοί, αμετακίνητοι, περισσεύοντες πάντοτε εις
το έργον του Κυρίου, γινώσκοντες ότι ο κόπος σας δεν είναι μάταιος εν Κυρίω.
_
I
Corinthians, Chapter 15 Demotic Greek
1. Σας υπενθυμίζω ακόμα,
αδελφοί, το χαρμόσυνο άγγελμα που σας μετέδωσα, το οποίο και αποδεχτήκατε
και στο οποίο παραμένετε.
2. Μέσω του οποίου και
σώζεστε, αν φυσικά το κατέχετε έτσι όπως σας το μετέδωσα, εκτός πια αν
πιστέψατε άσκοπα.
3. Γιατί, βέβαια, σας παρέδωσα
από την αρχή κιόλας εκείνο το οποίο και παρέλαβα, ότι δηλαδή ο Χριστός
πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές,
4. και ότι ενταφιάστηκε
και ότι έχει αναστηθεί την τρίτη μέρα σύμφωνα με τις Γραφές.
5. Και ότι εμφανίστηκε
στον Κηφά· μετά στους Δώδεκα.
6. Κατόπιν εμφανίστηκε
σε περισσότερους από πεντακόσιους αδελφούς συγχρόνως, από τους οποίους
οι πιο πολλοί ζουν ως και σήμερα, μα υπάρχουν και μερικοί που έχουν πεθάνει.
7. Έπειτα εμφανίστηκε στον
Ιάκωβο. Μετά σε όλους τους αποστόλους.
8. Και τελευταία απ' όλους,
σαν σε έκτρωμα, εμφανίστηκε και σε μένα.
9. Γιατί εγώ είμαι πραγματικά
ο τελευταίος ανάμεσα στους αποστόλους, που δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι
απόστολος, διότι κατέτρεξα την εκκλησία του Θεού.
10. Και ό,τι είμαι τώρα,
το οφείλω στη χάρη του Θεού και μόνο, και η χάρη του αυτή σε μένα δεν πήγε
χαμένη αλλά κοπίασα περισσότερο απ' όλους αυτούς, όχι βέβαια εγώ, αλλά
η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου,
11. Είτε εγώ, λοιπόν, είτε
εκείνοι, αυτά ακριβώς κηρύττουμε και αυτά είναι που πιστέψατε.
12. Κι αφού κηρύττεται
το γεγονός ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί από τους νεκρούς, πώς ισχυρίζονται
μερικοί από ανάμεσά σας ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών;
13. Μα αν δεν υπάρχει ανάσταση
νεκρών, τότε δεν έχει αναστηθεί ούτε ο Χριστός!
14. Κι αν ο Χριστός δεν
έχει αναστηθεί, τότε είναι χωρίς νόημα το κήρυγμά μας, άσκοπη είναι και
η πίστη σας!
15. Γινόμαστε επιπλέον
και ψευδομάρτυρες ενώπιον του Θεού, επειδή διαβεβαιώσαμε ψευδώς γι' αυτόν
ότι ανέστησε το Χριστό, τον οποίο δεν ανέστησε, αν φυσικά ήταν αλήθεια
ότι οι νεκροί δεν ανασταίνονται.
16. Γιατί, αν πράγματι
οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τότε δεν έχει αναστηθεί ούτε ο Χριστός!
17. Κι αν ο Χριστός δεν
έχει αναστηθεί, πάει χαμένη η πίστη σας. Ζείτε ακόμα μέσα στις αμαρτίες
σας!
18. Συνεπώς κι εκείνοι
που πέθαναν μετά που πίστεψαν στο Χριστό, χάθηκαν!
19. Αν την ελπίδα μας στο
Χριστό την έχουμε περιορίσει μέσα στα όρια αυτής της ζωής μονάχα, είμαστε
οι δυστυχέστεροι απ' όλους τους ανθρώπους.
20. Μα το γεγονός είναι
ότι ο Χριστός έχει αναστηθεί από τους νεκρούς. Έκανε την αρχή για την ανάσταση
των νεκρών.
21. Επειδή πραγματικά ο
θάνατος ήρθε στον κόσμο μέσω του ανθρώπου, γι' αυτό και μέσω ανθρώπου εξασφαλίζεται
και η ανάσταση των νεκρών.
22. Γιατί, ακριβώς όπως
πεθαίνουν όλοι οι άνθρωποι εξαιτίας του Αδάμ, έτσι και χάρη στον Χριστό
θα αποκτήσουν ζωή όλοι.
23. Ο καθένας όμως με τη
δική του τη σειρά. Την αρχή την έκανε ο Χριστός. Κατόπιν ακολουθούν εκείνοι
που ανήκουν στο Χριστό, την ημέρα της παρουσίας του.
24. Έπειτα θα έρθει το
τέλος, όταν παραδώσει τη βασιλεία στο Θεό και Πατέρα, αφού πρώτα καταργήσει
κάθε αρχή και κάθε εξουσία και κάθε δύναμη.
25. Γιατί πρέπει αυτός
να βασιλεύει, μέχρι που να καθυποτάξει όλους τους εχθρούς.
26. Ο τελευταίος εχθρός
που καταργείται, είναι ο θάνατος.
27. Γιατί, λέει η Γραφή:
«Τα πάντα τα καθυπόταξε σ' αυτόν». Κι όταν λέει πως «τα πάντα έχουν υποταχθεί»,
είναι φανερό πως δε συμπεριλαμβάνεται εκείνος που υπέταξε σ' αυτόν τα πάντα.
28. Όταν, λοιπόν, υποταχθούν
τα πάντα σ' αυτόν, τότε κι αυτός ο ίδιος ο Γιος θα υποταχθεί σ' εκείνον
που έθεσε τα πάντα στην εξουσία του, έτσι που όλες τις εξουσίες, πάνω σε
όλα, να τις συγκεντρώσει ο Θεός στη δική του απόλυτη κυριαρχία.
29. Κι έπειτα, τι θα πετύχουν
αυτοί που βαφτίζονται αφού θα μείνουν για πάντα νεκροί; Αν, μ' άλλα λόγια,
οι νεκροί πράγματι δεν ανασταίνονται, τότε τι νόημα έχει να βαφτίζονται
αφού έτσι κι αλλιώς θα μείνουν νεκροί;
30. Μα κι εμείς ακόμα,
γιατί να διακινδυνεύουμε τη ζωή μας κάθε ώρα;
31. Κάνω όρκο στην καύχηση
που έχω για σας, ότι κάθε μέρα εκτίθεμαι στο θάνατο σαν υπηρέτης του Ιησού
Χριστού του Κυρίου μας.
32. Αν για τούτη την επίγεια
ζωή του ανθρώπου ήταν που πάλαιψα με τα θηρία στην Έφεσο, τότε ποιο υπήρξε
το όφελος για μένα; Αν οι νεκροί δεν ανασταίνονται, τότε, όπως λέει ο κόσμος:
«Ας φάμε και ας πιούμε, αφού έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε»!
33. Μη γελιέστε! «Καταστρέφουν
τον καλό χαρακτήρα οι κακές συναναστροφές».
34. Ελάτε ξανά στα λογικά
σας και μην αμαρτάνετε. Γιατί πράγματι μερικοί από σας έχουν λαθεμένη αντίληψη
για το Θεό, και σας το λέω για να σας κάνω να ντραπείτε γι' αυτό.
35. Αλλά ίσως ρωτήσει κάποιος:
«Πώς ανασταίνονται οι νεκροί και με τι είδους σώμα επανέρχονται στη ζωή;
36. Ανόητε! Εκείνο που
σπέρνεις εσύ, δεν αποκτά ζωή, αν πρώτα δεν πεθάνει.
37. Κι όταν σπέρνεις κάτι,
δε σπέρνεις το σώμα του φυτού, όπως αυτό θα γίνει μετά που φυτρώσει, αλλά
ένα γυμνό κόκκο σιταριού, λόγου χάρη, ή κάποιου από τα άλλα φυτά.
38. Και σ' αυτό ο Θεός
δίνει το σώμα που ο ίδιος προκαθόρισε. Και σε κάθε είδος σπόρου δίνει το
δικό του ξεχωριστό σώμα.
39. Όλα τα δημιουργήματα
δεν είναι όμοια, αλλά διαφορετική είναι η κατασκευή των ανθρώπων, διαφορετική
η κατασκευή των ζώων, διαφορετική των ψαριών και διαφορετική των πτηνών.
40. Υπάρχουν επίσης σώματα
ουράνια και σώματα επίγεια, αλλά είναι διαφορετική η λαμπρότητα των ουράνιων
σωμάτων και διαφορετική των επίγειων.
41. Άλλη είναι η λαμπρότητα
του ήλιου, άλλη της σελήνης και άλλη η λαμπρότητα των άστρων. Μα ακόμα
και άστρο από άστρο διαφέρει σε λαμπρότητα.
42. Το ίδιο ισχύει και
για την ανάσταση των νεκρών. Σπέρνεται σώμα φθαρτό, ανασταίνεται σώμα άφθαρτο.
43. Σπέρνεται καταφρονημένο
ανασταίνεται ένδοξο. Σπέρνεται αδύνατο, ανασταίνεται δυνατό.
44. Σπέρνεται σώμα φυσικό,
ανασταίνεται σώμα πνευματικό. Υπάρχει σώμα φυσικό αλλά υπάρχει και σώμα
πνευματικό.
45. Άλλωστε, έτσι λέει
και η Γραφή: «Ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, μεταβλήθηκε σε ζωντανή ψυχή»,
ο τελευταίος Αδάμ, ο Χριστός, σε πνεύμα που παρέχει ζωή.
46. Δεν προηγείται όμως
το πνευματικό αλλά το φυσικό. Κατόπιν ακολουθεί το πνευματικό.
47. Ο πρώτος άνθρωπος είναι
από τη γη, χωματένιος. Ο δεύτερος άνθρωπος είναι ο Κύριος από τον ουρανό.
48. Όποιας φύσης υπήρξε
ο χωματένιος, τέτοιας φύσης είναι και οι χωματένιοι. Και όποιας φύσης είναι
ο επουράνιος, τέτοιας φύσης είναι και οι επουράνιοι.
49. Και όπως ντυθήκαμε
τη μορφή του χωματένιου, έτσι θα ντυθούμε και τη μορφή του επουράνιου.
50. Και εννοώ τούτο αδελφοί:
Ότι σάρκα και αίμα δεν μπορούν να κληρονομήσουν τη βασιλεία του Θεού, ούτε
το φθαρτό κληρονομεί την αφθαρσία.
51. Να, τώρα σας λέω ένα
μυστήριο: Όλοι δε θα πεθάνουμε, όμως όλοι θα μεταμορφωθούμε
52. εντελώς ξαφνικά, όσο
παίρνει να ανοιγοκλείσει το μάτι, όταν ηχήσει η τελευταία σάλπιγγα. Γιατί
θα ηχήσει η σάλπιγγα και οι νεκροί θα αναστηθούν άφθαρτοι, κι εμείς, όσοι
ζούμε, θα μεταμορφωθούμε.
53. Γιατί είναι πράγματι
αναγκαίο, το φθαρτό τούτο σώμα να αποκτήσει αφθαρσία, και το θνητό τούτο
σώμα να αποκτήσει αθανασία.
54. Όταν, λοιπόν, το φθαρτό
τούτο σώμα αποκτήσει αφθαρσία και το θνητό τούτο σώμα αποκτήσει αθανασία,
τότε θα εκπληρωθεί η προφητεία της Γραφής: «Καταποντίστηκε ολότελα ο θάνατος,
πέρα για πέρα νικημένος.
55. Πού είναι θάνατε το
κεντρί σου; Πού είναι Άδη η νίκη σου;».
56. Το κεντρί, λοιπόν,
του θανάτου είναι η αμαρτία και η ισχύς της αμαρτίας στηρίζεται στο νόμο.
57. Ας ευχαριστούμε, όμως,
το Θεό, που μας δίνει τη νίκη μέσω του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
58. Έτσι, λοιπόν, αδελφοί
μου αγαπητοί, φροντίστε να σταθεροποιείστε συνεχώς στην πίστη, να μένετε
αμετακίνητοι σ' αυτήν και να αναπτύσσεστε στο έργο του Κυρίου πάντοτε,
ξέροντας πως ο κόπος σας δεν πάει χαμένος με τη βοήθεια του Κυρίου.
_
I Corinthians, Chapter 15 Ancient Greek
1. Γνωρίζω δὲ
ὑμῖν, ἀδελφοί,
τὸ εὐαγγέλιον
ὃ εὐηγγελισάμην
ὑμῖν, ὃ καὶ
παρελάβετε, ἐν
ᾧ καὶ ἑστήκατε,
2. δι' οὗ καὶ
σώζεσθε, τίνι
λόγῳ
εὐηγγελισάμην
ὑμῖν εἰ
κατέχετε,
ἐκτὸς εἰ μὴ
εἰκῆ
ἐπιστεύσατε.
3. παρέδωκα γὰρ
ὑμῖν ἐν
πρώτοις, ὃ καὶ
παρέλαβον, ὅτι
Χριστὸς
ἀπέθανεν ὑπὲρ
τῶν ἁμαρτιῶν
ἡμῶν κατὰ τὰς
γραφάς,
4. καὶ ὅτι
ἐτάφη, καὶ ὅτι
ἐγήγερται τῇ
τρίτῃ ἡμέρᾳ κατὰ
τὰς γραφάς,
5. καὶ ὅτι ὤφθη
Κηφᾷ, εἶτα τοῖς
δώδεκα·
6. ἔπειτα ὤφθη
ἐπάνω
πεντακοσίοις
ἀδελφοῖς
ἐφάπαξ, ἐξ ὧν
οἱ πλείους
μένουσιν ἕως
ἄρτι, τινὲς δὲ
καὶ
ἐκοιμήθησαν·
7. ἔπειτα ὤφθη
Ἰακώβῳ, εἶτα
τοῖς
ἀποστόλοις
πᾶσιν·
8. ἔσχατον δὲ
πάντων
ὡσπερεὶ τῷ
ἐκτρώματι
ὤφθη κἀμοί.
9. ἐγὼ γάρ εἰμι
ὁ ἐλάχιστος
τῶν ἀποστόλων,
ὃς οὐκ εἰμὶ
ἱκανὸς
καλεῖσθαι
ἀπόστολος,
διότι ἐδίωξα
τὴν ἐκκλησίαν
τοῦ Θεοῦ·
10. χάριτι δὲ
Θεοῦ εἰμι ὅ
εἰμι· καὶ ἡ
χάρις αὐτοῦ ἡ εἰς
ἐμὲ οὐ κενὴ
ἐγενήθη, ἀλλὰ
περισσότερον
αὐτῶν πάντων
ἐκοπίασα, οὐκ
ἐγὼ δέ, ἀλλ' ἡ
χάρις τοῦ Θεοῦ
ἡ σὺν ἐμοί.
11. εἴτε οὖν ἐγὼ
εἴτε ἐκεῖνοι,
οὕτω
κηρύσσομεν
καὶ οὕτως
ἐπιστεύσατε.
12. Εἰ δὲ
Χριστὸς
κηρύσσεται
ὅτι ἐκ νεκρῶν
ἐγήγερται, πῶς
λέγουσί τινες
ἐν ὑμῖν ὅτι
ἀνάστασις
νεκρῶν οὐκ
ἔστιν;
13. εἰ δὲ
ἀνάστασις
νεκρῶν οὐκ
ἔστιν, οὐδὲ
Χριστὸς ἐγήγερται·
14. εἰ δὲ
Χριστὸς οὐκ
ἐγήγερται,
κενὸν ἄρα καὶ
τὸ κήρυγμα
ἡμῶν, κενὴ δὲ
καὶ ἡ πίστις
ὑμῶν.
15. εὑρισκόμεθα
δὲ καὶ
ψευδομάρτυρες
τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν
κατὰ τοῦ Θεοῦ
ὅτι ἤγειρε τὸν
Χριστόν, ὃν οὐκ
ἤγειρεν, εἴπερ
ἄρα νεκροὶ οὐκ
ἐγείρονται·
16. εἰ γὰρ
νεκροὶ οὐκ
ἐγείρονται,
οὐδὲ Χριστὸς
ἐγήγερται.
17. εἰ δὲ
Χριστὸς οὐκ
ἐγήγερται,
ματαία ἡ
πίστις ὑμῶν·
ἔτι ἐστὲ ἐν
ταῖς
ἁμαρτίαις
ὑμῶν.
18. ἄρα καὶ οἱ
κοιμηθέντες
ἐν Χριστῷ
ἀπώλοντο.
19. εἰ ἐν τῇ ζωῇ
ταύτῃ
ἠλπικότες
ἐσμὲν ἐν
Χριστῷ μόνον,
ἐλεεινότεροι
πάντων
ἀνθρώπων
ἐσμέν.
20. Νυνὶ δὲ
Χριστὸς
ἐγήγερται ἐκ
νεκρῶν, ἀπαρχὴ
τῶν
κεκοιμημένων
ἐγένετο.
21. ἐπειδὴ γὰρ
δι' ἀνθρώπου ὁ
θάνατος, καὶ δι'
ἀνθρώπου
ἀνάστασις
νεκρῶν.
22. ὥσπερ γὰρ ἐν
τῷ Ἀδὰμ πάντες
ἀποθνήσκουσιν,
οὕτω καὶ ἐν τῷ
Χριστῷ πάντες
ζωοποιηθήσονται.
23. ἕκαστος δὲ
ἐν τῷ ἰδίῳ
τάγματι·
ἀπαρχὴ
Χριστός, ἔπειτα
οἱ Χριστοῦ ἐν
τῇ παρουσίᾳ
αὐτοῦ·
24. εἶτα τὸ
τέλος, ὅταν
παραδῷ τὴν
βασιλείαν τῷ
Θεῷ καὶ Πατρί,
ὅταν καταργήσῃ
πᾶσαν ἀρχὴν
καὶ πᾶσαν
ἐξουσίαν καὶ
δύναμιν.
25. δεῖ γὰρ
αὐτὸν
βασιλεύειν
ἄχρις οὗ ἂν θῇ
πάντας τοὺς
ἐχθροὺς ὑπὸ
τοὺς πόδας
αὐτοῦ.
26. ἔσχατος
ἐχθρὸς
καταργεῖται ὁ
θάνατος·
27. πάντα γὰρ
ὑπέταξεν ὑπὸ
τοὺς πόδας
αὐτοῦ. ὅταν δὲ
εἴπῃ ὅτι πάντα
ὑποτέτακται,
δῆλον ὅτι
ἐκτὸς τοῦ
ὑποτάξαντος
αὐτῷ τὰ πάντα.
28. ὅταν δὲ
ὑποταγῇ αὐτῷ
τὰ πάντα, τότε
καὶ αὐτὸς ὁ υἱὸς
ὑποταγήσεται
τῷ ὑποτάξαντι
αὐτῷ τὰ πάντα,
ἵνα ᾖ ὁ Θεὸς τὰ
πάντα ἐν πᾶσιν.
29. Ἐπεὶ τί
ποιήσουσιν οἱ
βαπτιζόμενοι
ὑπὲρ τῶν νεκρῶν,
εἰ ὅλως νεκροὶ
οὐκ ἐγείρονται;
τί καὶ
βαπτίζονται
ὑπὲρ τῶν
νεκρῶν;
30. τί καὶ ἡμεῖς
κινδυνεύομεν
πᾶσαν ὥραν;
31. καθ' ἡμέραν
ἀποθνήσκω, νὴ
τὴν ὑμετέραν
καύχησιν ἣν
ἔχω ἐν Χριστῷ
Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ
ἡμῶν.
32. εἰ κατὰ
ἄνθρωπον
ἐθηριομάχησα
ἐν Ἐφέσῳ, τί μοι
τὸ ὄφελος; εἰ
νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται,
φάγωμεν καὶ
πίωμεν, αὔριον
γὰρ ἀποθνήσκομεν.
33. μὴ πλανᾶσθε·
φθείρουσιν
ἤθη χρηστὰ
ὁμιλίαι κακαί.
34. ἐκνήψατε
δικαίως καὶ μὴ
ἁμαρτάνετε·
ἀγνωσίαν γὰρ
Θεοῦ τινες
ἔχουσι· πρὸς
ἐντροπὴν ὑμῖν
λέγω.
35. Ἀλλ' ἐρεῖ τις·
πῶς
ἐγείρονται οἱ
νεκροί; ποίῳ δὲ
σώματι
ἔρχονται;
36. ἄφρον, σὺ ὃ
σπείρεις, οὐ
ζωοποιεῖται
ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ·
37. καὶ ὃ
σπείρεις, οὐ τὸ
σῶμα τὸ
γενησόμενον
σπείρεις, ἀλλὰ
γυμνὸν κόκκον,
εἰ τύχοι σίτου
ἤ τινος τῶν λοιπῶν·
38. ὁ δὲ Θεὸς
αὐτῷ δίδωσι
σῶμα καθὼς
ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ
τῶν σπερμάτων
τὸ ἴδιον σῶμα.
39. οὐ πᾶσα σὰρξ
ἡ αὐτὴ σάρξ,
ἀλλὰ ἄλλη μὲν
ἀνθρώπων, ἄλλη
δὲ σὰρξ κτηνῶν,
ἄλλη δὲ ἰχθύων,
ἄλλη δὲ πετεινῶν.
40. καὶ σώματα
ἐπουράνια, καὶ
σώματα
ἐπίγεια· ἀλλ' ἑτέρα
μὲν ἡ τῶν
ἐπουρανίων
δόξα, ἑτέρα δὲ ἡ
τῶν ἐπιγείων.
41. ἄλλη δόξα
ἡλίου, καὶ ἄλλη
δόξα σελήνης,
καὶ ἄλλη δόξα
ἀστέρων· ἀστὴρ
γὰρ ἀστέρος
διαφέρει ἐν
δόξῃ.
42. οὕτω καὶ ἡ
ἀνάστασις τῶν
νεκρῶν.
σπείρεται ἐν
φθορᾷ,
ἐγείρεται ἐν
ἀφθαρσίᾳ·
43. σπείρεται ἐν
ἀτιμίᾳ,
ἐγείρεται ἐν
δόξῃ· σπείρεται
ἐν ἀσθενείᾳ,
ἐγείρεται ἐν
δυνάμει·
44. σπείρεται
σῶμα ψυχικόν,
ἐγείρεται
σῶμα πνευματικόν.
ἔστι σῶμα
ψυχικόν, καὶ
ἔστι σῶμα
πνευματικόν.
45. οὕτω καὶ
γέγραπται·
ἐγένετο ὁ
πρῶτος
ἄνθρωπος Ἀδὰμ
εἰς ψυχὴν
ζῶσαν· ὁ
ἔσχατος Ἀδὰμ
εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν.
46. ἀλλ' οὐ
πρῶτον τὸ
πνευματικόν,
ἀλλὰ τὸ ψυχικόν,
ἔπειτα τὸ
πνευματικόν.
47. ὁ πρῶτος
ἄνθρωπος ἐκ
γῆς χοϊκός, ὁ
δεύτερος ἄνθρωπος
ὁ Κύριος ἐξ
οὐρανοῦ.
48. οἷος ὁ
χοϊκός,
τοιοῦτοι καὶ
οἱ χοϊκοί, καὶ
οἷος ὁ ἐπουράνιος,
τοιοῦτοι καὶ
οἱ ἐπουράνιοι·
49. καὶ καθὼς
ἐφορέσαμεν
τὴν εἰκόνα τοῦ
χοϊκοῦ, φορέσομεν
καὶ τὴν εἰκόνα
τοῦ
ἐπουρανίου.
50. Τοῦτο δέ
φημι, ἀδελφοί,
ὅτι σὰρξ καὶ
αἷμα βασιλείαν
Θεοῦ
κληρονομῆσαι
οὐ δύνανται,
οὐδὲ ἡ φθορὰ τὴν
ἀφθαρσίαν
κληρονομεῖ.
51. ἰδοὺ
μυστήριον
ὑμῖν λέγω·
πάντες μὲν οὐ
κοιμηθησόμεθα,
πάντες δὲ
ἀλλαγησόμεθα,
52. ἐν ἀτόμῳ, ἐν
ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ,
ἐν τῇ ἐσχάτῃ
σάλπιγγι·
σαλπίσει γάρ,
καὶ οἱ νεκροὶ
ἐγερθήσονται
ἄφθαρτοι, καὶ
ἡμεῖς
ἀλλαγησόμεθα.
53. δεῖ γὰρ τὸ
φθαρτὸν τοῦτο
ἐνδύσασθαι
ἀφθαρσίαν καὶ
τὸ θνητὸν
τοῦτο
ἐνδύσασθαι
ἀθανασίαν.
54. ὅταν δὲ τὸ
φθαρτὸν τοῦτο
ἐνδύσηται
ἀφθαρσίαν καὶ
τὸ θνητὸν
τοῦτο
ἐνδύσηται
ἀθανασίαν,
τότε γενήσεται
ὁ λόγος ὁ
γεγραμμένος·
κατεπόθη ὁ
θάνατος εἰς
νῖκος.
55. ποῦ σου,
θάνατε, τὸ
κέντρον; ποῦ
σου, ᾅδη, τὸ
νῖκος;
56. τὸ δὲ
κέντρον τοῦ
θανάτου ἡ ἁμαρτία,
ἡ δὲ δύναμις
τῆς ἁμαρτίας ὁ
νόμος·
57. τῷ δὲ Θεῷ
χάρις τῷ
διδόντι ἡμῖν
τὸ νῖκος διὰ
τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ
Χριστοῦ.
58. Ὥστε,
ἀδελφοί μου
ἀγαπητοί,
ἑδραῖοι
γίνεσθε, ἀμετακίνητοι,
περισσεύοντες
ἐν τῷ ἔργῳ τοῦ
Κυρίου πάντοτε,
εἰδότες ὅτι ὁ
κόπος ὑμῶν οὐκ
ἔστι κενὸς ἐν
Κυρίῳ.
I
Corinthians, Chapter 15 (KJV)
1. Moreover, brethren,
I declare unto you the gospel which I preached unto you, which also ye
have received, and wherein ye stand;
2. By which also ye are
saved, if ye keep in memory what I preached unto you, unless ye have believed
in vain.
3. For I delivered unto
you first of all that which I also received, how that Christ died for our
sins according to the scriptures;
4. And that he was buried,
and that he rose again the third day according to the scriptures:
5. And that he was seen
of Cephas, then of the twelve:
6. After that, he was seen
of above five hundred brethren at once; of whom the greater part remain
unto this present, but some are fallen asleep.
7. After that, he was seen
of James; then of all the apostles.
8. And last of all he was
seen of me also, as of one born out of due time.
9. For I am the least of
the apostles, that am not meet to be called an apostle, because I persecuted
the church of God.
10. But by the grace of
God I am what I am: and his grace which was bestowed upon me was not in
vain; but I laboured more abundantly than they all: yet not I, but the
grace of God which was with me.
11. Therefore whether it
were I or they, so we preach, and so ye believed.
12. Now if Christ be preached
that he rose from the dead, how say some among you that there is no resurrection
of the dead?
13. But if there be no
resurrection of the dead, then is Christ not risen:
14. And if Christ be not
risen, then is our preaching vain, and your faith is also vain.
15. Yea, and we are found
false witnesses of God; because we have testified of God that he raised
up Christ: whom he raised not up, if so be that the dead rise not.
16. For if the dead rise
not, then is not Christ raised:
17. And if Christ be not
raised, your faith is vain; ye are yet in your sins.
18. Then they also which
are fallen asleep in Christ are perished.
19. If in this life only
we have hope in Christ, we are of all men most miserable.
20. But now is Christ risen
from the dead, and become the firstfruits of them that slept.
21. For since by man came
death, by man came also the resurrection of the dead.
22. For as in Adam all
die, even so in Christ shall all be made alive.
23. But every man in his
own order: Christ the firstfruits; afterward they that are Christ's at
his coming.
24. Then cometh the end,
when he shall have delivered up the kingdom to God, even the Father; when
he shall have put down all rule and all authority and power.
25. For he must reign,
till he hath put all enemies under his feet.
26. The last enemy that
shall be destroyed is death.
27. For he hath put all
things under his feet. But when he saith all things are put under him,
it is manifest that he is excepted, which did put all things under him.
28. And when all things
shall be subdued unto him, then shall the Son also himself be subject unto
him that put all things under him, that God may be all in all.
29. Else what shall they
do which are baptized for the dead, if the dead rise not at all? why are
they then baptized for the dead?
30. And why stand we in
jeopardy every hour?
31. I protest by your rejoicing
which I have in Christ Jesus our Lord, I die daily.
32. If after the manner
of men I have fought with beasts at Ephesus, what advantageth it me, if
the dead rise not? let us eat and drink; for to morrow we die.
33. Be not deceived: evil
communications corrupt good manners.
34. Awake to righteousness,
and sin not; for some have not the knowledge of God: I speak this to your
shame.
35. But some man will say,
How are the dead raised up? and with what body do they come?
36. Thou fool, that
which thou sowest is not quickened, except it die:
37. And that which thou
sowest, thou sowest not that body that shall be, but bare grain, it may
chance of wheat, or of some other grain :
38. But God giveth it a
body as it hath pleased him, and to every seed his own body.
39. All flesh is not the
same flesh: but there is one kind of flesh of men, another flesh of beasts,
another of fishes, and another of birds.
40. There are also
celestial bodies, and bodies terrestrial: but the glory of the celestial
is one, and the glory of the terrestrial is another.
41. There is one
glory of the sun, and another glory of the moon, and another glory of the
stars: for one star differeth from another star in glory.
42. So also is the resurrection
of the dead. It is sown in corruption; it is raised in incorruption:
43. It is sown in dishonour;
it is raised in glory: it is sown in weakness; it is raised in power:
44. It is sown a natural
body; it is raised a spiritual body. There is a natural body, and there
is a spiritual body.
45. And so it is written,
The first man Adam was made a living soul; the last Adam was made
a quickening spirit.
46. Howbeit that was not
first which is spiritual, but that which is natural; and afterward that
which is spiritual.
47. The first man is of
the earth, earthy: the second man is the Lord from heaven.
48. As is the earthy, such
are they also that are earthy: and as is the heavenly, such are they also
that are heavenly.
49. And as we have borne
the image of the earthy, we shall also bear the image of the heavenly.
50. Now this I say, brethren,
that flesh and blood cannot inherit the kingdom of God; neither doth corruption
inherit incorruption.
51. Behold, I shew you
a mystery; We shall not all sleep, but we shall all be changed,
52. In a moment, in the
twinkling of an eye, at the last trump: for the trumpet shall sound, and
the dead shall be raised incorruptible, and we shall be changed.
53. For this corruptible
must put on incorruption, and this mortal must put on immortality.
54. So when this corruptible
shall have put on incorruption, and this mortal shall have put on immortality,
then shall be brought to pass the saying that is written, Death is swallowed
up in victory.
55. O death, where is thy
sting? O grave, where is thy victory?
56. The sting of
death is sin; and the strength of sin is the law.
57. But thanks be to God,
which giveth us the victory through our Lord Jesus Christ.
58. Therefore, my beloved
brethren, be ye stedfast, unmoveable, always abounding in the work of the
Lord, forasmuch as ye know that your labour is not in vain in the Lord.
_