I Corinthians, Chapter 2 Modern Greek

01 Και εγώ, αδελφοί, ότε ήλθον προς εσάς, ήλθον ουχί με υπεροχήν λόγου ή σοφίας, κηρύττων εις εσάς την μαρτυρίαν του Θεού.
02 Διότι απεφάσισα να μη εξεύρω μεταξύ σας άλλο τι, ειμή Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον.
03 Και εγώ ήλθον προς εσάς με ασθένειαν, και με φόβον, και με τρόμον πολύν.
04 Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου δεν εγίνοντο με καταπειστικούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με απόδειξιν Πνεύματος και δυνάμεως.
05Διά να ήναι η πίστις σας ουχί διά της σοφίας των ανθρώπων, αλλά διά της δυνάμεως του Θεού.
06 Λαλούμεν δε σοφίαν μεταξύ των τελείων  σοφίαν όμως ουχί του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των φθειρομένων
07 αλλά λαλούμεν σοφίαν Θεού μυστηριώδη,την αποκεκρυμμένην, την οποίαν προώρισεν ο Θεός προ των αιώνων εις δόξαν ημών
08 την οποίαν ουδείς των αρχόντων του αιώνος τούτου εγνώρισε  διότι αν ήθελον γνωρίσει, δεν ήθελον σταυρώσει τον Κύριον της δόξης
09 αλλά, καθώς είναι γεγραμμένον,  "Εκείνα τα οποία οφθαλμός δεν είδε, και ωτίον δεν ήκουσε, και εις καρδίαν ανθρώπου δεν ανέβησαν, τα οποία ο Θεός ητοίμασεν εις τους αγαπώντας αυτόν."
10 Εις ημάς δε ο Θεός απεκάλυψεν αυτά διά του Πνεύματος αυτού  επειδή το Πνεύμα ερευνά τα πάντα, και τα βάθη του Θεού.
11 Διότι τις των ανθρώπων γινώσκει τα του ανθρώπου, ειμή το πνεύμα του ανθρώπου το εν αυτώ;  Ούτω και τα του Θεού ουδείς γινώσκει, ειμή το Πνεύμα του Θεού.
12 Αλλ' ημείς δεν ελάβομεν το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα το εκ του Θεού, διά να γνωρίσωμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα εις ημάς.
13 Τα οποία και λαλούμεν, ουχί με διδακτούς λόγους ανθρωπίνης σοφίας, αλλά με διδακτούς του Πνεύματος του Αγίου, συγκρίνοντες τα πνεύματικά προς τα πνευματικά.
14 Ο φυσικός όμως άνθρωπος δεν δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού διότι είναι μωρία εις αυτόν, και δεν δύναται να γνωρίση αυτά διότι πνευματικώς ανακρίνονται.
15 Ο δε πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ' ουδενός ανακρίνεται.
16 Διότι  "τις εγνώρισε τον νούν του Κυρίου, ώστε να διδάξη αυτόν;"  ημείς όμως έχομεν τον νούν του Χριστού.
_










































































I Corinthians, Chapter 2 Demotic Greek

1. Γι' αυτό κι εγώ, αδελφοί, όταν ήρθα σε σας, ήρθα κηρύττοντας το σωτήριο έργο του Θεού, χωρίς επίδειξη ρητορικής τέχνης ή σοφίας.
2. Γιατί δε θεώρησα σωστό, όσο ήμουν μεταξύ σας, να αποβλέψω σε οτιδήποτε άλλο, παρά μονάχα στον Ιησού Χριστό, και μάλιστα σταυρωμένο.
3. Γι' αυτό και ήρθα κοντά σας εγώ με ένα έντονο συναίσθημα αδυναμίας και φόβου και τρόμου.
4. Και το θέμα μου και το κήρυγμά μου δε στηρίχτηκαν σε πειστικά επιχειρήματα ανθρώπινης σοφίας, αλλά στην απόδειξη του Πνεύματος και των θαυματουργικών ενεργειών,
5. ώστε η πίστη σας να μη βασίζεται σε ανθρώπινη σοφία αλλά στη δύναμη του Θεού.
6. Επομένως, ανάμεσα στους πνευματικά ώριμους μιλάμε κι εμείς για σοφία, όχι όμως για τη σοφία του κόσμου αυτού ούτε των αρχόντων του κόσμου αυτού, που τελικά καταργούνται.
7. Αλλά μιλάμε για τη σοφία του Θεού την ασύλληπτη που έχει παραμείνει κρυμμένη και την οποία ο Θεός προόρισε για τη δική μας δόξα προτού ακόμα δημιουργηθεί ο κόσμος.
8. Τη σοφία αυτή δεν την κατάλαβε κανένας από τους άρχοντες του κόσμου αυτού· γιατί, αν την είχαν καταλάβει, δε θα είχαν σταυρώσει τον Κύριο της δόξας.
9. Αλλά όπως λέει η Γραφή: «Εκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν τα διανοήθηκε, εκείνα ετοίμασε ο Θεός γι' αυτούς που τον αγαπούνε».
10. Σ' εμάς όμως τα αποκάλυψε ο Θεός μέσω του Πνεύματός του. Καθότι το Πνεύμα ανιχνεύει τα πάντα, ακόμα και τα βάθη των βουλών του Θεού.
11. Γιατί, ποιος από τους ανθρώπους, για παράδειγμα, ξέρει τα μυστικά του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που υπάρχει μέσα του; Έτσι και τα μυστικά του Θεού δεν τα ξέρει κανένας, παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού.
12. Κι εμείς δε λάβαμε το πνεύμα του κόσμου, αλλά το Πνεύμα που προέρχεται από το Θεό, έτσι ώστε να αναγνωρίζουμε εκείνα που μας έχει χαρίσει ο Θεός.
13. Κι ακριβώς αυτά είναι εκείνα για τα οποία μιλάμε όχι με επιχειρήματα ανθρώπινης σοφίας που έχουμε διδαχτεί, αλλά με επιχειρήματα που διδαχτήκαμε από το Πνεύμα το Άγιο, εξηγώντας τις πνευματικές αλήθειες με πνευματικά επιχειρήματα.
14. Ο φυσικός όμως άνθρωπος δε δέχεται αυτά που προέρχονται από το Πνεύμα του Θεού, γιατί αυτά γι' αυτόν είναι μωρία, και δεν μπορεί να τα καταλάβει, γιατί μόνο πνευματικά εξιχνιάζονται.
15. Αντίθετα, ο πνευματικός άνθρωπος εξιχνιάζει τα πάντα, ενώ ο ίδιος δεν εξιχνιάζεται από κανέναν!
16. Γιατί, ποιος γνώρισε ποτέ το νου του Κυρίου, ώστε να καταλήξει σε συμπεράσματα γι' αυτόν με τη λογική του; Κι εμείς έχουμε ακριβώς το νου του Χριστού.
_









































































ICorinthians

I Corinthians, Chapter 2 Ancient Greek

1. Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ' ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ.

2. οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον.

3. καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς,

4. καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως,

5. ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ' ἐν δυνάμει Θεοῦ.

6. Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου, τῶν καταργουμένων·

7. ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν,

8. ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν·

9. ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.

10. ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ.

11. τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

12. ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν·

13. ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ' ἐν διδακτοῖς Πνεύματος Ἁγίου, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες.

14. ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται.

15. ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ' οὐδενὸς ἀνακρίνεται.

16. τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν.

 































































































I Corinthians, Chapter 2 (KJV)

1. And I, brethren, when I came to you, came not with excellency of speech or of wisdom, declaring unto you the testimony of God.
2. For I determined not to know any thing among you, save Jesus Christ, and him crucified.
3. And I was with you in weakness, and in fear, and in much trembling.
4. And my speech and my preaching was not with enticing words of man's wisdom, but in demonstration of the Spirit and of power:
5. That your faith should not stand in the wisdom of men, but in the power of God.
6. Howbeit we speak wisdom among them that are perfect: yet not the wisdom of this world, nor of the princes of this world, that come to nought:
7. But we speak the wisdom of God in a mystery, even the hidden wisdom , which God ordained before the world unto our glory:
8. Which none of the princes of this world knew: for had they known it , they would not have crucified the Lord of glory.
9. But as it is written, Eye hath not seen, nor ear heard, neither have entered into the heart of man, the things which God hath prepared for them that love him.
10. But God hath revealed them unto us by his Spirit: for the Spirit searcheth all things, yea, the deep things of God.
11. For what man knoweth the things of a man, save the spirit of man which is in him? even so the things of God knoweth no man, but the Spirit of God.
12. Now we have received, not the spirit of the world, but the spirit which is of God; that we might know the things that are freely given to us of God.
13. Which things also we speak, not in the words which man's wisdom teacheth, but which the Holy Ghost teacheth; comparing spiritual things with spiritual.
14. But the natural man receiveth not the things of the Spirit of God: for they are foolishness unto him: neither can he know them , because they are spiritually discerned.
15. But he that is spiritual judgeth all things, yet he himself is judged of no man.
16. For who hath known the mind of the Lord, that he may instruct him? But we have the mind of Christ.