I Corinthians, Chapter 7 Modern Greek

01 ΠΕΡΙ δε των όσων μοι εγράψατε, καλόν είναι εις τον άνθρωπον να μη εγγίση εις γυναίκα.
02 Διά τας πορνείας όμως ας έχη έκαστος την εαυτού γυναίκα, και εκάστη ας έχη τον εαυτής άνδρα.
03 Ο ανήρ ας αποδίδη εις την γυναίκα την οφειλομένην εύνοιαν  ομοίως δε και η γυνή εις τον άνδρα.
04 Η γυνή δεν εξουσιάζει το εαυτής σώμα, αλλ' ο ανήρ ομοίως δε και ο ανήρ δεν εξουσιάζει το εαυτού σώμα, αλλ' η γυνή.
05 Μη αποστερείτε αλλήλους, εκτός εάν ήναί τι εκ συμφώνου προς καιρόν, διά να καταγίνησθε εις την νηστείαν και εις την προσευχήν  και πάλιν συνέρχεσθε επί το αυτό, διά να μη σας περάζη ο Σατανάς διά την ακράτειάν σας.
06 Λέγω δε τούτο κατά συγγνώμην, ουχί κατά προσταγήν.
07 Διότι θέλω πάντας τους ανθρώπους να ήναι καθώς και εμαυτόν  αλλ' έκαστος έχει ιδιαίτερον χάρισμα εκ Θεού, άλλος μεν ούτως, άλλος δε ούτως.
08 Λέγω δε προς τους αγάμους και προς τας χήρας, καλόν είναι εις αυτούς, εάν μείνωσι καθώς και εγώ
09 αλλ' εάν δεν εγκρατεύωνται, ας νυμφευθώσι  διότι καλήτερον είναι να νυμφευθώσι παρά να εξάπτωνται.
10 Εις δε τους νενυμφευμένους παραγγέλω, ουχί εγώ, αλλ' ο Κύριος, να μη χωρισθή η γυνή από του ανδρός αυτής.
11 Αλλ' εάν και χωρισθή, ας μένη άγαμος, ή ας συνδιαλλαγή με τον άνδρα  και ο ανήρ να μη αφίνη την εαυτού γυναίκα.
12 Προς δε τους λοιπούς εγώ λέγω, ουχί ο Κύριος, Εάν τις αδελφός έχη γυναίκα άπιστον, και αυτή συγκατανεύη να συνοική μετ' αυτού, ας μη αφίνη αυτήν.
13 Και γυνή ήτις έχει άνδρα άπιστον, και αυτός συγκατανεύει να συνοική μετ'αυτής, ας μη αφίνη αυτόν.
14 Διότι ο ανήρ ο άπιστος ηγιάσθη διά της γυναικός  και η γυνή η άπιστος ηγιάσθη διά του ανδρός  επειδή άλλως τα τέκνα σας ήθελον είσθαι ακάθαρτα  αλλά τώρα είναι άγια.
15 Εάν δε ο άπιστος χωρίζηται, άς χωρισθή. Ο αδελφός ή η αδελφή δεν είναι δεδουλωμένοι εις τα τοιαύτα  ο Θεός όμως προσεκάλεσεν ημάς εις ειρήνην.
16 Διότι τι εξεύρεις, γύναι, αν μέλλης να σώσης τον άνδρα ; ή τι εξεύρεις, άνερ, αν μέλλης να σώσης την γυναίκα ;
17 Αλλά καθώς ο Θεός εμοίρασεν εις έκαστον, και καθώς ο Κύριος προσεκάλεσεν έκαστον, ούτως ας περιπατή  και ούτω διατάττω εις πάσας τας εκκλησίας.
18 Προσεκλήθη τις εις την  πίστιν περιτετμημένος ; Ας μη καλύπτη την περιτομήν. Προσεκλήθη τις απερίτμητος ; Ας μη περιτέμνηται.
19 Η περιτομή είναι ουδέν, και η ακροβυστία είναι ουδέν αλλ' η τήρησις των εντολών του Θεού.
20  Έκαστος εν τη κλήσει καθ' ην εκλήθη, εν ταύτη ας μένη.
21 Εκλήθης δούλος; Μη σε μέλη  αλλ' εάν δύνασαι να γείνης ελεύθερος, μεταχειρίσου τούτο καλήτερα.
22 Διότι όστις δούλος εκλήθη εις τον Κύριον, είναι απελεύθερος του Κυρίου  ομοίως και όστις ελεύθερος εκλήθη, δούλος είναι του Χριστού.
23 Διά τιμής ηγοράσθητε  μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων.
24  Έκαστος, αδελφοί, εις ό,τι εκλήθη, εν τούτω ας μένη παρά τω Θεώ.
25 Περί δε των παρθένων, προσταγήν του Κυρίου δεν έχω  αλλά γνώμην δίδω, ως ηλεημένος υπό του Κυρίου να ήμαι πιστός.
26 Τούτο λοιπόν νομίζω ότι είναι καλόν διά την παρούσαν ανάγκην, ότι καλόν είναι εις τον άνθρωπον να ήναι ούτως.
27 Είσαι δεδεμένος με γυναίκα ; Μη ζήτει λύσιν. Είσαι λελυμένος από γυναικός; Μη ζήτει γυναίκα.
28 Πλην και εάν νυμφευθής, δεν ημάρτησας  και εάν η παρθένος νυμφευθή, δεν ημάρτησεν αλλ' οι τοιούτοι θέλουσιν έχει θλίψιν εν τη σαρκί  εγώ δε σας φείδομαι.
29 Λέγω δε τούτο, αδελφοί, ότι ο επίλοιπος καιρός είναι σύντομος  ώστε και οι έχοντες γυναίκας να ήναι ως μη έχοντες
30 και οι κλαίοντες, ως μη κλαίοντες  και οι χαίροντες, ως μη χαίροντες  και οι αγοράζοντες, ως μη έχοντες κατοχήν
31 και οι μεταχειριζόμενοι τον κόσμον τούτον, ως μηδόλως μεταχειριζόμενοι  διότι το σχήμα του κόσμου τούτου
παρέρχεται.
32 Θέλω δε να ήσθε αμέριμνοι  ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πως να αρέση εις τον Κύριον
33 ο δε νενυμφευμένος μεριμνά τα του κόσμου, πως να αρέση εις την γυναίκα.
34 Διαφέρει η γυνή και η παρθένος  η άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, διά να ήναι αγία και το σώμα και το πνεύμα  η δε νενυμφευμένη μεριμνά τα του κόσμου, πως να αρέση εις τον άνδρα.
35 Λέγω δε τούτο διά το συμφέρον υμών αυτών  ουχί διά να βάλω εις εσάς παγίδα, αλλά διά το σεμνοπρεπές, και διά να ήσθε προσκεκολλημένοι εις τον Κύριον χωρίς περισπασμούς.
36 Αλλ' εάν τις νομίζη ότι ασχημονεί προς την παρθένον αυτού, αν παρήλθε η ακμή αυτής, και πρέπη να γείνη ούτως, ας κάμη ό,τι θέλει, δεν αμαρτάνει  ας υπανδρεύωνται.
37  Όστις όμως στέκει στερεός εν τη καρδία, μη έχων ανάγκην, έχει όμως εξουσίαν περί του ιδίου αυτού θελήματος,
και απεφάσισε τούτο εν τη καρδία αυτού, να φυλάττη την εαυτού παρθένον, πράττει καλώς.
38  Ώστε και όστις υπανδρεύει, πράττει καλώς  αλλ' ο μη υπανδρεύων, πράττει καλήτερα.
39 Η γυνή είναι δεδεμένη διά του νόμου εφ' όσον καιρόν ζη ο ανήρ αυτής  εάν δε ο ανήρ αυτής αποθάνη, είναι ελευθέρα να υπανδρευθή με όντινα θέλει, μόνον να γίνηται τούτο εν Κυρίω.
40 Μακαριωτέρα όμως είναι, εάν μείνη ούτω, κατά την εμήν γνώμην  νομίζω δε ότι και εγώ έχω Πνεύμα Θεού.
_






































I Corinthians, Chapter 7 Demotic Greek

1. Σχετικά, τώρα, μ' εκείνα που μου γράψατε, καλό είναι για τον άντρα να μην αγγίξει γυναίκα.
2. Για να αποφεύγονται όμως περιπτώσεις πορνείας, ο κάθε άντρας ας έχει τη δική του γυναίκα και η κάθε γυναίκα ας έχει το δικό της άντρα.
3. Ο άντρας να δείχνει την κατανόηση που οφείλει στη γυναίκα του. Το ίδιο και η γυναίκα στον άντρα της.
4. Η γυναίκα δεν ορίζει η ίδια το σώμα της, αλλά ο άντρας της. Το ίδιο και ο άντρας δεν ορίζει ο ίδιος το σώμα του, αλλά η γυναίκα του.
5. Μην αποστερείτε ο ένας τον άλλο, εκτός αν γίνεται αυτό με σύμφωνη γνώμη και των δυο σας προσωρινά, για να αφιερώνετε τον καιρό σας στη νηστεία και στην προσευχή. Κατόπιν όμως, να σμίγετε πάλι σαν αντρόγυνο για να μην σας πειράζει ο Σατανάς εξαιτίας της έλλειψης αυτοκυριαρχίας σας.
6. Μα αυτό σας το λέω σαν κάτι το προαιρετικό, όχι σαν εντολή.
7. Στην πραγματικότητα, βέβαια, προτιμώ όλοι οι άνθρωποι να είναι σαν κι εμένα, αλλά ο καθένας έχει το δικό του ξεχωριστό χάρισμα από το Θεό. Ο ένας έτσι, ο άλλος αλλιώς.
8. Σχετικά, τώρα, με τους ανύπαντρους και τις χήρες, σας απαντώ πως είναι καλό γι' αυτούς να μείνουν ανύπαντροι, όπως κι εγώ.
9. Αν όμως αδυνατούν να επιβληθούν στους εαυτούς τους, ας παντρευτούν. Είναι προτιμότερο να παντρευτεί κάποιος, παρά να φλέγεται από επιθυμία.
10. Στους παντρεμένους όμως παραγγέλλω - όχι εγώ, αλλά ο Κύριος: Η γυναίκα να μη χωρίσει από τον άντρα της.
11. Αλλά κι αν χωρίσει, να μένει ανύπαντρη ή να συμφιλιωθεί με τον άντρα της. Και ο άντρας, επίσης, να μην παρατήσει τη γυναίκα του.
12. Στους υπόλοιπους έχω να πω, όχι ο Κύριος αλλ' εγώ: Αν ένας αδελφός είναι παντρεμένος με γυναίκα που δεν έχει πιστέψει κι αυτή συγκατανεύει να ζει μαζί του, να μην τη χωρίσει.
13. Επίσης, αν μια γυναίκα έχει άντρα που δεν έχει πιστέψει κι αυτός συγκατανεύει να ζει μαζί της, να μην τον χωρίσει.
14. Γιατί ο άντρας αυτός, αν και δεν έχει πιστέψει, όμως έχει έρθει πια σε επαφή με το Θεό, χάρη στη γυναίκα του. Το ίδιο και η γυναίκα, αν και δεν έχει πιστέψει, όμως έχει έρθει σε επαφή με το Θεό χάρη στον άντρα της. Επειδή, αλλιώς, τα παιδιά σας θα ήταν ακάθαρτα αλλά τώρα βρίσκονται κιόλας σε επαφή με το Θεό.
15. Αν όμως ο άντρας ή η γυναίκα που δεν έχει πιστέψει, αποφασίσει να χωρίσει, ας χωρίσει. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έχει καμιά δέσμευση ο αδελφός ή η αδελφή. Πάντως, εμάς ο Θεός μας έχει καλέσει να ζούμε ειρηνικά.
16. Γιατί, πού το ξέρεις γυναίκα; Ίσως και σώσεις τον άντρα σου. Ή, πού το ξέρεις άντρα; Ίσως και σώσεις τη γυναίκα σου.
17. Όπως και νάναι όμως, ο καθένας σύμφωνα με τη μερίδα που του έδωσε ο Θεός, δηλαδή σύμφωνα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τον έχει καλέσει ο Κύριος, έτσι ας ζει. Τα ίδια παραγγέλλω και σε όλες τις εκκλησίες.
18. Ήταν περιτμημένος κάποιος, όταν προσκλήθηκε από το Θεό; Ας μην προσπαθήσει να αποκαταστήσει την ακροβυστία του. Ήταν απερίτμητος, όταν προσκλήθηκε; Ας μην περιτμηθεί.
19. Η περιτομή δεν έχει καμιά σημασία ούτε η ακροβυστία έχει καμιά σημασία, αλλά σημασία έχει η τήρηση των εντολών του Θεού.
20. Ο καθένας στις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρισκόταν όταν προσκλήθηκε από το Θεό, εκεί ας παραμένει.
21. Ήσουν δούλος όταν προσκλήθηκες; Μη σε στεναχωρεί αυτό. Αλλά κι αν έχεις τη δυνατότητα να αποκτήσεις την ελευθερία σου, προτίμησε να επιλέξεις εκείνο που είναι χρησιμότερο.
22. Γιατί εκείνος που ήταν δούλος όταν προσκλήθηκε από το Θεό και τώρα ανήκει στον Κύριο, έχει απελευθερωθεί από τον Κύριο. Παρόμοια κι εκείνος που ήταν ελεύθερος όταν προσκλήθηκε, τώρα πια είναι δούλος του Χριστού.
23. Πληρώθηκε ακριβά η εξαγορά σας. Μην υποδουλώνεστε σε ανθρώπους.
24. Αδελφοί, ο καθένας στη θέση που βρισκόταν, όταν προσκλήθηκε από το Θεό, σ' αυτήν ας μένει κοντά στο Θεό.
25. Σχετικά τώρα με τους ανύπαντρους, ειδική εντολή από τον Κύριο δεν έχω να μεταδώσω. Δίνω όμως τη γνώμη μου με την αξιοπιστία που έχω σαν ελεημένος του Κυρίου.
26. Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό είναι το καλό για την παρούσα δύσκολη εποχή, δηλαδή εννοώ ότι είναι καλό για τον άνθρωπο να μείνει όπως είναι.
27. Έχεις δεθεί με γυναίκα; Μη ζητάς τη διάλυση του δεσμού σου. Είσαι αδέσμευτος; Μη ζητάς γυναίκα.
28. Μα κι αν παντρευτείς, δε σημαίνει πως αμάρτησες. Κι αν η κοπέλα παντρευτεί, δε σημαίνει πως αμάρτησε. Θα έχουν όμως στενοχώρια οι άνθρωποι αυτοί στη ζωή τους, κι εγώ νοιάζομαι για σας.
29. Και μάλιστα σας λέω τούτο αδελφοί: πως ο καιρός που απομένει είναι περιορισμένος, ώστε κι εκείνοι που είναι παντρεμένοι να ζουν για τον Κύριο σαν να μην είναι παντρεμένοι,
30. κι εκείνοι που πενθούν σαν να μην έχουν καιρό για πένθος, κι εκείνοι που χαίρονται σαν να μην έχουν καιρό για χαρές, κι εκείνοι που αγοράζουν σαν να μην έχουν τίποτε δικό τους,
31. κι εκείνοι που χειρίζονται τα πράγματα του κόσμου αυτού σαν να μην αξίζει να απορροφούνται απ' αυτά, γιατί είναι πρόσκαιρη η παρούσα μορφή του κόσμου αυτού.
32. Και θέλω εσείς να είστε απαλλαγμένοι από μέριμνες. Ο ανύπαντρος νοιάζεται για εκείνα που θέλει ο Κύριος, δηλαδή πώς θα αρέσει στον Κύριο.
33. Αντίθετα, ο παντρεμένος νοιάζεται για τα πράγματα του κόσμου, δηλαδή πώς θα αρέσει στη γυναίκα του.
34. Ο ίδιος διαχωρισμός υπάρχει και μεταξύ της παντρεμένης γυναίκας και της ανύπαντρης κόρης. Η ανύπαντρη νοιάζεται για τα πράγματα του Κυρίου, έτσι που να είναι άγια και στο σώμα και στο πνεύμα της. Αντίθετα, η παντρεμένη νοιάζεται για τα πράγματα του κόσμου, δηλαδή πώς να αρέσει στον άντρα της.
35. Κι αυτό σας το λέγω αποκλειστικά για το δικό σας συμφέρον. Όχι για να σας εξαναγκάσω υποχρεωτικά, μα για να επιτευχθεί μια αδιατάραχτη και σταθερή αφοσίωση στον Κύριο χωρίς περισπασμούς.
36. Αν όμως κάποιος νομίζει πως φέρεται σκληρά στην κόρη του, που θέλει κάποιον, αν αυτή είναι σε ώριμη ηλικία και είναι ανάγκη να γίνει έτσι, ας την αφήσει να κάνει αυτό που θέλει, δεν αμαρτάνει, ας παντρευτούν.
37. Εκείνος όμως, που έχει σιγουρευτεί ακράδαντα μέσα στην καρδιά του πως τίποτε δεν τον αναγκάζει να την παντρέψει, κι έχει τη δύναμη να επιβάλει τη δική του θέληση, κι έχει καταλήξει μέσα στην καρδιά του στη γνώμη πως είναι σωστό να κρατήσει την κόρη του ανύπαντρη, καλά κάνει.
38. Μ' αυτές τις προϋποθέσεις λοιπόν, κι εκείνος που παντρεύει την κόρη του κάνει καλά, μα κι εκείνος που δεν την παντρεύει κάνει ακόμα καλύτερα.
39. Η γυναίκα είναι από το νόμο δεσμευμένη με τον άντρα της, για όσον καιρό ζει ο άντρας της. Αν όμως πεθάνει ο άντρας της, τότε είναι ελεύθερη να παντρευτεί όποιον θέλει, αρκεί να είναι αυτό μέσα στο θέλημα του Κυρίου.
40. Αλλά είναι ευτυχέστερη αν παραμείνει έτσι, κατά τη δική μου γνώμη. Και νομίζω πως έχω κι εγώ το Πνεύμα του Θεού.
_






































































ICorinthians

I Corinthians, Chapter 7 Ancient Greek

1. Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·

2. διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω.

3. τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομέμην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί.

4. ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ' ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ' ἡ γυνή.

5. μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ· καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν.

6. τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ' ἐπιταγήν.

7. θέλω δὲ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ' ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.

8. Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ.

9. εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖττον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.

10. τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγώ, ἀλλ' ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·

11. ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.

12. τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω, οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ' αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν·

13. καὶ γυνὴ εἴ τις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ' αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω αὐτόν.

14. ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.

15. εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός.

16. τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις;

17. εἰ μὴ ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεός, ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτω περιπατείτω. καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.

18. περιτετμημένος τις ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. ἐν ἀκροβυστίᾳ τις ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω.

19. ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ.

20. ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.

21. δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ' εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι.

22. ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.

23. τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.

24. ἕκαστος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοί, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ τῷ Θεῷ.

25. Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω· γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.

26. νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.

27. δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα·

28. ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτε· θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.

29. τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι,

30. καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες,

31. καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου.

32. θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ·

33. ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί.

34. μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί.

35. τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.

36. Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθένον αὐτοῦ νομίζει, ἐὰν ᾖ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι, ὃ θέλει ποιείτω· οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν.

37. ὃς δὲ ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, τοῦ τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς ποεῖ.

38. ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ.

39. Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ' ὅσον χρόνον ζῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ.

40. μακαριωτέρα δέ ἐστιν ἐὰν οὕτω μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.

 






































































I Corinthians, Chapter 7 (KJV)

1. Now concerning the things whereof ye wrote unto me: It is good for a man not to touch a woman.
2. Nevertheless, to avoid fornication, let every man have his own wife, and let every woman have her own husband.
3. Let the husband render unto the wife due benevolence: and likewise also the wife unto the husband.
4. The wife hath not power of her own body, but the husband: and likewise also the husband hath not power of his own body, but the wife.
5. Defraud ye not one the other, except it be with consent for a time, that ye may give yourselves to fasting and prayer; and come together again, that Satan tempt you not for your incontinency.
6. But I speak this by permission, and not of commandment.
7. For I would that all men were even as I myself. But every man hath his proper gift of God, one after this manner, and another after that.
8. I say therefore to the unmarried and widows, It is good for them if they abide even as I.
9. But if they cannot contain, let them marry: for it is better to marry than to burn.
10. And unto the married I command, yet not I, but the Lord, Let not the wife depart from her husband:
11. But and if she depart, let her remain unmarried, or be reconciled to her husband: and let not the husband put away his wife.
12. But to the rest speak I, not the Lord: If any brother hath a wife that believeth not, and she be pleased to dwell with him, let him not put her away.
13. And the woman which hath an husband that believeth not, and if he be pleased to dwell with her, let her not leave him.
14. For the unbelieving husband is sanctified by the wife, and the unbelieving wife is sanctified by the husband: else were your children unclean; but now are they holy.
15. But if the unbelieving depart, let him depart. A brother or a sister is not under bondage in such cases : but God hath called us to peace.
16. For what knowest thou, O wife, whether thou shalt save thy husband? or how knowest thou, O man, whether thou shalt save thy wife?
17. But as God hath distributed to every man, as the Lord hath called every one, so let him walk. And so ordain I in all churches.
18. Is any man called being circumcised? let him not become uncircumcised. Is any called in uncircumcision? let him not be circumcised.
19. Circumcision is nothing, and uncircumcision is nothing, but the keeping of the commandments of God.
20. Let every man abide in the same calling wherein he was called.
21. Art thou called being a servant? care not for it: but if thou mayest be made free, use it rather.
22. For he that is called in the Lord, being a servant, is the Lord's freeman: likewise also he that is called, being free, is Christ's servant.
23. Ye are bought with a price; be not ye the servants of men.
24. Brethren, let every man, wherein he is called, therein abide with God.
25. Now concerning virgins I have no commandment of the Lord: yet I give my judgment, as one that hath obtained mercy of the Lord to be faithful.
26. I suppose therefore that this is good for the present distress, I say , that it is good for a man so to be.
27. Art thou bound unto a wife? seek not to be loosed. Art thou loosed from a wife? seek not a wife.
28. But and if thou marry, thou hast not sinned; and if a virgin marry, she hath not sinned. Nevertheless such shall have trouble in the flesh: but I spare you.
29. But this I say, brethren, the time is short: it remaineth, that both they that have wives be as though they had none;
30. And they that weep, as though they wept not; and they that rejoice, as though they rejoiced not; and they that buy, as though they possessed not;
31. And they that use this world, as not abusing it : for the fashion of this world passeth away.
32. But I would have you without carefulness. He that is unmarried careth for the things that belong to the Lord, how he may please the Lord:
33. But he that is married careth for the things that are of the world, how he may please his wife.
34. There is difference also between a wife and a virgin. The unmarried woman careth for the things of the Lord, that she may be holy both in body and in spirit: but she that is married careth for the things of the world, how she may please her husband.
35. And this I speak for your own profit; not that I may cast a snare upon you, but for that which is comely, and that ye may attend upon the Lord without distraction.
36. But if any man think that he behaveth himself uncomely toward his virgin, if she pass the flower of her age, and need so require, let him do what he will, he sinneth not: let them marry.
37. Nevertheless he that standeth stedfast in his heart, having no necessity, but hath power over his own will, and hath so decreed in his heart that he will keep his virgin, doeth well.
38. So then he that giveth her in marriage doeth well; but he that giveth her not in marriage doeth better.
39. The wife is bound by the law as long as her husband liveth; but if her husband be dead, she is at liberty to be married to whom she will; only in the Lord.
40. But she is happier if she so abide, after my judgment: and I think also that I have the Spirit of God.