II Corinthians, Chapter 11 Modern Greek

01 Είθε να υποφέρητε ολίγον τι την αφροσύνην μου  αλλά και υποφέρετε με
02 διότι είμαι ζηλότυπος προς εσάς κατά ζηλοτυπίαν Θεού επειδή σας ηρραβώνισα με ένα άνδρα, δια να σας παραστήσω παρθένον αγνήν εις τον Χριστόν.
03 Φοβούμαι όμως μήπως, καθώς ο όφις εξηπάτησε την Εύαν δια της πανουργίας αυτού, διαφθαρή ούτως ο νους σας εκπεσών από της απλότητος της εις τον Χριστόν.
04 Διότι εαν ο ερχόμενος κηρύττη προς εσάς άλλον Ιησούν, τον οποίον ημείς δεν εκηρύξαμεν, ή λαμβάνετε άλλο πνεύμα το οποίον δεν ελάβετε, ή άλλο ευαγγέλιον το οποίον δεν εδέχθητε, καλώς ηθέλετε υποφέρει αυτόν.
05 Αλλά στοχάζομαι ότι δεν είμαι εις ουδέν κατώτερος των πρωτίστων αποστόλων.
06 Εαν δε και ήμαι ιδιώτης κατά τον λόγον, αλλ' ουχί κατά την γνώσιν
  αλλ' εν παντί τρόπω εφανερώθημεν κατά πάντα εις εσάς.
07 Η έπραξα αμαρτίαν, ταπεινόνων εμαυτόν δια να υψωθήτε σεις, διότι σας εκήρυξα δωρεάν το ευαγγέλιον του Θεού;
08
  Άλλας εκκλησίας εγύμνωσα, λαβών τα αναγκαία δια την υπηρεσίαν σας
09 και ότε ήμην παρών εις εσάς και εστερήθην, δεν κατεβάρυνα ουδένα
  διότι την στέρησιν μου προσανεπλήρωσαν οι αδελφοί ελθόντες από Μακεδονίας  και κατά πάντα εφύλαξα εμαυτόν, και θέλω φυλάξει, αβαρή προς εσάς.
10 Είναι αλήθεια του Χριστού εν εμοί, ότι η καύχησις αύτη δεν θέλει αποκλεισθή εις εμέ εν τοις τόποις της Αχαϊας.
11 Δια τι; διότι δεν σας αγαπώ; ο Θεός γινώσκει.
12
  Ότι δε κάμνω, τούτο και θέλω κάμνει, δια να εκκόψω την αφορμήν των θελόντων αφορμήν  ίνα ευρεθώσιν εις εκείνο δια το οποίον καυχώνται τοιούτοι καθώς και ημείς.
13 Διότι οι τοιούτοι είναι ψευδαπόστολοι, εργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού.
14 Και ουδέν θαυμαστόν
  διότι αυτός ο Σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός.
15 Δεν είναι λοιπόν μέγα αν και οι διάκονοι αυτού μετασχηματίζωνται εις διακόνους δικαιοσύνης
  των οποίων το τέλος θέλει είσθαι κατά τα έργα αυτών.
16 Πάλιν λέγω, Μηδείς ας μη με στοχασθή ότι είμαι άφρων
  ει δε μη, δεχθήτε με καν ως άφρονα, δια να καυχηθώ και εγώ ολίγον τι.
17
  Ότι λαλώ εις τούτο το θάρρος της καυχήσεως, δεν λαλώ κατά τον Κύριον, αλλ' ως άφρων.
18 Επειδή πολλοί καυχώνται κατά την σάρκα, θέλω καυχηθή και εγώ.
19 Διότι σεις ευχαρίστως υποφέρετε τους άφρονας, όντες φρόνιμοι
20 επειδή υποφέρετε, εαν τις σας καταδουλόνη, εαν τις σας κατατρώγη, εαν τις λαμβάνη τα υμών, εαν τις επαίρηται, εαν τις σας κτυπά εις το πρόσωπον.
21 Κατά ατιμίαν λέγω, ως να ήμεθα ημείς ασθενείς
  αλλ' εις ότι τολμά τις, (αφρόνως ομιλώ,) τολμώ και εγώ
22 Εβραίοι είναι; και εγώ
  Ισραηλίται είναι; και εγώ σπέρμα Αβραάμ είναι; και εγώ.
23 Υπηρέται του Χριστού είναι; (παραφρονών λαλώ) πλειότερον εγώ
  εις κόπους περισσότερον, εις πληγάς καθ' υπερβολήν, εις φυλακάς περισσότερον, εις θανάτους πολλάκις
24 υπό των Ιουδαίων πεντάκις έλαβον πληγάς τεσσαράκοντα παρά μιαν
25 τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθοβολήθην, τρις εναυάγησα, εν ημερονύκτιον εν τω βυθώ έκαμον
26 εις οδοιπορίας πολλάκις, εις κινδύνους ποταμών, κινδύνους ληστών, κινδύνους εκ του γένους, κινδύνους εξ εθνών, κινδύνους εν πόλει, κινδύνους εν ερημία, κινδύνους εν θαλάσση, κινδύνους εν ψευδαδέλφοις
27 εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν πείνη και δίψη, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι
28 εκτός των εξωτερικών, ο καθ' ημέραν επικείμενος εις εμέ αγών, η μέριμνα πασών των εκκλησιών.
29 Τις ασθενεί, και δεν ασθενώ; τις σκανδαλίζεται, και εγώ δεν φλέγομαι;
30 Εαν πρέπη να καυχώμαι, θέλω καυχηθή εις τα ασθενείας μου.
31 Ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας, γνωρίζει ότι δεν ψεύδομαι.
32 Εν Δαμασκώ ο εθνάρχης του βασιλέως Αρέτα εφρούρει την πόλιν των Δαμασκηνών, θέλων να με πιάση
33 και δια θυρίδος από του τείχους κατεβιβάσθην εν κοφίνω, και εξέψυγον τας χείρας αυτού.

_




























































































II Corinthians, Chapter 11 Demotic Greek

1. Θα ευχόμουν να ανεχόσασταν για λίγο τώρα, ένα, κάπως παράτολμο, ξάνοιγμά μου. Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν το αποφεύγετε.
2. Γιατί πραγματικά σας ζηλεύω με ζήλια θεϊκή, καθότι σας αρραβώνιασα με έναν άντρα, για να σας παρουσιάσω στο Χριστό παρθένο αγνή.
3. Φοβάμαι όμως, μήπως, όπως ακριβώς το φίδι εξαπάτησε με την πονηριά του την Εύα, έτσι διαφθαρούν και οι δικές σας σκέψεις και απομακρυνθείτε από την απλότητα που ταιριάζει στους πιστούς του Χριστού.
4. Γιατί, πράγματι, αν αυτός που σας επισκέπτεται, σας κηρύττει έναν άλλο Ιησού, τον οποίο εμείς δεν τον κηρύξαμε, ή αν δέχεστε απ' αυτόν ένα πνεύμα διαφορετικό από αυτό που λάβατε από μας, ή αν ακούτε ένα ευαγγέλιο διαφορετικό απ' αυτό που δεχτήκατε από μας, αυτόν τον ανέχεστε πολύ καλά.
5. Και επιτέλους, νομίζω πως σε τίποτε δεν έχω υστερήσει από τους «κορυφαίους αποστόλους».
6. Έστω κι αν μου λείπει η ευφράδεια, δε μου λείπει όμως η γνώση. Και μάλιστα αυτό σας το αποδείξαμε ολοφάνερα σε κάθε περίπτωση και για κάθε ζήτημα.
7. Ή μήπως έκανα αμαρτία που σας κήρυξα δωρεάν το Ευαγγέλιο του Θεού, ταπεινώνοντας τον εαυτό μου με σκοπό να εξυψωθείτε εσείς;
8. Λαφυραγώγησα άλλες εκκλησίες παίρνοντας απ' αυτές τα αναγκαία για τη συντήρησή μας, για να υπηρετήσω εσάς.
9. Μα κι όταν ήμουν ανάμεσά σας και ενώ πέρασα από στερήσεις, δεν επιβάρυνα κανέναν σας, γιατί τις στερήσεις μου τις κάλυψαν οι αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία. Έτσι λοιπόν, σε τίποτε δε σας επιβάρυνα και το ίδιο θα συνεχίσω να κάνω.
10. Είναι μια αλήθεια, που ο Χριστός βεβαιώνει μέσα μου, πως η ικανοποίηση αυτή δε θα παρεμποδιστεί για μένα στα μέρη της Αχαΐας.
11. Γιατί; Μήπως γιατί δε σας αγαπώ; Το ξέρει ο Θεός ότι σας αγαπώ.
12. Μα αυτό που κάνω θα συνεχίσω να το κάμνω για να αφαιρέσω την αφορμή από εκείνους που ψάχνουν να βρουν αφορμή να εξομοιωθούν μ' εμάς στο έργο τους για το οποίο καμαρώνουν.
13. Στην πραγματικότητα αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι κήρυκες, που μεταμφιέζονται σε αποστόλους του Χριστού!
14. Και δεν είναι παράδοξο αυτό, αφού ο ίδιος ο Σατανάς μεταμφιέζεται σε άγγελο φωτός.
15. Δεν είναι, λοιπόν, μεγάλο πράγμα το γεγονός ότι και οι υπηρέτες του μεταμφιέζονται σε υπηρέτες δικαιοσύνης. Το τέλος των ανθρώπων αυτών θα είναι ανάλογο με τα έργα τους.
16. Το ξανατονίζω, μη με περάσει κανείς για παράλογο. Μα κι αν ακόμα έχετε μια τέτοια ιδέα, δεχτείτε με έστω και σαν παράλογο, ώστε να καυχηθώ κι εγώ λιγάκι.
17. Αυτό που λέω τώρα, για τη βασιμότητα δηλαδή αυτής μου της καύχησης. δεν το λέω με οδηγία του Κυρίου, αλλά σαν έναν παραλογισμό δικό μου.
18. Αφού τόσοι πολλοί καυχιούνται για τα φυσικά τους προσόντα, θα καυχηθώ κι εγώ,
19. μια και ανέχεστε με μεγάλη ευχαρίστηση τους ανόητους εσείς που είστε φρόνιμοι!
20. Γιατί, πράγματι δείχνετε ανοχή αν κάποιος σας υποδουλώνει, αν κάποιος σας απομυζάει, αν κάποιος κερδοσκοπεί σε βάρος σας, αν κάποιος αλαζονεύεται, αν κάποιος σας προσβάλλει κατά πρόσωπο.
21. Ντρέπομαι που το ομολογώ, ότι νιώθω σαν να φανήκαμε εμείς αδύνατοι! Όμως, για οτιδήποτε τολμά κανείς να καμαρώνει - παραλογιζόμενος το λέω - τολμώ κι εγώ.
22. Είναι Εβραίοι αυτοί; Το ίδιο κι εγώ. Είναι Ισραηλίτες; Το ίδιο κι εγώ. Είναι απόγονοι του Αβραάμ; Το ίδιο κι εγώ.
23. Είναι υπηρέτες του Χριστού; - σαν παράφρονας μιλώ - εγώ είμαι καλύτερος, με περισσότερους κόπους στο ενεργητικό μου, με ασύγκριτους βασανισμούς, με υπερβολικά χτυπήματα, με περισσότερες φυλακίσεις, με κίνδυνο πολλές φορές να θανατωθώ.
24. Πέντε φορές μαστιγώθηκα από τους Ιουδαίους με τριάντα εννιά μαστιγώματα κάθε φορά.
25. Τρεις φορές δάρθηκα με βέργες. Μια φορά λιθοβολήθηκα. Τρεις φορές ναυάγησα. Ένα μερόνυχτο έμεινα ναυαγός στο πέλαγος.
26. Οδοιπόρησα πολλές φορές. Αντιμετώπισα κινδύνους σε ποτάμια, κινδύνους από ληστές, κινδύνους από τους ομοεθνείς μου, κινδύνους από τους εθνικούς, κινδύνους σε πόλεις, κινδύνους σε ερημιές, κινδύνους στη θάλασσα, κινδύνους από ψευδαδέλφους.
27. Εργάστηκα κοπιάζοντας και μοχθώντας συνέχεια, ξαγρυπνώντας πολλές φορές, αντιμετωπίζοντας πείνα και δίψα, μένοντας πολλές φορές νηστικός, αντιμετωπίζοντας κρύο και γυμνότητα.
28. Χώρια ότι πέρα απ' αυτά τα εξωτερικά, έχω και την έγνοια όλων των εκκλησιών, που με πιέζει εσωτερικά κάθε μέρα!
29. Ποιος έχει αδυναμίες και δεν υποφέρω; Ποιος σκανδαλίζεται και δεν καίγεται η δική μου καρδιά;
30. Αν πρέπει να καυχηθώ, θα καυχηθώ για τα πράγματα που δείχνουν τη δική μου αδυναμία.
31. Ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που είναι ευλογητός στους αιώνες, ξέρει ότι δεν ψεύδομαι.
32. Στη Δαμασκό, ο διορισμένος από το βασιλιά Αρέτα εθνάρχης φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών με σκοπό να με συλλάβει.
33. Με κατέβασαν όμως οι αδελφοί από ένα άνοιγμα του τείχους μ' ένα καλάθι και ξέφυγα έτσι από τα χέρια του.

_
















































































II Corinthians, Chapter 11 Ancient Greek

1. Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ· ἀλλὰ καὶ ἀνέχεσθέ μου.

2. ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ·

3. φοβοῦμαι δὲ μήπως, ὡς ὁ ὄφις Εὔαν ἐξηπάτησεν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν.

4. εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε.

5. λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων.

6. εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ' οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ' ἐν παντὶ φανερωθέντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς.

7. Ἢ ἁμαρτίαν ἐποίησα ἐμαυτὸν ταπεινῶν ἵνα ὑμεῖς ὑψωθῆτε, ὅτι δωρεὰν τὸ τοῦ Θεοῦ εὐαγγέλιον εὐηγγελισάμην ὑμῖν;

8. ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ὑμῶν διακονίαν,

9. καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐδενός· τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ὑμῖν ἐμαυτὸν ἐτήρησα καὶ τηρήσω.

10. ἔστιν ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ἐμοὶ ὅτι ἡ καύχησις αὕτη οὐ φραγήσεται εἰς ἐμὲ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς Ἀχαΐας.

11. διατί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ὑμᾶς; ὁ Θεὸς οἶδεν.

12. ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς.

13. οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ.

14. καὶ οὐ θαυμαστόν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός.

15. οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν.

16. Πάλιν λέγω, μή τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι.

17. ὃ λαλῶ, οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ' ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως.

18. ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι.

19. ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες·

20. ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει.

21. κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ' ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ.

22. Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ·

23. διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις·

24. ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον,

25. τρὶς ἐρραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα·

26. ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις·

27. ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι·

28. χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπισύστασίς μου ἡ καθ' ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν.

29. τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;

30. εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι.

31. ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι.

32. ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων,

33. καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ.

 






























































































II Corinthians, Chapter 11 (KJV)

1. Would to God ye could bear with me a little in my folly: and indeed bear with me.
2. For I am jealous over you with godly jealousy: for I have espoused you to one husband, that I may present you as a chaste virgin to Christ.
3. But I fear, lest by any means, as the serpent beguiled Eve through his subtilty, so your minds should be corrupted from the simplicity that is in Christ.
4. For if he that cometh preacheth another Jesus, whom we have not preached, or if  ye receive another spirit, which ye have not received, or another gospel, which ye have not accepted, ye might well bear with  him .
5. For I suppose I was not a whit behind the very chiefest apostles.
6. But though I be rude in speech, yet not in knowledge; but we have been throughly made manifest among you in all things.
7.  Have I committed an offence in abasing myself that ye might be exalted, because I have preached to you the gospel of God freely?
8. I robbed other churches, taking wages of them , to do you service.
9. And when I was present with you, and wanted, I was chargeable to no man: for that which was lacking to me the brethren which came from Macedonia supplied: and in all things I have kept myself from being burdensome unto you, and so will I keep myself .
10. As the truth of Christ is in me, no man shall stop me of this boasting in the regions of Achaia.
11. Wherefore? because I love you not? God knoweth.
12. But what I do, that I will do, that I may cut off occasion from them which desire occasion; that wherein they glory, they may be found even as we.
13. For such are false apostles, deceitful workers, transforming themselves into the apostles of Christ.
14. And no marvel; for Satan himself is transformed into an angel of light.
15. Therefore it is no great thing if his ministers also be transformed as the ministers of righteousness; whose end shall be according to their works.
16. I say again, Let no man think me a fool; if otherwise, yet as a fool receive me, that I may boast myself a little.
17. That which I speak, I speak it not after the Lord, but as it were foolishly, in this confidence of boasting.
18. Seeing that many glory after the flesh, I will glory also.
19. For ye suffer fools gladly, seeing ye yourselves are wise.
20. For ye suffer, if a man bring you into bondage, if a man devour you , if a man take of you , if a man exalt himself, if a man smite you on the face.
21. I speak as concerning reproach, as though we had been weak. Howbeit whereinsoever any is bold, (I speak foolishly,) I am bold also.
22. Are they Hebrews? so am I. Are they Israelites? so am I. Are they the seed of Abraham? so am I.
23. Are they ministers of Christ? (I speak as a fool) I am more; in labours more abundant, in stripes above measure, in prisons more frequent, in deaths oft.
24. Of the Jews five times received I forty stripes save one.
25. Thrice was I beaten with rods, once was I stoned, thrice I suffered shipwreck, a night and a day I have been in the deep;
26.  In journeyings often, in perils of waters, in perils of robbers, in perils by mine own countrymen, in perils by the heathen, in perils in the city, in perils in the wilderness, in perils in the sea, in perils among false brethren;
27. In weariness and painfulness, in watchings often, in hunger and thirst, in fastings often, in cold and nakedness.
28. Beside those things that are without, that which cometh upon me daily, the care of all the churches.
29. Who is weak, and I am not weak? who is offended, and I burn not?
30. If I must needs glory, I will glory of the things which concern mine infirmities.
31. The God and Father of our Lord Jesus Christ, which is blessed for evermore, knoweth that I lie not.
32. In Damascus the governor under Aretas the king kept the city of the Damascenes with a garrison, desirous to apprehend me:
33. And through a window in a basket was I let down by the wall, and escaped his hands.

_