II Corinthians, Chapter 5 Modern Greek

01 Διότι εξεύρομεν , ότι, εαν η επίγειος οικία του σκηνώματος ημών χαλασθή, έχομεν εκ του Θεού οικοδομήν, οικίαν αχειροποίητον, αιώνιον, εν τοις ουρανοις.
02 Επειδή εν τούτω στενάζομεν, επιποθούντες να επενδυθώμεν το κατοικητήριον ημών το ουράνιον
03 αν, και ενδυθέντες αυτό, δεν θέλωμεν ευρεθή γυμνοί
04 διότι όσοι είμεθα εν τούτω τω σκηνώματι, στενάζομεν υπό το βάρος αυτού  επειδή θέλομεν ουχί να εκδυθώμεν, αλλά να επενδυθώμεν, δια να καταποθή το θνητόν υπό της ζωής.
05 Εκείνος δε όστις έπλασεν ημάς δι' αυτό τούτο, είναι ο Θεός, όστις και έδωκεν εις ημάς τον αρραβώνα του Πνεύματος.
06  Έχοντες λοιπόν το θάρρος πάντοτε, και εξεύροντες, ότι ενόσω ενδημούμεν εν τω σώματι, αποδημούμεν από του Κυρίου
07 (διότι περιπατούμεν δια πίστεως, ουχί δια της όψεως )
08 θαρρούμεν δε, και επιθυμούμεν μάλλον να αποδημήσωμεν από του σώματος, και να ενδημήσωμεν προς τον Κύριον.
09  Όθεν και φιλοτιμούμεθα, είτε ενδημούντες, είτε αποδημούντες, να ήμαθα ευάρεστοι εις αυτόν.
10 Διότι πρέπει πάντες να εμφανισθώμεν έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, δια να ανταμειφθή έκαστος κατά τα πεπραγμένα δια του σώματος, καθ' α έπραξεν, είτε αγαθόν, είτε κακόν.
11 Εξεύροντες λοιπόν τον φόβον του Κυρίου, τους μεν ανθρώπους καταπείθομεν, εις τον Θεόν δε είμεθα φανεροί ελπίζω δε ότι και εις τας συνειδήσεις σας είμεθα φανεροί.
12 Διότι δεν συνιστώμεν πάλιν εαυτούς εις εσάς, αλλά σας δίδομεν αφορμήν καυχήματος υπέρ ημών, δια να έχητε λόγον προς τους καυχωμένους με το πρόσωπον, και ουχί με την καρδίαν.
13 Διότι είτε έξω εαυτών είμεθα, δια τον Θεόν είμεθα, είτε έμφρονες είμεθα, δια σας είμεθα.
14 Επειδή η αγάπη του Χριστού συσφίγγει ημάς  διότι κρίνομεν τούτο, ότι εαν εις απέθανεν υπέρ πάντων, άρα οι πάντες απέθανον
15 και απέθανεν υέρ πάντων, δια να μη ζώσι πλέον δι' εαυτούς οι ζώντες, αλλά δια τον αποθανόντα και αναστάντα υπέρ αυτών.
16  Ώστε ημείς από του νυν δεν γνωρίζομεν ουδένα κατά σάρκα  αν δε και εγνωρίσαμεν κατά σάρκα τον Χριστόν, αλλά τώρα πλέον δεν γνωρίζομεν.
17  Όθεν εαν τις ήναι εν Χριστώ, είναι νέον κτίσμα  τα αρχαία παρήλθον, ιδού τα πάντα έγειναν νέα.
18 Τα δε πάντα είναι εκ του Θεού, όστις διήλλαξεν ημάς προς εαυτόν δια του Ιησού Χριστού, και έδωκεν εις ημάς την διακονίαν της διαλλαγής
19 δηλονότι ο Θεός ήτο εν τω Χριστώ, διαλλάσσων τον κόσμον προς εαυτόν, μη λογαριάζων εις αυτούς τα πταίσματα αυτών και ενεπιστεύθη εις ημάς τον λόγον της διαλλαγής.
20 Υπέρ του Χριστού λοιπόν είμεθα πρέσβεις, ως εαν σας παρεκάλει ο Θεός δι' ημών  δεόμεθα λοιπόν υπέρ του Χριστού, διαλλάγητε προς τον Θεόν.
21 Διότι τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, δια να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι' αυτού.
_














































II Corinthians, Chapter 5 Demotic Greek

1. Γιατί ξέρουμε, βέβαια, πως, αν το επίγειο κατοικητήριό μας, δηλαδή το σώμα μας, καταργηθεί, έχουμε αιώνιο κατοικητήριο στους ουρανούς, κατασκευασμένο από το Θεό, όχι χειροποίητο.
2. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, σ' αυτό εδώ νιώθουμε στενόχωρα, λαχταρώντας να περιβληθούμε το κατοικητήριό μας το ουράνιο.
3. Κι όταν τελικά το περιβληθούμε, δε θα βρεθούμε γυμνοί.
4. Γιατί πραγματικά, όσοι είμαστε σε τούτο εδώ το κατοικητήριο, νιώθουμε στενόχωρα, με συνέπεια να μας πιέζει κάποιο βάρος. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως θέλουμε να το αποβάλουμε, αλλά να το αντικαταστήσουμε, έτσι που το θνητό να καταβροχθιστεί από τη ζωή.
5. Κι εκείνος που μας προετοίμασε γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό είναι ο Θεός, ο οποίος και μας έδωσε το Πνεύμα σαν αρραβώνα.
6. Ζούμε, λοιπόν, αντλώντας πάντοτε θάρρος και ξέροντας πως όσο διαμένουμε μέσα στο σώμα, ξενιτευόμαστε από τον Κύριο,
7. γιατί τώρα ζούμε στηριζόμενοι στην πίστη, όχι στην όψη.
8. Έτσι, παίρνουμε θάρρος και προτιμούμε μάλλον να αποχωρήσουμε από το σώμα και να ζούμε κοντά στον Κύριο.
9. Γι' αυτό και φιλοτιμούμαστε, είτε παραμένουμε είτε αναχωρούμε, να είμαστε ευάρεστοι σ' αυτόν.
10. Άλλωστε, όλοι εμείς πρέπει να εμφανιστούμε μπροστά στο Βήμα του Χριστού, για να αμειφθεί ο καθένας ανάλογα με τα όσα έπραξε όσο ζούσε μέσα στο σώμα του, είτε καλό είτε κακό.
11. Νιώθοντας λοιπόν το φόβο του Κυρίου, προσπαθούμε να πείσουμε τους ανθρώπους, γιατί στο Θεό είμαστε οπωσδήποτε φανεροί. Ελπίζω πάντως πως και στη δική σας τη συνείδηση να έχουμε γίνει φανεροί.
12. Δε συστήνουμε βέβαια τους εαυτούς μας ξανά σε σας, αλλά σας δίνουμε μια αφορμή να νιώθετε ικανοποίηση για μας, έτσι ώστε να έχετε κάποιο επιχείρημα να αντιτάξετε σ' εκείνους που καυχιούνται για ό,τι φαίνεται εξωτερικά και όχι για την καρδιά.
13. Έτσι, λοιπόν, αν ίσως παρασυρθήκαμε ξεφεύγοντας από τα όρια, το κάναμε για το Θεό. Και αν πάλι αυτοσυγκρατούμαστε, το κάνουμε για σας.
14. Κι αυτό, γιατί μας έχει κυριέψει η αγάπη του Χριστού, έχοντας υπόψη μας τούτο: ότι, αφού για λογαριασμό όλων πέθανε ένας, επομένως όλοι πέθαναν.
15. Μάλιστα πέθανε για λογαριασμό όλων, έτσι ώστε αυτοί που ζουν να μη ζουν πλέον για τον εαυτό τους, αλλά για εκείνον που πέθανε για λογαριασμό τους και αναστήθηκε.
16. Συνεπώς, εμείς απ' εδώ κι ύστερα δε γνωρίζουμε κανέναν με κριτήριο τα φυσικά του προσόντα. Και παρόλο που γνωρίσαμε τον Χριστό κατά σάρκα, τώρα όμως δεν τον γνωρίζουμε πια έτσι.
17. Άρα λοιπόν, αν κανείς ανήκει στο Χριστό, είναι καινούργιο δημιούργημα. Τα παλιά πέρασαν, τώρα πια έχουν γίνει όλα καινούργια!
18. Κι όλα προέρχονται από το Θεό, που μας συμφιλίωσε με τον εαυτό του μέσω του Ιησού Χριστού και ανέθεσε σε μας το έργο της συμφιλίωσης.
19. Αυτό σημαίνει πως ο Θεός ήταν εκείνος, που, στο πρόσωπο του Χριστού, συμφιλίωνε τον κόσμο μαζί του, μη λογαριάζοντας σ' αυτούς τα παραπτώματά τους, και ανέθεσε σε μας το κήρυγμα της συμφιλίωσης.
20. Για τον Χριστό λοιπόν εργαζόμαστε ως πρεσβευτές του. Έτσι λοιπόν, σαν να σας παρακαλάει ο ίδιος ο Θεός χρησιμοποιώντας εμάς, σας ικετεύουμε στ' όνομα του Χριστού, να συμφιλιωθείτε με το Θεό.
21. Αφού γι' αυτό ακριβώς, εκείνον που δε γνώρισε αμαρτία, τον έκανε αμαρτία για χάρη μας, με σκοπό να γίνουμε εμείς καρπός της δικαιοσύνης του Θεού χάρη σ' αυτόν.
_


























































II Corinthians

II Corinthians, Chapter 5 Ancient Greek

1. Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν, οἰκίαν ἀχειροποίητον αἰώνιον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

2. καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες,

3. εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα.

4. καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν, βαρούμενοι ἐφ' ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ' ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς.

5. ὁ δὲ κατεργασάμενος ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τοῦτο Θεός, ὁ καὶ δοὺς ἡμῖν τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος.

6. Θαρροῦντες οὖν πάντοτε καὶ εἰδότες ὅτι ἐνδημοῦντες ἐν τῷ σώματι ἐκδημοῦμεν ἀπὸ τοῦ Κυρίου·

7. διὰ πίστεως γὰρ περιπατοῦμεν, οὐ διὰ εἴδους·

8. θαρροῦμεν δὲ καὶ εὐδοκοῦμεν μᾶλλον ἐκδημῆσαι ἐκ τοῦ σώματος καὶ ἐνδημῆσαι πρὸς τὸν Κύριον.

9. διὸ καὶ φιλοτιμούμεθα, εἴτε ἐνδημοῦντες εἴτε ἐκδημοῦντες, εὐάρεστοι αὐτῷ εἶναι.

10. τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν.

11. Εἰδότες οὖν τὸν φόβον τοῦ Κυρίου ἀνθρώπους πείθομεν, Θεῷ δὲ πεφανερώμεθα, ἐλπίζω δὲ καὶ ἐν ταῖς συνειδήσεσιν ὑμῶν πεφανερῶσθαι.

12. οὐ γὰρ πάλιν ἑαυτοὺς συνιστάνομεν ὑμῖν, ἀλλὰ ἀφορμὴν διδόντες ὑμῖν καυχήματος ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα ἔχητε πρὸς τοὺς ἐν προσώπῳ καυχωμένους καὶ οὐ καρδίᾳ.

13. εἴτε γὰρ ἐξέστημεν, Θεῷ, εἴτε σωφρονοῦμεν, ὑμῖν.

14. Ἡ γὰρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς, κρίναντας τοῦτο, ὅτι εἰ εἷς ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἄρα οἱ πάντες ἀπέθανον·

15. καὶ ὑπὲρ πάντων ἀπέθανεν, ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ τῷ ὑπὲρ αὐτῶν ἀποθανόντι καὶ ἐγερθέντι.

16. Ὥστε ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατὰ σάρκα· εἰ δὲ καὶ ἐγνώκαμεν κατὰ σάρκα Χριστόν, ἀλλὰ νῦν οὐκέτι γινώσκομεν.

17. ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα.

18. τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ δόντος ἡμῖν τὴν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,

19. ὡς ὅτι Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ, μὴ λογιζόμενος αὐτοῖς τὰ παραπτώματα αὐτῶν, καὶ θέμενος ἐν ἡμῖν τὸν λόγον τῆς καταλλαγῆς.

20. Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι' ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·

21. τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἵνα ἡμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

 

































































II Corinthians, Chapter 5 (KJV)

1. For we know that if our earthly house of this tabernacle were dissolved, we have a building of God, an house not made with hands, eternal in the heavens.
2. For in this we groan, earnestly desiring to be clothed upon with our house which is from heaven:
3. If so be that being clothed we shall not be found naked.
4. For we that are in this tabernacle do groan, being burdened: not for that we would be unclothed, but clothed upon, that mortality might be swallowed up of life.
5. Now he that hath wrought us for the selfsame thing is God, who also hath given unto us the earnest of the Spirit.
6. Therefore we are always confident, knowing that, whilst we are at home in the body, we are absent from the Lord:
7. (For we walk by faith, not by sight:)
8. We are confident, I say , and willing rather to be absent from the body, and to be present with the Lord.
9. Wherefore we labour, that, whether present or absent, we may be accepted of him.
10. For we must all appear before the judgment seat of Christ; that every one may receive the things done in his body, according to that he hath done, whether it be good or bad.
11. Knowing therefore the terror of the Lord, we persuade men; but we are made manifest unto God; and I trust also are made manifest in your consciences.
12. For we commend not ourselves again unto you, but give you occasion to glory on our behalf, that ye may have somewhat to answer them which glory in appearance, and not in heart.
13. For whether we be beside ourselves, it is to God: or whether we be sober, it is for your cause.
14. For the love of Christ constraineth us; because we thus judge, that if one died for all, then were all dead:
15. And that he died for all, that they which live should not henceforth live unto themselves, but unto him which died for them, and rose again.
16. Wherefore henceforth know we no man after the flesh: yea, though we have known Christ after the flesh, yet now henceforth know we him no more.
17. Therefore if any man be in Christ, he is a new creature: old things are passed away; behold, all things are become new.
18. And all things are of God, who hath reconciled us to himself by Jesus Christ, and hath given to us the ministry of reconciliation;
19. To wit, that God was in Christ, reconciling the world unto himself, not imputing their trespasses unto them; and hath committed unto us the word of reconciliation.
20. Now then we are ambassadors for Christ, as though God did beseech you by us: we pray you  in Christ's stead, be ye reconciled to God.
21. For he hath made him to be sin for us, who knew no sin; that we might be made the righteousness of God in him.
_