II Corinthians, Chapter 6 Modern Greek

01  Όντες δε συνεργοί αυτού, παρακαλούμεν ενταυτώ να μη δεχθήτε την χάριν του Θεού ματαίως
02 (διότι λέγει,  "Εν καιρώ δεκτώ επήκουσά σου, και εν ημέρα σωτηρίας σε εβοήθησα"  ιδού τώρα καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού τώρα ημέρα σωτηρίας )
03 μη δίδοντες μηδέν πρόσκομμα κατ' ουδέν, δια να μη προσαφθή μώμος εις την διακονίαν
04 αλλ' εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως υπηρέται Θεού, εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις,
05 εν ραβδισμοίς, εν φυλακαίς, εν ακαταστασίαις, εν κόποις, εν αγρυπνίαις, εν νηστείαις
06 εν καθαρότητι, εν γνώσει, εν μακροθυμία, εν χρηστότητι, εν Πνεύματι Αγίω, εν αγάπη ανυποκρίτω
07 εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού  δια των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών
08 δια δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας  ως πλάνοι, όμως αληθείς
09 ως αγνοούμενοι, αλλά καλώς γνωριζόμενοι  ως αποθνήσκοντες, αλλ' ιδού ζώμεν  ως παιδευόμενοι, αλλά μη θανατούμενοι
10 ως λυπούμενοι, πάντοτε όμως χαίροντες  ως πτωχοί, πολλούς όμως πλουτίζοντες  ως μηδέν έχοντες, και τα πάντα κατέχοντες.
11 Το στόμα ημών ηνοίχθη προς εσάς, Κορίνθιοι, η καρδία ημών επλατύνθη.
12 Δεν έχετε στενοχωρίαν εν ημίν  αλλ' έχετε στενοχωρίαν εν τοις σπλάγχνοις υμών.
13 Tήν αυτήν λοιπόν αντιμισθίαν αποδίδοντες, (ως προς τέκνα λαλώ ) πλατύνθητε και σεις.
14 Μη ομοζυγείτε με τους απίστους  διότι τίνα μετοχήν έχει η δικαιοσύνη με την ανομίαν; τίνα δε κοινωνίαν το φως προς το σκότος;
15 Τίνα δε συμφωνίαν ο Χριστός με τον Βελίαλ; ή τίνα μερίδα ο πιστός με τον άπιστον;
16 Τίνα δε συμβίβασιν ο ναός του Θεού με τα είδωλα; διότι σεις είσθε ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός,  " Ότι θέλω κατοικεί εν αυτοίς και περιπατεί  και θέλω είσθαι Θεός αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαός μου."
17 Δια τούτο  "εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αποχωρίσθητε," λέγει Κύριος, "και μη εγγίσητε ακάθαρτον" και "εγώ θέλω σας δεχθή,
18 και θέλω είσθαι Πατήρ σας, και σεις θέλετε είσθαι υιοί μου και θυγατέρες,"  λέγει Κύριος Παντοκράτωρ.
_





























































































II Corinthians, Chapter 6 Demotic Greek

1. Επειδή, λοιπόν, είμαστε συνεργάτες του στο έργο του, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να μείνει ατελεσφόρητη για σας η χάρη του Θεού.
2. Γιατί λέει ο Θεός στο Λόγο του: «Σε καιρό που ήταν ανοιχτή η πόρτα σε εισάκουσα και σε ημέρα που προσφερόταν η σωτηρία σε βοήθησα». Να, λοιπόν, τώρα είναι ο καιρός που είναι ανοιχτή η πόρτα, Να, τώρα είναι η ημέρα που προσφέρεται η σωτηρία!
3. Κι αυτό το κάνουμε χωρίς να δίνουμε καμιά αφορμή σκανδαλισμού σε κανέναν, για να μην ψεγαδιαστεί το έργο που επιτελούμε για το Θεό.
4. Απεναντίας, σε όλα παρουσιάζουμε τους εαυτούς μας σαν υπηρέτες του Θεού, κάνοντας μεγάλη υπομονή μέσα σε θλίψεις, σε στερήσεις, σε στενοχώριες,
5. σε τραυματισμούς, σε φυλακίσεις, σε αναστατώσεις, σε κόπους, σε αγρυπνίες, σε ελλείψεις φαγητού.
6. Ζώντας με αγνότητα, με φρόνηση, με μακροθυμία, με καλοσύνη, με υποταγή στο Άγιο Πνεύμα, με αγάπη ανυπόκριτη.
7. Κηρύττοντας την αλήθεια, εκδηλώνοντας τη δύναμη του Θεού, χρησιμοποιώντας τα όπλα της δικαιοσύνης τα επιθετικά και τα αμυντικά.
8. Κι όταν μας δοξάζουν κι όταν μας περιφρονούν, κι όταν μας επαινούν κι όταν μας δυσφημούν, κι όταν μας θεωρούν σαν πλάνους κι όταν μας δέχονται σαν ειλικρινείς,
9. κι όταν είμαστε άγνωστοι κι όταν μας γνωρίζουν πολύ καλά. Φτάνουμε ως το θάνατο, να, όμως, που ζούμε! Μας βασανίζουν, αλλά δεν κατορθώνουν να μας θανατώσουν!
10. Περνούμε από στενόχωρες καταστάσεις, αλλά εμείς πάντοτε χαιρόμαστε! Ζούμε φτωχά, αλλά εμείς πλουτίζουμε πολλούς! Παρόλο που δεν έχουμε τίποτε, εμείς κατέχουμε τα πάντα!
11. Σας μιλήσαμε καθαρά, Κορίνθιοι. Σας ανοίξαμε την καρδιά μας.
12. Δε μας χαρακτηρίζει στενότητα αντίληψης έναντί σας. Απεναντίας, η στενότητα βρίσκεται στα δικά σας αισθήματα.
13. Σας μιλώ σαν παιδιά μου. Εκδηλώστε μας κι εσείς τα αισθήματά σας.
14. Μη συνάπτετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί, τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στην ανομία; Και τι σχέση έχει το φως με το σκοτάδι;
15. Και τι συνταίριασμα μπορεί να γίνει ανάμεσα στο Χριστό και τον Βελίαλ; Ή, τι κοινά ενδιαφέροντα μπορεί να έχει ο πιστός με τον άπιστο;
16. Κι ακόμα, τι είδους παραχώρηση του ναού του Θεού μπορεί να γίνει στα είδωλα; Γιατί, βέβαια, εσείς είστε ναός του Ζωντανού Θεού, όπως είπε ο Θεός μέσω του προφήτη: «Θα κατοικήσω μέσα τους και θα βαδίσω μαζί τους, κι εγώ θα είμαι Θεός τους και αυτοί θα είναι λαός μου.
17. Γι' αυτό λέει ο Κύριος: Βγείτε από ανάμεσά τους και αποχωριστείτε απ' αυτούς. Μην αγγίζετε τίποτε ακάθαρτο κι εγώ θα σας δεχτώ.
18. Και θα είμαι Πατέρας σας κι εσείς θα είστε γιοι και κόρες μου, λέει ο Κύριος ο Παντοκράτορας».
_





























































































II Corinthians

II Corinthians, Chapter 6 Ancient Greek

1. Συνεργοῦντες δὲ καὶ παρακαλοῦμεν μὴ εἰς κενὸν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ δέξασθαι ὑμᾶς·

2. λέγει γάρ· καιρῷ δεκτῷ ἐπήκουσά σου καὶ ἐν ἡμέρᾳ σωτηρίας ἐβοήθησά σοι· ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας·

3. μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία,

4. ἀλλ' ἐν παντὶ συνιστῶντες ἑαυτοὺς ὡς Θεοῦ διάκονοι, ἐν ὑπομονῇ πολλῇ, ἐν θλίψεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν στενοχωρίαις,

5. ἐν πληγαῖς, ἐν φυλακαῖς, ἐν ἀκαταστασίαις, ἐν κόποις, ἐν ἀγρυπνίαις, ἐν νηστείαις,

6. ἐν ἁγνότητι, ἐν γνώσει, ἐν μακροθυμίᾳ, ἐν χρηστότητι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἐν ἀγάπῃ ἀνυποκρίτῳ,

7. ἐν λόγῳ ἀληθείας, ἐν δυνάμει Θεοῦ, διὰ τῶν ὅπλων τῆς δικαιοσύνης τῶν δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν,

8. διὰ δόξης καὶ ἀτιμίας, διὰ δυσφημίας καὶ εὐφημίας, ὡς πλάνοι καὶ ἀληθεῖς,

9. ὡς ἀγνοούμενοι καὶ ἐπιγινωσκόμενοι, ὡς ἀποθνήσκοντες καὶ ἰδοὺ ζῶμεν, ὡς παιδευόμενοι καὶ μὴ θανατούμενοι,

10. ὡς λυπούμενοι ἀεὶ δὲ χαίροντες, ὡς πτωχοὶ πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες, ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες.

11. Τὸ στόμα ἡμῶν ἀνέῳγε πρὸς ὑμᾶς, Κορίνθιοι, ἡ καρδία ἡμῶν πεπλάτυνται·

12. οὐ στενοχωρεῖσθε ἐν ἡμῖν, στενοχωρεῖσθε δὲ ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν·

13. τὴν δὲ αὐτὴν ἀντιμισθίαν, ὡς τέκνοις λέγω, πλατύνθητε καὶ ὑμεῖς.

14. Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;

15. τίς δὲ συμφώνησις Χριστοῦ πρὸς Βελίαλ; ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;

16. τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.

17. διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς,

18. καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.

 




























































II Corinthians, Chapter 6 (KJV)

1. We then, as workers together with him , beseech you also that ye receive not the grace of God in vain.
2. (For he saith, I have heard thee in a time accepted, and in the day of salvation have I succoured thee: behold, now is the accepted time; behold, now is the day of salvation.)
3. Giving no offence in any thing, that the ministry be not blamed:
4. But in all things approving ourselves as the ministers of God, in much patience, in afflictions, in necessities, in distresses,
5. In stripes, in imprisonments, in tumults, in labours, in watchings, in fastings;
6. By pureness, by knowledge, by longsuffering, by kindness, by the Holy Ghost, by love unfeigned,
7. By the word of truth, by the power of God, by the armour of righteousness on the right hand and on the left,
8. By honour and dishonour, by evil report and good report: as deceivers, and yet true;
9. As unknown, and yet well known; as dying, and, behold, we live; as chastened, and not killed;
10. As sorrowful, yet alway rejoicing; as poor, yet making many rich; as having nothing, and yet  possessing all things.
11. O ye Corinthians, our mouth is open unto you, our heart is enlarged.
12. Ye are not straitened in us, but ye are straitened in your own bowels.
13. Now for a recompence in the same, (I speak as unto my children,) be ye also enlarged.
14. Be ye not unequally yoked together with unbelievers: for what fellowship hath righteousness with unrighteousness? and what communion hath light with darkness?
15. And what concord hath Christ with Belial? or what part hath he that believeth with an infidel?
16. And what agreement hath the temple of God with idols? for ye are the temple of the living God; as God hath said, I will dwell in them, and walk in them ; and I will be their God, and they shall be my people.
17. Wherefore come out from among them, and be ye separate, saith the Lord, and touch not the unclean thing ; and I will receive you,
18. And will be a Father unto you, and ye shall be my sons and daughters, saith the Lord Almighty.
_