The Epistle Of James, Chapter 1 Modern Greek

01 ΙΑΚΩΒΟΣ, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, προς τας δώδεκα φυλάς τας διεσπαρμένας, χαίρειν.
02 Πάσαν χαράν νομίσατε, αδελφοί μου, όταν περιπέσητε εις διαφόρους πειρασμούς
03 γνωρίζοντες ότι η δοκιμασία της πίστεως σας εργάζεται υπομονήν
04 η δε υπομονή ας έχη έργον τέλειον, δια να ήσθε τέλειοι και ολόκληροι, μη όντες εις μηδέν ελλειπείς.
05 Εαν δε τις από σας ήναι ελλειπής σοφίας, ας ζητή παρά του Θεού του δίδοντος εις πάντας πλουσίως, και μη ονειδίζοντος  και θέλει δοθή εις αυτόν.
06 Ας ζητή όμως μετά πίστεως, χωρίς να διστάζη παντελώς διότι ο διστάζων ομοιάζει με κύμα θαλάσσης κινούμενον υπό ανέμων και συνταραττόμενον.
07 Διότι ας μη νομίζη ο άνθρωπος εκείνος, ότι θέλει λάβει τι παρά του Κυρίου.
08  Άνθρωπος δόγνωμος είναι ακατάστατος εν πάσαις ταις οδοίς αυτού.
09 Ας καυχάται δε ο αδελφός ο ταπεινός εις το ύψος αυτού
10 ο δε πλούσιος, εις την ταπείνωσιν αυτού  επειδή ως άνθος χόρτου θέλει παρέλθει.
11 Διότι ανέτειλεν ο ήλιος με τον καύσωνα, και εξήρανε τον χόρτον, και το άνθος αυτού εξέπεσε, και το κάλλος του προσώπου αυτού ηφανίσθη  ούτω και ο πλούσιος θέλει μαρανθή εν ταις οδοίς αυτού.
12 Μακάριος ο άνθρωπος οστις υπομένει πειρασμόν  διότι αφού δοκιμασθή, θέλει λάβει τον στέφανον της ζωής, τον οποίον υπεσχέθη ο Κύριος εις τους αγαπώντας αυτόν.
13 Μηδείς πειραζόμενος ας λέγη,  Ότι από του Θεού πειράζομαι  διότι ο Θεος είναι απείραστος κακών, και αυτός ουδένα πειράζει.
14 Πειράζεται δε έκαστος, υπό της ιδίας αυτού επιθυμίας παρασυρόμενος και δελεαζόμενος.
15  Έπειτα η επιθυμία αφού συλλάβη, γεννά την αμαρτίαν  η δε αμαρτία εκτελεσθείσα γεννά τον θάνατον.
16 Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί
17 πάσα δόσις αγαθή, και παν δώρημα τέλειον, είναι άνωθεν, καταβαίνον από του Πατρός των φώτων, εις τον οποίον δεν υπάρχει αλλοίωσις ή σκιά μεταβολής.
18 Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν ημάς δια του λογου της αληθείας, δια να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού.
19 Λοιπόν, αδελφοί μου αγαπητοί, ας είναι πας άνθρωπος ταχύς εις το να ακούη, βραδύς εις το να λαλή, βραδύς εις οργήν
20 διότι η οργή του ανθρώπου δεν εργάζεται την δικαιοσύνην του Θεού.
21 Δια τούτο απορρίψαντες πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, δέχθητε μετά πραότητος τον εμφυτευθέντα λόγον, τον δυνάμενον να σώση τας ψυχάς σας.
22 Γίνεσθε δε εκτελεσταί του λόγου, και μη μόνον ακροαταί, απατώντες εαυτούς.
23 Διότι εαν τις ήναι ακροατής του λόγου, και ουχί εκτελεστής, ούτος ομοιάζει με άνθρωπον όστις θεωρεί το φυσικόν αυτού πρόσωπον εν κατόπτρω
24 διότι εθεώρησεν εαυτόν, και ανεχώρησε, και ευθύς ελησμόνησεν οποίος ήτο.
25  Όστις όμως εγκύψη εις τον τέλειον νόμον της ελευθερίας, και επιμείνη εις αυτόν, ούτος γενόμενος ουχί ακροατής επιλήσμων, αλλ' εκτελεστής έργου, ούτος θέλει είσθαι μακάριος εις την εκτέλεσιν αυτού.
26 Εαν τις μεταξύ σας νομίζη ότι είναι θρήσκος, και δεν χαλινόνη την γλώσσαν αυτού, αλλ' απατά την καρδίαν αυτού, τούτου η θρησκεία είναι ματαία.
27 Θρησκεία καθαρά και αμίαντος ενώπιον του Θεού και Πατρός είναι αύτη, Να επισκέπτηται τους ορφανούς και τας χήρας εν τη θλίψει αυτών, και να φυλάττη εν τη θλίψει αυτών, και να φυλάττη εαυτόν αμόλυντον από του κόσμου.
-































































The Epistle Of James, Chapter 1 Demotic Greek

1. Εγώ ο Ιάκωβος, δούλος του Θεού και του Κυρίου Ιησού Χριστού, χαιρετώ τις δώδεκα φυλές που είναι σκορπισμένες στον κόσμο.
2. Να το θεωρήσετε χαρά πολύ μεγάλη, αδελφοί μου, όταν βρεθείτε μέσα σε διάφορες δοκιμασίες,
3. έχοντας υπόψη σας ότι η δοκιμασία της πίστης σας παράγει υπομονή.
4. Ας πραγματοποιήσει όμως μέσα σας έργο τέλειο η υπομονή, έτσι που να είστε τέλειοι και ολοκληρωμένοι και να μην υστερείτε σε τίποτε.
5. Κι αν κάποιος από σας υστερεί σε σοφία, ας τη ζητάει από το Θεό, ο οποίος δίνει σε όλους χωρίς να κάνει εξαιρέσεις και χωρίς να περιφρονεί κανέναν, και θα του δοθεί.
6. Να ζητά όμως με πίστη χωρίς να αμφιταλαντεύεται καθόλου, γιατί, όποιος αμφιταλαντεύεται, μοιάζει με το κύμα της θάλασσας που το φυσά ο άνεμος και το παρασέρνει εδώ κι εκεί.
7. Γιατί βέβαια, ας μην έχει την ιδέα πως θα πάρει κάτι από τον Κύριο ο άνθρωπος εκείνος
8. που είναι δίγνωμος και άστατος σε όλες τις υποθέσεις του.
9. Ο ταπεινός αδελφός ας νιώθει ικανοποίηση για το γεγονός ότι τον έχει υψώσει ο Θεός,
10. και ο πλούσιος με το να μένει ταπεινός, γιατί γρήγορα θα φύγει από τη γη σαν το λουλούδι του χόρτου που ξεραίνεται.
11. Γιατί σαν ανέτειλε ο ήλιος με την κάψα του, το ξέρανε το χόρτο κι έπεσε το άνθος του, και η όμορφη εμφάνισή του χάθηκε! Έτσι κι ο πλούσιος μέσα στις δραστηριότητές του θα μαραθεί.
12. Μακάριος ο άνθρωπος που αντέχει στον πειρασμό, γιατί, αποδείχνοντας έτσι τη γνησιότητά του, θα πάρει το στεφάνι της ζωής που υποσχέθηκε ο Κύριος σ' εκείνους που τον αγαπούνε.
13. Κανένας να μη λέει όταν πειράζεται: «Από το Θεό πειράζομαι», γιατί ο Θεός δεν είναι δέκτης κακών πειρασμών, κι επομένως δε βάζει αυτός σε πειρασμό κανέναν.
14. Απεναντίας, ο καθένας μπαίνει σε πειρασμό από τη δική του επιθυμία που τον ξελογιάζει και τον ρίχνει στην παγίδα.
15. Κατόπιν η επιθυμία, αφού συλλάβει, γεννάει την αμαρτία. Κι όταν η αμαρτία διαπραχθεί πια, γεννάει το θάνατο.
16. Μην πλανάστε αδελφοί μου αγαπητοί.
17. Κάθε καλή παροχή και κάθε τέλειο δώρο προέρχεται και κατεβαίνει από πάνω, από τον Πατέρα των φώτων, στον οποίο δεν υπάρχει διακύμανση ή εμφάνιση σκιάς εξαιτίας κάποιας αλλαγής στη θέση του!
18. Από δική του βούληση μας έφερε στη ζωή με τη διδαχή της αλήθειας, για να είμαστε, κατά κάποιον τρόπο, τα πρωτογεννήματα των δημιουργημάτων του.
19. Γι' αυτό, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος ας είναι πρόθυμος στο να ακούει, συγκρατημένος στο να μιλάει, συγκρατημένος στο να οργίζεται.
20. Γιατί βέβαια η οργή του ανθρώπου δε συντελεί στην επικράτηση της δικαιοσύνης του Θεού.
21. Γι' αυτό, αποβάλτε από πάνω σας κάθε ακαθαρσία και την πληθώρα της κακίας και δεχτείτε με πραότητα τη φυτεμένη μέσα σας διδαχή του Λόγου του Θεού, που έχει τη δύναμη να σώσει τις ψυχές σας.
22. Και παράλληλα να κάνετε πράξη τη διδαχή αυτή και όχι μόνο να την ακούτε ξεγελώντας τους εαυτούς σας.
23. Γιατί, αν κανείς ακούει τη διδαχή και δεν την εφαρμόζει στην πράξη, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει το πρόσωπό του σ' έναν καθρέφτη.
24. Αυτός πράγματι είδε τον εαυτό του, αλλά έφυγε, κι αμέσως ξέχασε ποια ήταν η φυσική μορφή του.
25. Αντίθετα εκείνος που προσηλώθηκε στον τέλειο νόμο, σ' αυτόν που οδηγεί στην ελευθερία, κι έμεινε σταθερός σ' αυτόν, αυτός, επειδή δεν υπήρξε απλώς ένας ξεχασιάρης ακροατής αλλά έκανε πράξη το νόμο, αυτός θα είναι μακάριος επειδή τον εφάρμοσε.
26. Αν κανείς από ανάμεσά σας νομίζει πως είναι θρήσκος, μα δε χαλιναγωγεί τη γλώσσα του, εξαπατώντας έτσι τον εαυτό του, αυτού του ανθρώπου η θρησκεία είναι κούφια.
27. Θρησκεία καθαρή και αδιάφθορη για το Θεό και Πατέρα είναι τούτη: το να επισκέφτεται κανείς τα ορφανά και τις χήρες, όταν περνούν από θλίψεις, και να διατηρεί τον εαυτό του αμόλυντο από τον κόσμο.
-































































Matthew 1

The Epistle Of James, Chapter 1 Ancient Greek

1. Ἰάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν.

2. Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,

3. γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·

4. ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.

5. Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ·

6. αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ῥιπιζομένῳ.

7. μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου.

8. ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.

9. Καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ,

10. ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται.

11. ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται.

12. Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.

13. Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα.

14. ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος·

15. εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον.

16. Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί·

17. πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ' ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα.

18. βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων.

19. Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν·

20. ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ κατεργάζεται.

21. διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ῥυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πρᾳΰτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

22. Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς.

23. ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ·

24. κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν.

25. ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται.

26. Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν, μὴ χαλιναγωγῶν γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ' ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία.

27. θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

 

































































The Epistle Of James, Chapter 1 (KJV)

1. James, a servant of God and of the Lord Jesus Christ, to the twelve tribes which are scattered abroad, greeting.
2. My brethren, count it all joy when ye fall into divers temptations;
3. Knowing this , that the trying of your faith worketh patience.
4. But let patience have her perfect work, that ye may be perfect and entire, wanting nothing.
5.  If any of you lack wisdom, let him ask of God, that giveth to all men liberally, and upbraideth not; and it shall be given him.
6. But let him ask in faith, nothing wavering. For he that wavereth is like a wave of the sea driven with the wind and tossed.
7. For let not that man think that he shall receive any thing of the Lord.
8. A double minded man is unstable in all his ways.
9.  Let the brother of low degree rejoice in that he is exalted:
10. But the rich, in that he is made low: because as the flower of the grass he shall pass away.
11. For the sun is no sooner risen with a burning heat, but it withereth the grass, and the flower thereof falleth, and the grace of the fashion of it perisheth: so also shall the rich man fade away in his ways.
12. Blessed is the man that endureth temptation: for when he is tried, he shall receive the crown of life, which the Lord hath promised to them that love him.
13. Let no man say when he is tempted, I am tempted of God: for God cannot be tempted with evil, neither tempteth he any man:
14. But every man is tempted, when he is drawn away of his own lust, and enticed.
15. Then when lust hath conceived, it bringeth forth sin: and sin, when it is finished, bringeth forth death.
16. Do not err, my beloved brethren.
17. Every good gift and every perfect gift is from above, and cometh down from the Father of lights, with whom is no variableness, neither shadow of turning.
18. Of his own will begat he us with the word of truth, that we should be a kind of firstfruits of his creatures.
19. Wherefore, my beloved brethren, let every man be swift to hear, slow to speak, slow to wrath:
20. For the wrath of man worketh not the righteousness of God.
21. Wherefore lay apart all filthiness and superfluity of naughtiness, and receive with meekness the engrafted word, which is able to save your souls.
22. But be ye doers of the word, and not hearers only, deceiving your own selves.
23. For if any be a hearer of the word, and not a doer, he is like unto a man beholding his natural face in a glass:
24. For he beholdeth himself, and goeth his way, and straightway forgetteth what manner of man he was.
25. But whoso looketh into the perfect law of liberty, and continueth therein , he being not a forgetful hearer, but a doer of the work, this man shall be blessed in his deed.
26. If any man among you seem to be religious, and bridleth not his tongue, but deceiveth his own heart, this man's religion is vain.
27. Pure religion and undefiled before God and the Father is this, To visit the fatherless and widows in their affliction, and to keep himself unspotted from the world.
-































































-