The Epistle Of James, Chapter 4 Modern Greek

01 ΠΟΘΕΝ προέρχονται πόλεμοι και μάχαι μεταξύ σας; Ουχί εντεύθεν, εκ των ηδονών σας αίτινες στρατεύονται εντός των μελών σας;
02 Επιθυμείτε, και δεν έχτε  φονεύετε και φθονείτε, και δεν δύνασθε να επιτύχητε  μάχεσθε και πολεμείτε, αλλά δεν έχετε, επειδή δεν ζητείτε.
03 Ζητείτε, και δεν λαμβάνετε, διότι κακώς ζητείτε, δια να δαπανήσητε εις τας ηδονάς σας.
04 Μοιχοί και μοιχαλίδες, δεν εξεύρετε ότι η φιλία του κόσμου είναι έχθρα του Θεού; όστις λοιπόν θελήση να ήναι φίλος του κόσμου, εχθρός του Θεού καθίσταται.
05 Η νομίζετε ότι ματαίως η γραφή λέγει, Προς φθόνον επιποθεί το πνεύμα το οποίον κατώκησεν εν ημίν;
06 Αλλά μεγαλητέραν χάριν δίδει ο Θεός, όθεν λέγει, «Ο Θεός εις τους υπερηφάνους αντιτάσσεται, εις δε τους ταπεινούς δίδει χάριν.»
07 Υποτάχθητε λοιπόν εις τον Θεον  αντιστάθητε εις τον διάβολον, και θέλει φύγει από σας.
08 Πλησιάσατε εις τον Θεόν, και θέλει πλησιάσει εις εσάς. Καθαρίσατε τας χείρας σας, αμαρτωλοί, και αγνίσατε τας καρδίας, δίγνωμοι.
09 Κακοπαθήσατε και πενθήσατε και κλαύσατε  ο γέλως σας ας μεταστραφή εις πένθος, και η χαρά εις κατήφειαν.
10 Ταπεινώθητε ενώπιον του Κυρίου, και θέλει σας υψώσει. 11 Μη καταλαλείτε αλλήλους, αδελφοί  όστις καταλαλεί αδελφόν, και κρίνει τον αδελφόν αυτού, καταλαλεί τον νόμον, και κρίνει τον νόμον  και εαν κρίνης τον νόμον, δεν είσαι εκτελεστής του νόμου, αλλά κριτής.
12 Εις είναι ο νομοθέτης, ο δυνάμενος να σώση και να απολέση  συ τις είσαι όστις κρίνεις τον άλλον;
13  Έλθετε τώρα οι λέγοντες, Σήμερον ή αύριον θέλομεν υπάγει εις ταύτην την πόλιν, και θέλομεν κάμει εκεί ένα χρόνον, και θέλομεν εμπορευθή και κερδήσει
14 οίτινες δεν εξεύρετε το μέλλον της αύριον  διότι ποία είναι η ζωήσας; είναι τωόντι ατμός όστις φαίνεται προς ολίγον, και έπειτα αφανίζεται
15 αντί να λέγητε, Εαν ο Κύριος θελήση, και ζήσωμεν, θέλομεν κάμει τούτο ή εκείνο.
16 Τώρα όμως καυχάσθε εις τας αλαζονείας σας  πάσα τοιαύτη καύχησις είναι κακή.
17 Εις τον όστις λοιπόν εξεύρει να κάμνη το καλόν, και δεν κάμνει, εις αυτόν είναι αμαρτία.-































































The Epistle Of James, Chapter 4 Demotic Greek

1. Από πού ξεκινούν οι πόλεμοι καθώς και οι μεταξύ σας διαμάχες; Δεν είναι ακριβώς από εδώ; Από τις επιθυμίες σας, δηλαδή, για σαρκικές απολαύσεις που στρατοπεδεύουν μέσα στα μέλη σας;
2. Επιθυμείτε πρώτα κάτι αλλά δεν το έχετε. Κατόπιν φονεύετε και ζηλοφθονείτε αλλά δεν κατορθώνετε να το επιτύχετε. Μάχεστε και πολεμάτε άδικα! Δεν έχετε, γιατί απλούστατα δε ζητάτε!
3. Μα κι όταν ζητάτε δεν παίρνετε, γιατί κακώς ζητάτε, με σκοπό να τα σπαταλήσετε για τις σαρκικές σας απολαύσεις.
4. Μοιχοί και μοιχαλίδες! Δεν ξέρετε ότι η φιλία προς τον κόσμο είναι έχθρα προς το Θεό; Όποιος, επομένως, θελήσει να είναι φίλος του κόσμου, γίνεται αυτομάτως εχθρός του Θεού!
5. Ή μήπως νομίζετε πως άσκοπα λέει η Γραφή: «Στο φθόνο επιθυμεί επίμονα να μας οδηγήσει το κοσμικό πνεύμα, που εισχώρησε μέσα μας»;
6. Ισχυρότερη όμως είναι η χάρη που δίνει ο Θεός. Γι' αυτό λέει η Γραφή: «Ο Θεός αντιστέκεται στους περήφανους, στους ταπεινούς όμως δίνει χάρη».
7. Υποταχτείτε, λοιπόν, στο Θεό, αντισταθείτε στο διάβολο και θα φύγει από σας.
8. Πλησιάστε στο Θεό και θα σας πλησιάσει. Καθαρίστε τα χέρια σας αμαρτωλοί και εξαγνίστε τις καρδιές σας δίγνωμοι.
9. Στεναχωρηθείτε για την αθλιότητά σας και πενθήστε και κλάψτε. Το γέλιο σας ας μεταβληθεί σε πένθος και η χαρά σας σε θλίψη.
10. Ταπεινωθείτε μπροστά στον Κύριο κι αυτός θα σας υψώσει.
11. Μην κακολογείτε ο ένας τον άλλο, αδελφοί. Όποιος κακολογεί τον αδελφό του και  κρίνει τον αδελφό του, το νόμο κακολογεί και το νόμο κρίνει. Και από τη στιγμή που κρίνεις το νόμο, δεν είσαι πια τηρητής του νόμου αλλά κριτής του.
12. Ένας είναι ο νομοθέτης και κριτής που μπορεί να σώσει και να καταστρέψει. Εσύ ποιος είσαι που κρίνεις εκείνον που διαφέρει από σένα;
13. Ελάτε τώρα κι εσείς που λέτε: «Σήμερα ή αύριο θα πάμε σ' εκείνην εκεί την πόλη, και θα παραμείνουμε εκεί ένα χρόνο και θα κάνουμε εμπόριο και θα κερδίσουμε»,
14. ενώ δεν ξέρετε τι θα συμβεί αύριο. Γιατί, τι είναι στην πραγματικότητα η ζωή σας; Ατμός είναι, που για λίγο μόνο φαίνεται κι έπειτα εξαφανίζεται!
15. Αντί γι' αυτό, θα έπρεπε να λέτε: «Θα ζήσουμε αν το θελήσει ο Κύριος και θα κάνουμε αυτό ή εκείνο».
16. Μα εσείς καυχιέστε τώρα μέσα στις αλοζονικές σκέψεις σας. Κάθε παρόμοια καύχηση είναι πονηρή.
17. Όποιος, λοιπόν, ξέρει να κάνει το καλό και δεν το κάνει, αυτό γι' αυτόν είναι αμαρτία.
-































































Matthew 1

The Epistle Of James, Chapter 4 Ancient Greek

1. Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν;

2. ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς·

3. αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε.

4. μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται.

5. ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν;

6. μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν.

7. Ὑποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ' ὑμῶν·

8. ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι.

9. ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν.

10. ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς.

11. Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί. ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτής.

12. εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον;

13. Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα, καὶ κερδήσομεν·

14. οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔστιν ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα καὶ ἀφανιζομένη·

15. ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.

16. νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν.

17. εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν.

 

































































The Epistle Of James, Chapter 4 (KJV)

1. From whence come wars and fightings among you? come they not hence, even of your lusts that war in your members?
2. Ye lust, and have not: ye kill, and desire to have, and cannot obtain: ye fight and war, yet ye have not, because ye ask not.
3. Ye ask, and receive not, because ye ask amiss, that ye may consume it upon your lusts.
4. Ye adulterers and adulteresses, know ye not that the friendship of the world is enmity with God? whosoever therefore will be a friend of the world is the enemy of God.
5.  Do ye think that the scripture saith in vain, The spirit that dwelleth in us lusteth to envy?
6. But he giveth more grace. Wherefore he saith, God resisteth the proud, but giveth grace unto the humble.
7. Submit yourselves therefore to God. Resist the devil, and he will flee from you.
8. Draw nigh to God, and he will draw nigh to you. Cleanse your hands, ye sinners; and purify your hearts,  ye double minded.
9. Be afflicted, and mourn, and weep: let your laughter be turned to mourning, and your joy to heaviness.
10. Humble yourselves in the sight of the Lord, and he shall lift you up.
11. Speak not evil one of another, brethren. He that speaketh evil of his brother, and judgeth his brother, speaketh evil of the law, and judgeth the law: but if thou judge the law, thou art not a doer of the law, but a judge.
12. There is one lawgiver, who is able to save and to destroy: who art thou that judgest another?
13. Go to now, ye that say, To day or to morrow we will go into such a city, and continue there a year, and buy and sell, and get gain:
14. Whereas ye know not what shall be on the morrow. For what is your life? It is even a vapour, that appeareth for a little time, and then vanisheth away.
15. For that ye ought to say, If the Lord will, we shall live, and do this, or that.
16. But now ye rejoice in your boastings: all such rejoicing is evil.
17. Therefore to him that knoweth to do good, and doeth it not, to him it is sin.
-































































-