The Epistle Of James, Chapter 5 Modern Greek

01 ΕΛΘΕΤΕ τώρα οι πλούσιοι, κλαύσατε ολολύζοντες δια τας επερχομένας ταλαιπωρίας σας.
02 Ο πλούτος σας εσάπη, και τα ιμάτια σας έγειναν σκωληκόβρωτα.
03 Ο χρυσός σας και ο άργυρος εσκωρίασε, και η σκωρία αυτών θέλει είσθαι εις μαρτυρίαν αναντίον σας, και θέλει φάγει τας σάρκας σας ως πύρ  εθησαυρίσατε δια τας εσχάτας ημέρας.
04 Ιδού, ο μισθός των εργατών των θερισάντων τα χωράφια σας, τον οποίον εστερήθησαν από σας, κράζει  και αι κραυγαί των θερισάντων εισήλθον εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ.
05 Ετρυφήσατε επί της γης, και εσπαταλήσατε  εθρέψατε τας καρδίας σας ως εν ημέρα σφαγής
06 κατεδικάσατε, αφονεύσατε τον δίκαιον  δεν σας αντιστέκεται.
07 Μακροθυμήσατε λοιπόν, αδελφοί, εως της παρουσίας του Κυρίου. Ιδού, ο γεωργός περιμένει τον πολύτιμον καρπόν της γης, και μακροθυμεί δι' αυτόν, εωσού λάβη βροχήν πρώϊμον και όψιμον.
08 Μακροθυμήσατε και σεις, στηρίξατε τας καρδίας σας  διότι η παρουσία του Κυρίου επλησίασε.
09 Μη στενάζετε κατ' αλλήλων, αδελφοί, δια να μη κατακριθήτε  ιδού, ο κριτής ίσταται έμπροσθεν των θυρών.
10 Λάβετε, αδελφοί μου, παράδειγμα της κακοπαθείας και της μακροθυμίας τους προφήτας, οίτινες ελάλησαν εν τω ονόματι του Κυρίου.
11 Ιδού, μακαρίζομεν τους υπομένοντας  ηκούσατε την υπομονήν του Ιώβ, και είδετε το τέλος του Κυρίου, οτι είναι πολυεύσπλαγχνος ο Κύριος και οικτίρμων.
12 Προ πάντων δε, αδελφοί μου, μη ομνύετε, μήτε τον ουρανόν, μήτε την γην, μήτε άλλον τινά όρκον  αλλ' έστω υμών το ναι, ναι, και το ου, ου  δια να μη πέσητε υπό κρίσιν.
13 Κακοπαθεί τις μεταξύ σας; ας προσεύχηται  ευθυμεί τις; ας ψάλλη.
14 Ασθενεί τις μεταξύ σας; ας προσκαλέση τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και ας προσευχηθώσιν επ' αυτόν, αλείψαντες αυτόν με έλαιον εν τω ονοματι του κυρίου.
15 Και η μετά πίστεως ευχή θέλει σώσει τον πάσχοντα, και ο Κύριος θέλει εγείρει αυτόν  και αμαρτίας αν έπραξε, θέλουσι συγχωρηθή εις αυτόν.
16 Εξομολογείσθε εις αλλήλους τα πταίσματα σας, και εύχεσθε υπέρ αλλήλων δια να ιατρευθήτε. Πολύ ισχύει η δέησις του δικαίου ενθέρμως γενομένη.
17 Ο Ηλίας ήτο άνθρωπος ομοιοπαθής με ημάς, και προέσηυχήθη ενθέρμως να μη βρέξη  και δεν έβρεξεν επί της γης έτη τρία και μήνας εξ
18 και πάλιν προσηυχήθη, και ο ουρανός έδωκε βροχήν, και η γη εβλάστησε τον καρπόν αυτής
19 Αδελφοί, εαν τις μεταξύ σας αποπλανηθή από της αληθείας, και επιστρέψη τις αυτον,
20 ας εξεύρη ότι ο επιστρέψας αμαρτωλόν από της πλάνης της οδού αυτού, θέλει σώσει ψυχήν εκ θανάτου, και θέλει καλύψει πλήθος αμαρτιών.
-































































The Epistle Of James, Chapter 5 Demotic Greek

1. Εμπρός τώρα κι εσείς οι πλούσιοι, κλάψτε γοερά για τις θλίψεις σας που καταφτάνουν.
2. Ο πλούτος σας έχει σαπίσει και τα ρούχα σας τα έχει φάει ο σκόρος.
3. Το χρυσάφι σας όπως και το ασήμι έχουν κατασκουριάσει, και η σκουριά τους θα είναι μια μαρτυρική απόδειξη εναντίον σας και σαν φωτιά θα καταφάει τις σάρκες σας! Συγκεντρώσατε θησαυρούς για τις στερνές σας μέρες!
4. Μα τώρα, να! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας και τον οποίο εσείς τους τον στερήσατε! Και οι κραυγές των θεριστών έχουν φτάσει στα αυτιά του Κυρίου των Δυνάμεων!
5. Ζήσατε με πολυτέλεια και σπατάλες πάνω στη γη. Καλοθρέψατε τους εαυτούς σας σαν τα ζώα που τα προορίζουν για σφάξιμο!
6. Καταδικάσατε, σκοτώσατε τον δίκαιο που δε σας προβάλλει αντίσταση!
7. Κάντε, λοιπόν, υπομονή εσείς αδελφοί, ως τον ερχομό του Κυρίου. Δείτε πώς προσδοκάει ο γεωργός τον πολύτιμο καρπό της γης, καρτερώντας υπομονετικά ώσπου να υποδεχτεί την πρώιμη και την όψιμη βροχή!
8. Έτσι κάντε υπομονή κι εσείς. Στηρίξτε τις καρδιές σας, γιατί πλησίασε ο ερχομός του Κυρίου!
9. Μην βαρυγκομάτε ο ένας με τον άλλο, αδελφοί, για να μην κατακριθείτε. Να! Ο κριτής στέκεται κιόλας μπροστά στην πόρτα.
10. Πάρτε σαν παράδειγμα, αδελφοί μου, την υπομονή που άσκησαν καρτερικά μέσα στα κακοπαθήματά τους οι προφήτες που μίλησαν στ' όνομα του Κυρίου.
11. Δείτε! Μακαρίζουμε εκείνους που υπομένουν. Για την υπομονή του Ιώβ ακούσατε και γνωρίζετε ποιο τέλος του επιφύλαξε ο Κύριος! Γιατί είναι πολυεύσπλαχνος ο Κύριος και γεμάτος έλεος.
12. Και προπαντός, αδελφοί μου, μην ορκίζεστε ούτε στον ουρανό ούτε και κανέναν άλλο όρκο να κάνετε. Απλά, το «ναι» που λέτε να σημαίνει «ναι» και το «όχι», «όχι», για να μην καταδικαστείτε.
13. Κακοπαθεί κανείς από ανάμεσά σας; Ας προσεύχεται. Βρίσκεται κανείς σε κατάσταση ευθυμίας; Ας ψάλλει.
14. Είναι κανείς από σας άρρωστος; Ας καλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και να προσευχηθούν γι' αυτόν, αφού τον αλείψουν πρώτα με λάδι, στ' όνομα του Κυρίου.
15. Και η προσευχή που στηρίζεται στην πίστη θα σώσει τον άρρωστο και ο Κύριος θα τον σηκώσει. Κι αν έχει διαπράξει αμαρτίες, θα του συγχωρηθούνε.
16. Να εξομολογείστε ο ένας στον άλλο τα παραπτώματά σας και να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλο, για να γιατρευτείτε. Πολύ ισχύει η δέηση του δικαίου όταν τη θέσει σε ενέργεια.
17. Ο Ηλίας ήταν άνθρωπος που είχε τις ίδιες αδυναμίες μ' εμάς, όμως προσευχήθηκε να μη βρέξει, και δεν έβρεξε πάνω στη γη για τρία χρόνια και έξι μήνες!
18. Κατόπιν προσευχήθηκε, κι ο ουρανός έδωσε βροχή και η γη βλάστησε και καρποφόρησε.
19. Αδελφοί, σε περίπτωση που κάποιος από ανάμεσά σας ξεστρατίσει από την αλήθεια και τον επαναφέρει κανείς σ' αυτήν,
20. ας το ξέρει ότι αυτός που επανέφερε έναν αμαρτωλό από την πλανεμένη πορεία του, θα σώσει μια ψυχή από το θάνατο και θα γίνει αιτία να συγχωρηθούν πλήθος από αμαρτίες.
-































































Matthew 1

The Epistle Of James, Chapter 5 Ancient Greek

1. Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις.

2. ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν,

3. ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν. ὡς πῦρ ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις.

4. ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ' ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν.

5. ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς.

6. κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν.

7. Μακροθυμήσατε οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ' αὐτῷ ἕως λάβῃ ὑετὸν πρώϊμον καὶ ὄψιμον.

8. μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε.

9. μὴ στενάζετε κατ' ἀλλήλων, ἀδελφοί, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν.

10. ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου.

11. ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν Ἰὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων.

12. Πρὸ πάντων δέ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπὸκρισιν πέσητε.

13. Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω.

14. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ' αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου·

15. καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ.

16. ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη.

17. Ἠλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ·

18. καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς.

19. Ἀδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν,

20. γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν.

 

































































The Epistle Of James, Chapter 5 (KJV)

1. Go to now, ye rich men, weep and howl for your miseries that shall come upon you .
2. Your riches are corrupted, and your garments are motheaten.
3. Your gold and silver is cankered; and the rust of them shall be a witness against you, and shall eat your flesh as it were fire. Ye have heaped treasure together for the last days.
4. Behold, the hire of the labourers who have reaped down your fields, which is of you kept back by fraud, crieth: and the cries of them which have reaped are entered into the ears of the Lord of sabaoth.
5. Ye have lived in pleasure on the earth, and been wanton; ye have nourished your hearts, as in a day of slaughter.
6. Ye have condemned and killed the just; and he doth not resist you.
7. Be patient therefore, brethren, unto the coming of the Lord. Behold, the husbandman waiteth for the precious fruit of the earth, and hath long patience for it, until he receive the early and latter rain.
8. Be ye also patient; stablish your hearts: for the coming of the Lord draweth nigh.
9. Grudge not one against another, brethren, lest ye be condemned: behold, the judge standeth before the door.
10. Take, my brethren, the prophets, who have spoken in the name of the Lord, for an example of suffering affliction, and of patience.
11. Behold, we count them happy which endure. Ye have heard of the patience of Job, and have seen the end of the Lord; that the Lord is very pitiful, and of tender mercy.
12. But above all things, my brethren, swear not, neither by heaven, neither by the earth, neither by any other oath: but let your yea be yea; and your nay, nay; lest ye fall into condemnation.
13. Is any among you afflicted? let him pray. Is any merry? let him sing psalms.
14. Is any sick among you? let him call for the elders of the church; and let them pray over him, anointing him with oil in the name of the Lord:
15. And the prayer of faith shall save the sick, and the Lord shall raise him up; and if he have committed sins, they shall be forgiven him.
16. Confess your faults one to another, and pray one for another, that ye may be healed. The effectual fervent prayer of a righteous man availeth much.
17. Elias was a man subject to like passions as we are, and he prayed earnestly that it might not rain: and it rained not on the earth by the space of three years and six months.
18. And he prayed again, and the heaven gave rain, and the earth brought forth her fruit.
19. Brethren, if any of you do err from the truth, and one convert him;
20. Let him know, that he which converteth the sinner from the error of his way shall save a soul from death, and shall hide a multitude of sins.
-































































-