John, Chapter 1 Modern Greek

01 Εν αρχή ήτο ο Λόγος και ο Λόγος ήτο παρά τω Θεώ, και Θεός ήτο ο Λόγος.
02 Ούτος ήτο εν αρχή παρά τω θεώ.
03 Πάντα δι' αυτού έγειναν και χωρίς αυτού δεν έγεινεν ουδέ εν το οποίον έγεινεν.
04 Εν αυτώ ήτο ζωή, και η ξωή ήτο το φως των ανθρώπων.
05 Και το φως εν τη σκοτία φέγγει, και η σκοτία δεν κατέλαβεν αυτό.
06 Υπήρξεν άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού, ονομαζόμενος Ιωάννης.
07 Ούτος ήλθεν εις μαρτυρίαν, δια να μαρτυρήση περί του φωτός, δια να πιστεύσωσι πάντες δι' αυτού
08 Δεν ήτο εκείνος το φως, αλλά δια να μαρτυρήση περί του φωτός.
09  Ήτο το φως το αληθινόν, το οποίον φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον.
10  Ήτο εν τω κόσμω, και ο κόσμος έγεινε δι' αυτού  και ο κόσμος δεν εγνώρισεν αυτόν.
11 Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι δεν εδέχθησαν αυτόν.
12  Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού
13 οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ'εκ Θεού εγεννήθησαν.
14 Και ο Λόγος έγεινε σάρξ, και κατώκησε μεταξύ ημών, (και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του
Πατρός,) πλήρης χάριτος και αληθείας.
15 Ο Ιωάννης μαρτυρεί περί αυτού, και εφώναξε, λέγων, Ούτος ήτο περί ου είπον, Ο οπίσω μου ερχόμενος, είναι ανώτερός μου, διότι ήτο πρότερός μου.
16 Και πάντες ημείς ελάβομεν εκ του πληρώματος αυτού, και χάριν αντι χάριτος.
17 Διότι και ο νόμος εδόθη δια του Μωϋσέως  η δε χάρις και η αλήθεια έγεινε δια Ιησού Χριστού.
18 Ουδείς είδε ποτε τον Θεόν  ο Μονογενής Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εφανέρωσεν αυτόν.
19 ΚΑΙ αύτη είναι η μαρτυρία του Ιωάννου, ότε απέστειλαν οι Ιουδαίοι εξ Ιεροσολύμων ιερείς και Λευϊτας, δια να ερωτήσωσιν αυτόν, Συ τις είσαι;
20 Και ωμολόγησε, και δεν ηρνήθη  και ωμολόγησεν,  Ότι δεν είμαι εγώ ο Χριστός.
21 Και ηρώτησαν αυτόν, Τι λοιπόν; Ηλίας είσαι συ;και λέγει, Δεν είμαι.Ο προφήτης είσαι συ; και απεκρίθη, ουχί.
22 Είπον λοιπόν προς αυτόν, Τις είσαι; δια να δώσωμεν απόκρισιν εις τους αποστείλαντας ημας τι λέγεις περί σεαυτού;
23 Απεκρίθη, Εγώ είμαι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, Ευθύνατε την οδόν του Κυρίου, καθώς είπεν  Ήσαϊας ο προφήτης.
24 Οι δε απεσταλμένοι ήσαν εκ των Φαρισαίων
25 και ηρώτησαν αυτόν, και είπον προς αυτόν, Δια τι λοιπόν βαπτίζεις, εαν συ δεν ήσαι ο χριστός, ούτε ο Ηλίας, ούτε ο προφήτης;
26 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιωάννης, λέγων, Εγώ βαπτίζω εν ύδατι  εν μέσω δε υμών ίσταται εκείνος, τον οποίον σεις δεν γνωρίζετε
27 αυτός είναι ο οπίσω μου ερχόμενος, όστις είναι ανώτερός μου  του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να λύσω το λωρίον του υποδήματος αυτού.
28 Ταύτα έγειναν εν Βηθαβαρά πέραν του Ιορδάνου, όπου ήτο ο Ιωάννης βαπτίζων.
29 Τη επαύριον βλέπει ο Ιωάννης τον Ιησούν ερχόμενον προς αυτόν, και λέγει, Ιδού ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.
30 Ούτος είναι περί ου εγώ είπον, Οπίσω μου έρχεται ανήρ, όστις είναι ανώτερός μου, διότι ήτο πρότερός μου.
31 Και εγώ δεν εγνώριζον αυτόν  αλλά δια να φανερωθή εις τον Ισραήλ, δια τούτο ήλθον εγώ βαπτίζων εν τω ύδατι.
32 Και εμαρτύρησεν ο Ιωάννης,λέγων, Ότι είδον το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεραν εξ ουρανού, και έμεινεν επ' αυτόν.
33 Και εγώ δεν εγνώριζον αυτόν  αλλ' ο πέμψας με δια να βαπτίζω εν ύδατι,εκείνος μοι είπεν, Εις όντινα ίδης το πνεύμα καταβαίνον και μένον επ' αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίζων εν πνεύματι Αγίω.
34 Και εγώ είδον και εμαρτύρησα, ότι ούτος είναι ο Υιός του Θεού.
35 Τη επαύριον πάλιν ίστατο Ιωάννης, και δύο εκ των μαθητών αυτού
36 και εμβλέψας εις τον Ιησούν περιπατούντα, λέγει, Ιδού ο Αμνός του Θεού.
37 Και ήκουσαν αυτόν οι δύο μαθηταί λαλούντα, και ηκολούθησαν τον Ιησούν.
38 Στραφείς δε ο Ιησούς και ιδών αυτούς ακολουθούντας, λέγει προς αυτούς, Τι ζητείτε;  Οι δε είπον προς αυτόν, Ραββί,( το οποίον ερμηνευόμενον λέγεται, Διδάσκαλε,) που μένεις;
39 Λέγει προς αυτούς,  Έλθετε και ίδετε,  Ήλθον και είδον που μένει  και έμειναν παρ' αυτώ την ημέραν εκείνην  η δε ώρα ήτο ως δεκάτη.
40 ΗΤΟ Ανδρέας ο αδελφός του Σίμωνος Πέτρου εις εκ των δύο, οίτινες ήκουσαν περί αυτού παρά του Ιωάννου, και ηκολούθησαν αυτόν.
41 Ούτος πρώτος ευρίσκει τον εαυτού αδελφόν Σίμωνα, και λέγει προς αυτόν, Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν, το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι ο χριστός.
42 Και έφερεν αυτόν προς τον Ιησούν. Εμβλέψας δε εις αυτόν ο Ιησούς είπε, Συ είσαι Σίμων, ο υιός του Ιωνά  συ θέλεις ονομασθή Κηφάς, το οποίον ερμηνεύεται Πέτρος.
43 Τη επαύριον ηθέλησεν ο Ιησούς να εξέλθη εις την Γαλιλαίαν  και ευρίσκει τον Φίλιππον, και λέγει προς αυτόν, Ακολούθει μοι.
44 Ήτο δε ο φίλιππος απο Βηθσαϊδα, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου.
45 Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ, και λέγει προς αυτόν, Εκείνον τον οποίον έγραψεν ο Μωϋσής εν τω νόμω και οι προφήται,ευρήκαμεν,Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον απο Ναζαρέτ. Πραξ.γ'.22, John.ζ'..37
46 Και είπε προς αυτόν ο Ναθαναήλ, Εκ Ναζαρέτ δύναται να προέλθη τι αγαθόν; Λέγει προς αυτόν ο φίλιππος,  Έρχου και ιδέ.
47 Είδεν ο Ιησούς τον Ναθαναήλ ερχόμενον προς αυτόν, και λέγει περί αυτού, Ιδού αληθώς Ισραηλίτης, εις τον οποίον δόλος δεν υπάρχει.
48 Λέγει προς αυτόν ο Ναθαναήλ, Πόθεν με γινώσκεις; Απεκρίθη ο Ιησούς, και είπε προς αυτόν, Πριν ο φίλιππος σε φωνάξη, όντα υποκάτω της συκής, είδόν σε.
49 Απεκρίθη ο Ναθαναήλ και λέγει προς αυτόν, Ραββί, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ.
50 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτόν, Επειδή σοι είπον, Είδόν σε υποκάτω της συκής, πιστεύεις; μεγαλήτερα τούτων θέλεις ιδεί.
51 Και λέγει προς αυτόν, Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Απο του νυν θέλετε ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επι τον Υιόν του ανθρώπου.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

John, Chapter 1 Demotic Greek

1. Αρχικά υπήρχε ο Λόγος και ο Λόγος υπήρχε με το Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος.
2. Αρχικά αυτός υπήρχε με το Θεό.
3. Τα πάντα μέσω αυτού δημιουργήθηκαν, και απ' όλα τα δημιουργήματα, ούτε ένα δε δημιουργήθηκε χωρίς αυτόν.
4. Αυτός ήταν η πηγή της ζωής και η ζωή αυτή ήταν το φως των ανθρώπων.
5. Και το φως φέγγει μέσα στο σκοτάδι, και το σκοτάδι δεν μπόρεσε να καταπνίξει αυτό το φως.
6. Παρουσιάστηκε ένας απεσταλμένος από το Θεό, που ονομαζόταν Ιωάννης.
7. Αυτός ήρθε σαν μάρτυρας να δώσει τη μαρτυρία του για το φως, έτσι ώστε όλοι να πιστέψουν χάρη σ' αυτόν.
8. Δεν ήταν εκείνος το φως, αλλά ήρθε για να δώσει τη μαρτυρία του για το φως.
9. Υπήρχε το φως το αληθινό το οποίο φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο.
10. Αυτός ήταν στον κόσμο, και μέσω αυτού δημιουργήθηκε ο κόσμος, αλλά ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε.
11. Στα δημιουργήματα τα δικά του ήρθε, αλλά τα ίδια του τα δημιουργήματα δεν τον δέχτηκαν.
12. Σε όσους όμως τον δέχτηκαν, σ' αυτούς έδωσε το προνόμιο να γίνουν παιδιά του Θεού, σ' εκείνους δηλαδή, που πιστεύουν στ' όνομά του.
13. Δε γεννήθηκαν αυτοί από σαρκική μείξη, ούτε από ανθρώπινη θέληση, ούτε από ανδρική επιθυμία, αλλά από το Θεό γεννήθηκαν.
14. Και ο Λόγος ενσαρκώθηκε και κατοίκησε ανάμεσά μας, και με θαυμασμό είδαμε τη δόξα του, μια δόξα, που, σαν μονογενής, την είχε από τον Πατέρα, γεμάτος χάρη και αλήθεια.
15. Μαρτυρία γι' αυτόν δίνει ο Ιωάννης, που είπε φωναχτά: «Γι' αυτόν ήταν που είπα: Εκείνος που έρχεται κατόπι μου έχει την προτεραιότητα, γιατί υπήρχε πριν από μένα».
16. Και από το δικό του πλούτο πήραμε όλοι εμείς χάρη πάνω στη χάρη.
17. Γιατί ο Νόμος δόθηκε μέσω του Μωυσή, μα η χάρη και η αλήθεια μέσω του Ιησού Χριστού εξασφαλίστηκαν.
18. Τον Θεό κανένας δεν τον είδε ποτέ. Ο μονογενής Γιος, που βρίσκεται στην αγκαλιά του Πατέρα, εκείνος τον αποκάλυψε.
19. Και να ποια υπήρξε η μαρτυρία του Ιωάννη, όταν οι Ιουδαίοι έστειλαν ιερείς και Λευίτες από τα Ιεροσόλυμα να τον ρωτήσουν: «Εσύ ποιος είσαι;».
20. Τους ομολόγησε την αλήθεια και δεν την αρνήθηκε. Ομολόγησε λοιπόν, λέγοντας: «Δεν είμαι εγώ ο Χριστός».
21. Και τον ξαναρώτησαν: «Τότε λοιπόν; Ο Ηλίας είσαι;». Τους λέει: «Δεν είμαι». «Ο προφήτης είσαι;». Τους αποκρίθηκε πάλι: «Όχι».
22. Τότε του είπαν: «Ποιος είσαι; Πες μας για να δώσουμε απάντηση σ' αυτούς που μας έστειλαν. Τι λες για τον εαυτό σου;».
23. Εκείνος απάντησε: «Όπως το είπε ο προφήτης Ησαΐας, εγώ είμαι: Η φωνή ενός που φωνάζει μέσα στην έρημο: Ισιώστε το δρόμο για τον Κύριο».
24. Κι όσο για τους απεσταλμένους, αυτοί ήταν από τους Φαρισαίους,
25. οι οποίοι και τον ρώτησαν: «Γιατί λοιπόν βαφτίζεις, αφού δεν είσαι εσύ ο Χριστός ούτε ο Ηλίας ούτε ο προφήτης;».
26. Τους αποκρίθηκε ο Ιωάννης: «Εγώ βαφτίζω με νερό. Μα ανάμεσά σας βρίσκεται κιόλας εκείνος, τον οποίο εσείς δε γνωρίζετε.
27. Αυτός είναι εκείνος που έρχεται κατόπι μου, που όμως έχει την προτεραιότητα, του οποίου δεν είμαι άξιος εγώ ούτε τα κορδόνια από τα υποδήματά του να λύσω».
28. Αυτά συνέβησαν στη Βηθανία, πέρα από τον Ιορδάνη, όπου βρισκόταν και βάφτιζε ο Ιωάννης.
29. Την επόμενη μέρα, ο Ιωάννης βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς το μέρος του, και λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού, που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου.
30. Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο είπα: Έρχεται κατόπι μου κάποιος που έχει την προτεραιότητα, γιατί υπήρχε πριν από μένα.
31. Κι εγώ ο ίδιος δεν τον γνώριζα, αλλά με σκοπό να τον φανερώσω στο λαό Ισραήλ ήρθα εγώ βαφτίζοντας στο νερό».
32. Ακόμα ο Ιωάννης έδωσε τη μαρτυρία του λέγοντας: «Είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι από τον ουρανό και να μένει πάνω του.
33. Κι εγώ δεν τον γνώριζα, αλλά εκείνος που μ' έστειλε να βαφτίζω με νερό, εκείνος μου είπε: «Εκείνος, πάνω στον οποίο θα δεις να κατεβαίνει και να μένει το Πνεύμα, εκείνος είναι που βαφτίζει με το Πνεύμα το Άγιο.
34. Κι εγώ έχω δει κι έχω δώσει τη μαρτυρία μου ότι αυτός είναι ο Γιος του Θεού».
35. Την επόμενη μέρα, ο Ιωάννης βρισκόταν πάλι εκεί, μαζί με δύο από τους μαθητές του,
36. και προσηλώνοντας το βλέμμα του στον Ιησού, που περνούσε από εκεί, λέει: «Αυτός είναι ο αμνός του Θεού!».
37. Και τον άκουσαν οι δύο μαθητές του καθώς το έλεγε αυτό, και ακολούθησαν τον Ιησού.
38. Στράφηκε τότε ο Ιησούς και βλέποντάς τους να τον ακολουθούν, τους ρωτά:
«Τι ζητάτε;». Κι εκείνοι του είπαν: «Ραββί - που ελληνικά σημαίνει: Δάσκαλε - πού μένεις;».
39. Τους λέει: «Ελάτε να δείτε». Ήρθαν, λοιπόν, και είδαν πού μένει κι επειδή η ώρα ήταν περίπου τέσσερις το απόγευμα, έμειναν μαζί του εκείνη τη μέρα.
40. Ο ένας από τους δύο που τον ακολούθησαν, όταν άκουσαν τα λόγια του Ιωάννη, ήταν ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου.
41. Αυτός βρίσκει πρώτα τον αδελφό του το Σίμωνα και του λέει: «Βρήκαμε το Μεσσία», - που ελληνικά σημαίνει: «τον Χριστό».
42. Έτσι, τον έφερε στον Ιησού. Ο Ιησούς τον κοίταξε και του είπε: «Εσύ είσαι ο Σίμων, ο γιος του Ιωνά. Εσύ θα ονομαστείς Κηφάς», - που ελληνικά σημαίνει «Πέτρος».
43. Την επόμενη μέρα ο Ιησούς θέλησε ν' αναχωρήσει για τη Γαλιλαία. Συναντάει λοιπόν το Φίλιππο και του λέει: «Ακολούθα με».
44. Και ήταν ο Φίλιππος από τη Βηθσαϊδά, την πόλη του Ανδρέα και του Πέτρου.
45. Ο Φίλιππος βρίσκει το Ναθαναήλ και του λέει: «Βρήκαμε εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο καθώς και οι προφήτες, τον Ιησού το γιο του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ!».
46. Του είπε τότε ο Ναθαναήλ: «Είναι ποτέ δυνατόν από τη Ναζαρέτ να προέλθει τίποτε καλό;». Του λέει ο Φίλιππος: «Έλα και δες».
47. Είδε ο Ιησούς το Ναθαναήλ καθώς τον πλησίαζε και λέει γι' αυτόν: «Να ένας γνήσιος Ισραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει δόλος».
48. Του λέει ο Ναθαναήλ: «Πού με ξέρεις;». Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, σε είδα που ήσουν κάτω από τη συκιά».
49. Του λέει τότε ο Ναθαναήλ: «Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Γιος του Θεού! Εσύ είσαι ο Βασιλιάς του Ισραήλ!».
50. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πιστεύεις, επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά; Μεγαλύτερα απ' αυτά θα δεις»!
51. Έπειτα του λέει: «Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι, πως από τώρα κι ύστερα θα βλέπετε τον ουρανό ανοιγμένο και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν προς το Γιο του Ανθρώπου».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
John

John, Chapter 1 Ancient Greek

1. Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.

2. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.

3. πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν.

4. ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.

5. καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.

6. Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης·

7. οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσι δι' αὐτοῦ.

8. οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ' ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός.

9. Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.

10. ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω.

11. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.

12. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

13. οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ' ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν.

14. Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

15. Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγε λέγων· οὗτος ἦν ὃν εἶπον, ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

16. Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος·

17. ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

18. Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο.

19. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου, ὅτε ἀπέστειλαν οἱ Ἰουδαῖοι ἐξ Ἱεροσολύμων ἱερεῖς καὶ Λευΐτας ἵνα ἐρωτήσωσιν αὐτόν· σὺ τίς εἶ;

20. καὶ ὡμολόγησε, καὶ οὐκ ἠρνήσατο· καὶ ὡμολόγησεν ὅτι οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός.

21. καὶ ἠρώτησαν αὐτόν· τί οὖν; Ἠλίας εἶ σύ; καὶ λέγει· οὐκ εἰμί. ὁ προφήτης εἶ σύ; καὶ ἀπεκρίθη, οὔ.

22. εἶπον οὖν αὐτῷ· τίς εἶ; ἵνα ἀπόκρισιν δῶμεν τοῖς πέμψασιν ἡμᾶς· τί λέγεις περὶ σεαυτοῦ;

23. ἔφη· ἐγὼ φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, καθὼς εἶπεν Ἡσαΐας ὁ προφήτης.

24. καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι ἦσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων·

25. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν καὶ εἶπον αὐτῷ· τί οὖν βαπτίζεις, εἰ σὺ οὐκ εἶ ὁ Χριστὸς οὔτε Ἠλίας οὔτε ὁ προφήτης;

26. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰωάννης λέγων· ἐγὼ βαπτίζω ἐν ὕδατι· μέσος δὲ ὑμῶν ἕστηκεν ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.

27. αὐτός ἐστιν ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, οὗ ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἄξιος ἵνα λύσω αὐτοῦ τὸν ἱμάντα τοῦ ὑποδήματος.

28. Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἦν Ἰωάννης βαπτίζων.

29. Τῇ ἐπαύριον βλέπει ὁ Ἰωάννης τὸν Ἰησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.

30. οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν.

31. κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τῷ Ἰσραήλ, διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν τῷ ὕδατι βαπτίζων.

32. καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ' αὐτόν.

33. κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ' ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ' ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ' αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

34. κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

35. Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο,

36. καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ.

37. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ.

38. στραφεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ῥαββί· ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον διδάσκαλε· ποῦ μένεις;

39. λέγει αὐτοῖς· ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. ἦλθον οὖν καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ' αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη.

40. ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ.

41. εὑρίσκει οὗτος πρῶτον τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός·

42. καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς Ἰωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος.

43. Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁἸησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι.

44. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου.

45. εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ.

46. καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε.

47. εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι.

48. λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε.

49. ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

50. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει.

51. καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

John, Chapter 1 (KJV)

01 In the beginning was the Word, and the Word was with
God, and the Word was God.
02 The same was in the beginning with God.
03 All things were made by him; and without him was not
any thing made that was made.
04 In him was life; and the life was the light of men.
05 And the light shineth in darkness; and the darkness
comprehended it not.
06 There was a man sent from God, whose name was John.
07 The same came for a witness, to bear witness of the
Light, that all men through him might believe.
08 He was not that Light, but was sent to bear witness
of that Light.
09 That was the true Light, which lighteth every man
that cometh into the world.
10 He was in the world, and the world was made by him, and
the world knew him not.
11 He came unto his own, and his own received him not.
12 But as many as received him, to them gave he power to
become the sons of God, even to them that believe on his
name:
13 Which were born, not of blood, nor of the will of the
flesh, nor of the will of man, but of God.
14 And the Word was made flesh, and dwelt among us, (and
we beheld his glory, the glory as of the only begotten of
the Father,) full of grace and truth.
15 John bare witness of him, and cried, saying, This was
he of whom I spake, He that cometh after me is preferred
before me: for he was before me.
16 And of his fulness have all we received, and grace for
grace.
17 For the law was given by Moses, but grace and truth
came by Jesus Christ.
18 No man hath seen God at any time; the only begotten
Son, which is in the bosom of the Father, he hath declared
him.
19 And this is the record of John, when the Jews sent
priests and Levites from Jerusalem to ask him, Who art
thou?
20 And he confessed, and denied not; but confessed, I am
not the Christ.
21 And they asked him, What then? Art thou Elias? And he
saith, I am not. Art thou that prophet? And he answered,
No.
22 Then said they unto him, Who art thou? that we may give
an answer to them that sent us. What sayest thou of
thyself?
23 He said, I am the voice of one crying in the
wilderness, Make straight the way of the Lord, as said the
prophet Esaias.
24 And they which were sent were of the Pharisees.
25 And they asked him, and said unto him, Why baptizest
thou then, if thou be not that Christ, nor Elias, neither
that prophet?
26 John answered them, saying, I baptize with water: but
there standeth one among you, whom ye know not;
27 He it is, who coming after me is preferred before me,
whose shoe's latchet I am not worthy to unloose.
28 These things were done in Bethabara beyond Jordan,
where John was baptizing.
29 The next day John seeth Jesus coming unto him, and
saith, Behold the Lamb of God, which taketh away the sin of
the world.
30 This is he of whom I said, After me cometh a man which
is preferred before me: for he was before me.
31 And I knew him not: but that he should be made manifest
to Israel, therefore am I come baptizing with water.
32 And John bare record, saying, I saw the Spirit
descending from heaven like a dove, and it abode upon him.
33 And I knew him not: but he that sent me to baptize with
water, the same said unto me, Upon whom thou shalt see the
Spirit descending, and remaining on him, the same is he
which baptizeth with the Holy Ghost.
34 And I saw, and bare record that this is the Son of God.
35 Again the next day after John stood, and two of his
disciples;
36 And looking upon Jesus as he walked, he saith, Behold
the Lamb of God!
37 And the two disciples heard him speak, and they
followed Jesus.
38 Then Jesus turned, and saw them following, and saith
unto them, What seek ye? They said unto him, Rabbi, (which
is to say, being interpreted, Master,) where dwellest thou?
39 He saith unto them, Come and see. They came and saw
where he dwelt, and abode with him that day: for it was
about the tenth hour.
40 One of the two which heard John speak, and followed
him, was Andrew, Simon Peter's brother.
41 He first findeth his own brother Simon, and saith unto
him, We have found the Messias, which is, being
interpreted, the Christ.
42 And he brought him to Jesus. And when Jesus beheld him,
he said, Thou art Simon the son of Jona: thou shalt be
called Cephas, which is by interpretation, A stone.
43 The day following Jesus would go forth into Galilee,
and findeth Philip, and saith unto him, Follow me.
44 Now Philip was of Bethsaida, the city of Andrew and
Peter.
45 Philip findeth Nathanael, and saith unto him, We have
found him, of whom Moses in the law, and the prophets, did
write, Jesus of Nazareth, the son of Joseph.
46 And Nathanael said unto him, Can there any good thing
come out of Nazareth? Philip saith unto him, Come and see.
47 Jesus saw Nathanael coming to him, and saith of him,
Behold an Israelite indeed, in whom is no guile!
48 Nathanael saith unto him, Whence knowest thou me? Jesus
answered and said unto him, Before that Philip called thee,
when thou wast under the fig tree, I saw thee.
49 Nathanael answered and saith unto him, Rabbi, thou art
the Son of God; thou art the King of Israel.
50 Jesus answered and said unto him, Because I said unto
thee, I saw thee under the fig tree, believest thou? thou
shalt see greater things than these.
51 And he saith unto him, Verily, verily, I say unto you,
Hereafter ye shall see heaven open, and the angels of God
ascending and descending upon the Son of man.