John, Chapter 10 Modern Greek

01 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, όστις δεν εισέρχεται δια της θύρας εις την αυλήν των προβάτων, αλλά αναβαίνει αλλαχόθεν, εκείνος είναι κλέπτης και ληστής.
02 Όστις όμως εισέρχεται δια της θύρας, είναι ποιμήν των προβάτων.
03 Εις τούτον ο θυρωρός ανοίγει  και τα πρόβατα  την φωνήν αυτού ακούουσι  και τα εαυτού πρόβατα κράζει κατ' όνομα, και εξάγει αυτά.
04 Και όταν εκβάλη τα εαυτού πρόβατα, υπάγει έμπροσθεν αυτών  και τα πρόβατα ακολουθούσιν αυτόν, διότι γνωρίζουσι την φωνήν αυτού.
05 Ξένον ομως δεν θέλουσιν ακολουθήσει, αλλά θέλουσι φύγει απ' αυτού  διότι δεν γνωρίζουσι την φωνήν των ξένων.
06 Ταύτην την παραβολήν είπε προς αυτούς ο Ιησούς  εκείνοι όμως δεν ενόησαν τι ήσαν ταύτα τα οποία ελάλει προς αυτούς.
07 Είπε λοιπόν πάλιν προς αυτούς ο Ιησούς, αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι εγώ είμαι η θύρα των προβάτων.
08 Πάντες όσοι ήλθον προ εμού, κλέπται είναι και λησταί αλλά δεν ήκουσαν αυτούς τα πρόβατα.
09 Εγώ είμαι η θύρα  δι εμού εαν τις εισέλθη, θέλει σωθή, και θέλει εισέλθει και εξέλθει, και θέλει ευρεί βοσκήν.
10 Ο κλέπτης δεν έρχεται, ειμή δια να κλέψη και θύση και απολέση  εγώ ήλθον δια να έχωσι ζωήν, και να έχωσιν αυτήν εν αφθονία.
11 Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός  ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού βάλλει υπέρ των προβάτων. Ψαλμ. κγ'. 1
12 Ο δε μισθωτός, και μη ων ποιμήν, του οποίου δεν είναι τα πρόβατα ιδικά του, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίνει τα πρόβατα, και φεύγει  και ο λύκος αρπάζει αυτά, και σκορπίζει τα πρόβατα.
13 Ο δε μισθωτός φεύγει, διότι είναι μισθωτός, και δεν μέλει αυτόν περί των προβάτων.
14 Εγώ είμαι ο ποιμήν ο καλός, και γνωρίζω τα εμά, και γνωρίζομαι υπό των εμών,
15 καθώς με γνωρίζει ο Πατήρ, και εγώ γνωρίζω τον Πατέρα και την ψυχήν μου βάλλω υπέρ των προβάτων.
16 Και άλλα πρόβατα έχω, τα οποία δεν είναι εκ της αυλής ταύτης  και εκείνα πρέπει να συνάξω  και θέλουσιν ακούσει την φωνήν μου  και θέλει γείνει μία ποίμνη, εις ποιμήν.
17 Δια τούτο ο Πατήρ με αγαπά, διότι εγώ βάλλω την ψυχήν μου, δια να λάβω αυτήν πάλιν.
18 Ουδείς αφαιρεί αυτήν απ' εμού, αλλ' εγώ βάλλω αυτήν απ' εμαυτού  εξουσίαν έχω πάλιν να λάβω αυτήν. Ταύτην την εντολήν έλαβον παρά του Πατρός μου.
19 Σχίσμα λοιπόν έγεινε πάλιν μεταξύ των Ιουδαίων δια τους λόγους τούτους.
20 Και έλεγον πολλοί εξ αυτών, Δαιμόνιον έχει, και είναι μαινόμενος  τι ακούετε αυτόν;
21  Άλλοι έλεγον, Ούτοι οι λόγοι δεν είναι δαιμονιζομένου μήπως δύναται δαιμόνιον να ανοίγη οφθαλμούς τυφλών;
22 ' Έγειναν δε τα εγκαίνια εν Ιεροσολύμοις, και ήτο χειμών.
23 Και ο Ιησούς περιεπάτει εν τω ιερώ, εν τη στοά του Σολομώντος.
24 Περιεκύκλωσαν λοιπόν αυτόν οι Ιουδαίοι και έλεγον προς αυτόν,  Έως πότε κρατείς εν αμφιβολία την ψυχήν ημών; εαν συ ήσαι ο Χριστός, ειπέ προς ημάς παρρησία.
25 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς, Σας είπον, και δεν πιστεύετε. Τα έργα τα οποία εγώ κάμνω εν τω ονόματι του Πατρός μου, ταύτα μαρτυρούσι περί εμού.
26 Αλλά σεις δεν πιστεύετε  διότι δεν είσθε εκ των προβάτων των εμών.
27 Καθώς σας είπον, τα πρόβατα τα εμά ακούουσι την φωνήν μου, και εγώ γνωρίζω αυτά  και με ακολουθούσι.
28 Και εγώ δίδω εις αυτά ζωήν αιώνιον  και δεν θέλουσιν απολεσθή εις τον αιώνα, και ουδείς θέλει αρπάσει αυτά εκ της χειρός μου.
29 Ο Πατήρ μου όστις μοι έδωκεν αυτά, είναι μεγαλήτερος πάντων  και ουδείς δύναται να αρπάση εκ της χειρός του Πατρός μου.
30 Εγώ και ο Πατήρ εν είμεθα.
31 Επίασαν λοιπόν πάλιν οι Ιουδαίοι λίθους, δια να λιθοβολήσωσιν αυτόν.
32 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς, Πολλά καλά έργα έδειξα εις εσάς εκ του Πατρός μου  δια ποίον έργον εξ αυτών με λιθοβολείτε;
33 Απεκρίθησαν προς αυτον οι Ιουδαίοι, λέγοντες, περί καλού έργου δεν σε λιθοβολούμεν, αλλά περί βλασφημίας, και διότι συ άνθρωπος ων, κάμνεις σεαυτόν Θεόν.
34 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς,Δεν είναι γεγραμμένον εν τω νόμω υμών, «εγώ είπα, Θεοί είσθε»; Ψαλ.πβ'.6
35 Εαν εκείνους είπε Θεούς, προς τους οποίους έγεινεν ο λόγος του Θεού, και δεν δύναται να αναιρεθή η γραφή
36 εκείνον τον οποίον ο Πατήρ ηγίασε, και απέστειλεν εις τον κόσμον, σεις λέγετε  Ότι βλασφημείς, διότι είπον, Υιός του Θεού είμαι;
37 Εαν δεν κάμνω τα έργα του Πατρός μου, μη πιστεύετε εις εμέ
38 αλλ' εαν κάμνω, αν και εις εμέ δεν πιστεύητε, πιστεύσατε εις τα έργα  δια να γνωρίσητε και πιστεύσητε, ότι ο πατήρ είναι εν εμοί, και εγώ εν αυτώ.
39 Εζήτουν λοιπόν πάλιν να πιάσωσιν αυτόν  και εξέφυγεν εκ της χειρός αυτών.
40 Και υπήγε πάλιν πέραν του Ιορδάνου, εις τον τόπον όπου εβάπτιζε καταρχάς ο Ιωάννης  και έμεινεν εκεί.
41 Και πολλοί ήλθον προς αυτόν, και έλεγον,  Ότι ο Ιωάννης μεν ουδέν θαύμα έκαμε πάντα όμως όσα είπεν ο Ιωάννης περί τούτου, ήσαν αληθινά.
42 Και εκεί επίστευσαν πολλοί εις αυτόν.















































































John, Chapter 10 Demotic Greek

1. «Σας λέω, και σας το τονίζω, πως όποιος δεν μπαίνει στο μαντρί των προβάτων από την πόρτα, αλλά πηδάει από αλλού, είναι κλέφτης και ληστής.
2. Όποιος όμως μπαίνει από την πόρτα, είναι βοσκός των προβάτων.
3. Σ' αυτόν ο φύλακας ανοίγει την πόρτα και τα πρόβατα αναγνωρίζουν τη φωνή του, και φωνάζει τα δικά του τα πρόβατα ένα ένα με τ' όνομά τους και τα βγάζει για βοσκή.
4. Κι όταν τα βγάζει τα πρόβατά του, βαδίζει ο ίδιος μπροστά απ' αυτά, και τα πρόβατα τον ακολουθούν, γιατί ξέρουν τη φωνή του.
5. Έναν ξένο, όμως, με κανέναν τρόπο δε θα τον ακολουθήσουν αλλά θα φύγουν από κοντά του, γιατί δεν την ξέρουν τη φωνή των ξένων».
6. Αυτήν την παραβολή τους είπε ο Ιησούς, αλλά εκείνοι δεν κατάλαβαν ποιον αφορούσαν αυτά που τους έλεγε.
7. Τους είπε λοιπόν πάλι ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως, ναι, εγώ είμαι η Πόρτα των προβάτων.
8. Όλοι εκείνοι που ήρθαν πριν από μένα, είναι κλέφτες και ληστές, αλλά τα πρόβατα δεν παρασύρθηκαν από τη φωνή τους.
9. Εγώ είμαι η Πόρτα. Αν κανείς προσφύγει σ' εμένα ως είσοδο, θα σωθεί. Και θα μπαίνει και θα βγαίνει και θα βρει βοσκή.
10. Ο κλέφτης δεν έρχεται, παρά μόνο για να κλέψει και να σφάξει και να αφανίσει. Εγώ ήρθα για να έχουν ζωή και να την έχουν άφθονη.
11. »Εγώ είμαι ο Βοσκός ο καλός. Ο καλός βοσκός τη ζωή του θυσιάζει για χάρη των προβάτων.
12. Εκείνος όμως που είναι μισθωτός και δεν είναι ο ίδιος ο βοσκός, και τα πρόβατα δεν είναι δικά του, βλέπει το λύκο να έρχεται και παρατάει τα πρόβατα και φεύγει. Έτσι, αρπάζει ο λύκος τα πρόβατα και σκορπίζει το κοπάδι.
13. Κι ο μισθωτός φεύγει, βέβαια, γιατί είναι μισθωτός και δεν τον νοιάζει για τα πρόβατα.
14. Εγώ όμως είμαι ο Βοσκός ο καλός και γνωρίζω τα πρόβατα που ανήκουν σε μένα, κι αυτά που ανήκουν σε μένα με αναγνωρίζουν.
15. Όπως με ξέρει ο Πατέρας, το ίδιο κι εγώ ξέρω τον Πατέρα, και τη ζωή μου τη θυσιάζω για χάρη των προβάτων.
16. Κι άλλα πρόβατα έχω, που δεν είναι από τούτο το μαντρί. Κι εκείνα πρέπει να συνάξω επίσης, και τη φωνή μου θα την ακούσουν και θα γίνει ένα κοπάδι, ένας βοσκός.
17. Γι' αυτό με αγαπάει ο Πατέρας, επειδή εγώ θυσιάζω τη ζωή μου για να την ξαναπάρω.
18. Κανένας δεν την αφαιρεί από μένα, αλλά εγώ τη θυσιάζω με τη δική μου τη θέληση. Έχω την εξουσία να την προσφέρω κι έχω την εξουσία να την ξαναπάρω. Αυτή είναι η εντολή που πήρα από τον Πατέρα μου».
19. Ξανά, λοιπόν, προκλήθηκε διχοστασία ανάμεσα στους Ιουδαίους, εξαιτίας των λόγων αυτών.
20. Έτσι, πολλοί απ' αυτούς έλεγαν: «Δαιμόνιο έχει και φέρεται σαν μανιασμένος. Γιατί τον ακούτε;».
21. Κι άλλοι έλεγαν: «Τα λόγια αυτά δεν είναι λόγια δαιμονισμένου. Μπορεί, μήπως, ένα δαιμόνιο να ανοίγει μάτια τυφλών;»
22. Στο μεταξύ γιορτάστηκαν τα εγκαίνια των Ιεροσολύμων και ήταν χειμώνας.
23. Κι ο Ιησούς περπατούσε στο ναό, στη στοά του Σολομώντα.
24. Μαζεύτηκαν τότε οι Ιουδαίοι γύρω του και του έλεγαν: «Ως πότε θα μας κρατάς σε αμφιβολία; Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες το μας ξεκάθαρα».
25. Ο Ιησούς τους απάντησε: «Σας το είπα αλλά δεν το πιστεύετε. Τα έργα που κάνω στο όνομα του Πατέρα μου, αυτά μαρτυρούν για μένα.
26. Εσείς όμως δεν πιστεύετε, γιατί δεν ανήκετε στα πρόβατα τα δικά μου. Όπως σας είπα,
27. τα δικά μου πρόβατα αναγνωρίζουν τη φωνή μου κι εγώ τα γνωρίζω, και αυτά με ακολουθούνε.
28. Κι εγώ παρέχω σ' αυτά ζωή αιώνια και με κανένα τρόπο δε θα χαθούν ποτέ, και κανένας δε θα τα αρπάξει από τα χέρια μου.
29. Ο Πατέρας μου, που μου τα έδωσε, είναι μεγαλύτερος απ' όλους, και κανένας δεν μπορεί να αρπάξει τίποτε από τα χέρια του Πατέρα μου.
30. Εγώ κι ο Πατέρας είμαστε ένα».
31. Ξαναπήραν λοιπόν πέτρες οι Ιουδαίοι για να τον πετροβολήσουν.
32. Ο Ιησούς τους είπε: «Σας έδειξα πολλά καλά έργα, που προέρχονται από τον Πατέρα μου, για ποιο από τα έργα αυτά με πετροβολείτε;».
33. Οι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν: «Για καλό έργο δε σε πετροβολούμε, αλλά για ασέβεια κι επειδή εσύ, ενώ είσαι άνθρωπος, παρουσιάζεις τον εαυτό σου για Θεό!».
34. Ο Ιησούς τους απάντησε: «Δεν είναι μήπως γραμμένο στο νόμο σας: Εγώ είπα, είστε θεοί;
35. Κι αν ονόμασε θεούς εκείνους, στους οποίους απευθύνθηκε ο Λόγος του Θεού - και βέβαια δεν είναι δυνατόν να καταργηθεί η Γραφή -
36. λέτε, βλαστημάς, σ' εκείνον που ο Θεός τον αγίασε και τον απέστειλε στον κόσμο, επειδή είπα: Είμαι Γιος του Θεού;
37. Αν δεν εκτελώ τα έργα του Πατέρα μου, τότε μη με πιστεύετε.
38. Αν όμως τα εκτελώ, τότε, κι αν ακόμα δεν πιστεύετε σ' εμένα, πιστέψτε στα έργα, για να μάθετε παρατηρώντας και να πιστέψετε ότι ο Πατέρας εκδηλώνεται μέσω μου και εγώ μέσω εκείνου».
39. Πάλι, λοιπόν, επιδίωκαν να τον συλλάβουν, αλλά ξέφυγε από τα χέρια τους.
40. Ξαναπήγε τότε στον τόπο, όπου βάφτιζε αρχικά ο Ιωάννης, πέρα από τον Ιορδάνη, και παρέμεινε εκεί.
41. Τότε ήρθαν κοντά του πολλοί κι έλεγαν: «Ο Ιωάννης δεν έκανε βέβαια κανένα θαύμα, αλλά όσα είπε για τον Ιησού, ήταν αληθινά!».
42. Κι εκεί πίστεψαν σ' αυτόν πολλοί.















































































John

John, Chapter 10 Ancient Greek

1. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

2. ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

3. τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ' ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

4. καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·

5. ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ' αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

6. Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.

7. Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

8. πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ' οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.

9. ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι' ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

10. ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν.

11. ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

12. ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.

13. ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.

14. ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,

15. καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων.

16. καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

17. διὰ τοῦτο ὁ πατήρ με ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

18. οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ' ἐμοῦ, ἀλλ' ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ' ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου.

19. Σχίσμα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους.

20. ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε;

21. ἄλλοι ἔλεγον· ταῦτα τὰ ῥήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοίγειν;

22. Ἐγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν·

23. καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος.

24. ἐκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ· ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.

25. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ·

26. ἀλλ' ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

27. τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

28. κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

29. ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

30. ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

31. Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν.

32. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πολλὰ καλὰ ἔργα ἔδειξα ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός μου· διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;

33. ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν.

34. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε;

35. εἰ ἐκείνους εἶπε θεούς, πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή,

36. ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι;

37. εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι·

38. εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

39. Ἐζήτουν οὖν πάλιν πιάσαι αὐτόν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.

40. Καὶ ἀπῆλθε πάλιν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.

41. καὶ πολλοὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι Ἰωάννης μὲν σημεῖον ἐποίησεν οὐδέν, πάντα δὲ ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου, ἀληθῆ ἦν.

42. καὶ ἐπίστευσαν πολλοὶ ἐκεῖ εἰς αὐτόν.

 

















































































John, Chapter 10 (KJV)

01 Verily, verily, I say unto you, He that entereth not by
the door into the sheepfold, but climbeth up some other
way, the same is a thief and a robber.
02 But he that entereth in by the door is the shepherd of
the sheep.
03 To him the porter openeth; and the sheep hear his
voice: and he calleth his own sheep by name, and leadeth
them out.
04 And when he putteth forth his own sheep, he goeth
before them, and the sheep follow him: for they know his
voice.
05 And a stranger will they not follow, but will flee from
him: for they know not the voice of strangers.
06 This parable spake Jesus unto them: but they understood
not what things they were which he spake unto them.
07 Then said Jesus unto them again, Verily, verily, I say
unto you, I am the door of the sheep.
08 All that ever came before me are thieves and robbers:
but the sheep did not hear them.
09 I am the door: by me if any man enter in, he shall be
saved, and shall go in and out, and find pasture.
10 The thief cometh not, but for to steal, and to kill,
and to destroy: I am come that they might have life, and
that they might have it more abundantly.
11 I am the good shepherd: the good shepherd giveth his
life for the sheep.
12 But he that is an hireling, and not the shepherd, whose
own the sheep are not, seeth the wolf coming, and leaveth
the sheep, and fleeth: and the wolf catcheth them, and
scattereth the sheep.
13 The hireling fleeth, because he is an hireling, and
careth not for the sheep.
14 I am the good shepherd, and know my sheep, and am
known of mine.
15 As the Father knoweth me, even so know I the Father:
and I lay down my life for the sheep.
16 And other sheep I have, which are not of this fold:
them also I must bring, and they shall hear my voice; and
there shall be one fold, and one shepherd.
17 Therefore doth my Father love me, because I lay down my
life, that I might take it again.
18 No man taketh it from me, but I lay it down of myself.
I have power to lay it down, and I have power to take it
again. This commandment have I received of my Father.
19 There was a division therefore again among the Jews for
these sayings.
20 And many of them said, He hath a devil, and is mad; why
hear ye him?
21 Others said, These are not the words of him that hath a
devil. Can a devil open the eyes of the blind?
22 And it was at Jerusalem the feast of the dedication,
and it was winter.
23 And Jesus walked in the temple in Solomon's porch.
24 Then came the Jews round about him, and said unto him,
How long dost thou make us to doubt? If thou be the Christ,
tell us plainly.
25 Jesus answered them, I told you, and ye believed not:
the works that I do in my Father's name, they bear witness
of me.
26 But ye believe not, because ye are not of my sheep, as
I said unto you.
27 My sheep hear my voice, and I know them, and they
follow me:
28 And I give unto them eternal life; and they shall never
perish, neither shall any man pluck them out of my hand.
29 My Father, which gave them me, is greater than all;
and no man is able to pluck them out of my Father's
hand.
30 I and my Father are one.
31 Then the Jews took up stones again to stone him.
32 Jesus answered them, Many good works have I showed you
from my Father; for which of those works do ye stone me?
33 The Jews answered him, saying, For a good work we stone
thee not; but for blasphemy; and because that thou, being a
man, makest thyself God.
34 Jesus answered them, Is it not written in your law, I
said, Ye are gods?
35 If he called them gods, unto whom the word of God came,
and the scripture cannot be broken;
36 Say ye of him, whom the Father hath sanctified, and
sent into the world, Thou blasphemest; because I said, I am
the Son of God?
37 If I do not the works of my Father, believe me not.
38 But if I do, though ye believe not me, believe the
works: that ye may know, and believe, that the Father is
in me, and I in him.
39 Therefore they sought again to take him: but he escaped
out of their hand,
40 And went away again beyond Jordan into the place where
John at first baptized; and there he abode.
41 And many resorted unto him, and said, John did no
miracle: but all things that John spake of this man were
true.
42 And many believed on him there.