John, Chapter 11 Modern Greek

01  ΉΤΟ δε τις ασθενής , Λάζαρος, από Βηθανίας, εκ της κώμης της Μαρίας και Μάρθας της αδελφής αυτής.
02 (Η δε Μαρία ήτο η αλείψασα τον Κύριον με μύρον και σπογγίσασα τους πόδας αυτού με τας τρίχας αυτής, της οποίας ο αδελφός Λάζαρος ησθένει.) Κεφ.ιβ'.3
03 Απέστειλαν λοιπόν αι αδελφαί προς αυτόν λέγουσαι, Κύριε, ιδού, εκείνος τον οποίον αγαπάς, ασθενεί.
04 Και ακούσας ο Ιησούς, είπεν, Αύτη η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον, αλλ'  υπέρ της δόξης του Θεού, δια να δοξασθή ο Υιός του Θεού δι αυτής.
05 Ηγάπα δε ο Ιησούς την Μάρθαν και την αδελφήν αυτής και τον Λάζαρον.
06 Καθώς λοιπόν ήκουσεν ότι ασθενεί, τότε μεν έμεινε δύο ημέρας εν τω τόπω όπου ήτο.
07 Έπειτα μετά τούτο λέγει προς τους μαθητάς, Ας υπάγωμεν εις την Ιουδαίαν πάλιν.
08Λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί, Ραββί, τώρα εζήτουν να σε λιθοβολήσωσιν οι Ιουδαίοι, και πάλιν υπάγεις εκεί;
09 Απεκρίθη ο Ιησούς, Δεν είναι δώδεκα αι ώραι της ημέρας; εαν τις περιπατή εν τη ημέρα, δεν προσκόπτει, διότι βλέπει το φώς του κόσμου τούτου
10 εαν τις όμως περιπατή εν τη νυκτί, προσκόπτει, διότι το φως δεν είναι εν αυτώ.
11 Ταύτα είπε, και μετά τούτο λέγει προς αυτούς, Λάζαρος ο φίλος ημών εκοιμήθη  αλλά υπάγω δια να εξυπνίσω αυτόν.
12 Είπον λοιπόν οι μαθηταί αυτού, Κύριε, αν εκοιμήθη, θέλει σωθή.
13 Αλλ' ο Ιησούς είχεν ειπεί περί του θανάτου αυτού εκείνοι όμως ενόμισαν ότι λέγει περί της κοιμήσεως του ύπνου.
14 Τότε λοιπόν είπε προς αυτούς ο Ιησούς παρρησία, Ο Λάζαρος απέθανε.
15 Και χαίρω δια σας, δια να πιστεύσητε, διότι δεν ήμην εκεί  αλλ' ας υπάγωμεν προς αυτόν.
16 Είπε δε ο Θωμάς, ο λεγόμενος Δίδυμος, προς τους συμμαθητάς, Ας υπάγωμεν και ημείς δια να αποθάνωμεν μετ'
αυτού.
17 Ελθών λοιπόν ο Ιησούς, εύρεν αυτόν τέσσαρας ημέρας έχοντα ήδη εν τω μνημείω.
18  Ήτο δε η βηθανία πλησίον των Ιεροσολύμων, απέχουσα ως δεκαπέντε στάδια.
19 Και πολλοί εκ των Ιουδαίων είχον ελθεί προς την Μάρθαν και Μαρίαν, δια να παρηγορήσωσιν αυτάς περί του αδελφού αυτών.
20 Η Μαρθα λοιπόν καθώς ήκουσεν ότι ό Ιησούς έρχεται, υπήντησεν αυτόν  η δε Μαρία εκάθητο εν τω οίκω.
21 Είπε λοιπόν η  προς τον Ιησούν, Κύριε, εαν ήσο εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελε αποθάνει
22 Πλην και τώρα εξεύρω, ότι όσα ζητήσης παρά του Θεού θέλει σοι δώσει ο Θεός.
23 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Ο αδελφός σου θέλει αναστηθή.
24 Λέγει προς αυτόν η Μάρθα, Εξεύρω ότι θέλει αναστηθή εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα.
25 Είπε προς αυτήν ο Ιησούς, Εγώ είμαι η ανάστασις και η ζωή  ο πιστεύων εις εμέ, και αν αποθάνη, θέλει ζήσει.
26 Και πας όστις ζη και πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει αποθάνει εις τον αιώνα. Πιστεύεις τούτο;
27 Λέγει προς αυτόν, Ναί,  Κύριε, εγώ επίστευσα, ότι συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον.
28 Και αφού είπε ταύτα, υπήγε και εφώναξε Μαρίαν την αδελφήν αυτής κρυφίως, και είπεν, Ο διδάσκαλος ήλθε, και σε κράζει.
29 Εκείνη καθώς ήκουσε, σηκόνεται ταχέως και έρχεται προς αυτόν.
30 (Δεν είχε δε ελθεί ο Ιησούς έτι εις την κάμνη, αλλ' ήτο εν τω τόπω όπου υπήντησεν αυτόν η Μάρθα.)
31 Οι Ιουδαίοι λοιπόν οι όντες μετ' αυτής εν τη οικία και παρηγορούντες αυτήν, ιδόντες την Μαρίαν ότι εσηκώθη ταχέως και εξήλθεν, ηκολούθησαν αυτήν, λέγοντες,  Ότι υπάγει εις το μνημείον, δια να κλαύση εκεί.
32 Η Μαρία λοιπόν καθώς ήλθεν όπου ήτο ο Ιησούς, ιδούσα αυτόν, έπεσεν εις τους πόδας αυτού, λέγουσα προς αυτόν, Κύριε, εαν ήσο εδώ, ο αδελφός μου δεν ήθελεν αποθάνει.
33 Ο δε Ιησούς καθώς είδεν αυτήν κλαίουσαν, και τους ελθόντας μετ' αυτής Ιουδαίους κλαίοντας, εστέναξεν εν τη
ψυχή αυτού, και εταράχθη,
34 και είπε, Που εβάλετε αυτόν; Λέγουσι προς αυτόν, Κύριε, ελθέ και ιδέ.
35 Εδάκρυσεν ο Ιησούς.
36  Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι, ιδέ πόσον ηγάπα αυτόν.
37 Τινές δε εξ αυτών είπον, Δεν ηδύνατο ούτος όστις ήνοιξε τους οφθαλμούς του τυφλού, να κάμη ώστε και ούτος να μη αποθάνη;
38 Ο Ιησούς λοιπόν πάλιν στενάζων εν εαυτώ έρχεται εις το μνημείον,  Ήτο δε σπήλαιον, και έκειτο λίθος επ' αυτού.
39 Λέγει ο Ιησούς, Σηκώσατε τον λίθον. Λέγει προς αυτόν η αδελφή του αποθανόντος, η Μάρθα, Κύριε, όζει ήδη  διότι είναι τεσσάρων ημερών
40 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Δεν σοι είπον, ότι εαν πιστεύσης, θέλεις ιδεί την δόξαν του Θεού;
41 Εσήκωσαν λοιπόν τον λίθον, όπου έκειτο ο αποθανών. Ο δε Ιησούς υψώσας τους οφθαλμούς άνω, είπε, Πάτερ, ευχαριστώ σοι, ότι μου ήκουσας.
42 Και εγώ εγνώριζον ότι πάντοτε μου ακούεις  αλλά δια τον όχλον τον περιεστώτα είπον τούτο, δια να πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας.
43 Και ταύτα ειπών, μετά  φωνής μεγάλης εκραύγασε, Λάζαρε, ελθέ έξω.
44 Και εξήλθεν ο τεθνηκώς δεδεμένος τους πόδας και τας χείρας με τα σάβανα  και το πρόσωπον αυτού ήτο
περιδεδεμένον με σουδάριον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Λύσατε αυτόν, και αφήσατε να υπάγη.
45 Πολλοί λοιπόν εκ των Ιουδαίων, οίτινες είχον ελθεί εις την Μαρίαν, και είδον όσα έκαμεν ο Ιησούς, επίστευσαν εις αυτόν.
46 Τινές δε εξ αυτών απήλθον προς τους Φαρισαίους, και είπον προς αυτούς όσα έκαμεν ο Ιησούς.
47 Συνεκρότησαν λοιπόν συνέδριον οι αρχιερείς και οι
Φαρισαίοι, και έλεγον, Τι κάμνομεν; διότι ούτος ο άνθρωπος πολλά θαύματα κάμνει.
48 Εαν αφήσωμεν αυτόν ούτω, πάντες θέλουσι πιστεύσει εις αυτόν και θέλουσιν ελθεί οι Ρωμαίοι και αφανίσει και τον τόπον ημών και το έθνος.
49 Εις δε τις εξ αυτών, ο Καϊάφας, όστις ήτο αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου, είπε προς αυτούς, Σεις δεν εξεύρετε τίποτε
50 ουδέ συλλογίζεσθε, ότι μας συμφέρει να αποθάνη εις άνθρωπος υπέρ του λαού, και να μη απολεσθή όλον το έθνος.
51 Τούτο δε αφ' εαυτού δεν είπεν, αλλ' αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς να αποθάνη υπέρ του έθνους
52 και ουχί μόνον υπέρ του έθνους, αλλά και δια να συνάξη εις εν τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα.
53 Απ' εκείνης λοιπόν της ημέρας συνεβουλεύθησαν, δια να θανατώσωσιν αυτόν.
54  Όθεν ο Ιησούς δεν περιεπάτει πλέον περρησία μεταξύ των Ιουδαίων, αλλ' ανεχώρησεν εκείθεν εις τον τόπον πλησίον της ερήμου, εις πόλιν λεγομένην Εφραϊμ, και εκεί διέτριβε μετά των μαθητών αυτού.
55 Επλησίαζε δε το πάσχα των Ιουδαίων  και πολλοί ανέβησαν εκ του τόπου εκείνου εις Ιεροσόλυμα προ του πάσχα, δια να καθαρίσωσιν εαυτούς.
56 Εζήτουν λοιπόν τον Ιησούν, και έλεγον προς αλλήλους ιστάμενοι εν τω ιερώ, Τι σας φαίνεται; ότι δεν θέλει ελθεί εις την εορτήν;
57 Είχον δε δώσει προσταγήν και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, εαν τις μάθη που είναι, να μηνύση, δια να πιάσωσιν αυτόν.















































































John, Chapter 11 Demotic Greek

1. Υπήρχε κι ένας άρρωστος από τη Βηθανία, από το χωριό της Μαρίας και της αδελφής της της Μάρθας, που ονομαζόταν Λάζαρος.
2. Και η Μαρία αυτή, που ο αδελφός της ο Λάζαρος ήταν άρρωστος, ήταν εκείνη που είχε αλείψει με μύρο τον Κύριο και είχε σκουπίσει τα πόδια του με τα μαλλιά της.
3. Έστειλαν, λοιπόν, οι δύο αδελφές μήνυμα σ' αυτόν και του είπαν: «Κύριε, μάθε πως ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος».
4. Όταν το άκουσε ο Ιησούς, είπε: «Η αρρώστια αυτή δεν είναι για να καταλήξει στο θάνατο, αλλά είναι για χάρη της δόξας του Θεού. Για να δοξαστεί δηλαδή ο Γιος του Θεού μέσω αυτής».
5. Κι ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδελφή της καθώς και το Λάζαρο.
6. Παρόλα αυτά, όταν άκουσε πως είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο που βρισκόταν δύο ακόμα μέρες.
7. Κατόπιν, αφού πέρασαν οι δύο μέρες, λέει στους μαθητές του: «Πάμε ξανά στην Ιουδαία».
8. Του λένε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, πριν από λίγο ζητούσαν ευκαιρία να σε πετροβολήσουν οι Ιουδαίοι, και πηγαίνεις ξανά εκεί;».
9. Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; Αν κανείς περπατάει όσο είναι μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως του κόσμου τούτου.
10. Αν όμως περπατάει τη νύχτα σκοντάφτει, γιατί δεν υπάρχει πια το φως μέσα σ' αυτόν».
11. Αυτά είπε, και μετά απ' αυτό πρόσθεσε: «Ο φίλος μας ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί, όμως πηγαίνω να τον ξυπνήσω».
12. Του είπαν τότε οι μαθητές του: «Κύριε, αν έχει κοιμηθεί, θα επιζήσει».
13. Ο Ιησούς όμως είχε μιλήσει για το θάνατό του, ενώ εκείνοι νόμισαν πως μιλάει για το φυσικό ύπνο.
14. Τότε πια ο Ιησούς τους είπε ξεκάθαρα: «Ο Λάζαρος πέθανε.
15. Χαίρομαι όμως για σας, που δεν ήμουν εκεί, για να πιστέψετε. Αλλά, ας πάμε τώρα σ' αυτόν».
16. Τότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: «Πάμε κι εμείς για να πεθάνουμε μαζί του».
17. Όταν, λοιπόν, ήρθε ο Ιησούς, τον βρήκε να είναι κιόλας τέσσερις μέρες μέσα στο μνήμα.
18. Στο μεταξύ, επειδή η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε μια απόσταση μόλις τριών χιλιομέτρων,
19. είχαν έρθει πολλοί από τους Ιουδαίους κοντά στη Μάρθα και τη Μαρία για να τις παρηγορήσουν για τον αδελφό τους.
20. Μόλις λοιπόν άκουσε η Μάρθα ότι έρχεται ο Ιησούς, βγήκε σε προϋπάντησή του, ενώ η Μαρία καθόταν στο σπίτι.
21. Είπε τότε η Μάρθα στον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, ο αδελφός μου δε θα είχε πεθάνει.
22. Αλλά και τώρα, είμαι βέβαιη, πως, ό,τι κι αν ζητήσεις από το Θεό, θα σου το δώσει ο Θεός».
23. Της λέει ο Ιησούς: «Ο αδελφός σου θα αναστηθεί».
24. Του λέει η Μάρθα: «Το ξέρω πως θα αναστηθεί την ημέρα της ανάστασης».
25. Ο Ιησούς της είπε: «Εγώ είμαι η Ανάσταση και η Ζωή. Όποιος πιστεύει σ' εμένα, κι αν πεθάνει, θα ζήσει.
26. Και όποιος ζει και πιστεύει σε μένα, αυτός, όχι, δε θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;».
27. Του λέει: «Ναι, Κύριε, εγώ το έχω πιστέψει ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού, για τον οποίο έχουμε την υπόσχεση πως θα έρθει στον κόσμο».
28. Κι αφού τα είπε αυτά, πήγε και φώναξε κρυφά την αδελφή της τη Μαρία, λέγοντας: «Ο Δάσκαλος έχει έρθει και σε φωνάζει».
29. Μόλις το άκουσε εκείνη, σηκώνεται βιαστικά κι έρχεται κοντά του.
30. Ο Ιησούς όμως δεν είχε έρθει ακόμα στο χωριό, αλλά ήταν στον τόπο που τον είχε συναντήσει η Μάρθα.
31. Οι Ιουδαίοι, τότε, που ήταν μαζί της στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν πως η Μαρία σηκώθηκε και βγήκε έξω βιαστικά, την ακολούθησαν νομίζοντας πως πηγαίνει στο μνήμα για να κλάψει εκεί.
32. Η Μαρία λοιπόν, μόλις έφτασε εκεί που ήταν ο Ιησούς, τον είδε κι έπεσε στα πόδια του λέγοντάς του: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδελφός μου».
33. Τότε ο Ιησούς, καθώς την είδε να κλαίει και να κλαίνε επίσης και οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, συνταράχθηκε νιώθοντας βαθιά συγκίνηση,
34. και είπε: «Πού τον έχετε θάψει;». Του λένε: «Κύριε, έλα να δεις».
35. Ο Ιησούς δάκρυσε.
36. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι: «Δες πόσο τον αγαπούσε!».
37. Μερικοί πάλι απ' αυτούς, είπαν: «Δεν μπορούσε άραγε, αυτός που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει κάτι και γι' αυτόν, ώστε να μην πεθάνει;»
38. Ο Ιησούς τότε, βαθιά συγκινημένος πάλι, έρχεται στο μνήμα. Και ήταν αυτό ένα κοίλωμα, πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένη μια πέτρα.
39. Λέει ο Ιησούς: «Σηκώστε την πέτρα». Του λέει τότε η Μάρθα, η αδελφή του πεθαμένου: «Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει, γιατί είναι κιόλας η τέταρτη μέρα».
40. Της λέει ο Ιησούς: «Δε σου είπα πως αν πιστέψεις θα δεις τη δόξα του Θεού;».
41. Σήκωσαν λοιπόν την πέτρα από εκεί που βρισκόταν τοποθετημένος ο νεκρός. Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια του ψηλά και είπε: «Πατέρα, σ' ευχαριστώ που με άκουσες.
42. Κι εγώ βέβαια το ξέρω πως με ακούς πάντοτε, αλλά το είπα για τον κόσμο που παραβρίσκεται εδώ, ώστε να πιστέψουν πως εσύ με απέστειλες».
43. Κι αφού τα είπε αυτά, φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε, βγες έξω»!
44. Βγήκε τότε ο πεθαμένος με τα πόδια και τα χέρια του δεμένα με πάνινες λουρίδες. Το πρόσωπό του ήταν επίσης περιτυλιγμένο με ύφασμα. Τους λέει ο Ιησούς: «Λύστε τον και αφήστε τον να περπατήσει».
45. Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους που είχαν έρθει στη Μαρία, είδαν με κατάπληξη αυτά που έκανε ο Ιησούς και πίστεψαν σ' αυτόν.
46. Μερικοί μάλιστα απ' αυτούς πήγαν στους Φαρισαίους και τους είπαν αυτά που έκανε ο Ιησούς.
47. Τότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συγκάλεσαν συμβούλιο κι έλεγαν: «Και τώρα τι κάνουμε; Γιατί ο άνθρωπος αυτός κάνει πολλά θαύματα»!
48. Αν τον αφήσουμε να συνεχίσει έτσι, θα πιστέψουν όλοι σ' αυτόν, οπότε θα έρθουν οι Ρωμαίοι και θα αφανίσουν και τον τόπο μας και το έθνος μας».
49. Τότε ένας απ' αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας τη χρονιά εκείνη, τους είπε: «Εσείς δεν ξέρετε τι σας γίνεται
50. κι ούτε το βάζετε στο νου σας ότι μας συμφέρει να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη του λαού, και να μην αφανιστεί το έθνος ολόκληρο».
51. Αυτό, βέβαια, δεν το είπε με δική του έμπνευση, αλλά, σαν αρχιερέας που ήταν τη χρονιά εκείνη, έκανε την προφητεία πως ο Ιησούς επρόκειτο να πεθάνει για χάρη του έθνους.
52. Και όχι μονάχα για χάρη του Ιουδαϊκού έθνους, αλλά και για να συγκεντρώσει σε μια ενότητα τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού.
53. Από εκείνη λοιπόν τη ημέρα πήραν την απόφαση να τον σκοτώσουν.
54. Γι' αυτό ο Ιησούς δεν κυκλοφορούσε πια δημόσια ανάμεσα στους Ιουδαίους αλλά αναχώρησε από εκεί σε μια τοποθεσία κοντά στην έρημο, στην πόλη που λέγεται Εφραΐμ, κι έμενε εκεί μαζί με τους μαθητές του.
55. Στο μεταξύ πλησίαζε το Πάσχα των Ιουδαίων, και πολλοί από τη χώρα ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα για να εξαγνιστούν.
56. Αναζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού κι έλεγαν μεταξύ τους καθώς στέκονταν στο ναό: «Ποια είναι η γνώμη σας; Είναι άραγε βέβαιο ότι θα έρθει στη γιορτή;».
57. Επίσης και οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν δώσει εντολή, αν κανείς μάθει πού είναι να τους το μηνύσει, για να τον συλλάβουν.















































































John

John, Chapter 11 Ancient Greek

1. Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς.

2. ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει.

3. ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.

4. ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι' αὐτῆς.

5. ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον.

6. ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας·

7. ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν.

8. λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ῥαββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ;

9. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει·

10. ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ.

11. ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν.

12. εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται.

13. εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει.

14. τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε,

15. καὶ χαίρω δι' ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ' ἄγωμεν πρὸς αὐτόν.

16. εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ' αὐτοῦ.

17. Ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ.

18. ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε,

19. καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν.

20. ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο.

21. εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει.

22. ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός.

23. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου.

24. λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

25. εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ ζήσεται·

26. καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο;

27. λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος.

28. καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρα εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε.

29. ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν.

30. οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ' ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα.

31. οἱ οὖν Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ' αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ.

32. ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός.

33. Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν,

34. καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε.

35. ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς.

36. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν·

37. τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;

38. Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ' αὐτῷ.

39. λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι.

40. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;

41. ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου.

42. ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

43. καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω.

44. καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν.

45. Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.

46. τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς.

47. συνήγαγον οὖν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι συνέδριον καὶ ἔλεγον· τί ποιοῦμεν, ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος πολλὰ σημεῖα ποιεῖ;

48. ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω, πάντες πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ἐλεύσονται οἱ Ῥωμαῖοι καὶ ἀροῦσιν ἡμῶν καὶ τὸν τόπον καὶ τὸ ἔθνος.

49. εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν Καϊάφας, ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου, εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν,

50. οὐδὲ λογίζεσθε ὅτι συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται.

51. τοῦτο δὲ ἀφ' ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν, ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου προεφήτευσεν ὅτι ἔμελλεν ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους,

52. καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ' ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν.

53. ἀπ' ἐκείνης οὖν τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν.

54. Ἰησοῦς οὖν οὐκέτι παρρησίᾳ περιεπάτει ἐν τοῖς Ἰουδαίοις, ἀλλὰ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου, εἰς Ἐφραῒμ λεγομένην πόλιν, κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

55. ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐκ τῆς χώρας πρὸ τοῦ πάσχα ἵνα ἁγνίσωσιν ἑαυτούς.

56. ἐζήτουν οὖν τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔλεγον μετ' ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ ἑστηκότες· τί δοκεῖ ὑμῖν, ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν;

57. δεδώκεισαν δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἐντολὴν ἵνα ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστι, μηνύσῃ, ὅπως πιάσωσιν αὐτόν.

 

















































































John, Chapter 11 (KJV)

01 Now a certain man was sick, named Lazarus, of Bethany, the town of Mary and her sister Martha.
02 (It was that Mary which anointed the Lord with ointment, and wiped his feet with her hair, whose brother Lazarus was sick.)
03 Therefore his sisters sent unto him, saying, Lord, behold, he whom thou lovest is sick.
04 When Jesus heard that, he said, This sickness is not unto death, but for the glory of God, that the Son of God might be glorified thereby.
05 Now Jesus loved Martha, and her sister, and Lazarus.
06 When he had heard therefore that he was sick, he abode two days still in the same place where he was.
07 Then after that saith he to his disciples, Let us go into Judaea again.
08 His disciples say unto him, Master, the Jews of late sought to stone thee; and goest thou thither again?
09 Jesus answered, Are there not twelve hours in the day? If any man walk in the day, he stumbleth not, because he seeth the light of this world.
10 But if a man walk in the night, he stumbleth, because there is no light in him.
11 These things said he: and after that he saith unto them, Our friend Lazarus sleepeth; but I go, that I may awake him out of sleep.
12 Then said his disciples, Lord, if he sleep, he shall do well.
13 Howbeit Jesus spake of his death: but they thought that he had spoken of taking of rest in sleep.
14 Then said Jesus unto them plainly, Lazarus is dead.
15 And I am glad for your sakes that I was not there, to the intent ye may believe; nevertheless let us go unto him.
16 Then said Thomas, which is called Didymus, unto his fellowdisciples, Let us also go, that we may die with him.
17 Then when Jesus came, he found that he had lain in the grave four days already.
18 Now Bethany was nigh unto Jerusalem, about fifteen furlongs off:
19 And many of the Jews came to Martha and Mary, to comfort them concerning their brother.
20 Then Martha, as soon as she heard that Jesus was coming, went and met him: but Mary sat still in the house.
21 Then said Martha unto Jesus, Lord, if thou hadst been here, my brother had not died.
22 But I know, that even now, whatsoever thou wilt ask of God, God will give it thee.
23 Jesus saith unto her, Thy brother shall rise again.
24Martha saith unto him, I know that he shall rise again in the resurrection at the last day.
25 Jesus said unto her, I am the resurrection, and the life: he that believeth in me, though he were dead, yet shall he live:
26 And whosoever liveth and believeth in me shall never die. Believest thou this?
27 She saith unto him, Yea, Lord: I believe that thou art the Christ, the Son of God, which should come into the world.
28 And when she had so said, she went her way, and called Mary her sister secretly, saying, The Master is come, and calleth for thee.
29 As soon as she heard that, she arose quickly, and came unto him.
30 Now Jesus was not yet come into the town, but was in that place where Martha met him.
31 The Jews then which were with her in the house, and comforted her, when they saw Mary, that she rose up hastily and went out, followed her, saying, She goeth unto the grave to weep there.
32 Then when Mary was come where Jesus was, and saw him, she fell down at his feet, saying unto him, Lord, if thou hadst been here, my brother had not died.
33 When Jesus therefore saw her weeping, and the Jews also weeping which came with her, he groaned in the spirit, and was troubled,
34 And said, Where have ye laid him? They said unto him, Lord, come and see.
35 Jesus wept.
36 Then said the Jews, Behold how he loved him!
37 And some of them said, Could not this man, which opened the eyes of the blind, have caused that even this man should not have died?
38 Jesus therefore again groaning in himself cometh to the grave. It was a cave, and a stone lay upon it.
39 Jesus said, Take ye away the stone. Martha, the sister of him that was dead, saith unto him, Lord, by this time he stinketh: for he hath been dead four days.
40 Jesus saith unto her, Said I not unto thee, that, if thou wouldest believe, thou shouldest see the glory of God?
41 Then they took away the stone from the place where the dead was laid. And Jesus lifted up his eyes, and said, Father, I thank thee that thou hast heard me.
42 And I knew that thou hearest me always: but because of the people which stand by I said it, that they may believe that thou hast sent me.
43 And when he thus had spoken, he cried with a loud Lazarus, come forth.
44 And he that was dead came forth, bound hand and foot with graveclothes: and his face was bound about with a napkin. Jesus saith unto them, Loose him, and let him go.
45 Then many of the Jews which came to Mary, and had seen the things which Jesus did, believed on him.
46 But some of them went their ways to the Pharisees, and told them what things Jesus had done.
47 Then gathered the chief priests and the Pharisees a council, and said, What do we? for this man doeth many miracles.
48 If we let him thus alone, all men will believe on him: and the Romans shall come and take away both our place/font and nation.<
49 And one of them, named Caiaphas, being the high priest that same year, said unto them, Ye know nothing at all,
50 Nor consider that it is expedient for us, that one man should die for the people, and that the whole nation perish not.
51 And this spake he not of himself: but being high priest that year, he prophesied that Jesus should die for that nation;
52 And not for that nation only, but that also he should gather together in one the children of God that were scattered abroad.
53 Then from that day forth they took counsel together for to put him to death.
54 Jesus therefore walked no more openly among the Jews; but went thence unto a country near to the wilderness, into a city called Ephraim, and there continued with his disciples.
55 And the Jews' passover was nigh at hand: and many went out of the country up to Jerusalem before the passover, to purify themselves.
56 Then sought they for Jesus, and spake among themselves, as they stood in the temple, What think ye, that he will not come to the feast?
57 Now both the chief priests and the Pharisees had given a commandment, that, if any man knew where he were, he should show it, that they might take him.