John, Chapter 12 Modern Greek

01 Ο Ιησούς λοιπόν προ εξ ημερών του πάσχα ήλθεν εις Βηθανίαν όπου ήτο ο Λάζαρος ο αποθανών, τον οποίον ανέστησεν εκ νεκρών.
02 Και έκαμαν εις αυτόν δείπνον εκεί, και η Μάρθα υπηρέτει ο δε Λάζαρος ήτο εις εκ των συγκαθημένων μετ' αυτού. Ματθ.κς'.6, Μαρκ.ιδ'.3
03 Τότε η Μαρία λαβούσα μίαν λίτραν μύρου νάρδου καθαράς πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού, και με τας τρίχας αυτής εσπόγγισε τους πόδας αυτού  η δε οικία επλήσθη εκ της οσμής του μύρου.  Κεφ.ια'.2
04 Λέγει λοιπόν εις εκ των μαθητών αυτού, ο Ιούδας Σίμωνος ο Ισκαριώτης, όστις έμελλε να παραδώση αυτόν,
05 Διά τι τούτο το μύρον δεν επωλήθη τριακόσια δηνάρια, και εδόθη εις τους πτωχούς;
06 Είπε δε τούτο, ουχί διότι έμελεν αυτόν περί των πτωχών, αλλά διότι ήτο κλέπτης, και είχε το γλωσσόκομον, και εβάσταζε τα βαλλόμενα εις αυτό.
07 Είπε λοιπόν ο Ιησούς, Άφες αυτήν  εις την ημέραν του ενταφιασμού μου εφύλαξεν αυτό.
08 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε.
09  Έμαθε δε όχλος πολύς εκ των Ιουδαίων ότι είναι εκεί και ήλθον ουχί δια τον Ιησούν μόνον, αλλά δια να ίδωσι και τον Λάζαρον, τον οποίον ανέστησεν εκ νεκρών.
10 Συνεβουλεύθησαν δε οι αρχιερείς, δια να θανατώσωσι και τον Λάζαρον
11 διότι πολλοί εκ των Ιουδαίων δι' αυτόν υπήγαινον,  και επίστευον εις τον Ιησούν.
12 Τη επαύριον όχλος πολύς, ο ελθών εις την εορτήν, ακούσαντες ότι έρχεται ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα,
13 έλαβον τα βαϊα των φοινίκων, και εξήλθον εις υπάντησιν αυτού και έκραζον, Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ.
14 Ευρών δε ο Ιησούς ονάριον, εκάθισεν επ' αυτό, καθώς είναι γεγραμμένον, Ματθ.κα.'7
15  «Μη φοβού,  θύγατερ Σιών ιδού, ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλου όνου.» Ζαχ.θ'.9, Ματθ.βα'.5,7
16 Ταύτα όμως δεν ενόησαν οι μαθηταί αυτού κατ'  αρχάς αλλ' ότε εδοξάσθη ο Ιησούς, τότε ενεθυμήθησαν ότι ταύτα ήσαν γεγραμμένα δι' αυτόν,  και ταύτα έκαμον εις αυτόν.
17 Εμαρτύρει λοιπόν ο όχλος ο ων μετ' αυτού, ότι εφώναξε τον Λάζαρον εκ του μνημείου και ανέστησεν αυτόν εκ νεκρών
18 δια τούτο και υπήντησεν αυτόν ο όχλος,  διότι ήκουσεν ότι έκαμε το θαύμα τούτο.
19 Οι Φαρισαίοι λοιπόν είπον προς αλλήλους,  Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε ουδέν; ιδού, ο κόσμος οπίσω αυτού υπήγεν.
20  Ήσαν δε τινές  Έλληνες μεταξύ των αναβαινόντων δια να προσκυνήσωσιν εν τη εορτή.
21 Ούτοι λοιπόν ήλθον προς τον Φίλιππον τον από Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες, Κύριε,
θέλομεν να ίδωμεν τον Ιησούν.
22  Έρχεται ο Φίλιππος και λέγει προς τον Ανδρέαν  και πάλιν ο Ανδρέας και ο Φίλιππος λέγουσι προς τον Ιησούν.
23 Ο δε Ιησούς απεκρίθη προς αυτούς, λέγων, Ήλθεν η ώρα δια να δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου.
24 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Εάν ο κόκκος του σίτου δεν πέση εις την γήν και αποθάνη, αυτός μόνος μένει εάν όμως αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει.
25  Όστις αγαπά την ψυχήν αυτού, θέλει απολέση αυτήν  και όστις μισεί την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον θέλει φυλάξει αυτήν.
26 Εάν εμέ υπηρετή τις, εμέ ας ακολουθή  και όπου είμαι εγώ, εκεί θέλει είσθαι και ο υπηρέτης ο εμός  και εάν τις εμέ υπηρετή, θέλει τιμήσει αυτόν ο τις εμέ υπηρετή, θέλει τιμήσει αυτόν ο Πατήρ.
27 Τώρα η ψυχή μου είναι τεταραγμένη  και τι να είπω; Πάτερ, σώσόν με εκ της ώρας ταύτης. Αλλά διά τούτο ήλθον
εις την ώρα ταύτην.
28 Πάτερ, δόξασόν σου το όνομα.  Ήλθε λοιπόν φωνή εκ του ουρανού, Και εδόξασα, και πάλιν θέλω δοξάσει.
29 Ο όχλος λοιπόν, ο παρεστώς και ακούσας, έλεγεν ότι έγεινε βροντή.  Άλλοι έλεγον  Άγγελος ελάλησε προς αυτόν.
30 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπεν, Η φωνή αύτη δεν έγεινε δι' εμέ, αλλά δια σας.
31 Τώρα είναι κρίσις του κόσμου τούτου  τώρα ο άρχων του κόσμου τούτου θέλει εκβληθή έξω.
32 και εγώ αάν υψωθώ εκ της γης, θέλω ελκύσει πάντας προς εμαυτόν.
33 ( Τούτο δε έλεγε, δεικνύων με ποίον θάνατον έμελλε να αποθάνη.)
34 Απεκρίθη προς αυτόν ο όχλος, Ημείς ηκούσαμεν εκ του νόμου,  Ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα  και πως συ λέγεις,' Ότι πρέπει να υψωθή  ο Υιός του ανθρώπου; τις είναι ούτος ο Υιός του ανθρώπου;
35 Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς, Έτι ολίγον καιρόν το φως είναι μεθ, υμών. Περιπατείτε ενόσω έχετε το φως, δια να μη σας καταφθάση το σκότος  και όστις περιπατεί εν τω σκότει, δεν εξεύρει που υπάγει.
36 Ενόσω έχετε το φως, πιστεύετε εις το φως, δια να γείνητε υιοί του φωτός. Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επελθών
εκρύφθη απ' αυτών.
37 Αλλ' ενώ έκαμε τόσα θαύματα έμπροσθεν αυτών, δεν επίστευον εις αυτόν
38 δια να πληρωθή ο λόγος του προφήτου Ησαϊου, τον οποίον είπε, «Κύριε, τις επίστευσεν εις το κήρυγμα ημών; και ο βραχίων του Κυρίου εις τίνα απεκαλύφθη;» Ησα.νγ'.1, Ρωμ.ι'.16
39 Δια τούτο δεν ηδύνατο να πιστεύωσι, διότι πάλιν είπεν ο Ησαϊας,
40  «Ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτών, και εσκλήρυνε την καρδίαν αυτών  δια να μη ίδωσι με τους οφθαλμούς, και
νοήσωσι με την καρδίαν, και επιστρέψωσι, και ιατρεύσω αυτούς.» Ησα.ς'. 9, 10, Ματ.ιγ'.14
41 Ταύτα είπεν ο Ησαϊας, ότε είδε την δόξαν αυτού, και ελάλησε περί αυτού.
42 Αλλ' όμως και εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις αυτόν  πλην δια τους Φαρισαίους δεν ωμολόγουν, δια να μη γείνωσιν αποσυνάγωγοι.
43 Διότι ηγάπησαν την δόξαν των ανθρώπων μάλλον παρά την δόξαν του Θεού.
44 Ο δε Ιησούς έκραξε και είπεν, Ο πιστεύων εις εμέ, δεν πιστεύει εις εμέ, αλλ' εις τον πέμψαντάμε
45 και ο θεωρών εμέ, θεωρεί τον πέμψαντά με.
46 Εγώ ήλθον φως εις τον κόσμον, δια να μη μείνη εν τω σκότει πας ο πιστεύων εις εμέ.
47 Και εάν τις ακούση τους λόγους μου, και δεν πιστεύση, εγώ δεν κρίνω αυτόν  διότι δεν ήλθον δια να κρίνω τον
κόσμον, αλλά δια να σώσω τον κόσμον.
48 Ο αθετών εμέ, και μη δεχόμενος τους λόγους μου, έχει τον κρίνοντα αυτόν  ο λόγος τον οποίον ελάλησα, εκείνος θέλει κρίνει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
49 Διότι εγώ απ' εμαυτού δεν ελάλησα, αλλ' ο πέμψας με Πατήρ, αυτός μοι έδωκεν εντολήν, τι να είπω, και τι να
λαλήσω
50 και εξεύρω ότι η εντολή αυτού είναι ζωή αιώνιος.  Όσα λοιπόν λαλώ εγώ, καθώς μοί είπεν ο Πατήρ, ούτω λαλώ.















































































John, Chapter 12 Demotic Greek

1. Ο Ιησούς, λοιπόν, έξι μέρες πριν από το Πάσχα ήρθε στη Βηθανία, όπου βρισκόταν ο Λάζαρος που είχε πεθάνει και τον είχε αναστήσει από τους νεκρούς.
2. Του παρέθεσαν λοιπόν δείπνο εκεί και η Μάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ' αυτούς που παρακάθονταν στο τραπέζι μαζί με τον Ιησού.
3. Τότε η Μαρία πήρε ένα δοχείο που περιείχε τριακόσια είκοσι εφτά γραμμάρια πολύτιμο μύρο από γνήσιο ναρδόσταγμα και άλειψε τα πόδια του Ιησού. Κατόπιν σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του και όλο το σπίτι γέμισε από την ευωδιά του μύρου.
4. Λέει τότε ένας από τους μαθητές, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο γιος του Σίμωνα, αυτός που επρόκειτο να τον προδώσει.
5. «Γιατί τάχα το μύρο αυτό να μην πουληθεί για τριακόσια δηνάρια και να μη δοθεί στους φτωχούς;».
6. Αυτό όμως το είπε, όχι γιατί τον ένοιαζε για τους φτωχούς, μα γιατί ήταν κλέφτης και γιατί κρατούσε το ταμείο κι έκλεβε τα χρήματα που έβαζαν σ' αυτό.
7. Του είπε τότε ο Ιησούς: «Άφησέ την. Το έχει φυλάξει αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου.
8. Κι όσο για τους φτωχούς, αυτούς θα τους έχετε πάντοτε μαζί σας, ενώ εμένα δε θα με έχετε πάντοτε».
9. Στο μεταξύ, μεγάλος αριθμός Ιουδαίων έμαθαν ότι βρίσκεται εκεί και ήρθαν, όχι μόνο για τον Ιησού αλλά για να δουν και το Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς.
10. Έτσι οι αρχιερείς πήραν την απόφαση να σκοτώσουν και το Λάζαρο,
11. γιατί πολλοί από τους Ιουδαίους πήγαιναν γι' αυτόν και πίστευαν στον Ιησού.
12. Την επόμενη μέρα, ένα μεγάλο πλήθος που είχε έρθει στη γιορτή, σαν άκουσε ότι ο Ιησούς έρχεται στα Ιεροσόλυμα,
13. πήρε φοινικόκλαδα και βγήκε να τον προϋπαντήσει κραυγάζοντας: «Δοξολογείστε: Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο βασιλιάς του Ισραήλ»!
14. Κι ο Ιησούς, αφού βρήκε ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω σ' αυτό, όπως λέει η Γραφή:
15. «Μη φοβάσαι θυγατέρα μου Σιών! Δες! Έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σε γαϊδουράκι!».
16. Αυτά, βέβαια, δεν τα κατάλαβαν στην αρχή οι μαθητές του, αλλά όταν δοξάστηκε με την ανάληψή του ο Ιησούς, τότε αναθυμήθηκαν ότι αυτά είχαν γραφτεί γι' αυτόν και αυτά ακριβώς του έκαναν.
17. Το πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε, βεβαίωναν, σαν αυτόπτες μάρτυρες, το γεγονός αυτό.
18. Γι' αυτό και τον υποδέχτηκε το πλήθος, γιατί άκουσαν ότι αυτός είχε κάνει το θαύμα αυτό.
19. Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, ρίχνοντας την ευθύνη ο ένας προς τον άλλο είπαν: «Το βλέπετε τώρα πως δεν κάνετε τίποτε το αποτελεσματικό; Ορίστε, ο κόσμος τον ακολούθησε!»
20. Ανάμεσα σ' εκείνους που πήγαιναν να προσκυνήσουν στη γιορτή, ήταν και μερικοί Έλληνες.
21. Αυτοί, λοιπόν, ήρθαν στο Φίλιππο, που καταγόταν από τη Βησθαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακάλεσαν λέγοντας: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού».
22. Έρχεται ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα και κατόπιν ο Ανδρέας μαζί με το Φίλιππο το λένε στον Ιησού.
23. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς λέγοντάς τους: «Έχει έρθει πια η ώρα να δοξαστεί ο Γιος του Ανθρώπου.
24. Η αλήθεια είναι, και σας το τονίζω, πως αν ο σπόρος του σιταριού δεν πέσει στη γη και πεθάνει, μόνο αυτός μένει. Αν όμως πεθάνει, παράγει καρπό πολύ.
25. Όποιος αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει. Μα όποιος απαρνιέται τη ζωή του στον κόσμο τούτο, αυτός θα τη διαφυλάξει για την αιώνια ζωή.
26. Αν κάποιος θέλει να υπηρετεί εμένα, εμένα ν' ακολουθεί. Και όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο υπηρέτης ο δικός μου. Κι αν κανείς υπηρετεί εμένα, αυτόν θα τον τιμήσει ο Πατέρας».
27. «Τώρα η ψυχή μου είναι ταραγμένη, όμως τι να πω; Πατέρα απάλλαξέ με από την ώρα αυτή; Μα γι' αυτό ακριβώς ήρθα στην ώρα αυτή.
28. Πατέρα, δόξασε το όνομά σου». Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό: «Και το δόξασα και πάλι θα το δοξάσω»!
29. Από τον όχλο, λοιπόν, που στεκόταν εκεί και άκουσε, μερικοί έλεγαν: «Έγινε βροντή»! Άλλοι έλεγαν: «Κάποιος άγγελος του μίλησε!».
30. Αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε: «Η φωνή αυτή δεν ακούστηκε για μένα αλλά για σας.
31. Τώρα είναι πια η ώρα της κρίσης του κόσμου αυτού. Τώρα πια ο άρχοντας του κόσμου αυτού θα πεταχτεί έξω.
32. Κι εγώ, σαν υψωθώ από τη γη, όλους θα τους προσελκύσω σε μένα».
33. Και το έλεγε αυτό φανερώνοντας με τι είδους θάνατο θα πέθαινε.
34. Το πλήθος του αποκρίθηκε: «Εμείς μάθαμε από τη Γραφή πως ο Χριστός ζει για πάντα, και πώς λες εσύ ότι πρέπει ο Γιος του Ανθρώπου να υψωθεί; Ποιος είναι αυτός ο Γιος του Ανθρώπου;».
35. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Για ένα μικρό χρονικό διάστημα ακόμα το φως είναι μαζί σας. Περπατάτε όσο έχετε το φως για να μη σας προφτάσει το σκοτάδι. Γιατί όποιος περπατάει μέσα στο σκοτάδι, δεν ξέρει πού πηγαίνει.
36. Όσο έχετε το φως, να πιστεύετε στο φως, για να γίνετε παιδιά του φωτός». Αυτά είπε ο Ιησούς κι έπειτα έφυγε και κρύφτηκε απ' αυτούς.
37. Κι ενώ είχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά στα μάτια τους, δεν πίστευαν σ' αυτόν,
38. για να εκπληρωθεί έτσι ο λόγος του προφήτη Ησαΐα, που είπε: «Κύριε, ποιος πίστεψε στο μήνυμά μας και σε ποιον φανερώθηκε η δύναμη του Κυρίου;».
39. Γι' αυτό και δεν μπορούσαν να πιστέψουν, όπως το είπε πάλι ο Ησαΐας:
40. «Έχει τυφλώσει τα μάτια τους κι έχει σκληρύνει την καρδιά τους, έτσι που να μη δουν με τα μάτια τους και νιώσουν με την καρδιά τους κι επιστρέψουν και τους γιατρέψω».
41. Αυτά τα είπε ο Ησαΐας, όταν οραματίστηκε τη δόξα του και προφήτεψε γι' αυτόν.
42. Πάντως και από τους άρχοντες πίστεψαν πολλοί σ' αυτόν, αλλά δεν το ομολογούσαν εξαιτίας των Φαρισαίων, για να μην αποβληθούν από τη συναγωγή.
43. Κι αυτό, γιατί προτίμησαν την ανθρώπινη δόξα περισσότερο από τη δόξα του Θεού.
44. Ο Ιησούς, πάντως, το διακήρυξε δυνατά και είπε: «Όποιος πιστεύει σ' εμένα, πιστεύει σ' εκείνον που με απέστειλε κι όχι σ' εμένα.
45. Κι όποιος βλέπει εμένα, βλέπει εκείνον που με απέστειλε.
46. Φως ήρθα εγώ στον κόσμο, έτσι ώστε, όποιος πιστεύει σ' εμένα, να μην παραμείνει πια στο σκοτάδι.
47. Κι αν ακούσει κανείς τα λόγια μου και δεν πιστέψει, δεν τον κρίνω εγώ, γιατί δεν ήρθα να κρίνω τον κόσμο, αλλά να σώσω τον κόσμο.
48. Όποιος με απορρίπτει και δε δέχεται τα λόγια μου, έχει τον κριτή του. Είναι ο λόγος που κήρυξα. Αυτός θα τον κρίνει την έσχατη μέρα.
49. Γιατί εγώ δε μίλησα από μόνος μου, αλλά ο Πατέρας που με απέστειλε, εκείνος μου καθόρισε τι να πω και τι να διδάξω.
50. Και ξέρω πως ο ορισμός εκείνου είναι ζωή αιώνια. Αυτά, λοιπόν, που λέω εγώ, έτσι όπως μου τα είπε ο Πατέρας, έτσι ακριβώς τα λέω».















































































John

John, Chapter 12 Ancient Greek

1. Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.

2. ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ.

3. ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου.

4. λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι·

5. διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς;

6. εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν.

7. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό.

8. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.

9. Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ' ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.

10. ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν,

11. ὅτι πολλοὶ δι' αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν.

12. Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα,

13. ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν Φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ.

14. εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ' αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον·

15. μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου.

16. Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ' ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ' αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ.

17. Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ' αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν.

18. διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

19. οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν.

20. Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.

21. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν.

22. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ·

23. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

24. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει.

25. ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν.

26. ἐὰν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ.

27. Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην.

28. πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω.

29. ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν.

30. ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· οὐ δι' ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι' ὑμᾶς.

31. νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω·

32. κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν.

33. τοῦτο δὲ ἔλεγε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.

34. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, ὅτι δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου;

35. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ' ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἔως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει.

36. ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς, ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ' αὐτῶν.

37. Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν,

38. ἵνα ὁ λόγος Ἡσαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη;

39. διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν Ἡσαΐας·

40. τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς.

41. ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ.

42. ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται·

43. ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

44. Ἰησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλ' εἰς τὸν πέμψαντά με,

45. καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με.

46. ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ.

47. καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον.

48. ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ῥήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ·

49. ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ' ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω·

50. καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ.

 

















































































John, Chapter 12 (KJV)

01 Then Jesus six days before the passover came to Bethany, where Lazarus was which had been dead, whom he raised from the dead.
02 There they made him a supper; and Martha served: but Lazarus was one of them that sat at the table with him.
03 Then took Mary a pound of ointment of spikenard, very costly, and anointed the feet of Jesus, and wiped his feet with her hair: and the house was filled with the odour of the ointment.
04 Then saith one of his disciples, Judas Iscariot, Simon's son, which should betray him,
05 Why was not this ointment sold for three hundred pence, and given to the poor?
06 This he said, not that he cared for the poor; but because he was a thief, and had the bag, and bare what was put therein.
07 Then said Jesus, Let her alone: against the day of my burying hath she kept this.
08 For the poor always ye have with you; but me ye have not always.
09 Much people of the Jews therefore knew that he was there: and they came not for Jesus' sake only, but that they might see Lazarus also, whom he had raised from the dead.
10 But the chief priests consulted that they might put Lazarus also to death;
11 Because that by reason of him many of the Jews went away, and believed on Jesus.
12 On the next day much people that were come to the feast, when they heard that Jesus was coming to Jerusalem,
13 Took branches of palm trees, and went forth to meet him, and cried, Hosanna: Blessed is the King of Israel that cometh in the name of the Lord.
14 And Jesus, when he had found a young ass, sat thereon; as it is written, 15 Fear not, daughter of Sion: behold, thy King cometh, sitting on an ass's colt.
16 These things understood not his disciples at the first: but when Jesus was glorified, then remembered they that these things were written of him, and that they had done these things unto him.
17 The people therefore that was with him when he called Lazarus out of his grave, and raised him from the dead, bare record.
18 For this cause the people also met him, for that they heard that he had done this miracle.
19 The Pharisees therefore said among themselves, Perceive ye how ye prevail nothing? behold, the world is gone after him.
20 And there were certain Greeks among them that came up to worship at the feast:
21 The same came therefore to Philip, which was of Bethsaida of Galilee, and desired him, saying, Sir, we would see Jesus.
22 Philip cometh and telleth Andrew: and again Andrew and Philip tell Jesus.
23 And Jesus answered them, saying, The hour is come, that the Son of man should be glorified.
24 Verily, verily, I say unto you, Except a corn of wheat fall into the ground and die, it abideth alone: but if it die, it bringeth forth much fruit.
25 He that loveth his life shall lose it; and he that hateth his life in this world shall keep it unto life eternal.
26 If any man serve me, let him follow me; and where I am, there shall also my servant be: if any man serve me, him will my Father honour.
27 Now is my soul troubled; and what shall I say? Father, save me from this hour: but for this cause came I unto this hour.
28 Father, glorify thy name. Then came there a voice from heaven, saying, I have both glorified it, and will glorify it again.
29 The people therefore, that stood by, and heard it, said that it thundered: others said, An angel spake to him.
30 Jesus answered and said, This voice came not because of me, but for your sakes.
31 Now is the judgment of this world: now shall the prince of this world be cast out.
32 And I, if I be lifted up from the earth, will draw all men unto me.
33 This he said, signifying what death he should die.
34 The people answered him, We have heard out of the law that Christ abideth for ever: and how sayest thou, The Son of man must be lifted up? who is this Son of man?
35 Then Jesus said unto them, Yet a little while is the light with you. Walk while ye have the light, lest darkness come upon you: for he that walketh in darkness knoweth not whither he goeth.
36 While ye have light, believe in the light, that ye may be the children of light. These things spake Jesus, and departed, and did hide himself from them.
37 But though he had done so many miracles before them, yet they believed not on him:
38 That the saying of Esaias the prophet might be
fulfilled, which he spake, Lord, who hath believed our report? and to whom hath the arm of the Lord been revealed?
39 Therefore they could not believe, because that Esaias said again,
40 He hath blinded their eyes, and hardened their heart; that they should not see with their eyes, nor understand with their heart, and be converted, and I should heal them.
41 These things said Esaias, when he saw his glory, and spake of him.
42 Nevertheless among the chief rulers also many believed on him; but because of the Pharisees they did not confess him, lest they should be put out of the synagogue:
43 For they loved the praise of men more than the praise of God.
44 Jesus cried and said, He that believeth on me, believeth not on me, but on him that sent me.
45 And he that seeth me seeth him that sent me.
46 I am come a light into the world, that whosoever believeth on me should not abide in darkness.
47And if any man hear my words, and believe not, I judge him not: for I came not to judge the world, but to save the world.
48 He that rejecteth me, and receiveth not my words, hath one that judgeth him: the word that I have spoken, the same shall judge him in the last day.
49 For I have not spoken of myself; but the Father which sent me, he gave me a commandment, what I should say, and what I should speak.
50 And I know that his commandment is life everlasting: whatsoever I speak therefore, even as the Father said unto me, so I speak.