John, Chapter 13 Modern Greek

01 Προ δε της εοτρής του Πάσχα, εξεύρων ο Ιησούς ότι ήλθεν η ώρα αυτού, δια να μεταβή εκ του κόσμου τούτου προς τον Πατέρα, αγαπήσας τους ιδικούς του τους εν τω κόσμω μέχρι τέλους ηγάπησεν αυτούς.
02 Και αφού έγεινε δείπνος,(ο δε διάβολος είχεν ήδη βάλει εις την καρδίαν του Ιούδα Σίμωνος του Ισκαριώτου, να παραδώση αυτόν)
03 εξεύρων ο Ιησούς ότι πάντα έδωκεν εις αυτόν ο Πατήρ εις τας χείρας, και ότι από του Θεού εξήλθε, και προς τον Θεόν υπάγει,
04 εγείρετε εκ του δείπνου, και εκδύεται τα ιμάτια αυτού, και λαβών προσόψιον διεζώσθη.
05  Έπειτα βάλλει ύδωρ εις τον νιπτήρα, και ήρχισε να νίπτη τους πόδας των μαθητών, και να σπογγίζη με το προσόψιον με το οποίον ήτο διεζωσμένος.
06  Έρχεται λοιπόν προς τον Σίμωνα Πέτρον  και λέγει προς αυτόν εκείνος, Κύριε, συ μου νίπτεις τους πόδας;
07 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτόν, Εκείνο το οποίον εγώ κάμνω συ δεν εξεύρεις τώρα, θέλεις όμως γνωρίσει μετά ταύτα.
08 Λέγει προς αυτόν ο Πέτρος, Δεν θέλεις νίψει τους πόδας μου εις τον αιώνα. Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς, Εαν δεν σε νίψω, δεν έχεις μέρος μετ' εμού.
09 Λέγει προς αυτον ο Σίμων Πέτρος, Κύριε, μη τους πόδας μου μόνον, αλλά και τας χείρας, και την κεφαλήν.
10 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Ο λελουμένος δεν έχει χρείαν ειμή τους πόδας να νιφθή, αλλ' είναι όλος καθαρός και σεις είσθε καθαροί, αλλ' ουχί πάντες.
11 Διότι ήξευρεν εκείνον όστις έμελλε να παραδώση αυτόν δια τούτο είπε, Δεν είσθε πάντες καθαροί.
12 Αφού λοιπόν ένιψε τους πόδας αυτών, και έλαβε τα ιμάτια αυτού, καθίσας πάλιν, είπε προς αυτούς, Εξεύρετε τι έκαμον εις εσάς;
13 Σεις με φωνάζετε, Ο διδάσκαλος και ο Κύριος  και καλώς λέγετε, διότι είμαι.
14 Εαν λοιπόν εγώ, ο Κύριος και ο διδάσκαλος, σας ένιψα τους πόδας, και σεις χρεωστείτε να νίπτητε τους πόδας αλλήλων.
15 Διότι παράδειγμα έδωκα εις εσάς, δια να κάμνητε και σεις, καθώς εγώ έκαμον εις εσάς.
16 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, δεν είναι δούλος ανώτερος του κυρίου αυτού, ουδέ απόστολος ανώτερος του πέμψαντος αυτόν.
17 Εαν εξεύρητε ταύτα, μακάριοι είσθε, εαν κάμνητε αυτά.
18 Δεν λέγω τούτο περί πάντων υμών  εγώ εξεύρω ποίους έκλεξα  αλλά δια να πληρωθή η γραφή, «Ο τρώγων μετ' εμού τον άρτον, εσήκωσεν επ' εμέ την πτέρναν αυτού.» Ψαλμ.μα'.9, Ματθ.κς'.23
19 Από του νύν σας λέγω τούτο πριν γείνη, δια να πιστεύσητε όταν γείνη, ότι εγώ είμαι.
20 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, όστις δέχεται όντινα πέμψω, εμέ δέχεται  και όστις δέχεται εμέ, δέχεται τον πέμψαντά με.
21 Αφού είπε ταύτα ο Ιησούς, εταράχθη την ψυχήν, και εμαρτύρησε και είπεν, Αληθώς αληθώς σας λέγω, ότι εις εξ
υμών θέλει με παραδώσει.
22 Έβλεπον λοιπόν εις αλλήλους οι μαθηταί, απορούντες περί τίνος λέγει.
23 Εκάθητο δε κεκλιμένος εις τον κόλπον του Ιησού εις των μαθητών αυτού, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς.
24 Νεύει λοιπόν προς τούτον ο Σίμων Πέτρος δια να ερωτήση τις είναι εκείνος περί του οποίου λέγει.
25 Και πεσών εκείνος επί το στήθος του Ιησού, λέγει προς αυτόν, Κύριε, τις είναι;
26 Αποκρίνεται ο Ιησούς, Εκείνος είναι, εις τον οποίον εγώ βάψας το ψωμίον θέλω δώσει. Και εμβάψας το ψωμίον δίδει εις τον Ιούδαν Σίμωνος τον Ισκαριώτην.
27 Και μετά το ψωμίον, τότε εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς. Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Ιησούς, Ότι κάμνεις, κάμε
ταχύτερον.
28 τούτο όμως ουδείς των καθημένων ενόησε προς τι είπε προς αυτόν.
29 Διότι τινές ενόμιζον, επειδή ο Ιούδας είχε το γλωσσόκομον, ότι λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Αγόρασον όσων
έχομεν χρείαν δια την εορτήν  ή να δώση τι εις τους πτωχούς.
30 Λαβών λοιπόν εκείνος το ψωμίον, εξήλθεν ευθύς  ήτο δε νύξ.
31  Ότε λοιπόν εξήλθε, λέγει ο Ιησούς, Τώρα εδοξάσθη ο Υιός του ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ.
32 Εαν ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ, και ο Θεός θέλει δοξάσει αυτόν εν εαυτώ, και ευθύς θέλει δοξάσει αυτόν.
33 Τεκνία, έτι ολίγον είμαι μεθ' υμών. Θέλετε με ζητήσει και καθώς είπον προς τους Ιουδαίους,  Ότι, όπου υπάγω εγώ, σεις δεν δύνασθε να έλθητε, και προς εσάς λέγω τώρα.
34 Εντολήν καινήν σας δίδω, Να αγαπάτε αλλήλους  καθώς εγώ σας ηγάπησα, και σεις να αγαπάτε αλλήλους.
35 Εκ τούτου θέλουσι γνωρίσει πάντες ότι είσθε μαθηταί μου, εαν έχητε αγάπην προς αλλήλους.
36 Λέγει προς αυτόν ο Σίμων Πέτρος, Κύριε, που υπάγεις; Απεκρίθη εις αυτόν ο Ιησούς, Όπου υπάγω, δεν δύνασαι τώρα να με ακολουθήσης  ύστερον όμως θέλεις με ακολουθήσει.
37 Λέγει προς αυτόν ο Πέτρος, Κύριε, διατί δεν δύναμαι να σε ακολουθήσω τώρα; την ψυχήν μου θέλω βάλει υπέρ σου.
38 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς, Την ψυχήν σου θέλεις βάλει υπέρ εμού; αληθώς, αληθώς σοι λέγω, δεν θέλει φωνάξει ο αλέκτωρ, εωσού με απαρνηθής τρις.















































































John, Chapter 13 Demotic Greek

1. Πριν από τη γιορτή του Πάσχα, ξέροντας ο Ιησούς πως έχει έρθει πια η ώρα του να αναχωρήσει από τον κόσμο αυτό και να πάει κοντά στον Πατέρα, κι επειδή αγάπησε τους δικούς του που ήταν μέσα στον κόσμο, και μάλιστα τους αγάπησε στον τελειότερο βαθμό,
2. γι' αυτό και στη διάρκεια του δείπνου, κι ενώ ο διάβολος είχε βάλει κιόλας στην καρδιά του Ιούδα, γιου του Σίμωνα του Ισκαριώτη, να τον προδώσει,
3. επειδή ήξερε ο Ιησούς ότι στα δικά του χέρια είχε αναθέσει ο Πατέρας τα πάντα και ότι από το Θεό ήρθε και στο Θεό πηγαίνει,
4. σηκώνεται από το δείπνο και βάζοντας στην άκρη τα ιμάτιά του, παίρνει μια πετσέτα και την περιζώνεται.
5. Βάζει κατόπιν νερό στη λεκάνη κι αρχίζει να πλένει τα πόδια των μαθητών και να τα σκουπίζει με την πετσέτα που είχε ζωστεί.
6. Έρχεται, λοιπόν, και στο Σίμωνα Πέτρο αλλά εκείνος του λέει: «Κύριε, εσύ να μου πλύνεις τα πόδια;».
7. Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Αυτό που κάνω εγώ, εσύ δεν ξέρεις ακόμα τι σημαίνει. Θα το μάθεις όμως κατόπιν».
8. Του λέει ο Πέτρος: «Όχι, δε θα πλύνεις τα πόδια μου ποτέ». Ο Ιησούς απάντησε: «Αν δε σε πλύνω, δεν έχεις θέση κοντά μου».
9. Του λέει τότε ο Σίμων Πέτρος: «Κύριε, όχι μόνο τα πόδια μου αλλά και τα χέρια μου να πλύνεις και το κεφάλι μου»!
10. Του λέει ο Ιησούς: «Αυτός που έχει ήδη λουστεί, δεν έχει ανάγκη παρά μονάχα τα πόδια του να πλύνει, και τότε είναι καθαρός ολόκληρος. Κι εσείς είστε καθαροί, μα όχι όλοι».
11. Γιατί ήξερε βέβαια εκείνον που επρόκειτο να τον προδώσει, γι' αυτό και είπε: «Δεν είστε όλοι καθαροί».
12. Όταν λοιπόν έπλυνε τα πόδια τους και ξαναφόρεσε τα ιμάτιά του, κάθισε πάλι στο τραπέζι και τους είπε: «Καταλαβαίνετε τι έχω κάνει σε σας;
13. Εσείς με προσφωνείτε Δάσκαλο και Κύριο, και καλά κάνετε, γιατί πραγματικά είμαι.
14. Αν λοιπόν έπλυνα τα πόδια σας εγώ, που είμαι ο Κύριος και ο Δάσκαλος, οφείλετε κι εσείς να πλένετε ο ένας τα πόδια του άλλου.
15. Παράδειγμα λοιπόν σας έδωσα, έτσι ώστε, όπως συμπεριφέρθηκα εγώ σε σας, έτσι να συμπεριφέρεστε κι εσείς.
16. Ναί, πραγματικά, σας λέω, δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του, κι ούτε αποσταλμένος ανώτερος από εκείνον που τον έστειλε.
17. Αν τα ξέρετε αυτά, είστε μακάριοι αν τα εφαρμόζετε.
18. Δεν τα λέω για όλους σας. Εγώ ξέρω ποιους διάλεξα. Μα για να εκπληρωθεί η προφητεία της Γραφής: εκείνος που συντρώγει ψωμί μαζί μου, στράφηκε εναντίον μου.
19. Από τώρα σας τα λέω αυτά, πριν γίνουν, ώστε όταν γίνουν να πιστέψετε ότι Εγώ Είμαι.
20. Σας λέω με έμφαση, πως εκείνος που δέχεται όποιον στείλω, εμένα δέχεται. Κι εκείνος που δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με απέστειλε».
21. Όταν τα είπε αυτά ο Ιησούς, ταράχτηκε το πνεύμα του και μίλησε ξεκάθαρα και είπε: «Ναι, πραγματικά, σας λέω, ένας από σας θα με προδώσει».
22. Κοίταζαν λοιπόν οι μαθητές ο ένας τον άλλο, απορώντας για ποιον το λέει.
23. Στο μεταξύ, γερμένος στο στήθος του Ιησού, καθόταν στο τραπέζι ένας από τους μαθητές του, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα.
24. Σ' αυτόν, λοιπόν, κάνει νόημα ο Σίμων Πέτρος να ρωτήσει και να μάθει, ποιος τάχα να είναι αυτός για τον οποίο το λέει.
25. Τότε εκείνος, αφού έγειρε στο στήθος του Ιησού, του λέει: «Κύριε, ποιος είναι;».
26. Ο Ιησούς αποκρίνεται: «Είναι εκείνος στον οποίο θα δώσω το ψωμί, αφού πρώτα το βουτήξω στην κούπα». Έτσι, αφού βούτηξε το ψωμί, το δίνει στον Ιούδα, το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη.
27. Και μετά που το πήρε εκείνος το ψωμί, μπήκε μέσα του ο Σατανάς. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Αυτό που είναι να κάνεις, κάνε το γρήγορα».
28. Αυτό, όμως, κανένας από εκείνους που κάθονταν στο τραπέζι δεν κατάλαβε γιατί του το είπε.
29. Μερικοί μάλιστα, επειδή ο Ιούδας κρατούσε το ταμείο, νόμιζαν πως του λέει ο Ιησούς: «Αγόρασε όσα μας χρειάζονται για τη γιορτή» ή να δώσει κάτι στους φτωχούς.
30. Εκείνος, λοιπόν, μόλις πήρε το ψωμί, βγήκε αμέσως έξω. Και ήταν νύχτα.
31. Κι όταν πια εκείνος βγήκε έξω, λέει ο Ιησούς: «Τώρα δοξάστηκε ο Γιος του Ανθρώπου και στο πρόσωπό του δοξάστηκε ο Θεός.
32. Κι αφού στο πρόσωπό του δοξάστηκε ο Θεός, θα δοξάσει κι αυτόν ο Θεός στο δικό του πρόσωπο, και θα τον δοξάσει παρευθύς.
33. Παιδιά μου αγαπημένα, για πολύ λίγο θα είμαι ακόμα μαζί σας. Θα με αναζητήσετε, μα, όπως είπα κιόλας στους Ιουδαίους: Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε, το ίδιο λέγω και σε σας τώρα: Όπου πηγαίνω εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε.
34. Σας δίνω μια καινούργια εντολή: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. Όπως σας αγάπησα εγώ, έτσι ακριβώς να αγαπάτε κι εσείς ο ένας τον άλλο.
35. Απ' αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε αγάπη μεταξύ σας».
36. Του λέει ο Σίμων Πέτρος: «Κύριε, πού πηγαίνεις;». Ο Ιησούς του απάντησε: «Εκεί που πηγαίνω εγώ, δεν μπορείς να με ακολουθήσεις τώρα. Αργότερα όμως θα με ακολουθήσεις».
37. Του λέει ο Πέτρος: «Κύριε, γιατί τάχα δεν μπορώ τώρα να σε ακολουθήσω; Τη ζωή μου και την ψυχή μου θα θυσιάσω για χάρη σου».
38. Ο Ιησούς του απάντησε: «Θα θυσιάσεις, λες, τη ζωή σου για χάρη μου; Σε πληροφορώ, πως πραγματικά, πριν λαλήσει ο πετεινός απόψε, εσύ θα με απαρνηθείς τρεις φορές»!















































































John

John, Chapter 13 Ancient Greek

1. Πρὸ δὲ τῆς ἑορτῆς τοῦ πάσχα εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐλήλυθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα, ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς.

2. καὶ δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ,

3. εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα δέδωκεν αὐτῷ ὁ πατὴρ εἰς τὰς χεῖρας, καὶ ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθε καὶ πρὸς τὸν Θεὸν ὑπάγει,

4. ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν·

5. εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος.

6. ἔρχεται οὖν πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ λέγει αὐτῷ ἐκεῖνος· Κύριε, σύ μου νίπτεις τοὺς πόδας;

7. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα.

8. λέγει αὐτῷ Πέτρος· οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ' ἐμοῦ.

9. λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, μὴ τοὺς πόδας μου μόνον, ἀλλὰ καὶ τὰς χεῖρας καὶ τὴν κεφαλήν.

10. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὁ λελουμένος οὐ χρείαν ἔχει ἢ τοὺς πόδας νίψασθαι, ἀλλ' ἔστι καθαρὸς ὅλος· καὶ ὑμεῖς καθαροί ἐστε, ἀλλ' οὐχὶ πάντες.

11. ᾔδει γὰρ τὸν παραδιδόντα αὐτόν· διὰ τοῦτο εἶπεν· οὐχὶ πάντες καθαροί ἐστε.

12. Ὅτε οὖν ἔνιψε τοὺς πόδας αὐτῶν καὶ ἔλαβε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἀνεπεσὼν πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· γινώσκετε τί πεποίηκα ὑμῖν;

13. ὑμεῖς φωνεῖτέ με, ὁ Διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος, καὶ καλῶς λέγετε· εἰμὶ γάρ.

14. εἰ οὖν ἐγὼ ἔνιψα ὑμῶν τοὺς πόδας, ὁ Κύριος καὶ ὁ Διδάσκαλος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας.

15. ὑπόδειγμα γὰρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε.

16. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ, οὐδὲ ἀπόστολος μείζων τοῦ πέμψαντος αὐτόν.

17. εἰ ταῦτα οἴδατε, μακάριοί ἐστε ἐὰν ποιῆτε αὐτά.

18. οὐ περὶ πάντων ὑμῶν λέγω· ἐγὼ οἶδα οὓς ἐξελεξάμην· ἀλλ' ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, ὁ τρώγων μετ' ἐμοῦ τὸν ἄρτον ἐπῆρεν ἐπ' ἐμὲ τὴν πτέρναν αὐτοῦ.

19. ἀπ' ἄρτι λέγω ὑμῖν πρὸ τοῦ γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι.

20. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει, ὁ δὲ ἐμὲ λαμβάνων λαμβάνει τὸν πέμψαντά με.

21. Ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἰησοῦς ἐταράχθη τῷ πνεύματι, καὶ ἐμαρτύρησε καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.

22. ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει.

23. ἦν δὲ ἀνακείμενος εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἰησοῦ, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς·

24. νεύει οὖν τούτῳ Σίμων Πέτρος πυθέσθαι τίς ἂν εἴη περὶ οὗ λέγει.

25. ἐπιπεσὼν δὲ ἐκεῖνος ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ Ἰησοῦ λέγει αὐτῷ· Κύριε, τίς ἐστιν;

26. ἀποκρίνεται ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνός ἐστιν ᾧ ἐγὼ βάψας τὸ ψωμίον ἐπιδώσω. καὶ ἐμβάψας τὸ ψωμίον δίδωσιν Ἰούδᾳ Σίμωνος Ἰσκαριώτῃ.

27. καὶ μετὰ τὸ ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὃ ποιεῖς, ποίησον τάχιον.

28. τοῦτο δὲ οὐδεὶς ἔγνω τῶν ἀνακειμένων πρὸς τί εἶπεν αὐτῷ·

29. τινὲς γὰρ ἐδόκουν, ἐπεὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχεν ὁ Ἰούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τὴν ἑορτήν, ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῷ.

30. λαβὼν οὖν τὸ ψωμίον ἐκεῖνος εὐθέως ἐξῆλθεν· ἦν δὲ νύξ.

31. Ὅτε οὖν ἐξῆλθε, λέγει ὁ Ἰησοῦς· νῦν ἐδοξάσθη ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ.

32. εἰ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ, καὶ ὁ Θεὸς δοξάσει αὐτὸν ἐν ἑαυτῷ, καὶ εὐθὺς δοξάσει αὐτόν.

33. τεκνία, ἔτι μικρὸν μεθ' ὑμῶν εἰμι. ζητήσετέ με, καὶ καθὼς εἶπον τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι ὅπου ὑπάγω ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν, καὶ ὑμῖν λέγω ἄρτι.

34. ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

35. ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις.

36. Λέγει αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, ποῦ ὑπάγεις; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅπου ἐγὼ ὑπάγω, οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι, ὕστερον δὲ ἀκολουθήσεις μοι.

37. λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· Κύριε, διατί οὐ δύναμαί σοι ἀκολουθῆσαι ἄρτι; τὴν ψυχήν μου ὑπὲρ σοῦ θήσω.

38. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τὴν ψυχήν σου ὑπὲρ ἐμοῦ θήσεις; ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἀλέκτωρ φωνήσει ἕως οὗ ἀπαρνήσῃ με τρίς.

 

















































































John, Chapter 13 (KJV)

01 Now before the feast of the passover, when Jesus knew
that his hour was come that he should depart out of this
world unto the Father, having loved his own which were in
the world, he loved them unto the end.
02 And supper being ended, the devil having now put into
the heart of Judas Iscariot, Simon's son, to betray him;
03 Jesus knowing that the Father had given all things into
his hands, and that he was come from God, and went to God;
04 He riseth from supper, and laid aside his garments; and
took a towel, and girded himself.
05 After that he poureth water into a basin, and began to
wash the disciples' feet, and to wipe them with the towel
wherewith he was girded.
06 Then cometh he to Simon Peter: and Peter saith unto
him, Lord, dost thou wash my feet?
07 Jesus answered and said unto him, What I do thou
knowest not now; but thou shalt know hereafter.
08 Peter saith unto him, Thou shalt never wash my feet.
Jesus answered him, If I wash thee not, thou hast no part
with me.
09 Simon Peter saith unto him, Lord, not my feet only, but
also my hands and my head.
10 Jesus saith to him, He that is washed needeth not save
to wash his feet, but is clean every whit: and ye are
clean, but not all.
11 For he knew who should betray him; therefore said he,
Ye are not all clean.
12 So after he had washed their feet, and had taken his
garments, and was set down again, he said unto them, Know
ye what I have done to you?
13 Ye call me Master and Lord: and ye say well; for so I
am.
14If I then, your Lord and Master, have washed your
feet; ye also ought to wash one another's feet.
15 For I have given you an example, that ye should do as I
have done to you.
16 Verily, verily, I say unto you, The servant is not
greater than his lord; neither he that is sent greater than
he that sent him.
17 If ye know these things, happy are ye if ye do them.
18 I speak not of you all: I know whom I have chosen: but
that the scripture may be fulfilled, He that eateth bread
with me hath lifted up his heel against me.
19 Now I tell you before it come, that, when it is come to
pass, ye may believe that I am he.
20 Verily, verily, I say unto you, He that receiveth
whomsoever I send receiveth me; and he that receiveth me
receiveth him that sent me.
21 When Jesus had thus said, he was troubled in spirit,
and testified, and said, Verily, verily, I say unto you,
that one of you shall betray me.
22 Then the disciples looked one on another, doubting of
whom he spake.
23 Now there was leaning on Jesus' bosom one of his
disciples, whom Jesus loved.
24 Simon Peter therefore beckoned to him, that he should
ask who it should be of whom he spake.
25 He then lying on Jesus' breast saith unto him, Lord,
who is it?
26 Jesus answered, He it is, to whom I shall give a sop,
when I have dipped it. And when he had dipped the sop, he
gave it to Judas Iscariot, the son of Simon.
27 And after the sop Satan entered into him. Then said
Jesus unto him, That thou doest, do quickly.
28 Now no man at the table knew for what intent he spake
this unto him.
29 For some of them thought, because Judas had the bag,
that Jesus had said unto him, Buy those things that we
have need of against the feast; or, that he should give
something to the poor.
30 He then having received the sop went immediately out:
and it was night.
31 Therefore, when he was gone out, Jesus said, Now is the
Son of man glorified, and God is glorified in him.
32 If God be glorified in him, God shall also glorify him
in himself, and shall straightway glorify him.
33 Little children, yet a little while I am with you. Ye
shall seek me: and as I said unto the Jews, Whither I go,
ye cannot come; so now I say to you.
34 A new commandment I give unto you, That ye love one
another; as I have loved you, that ye also love one
another.
35 By this shall all men know that ye are my disciples,
if ye have love one to another.
36 Simon Peter said unto him, Lord, whither goest thou?
Jesus answered him, Whither I go, thou canst not follow me
now; but thou shalt follow me afterwards.
37 Peter said unto him, Lord, why cannot I follow thee
now? I will lay down my life for thy sake.
38 Jesus answered him, Wilt thou lay down thy life for my
sake? Verily, verily, I say unto thee, The cock shall not
crow, till thou hast denied me thrice.