John, Chapter 14 Modern Greek

01 Ας μη ταράττηται η καρδία σας  πιστεύετε εις τον Θεόν, και εις εμέ πιστεύετε.
02 Εν τη οικία του Πατρός μου είναι πολλά οικήματα  ει δε μη, ήθελον σας ειπεί  υπάγω να σας ετοιμάσω τόπον.
03 Και αφού υπάγω και σας ετοιμάσω τόπον, πάλιν έρχομαι, και θέλω σας παραλάβει προς εμαυτόν, δια να ήσθε και σεις όπου είμαι εγώ.
04 Και όπου εγώ υπάγω εξεύρετε, και την οδόν εξεύρετε.
05 Λέγει προς αυτόν ο Θωμάς, Κύριε, δεν εξεύρομεν που υπάγεις  και πως δυνάμεθα να εξεύρωμεν την οδόν;
06 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Εγώ είμαι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή  ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή
δι' εμού
07 εάν εγνωρίζετε εμέ, και τον Πατέρα μου ηθέλετε γνωρίσει και από του νυν γνωρίζετε αυτόν, και είδετε αυτόν.
08 Λέγει προς αυτόν ο Φίλιππος, Κύριε, δείξον εις ημάς τον Πατέρα, και αρκεί εις ημάς.
09 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Τόσον καιρόν είμαι μεθ' υμών, και δεν με εγνώρισας Φίλιππε; όστις είδεν εμέ, είδε τον Πατέρα  και πως συ λέγεις, Δείξον εις ημάς τον Πατέρα;
10 Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί; τους λόγους τους οποίους εγώ λαλώ προς υμάς, απ' εμαυτού δεν λαλώ  αλλ' ο Πατήρ ο μένον εν εμοί, αυτός εκτελεί τα έργα.
11 Πιστεύετέ μοι ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί  ει δε μη δια τα έργα αυτά πιστεύετέ μοι.
12 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, όστις πιστεύει εις εμέ, τα έργα τα οποία κάμνω, και εκείνος θέλει κάμει, και μεγαλήτερα τούτων θέλει κάμει  διότι εγώ υπάγω προς τον Πατέρα μου.
13 Και ό,τι αν ζητήσητε εν τω ονόματί μου, θέλω κάμει τούτο, δια να δοξασθή ο Πατήρ εν τω Υιώ.
14 Εάν ζητήσητέ τι εν τω ονόματί μου, εγώ θέλω κάμει αυτό.
15 Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε.
16 Και εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα, και θέλει σας δώσει άλλον Παράκλητον, διά να μένη μεθ' υμών εις τον αιώνα,
17 το Πνεύμα της αληθείας, το οποίον ο κόσμος δεν δύναται να λάβη, διότι δεν βλέπει αυτό, ουδέ γνωρίζει αυτό  σεις όμως γνωρίζετε αυτό, διότι μένει μεθ' υμών, και εν υμίν θέλει είσθαι.
18 Δεν θέλω σας αφήσει ορφανούς  έρχομαι προς εσάς.
19  Έτι ολίγον, και ο κόσμος πλέον δεν με βλέπει  σεις όμως με βλέπετε  διότι εγώ ζω, και σεις θέλετε ζη.
20 Εν εκείνη τη ημέρα σεις θέλετε γνωρίσει, ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί μου, και σεις εν εμοί, και εγώ εν υμίν.
21 Ο έχων τας εντολάς μου και φυλάττων αυτάς, εκείνος είναι ο αγαπών με  ο δε αγαπών με, θέλει αγαπηθή υπό του Πατρός μου  και εγώ θέλω αγαπήσει αυτόν, και θέλω φανερώσει εμαυτόν εις αυτόν.
22 Λέγει προς αυτόν ο Ιούδας ( ουχί ο Ισκαριώτης ), Κύριε, τι συμβαίνει ότι μέλλεις να φανερώσης σεαυτόν εις ημάς, και ουχί εις τον κόσμον;
23 Απεκρίθη ο Ιησούς, και είπε προς αυτόν, Εάν τις με αγαπά, τον λόγον μου θέλει φυλάξει, και ο Πατήρ μου θέλει αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν θέλομεν ελθεί, και εν αυτώ θέλομεν κατοικήσει.
24 Ο μη αγαπών με τους λόγους μου δεν φυλάττει. Και ο λόγος τον οποίον ακούετε, δεν είναι ιδικός μου, αλλά του
πέμψαντός με Πατρός.
25 Ταύτα ελάλησα προς εσάς, ενώ ευρίσκομαι μεθ' υμών.
26 Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το  Άγιον, το οποίον θέλει πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου, εκείνος θέλει σας διδάξει πάντα, και θέλει σας υπενθυμίσει πάντα όσα είπον προς εσάς.
27 Ειρήνην αφίνω εις εσάς, ειρήνην την εμήν δίδω εις εσάς ουχί καθώς ο κόσμος δίδει, σας δίδω εγώ. Ας μη ταράττηται η καρδία σας, μηδέ ας δειλιά.
28 Ηκούσατε ότι εγώ σας είπον, Υπάγω και έρχομαι προς εσάς. Εάν με ηγαπάτε, ηθέλετε χαρή ότι είπον, Υπάγω προς τον Πατέρα  διότι ο Πατήρ μου είναι μεγαλήτερός μου.
29 Και τώρα σας είπον πριν γείνη, δια να πιστεύσητε όταν γείνη.
30 Δεν θέλω πλέον λαλήσει πολλά μεθ' υμών  διότι έρχεται ο άρχων του κόσμου τούτου, και δεν έχει ουδέν εν εμοί.
31 Αλλά δια να γνωρίση ο κόσμος, ότι αγαπώ τον Πατέρα, και καθώς με προσέταξεν ο Πατήρ, ούτω κάμνω. Εγέρθητε, ας υπάγωμεν εντεύθεν.















































































John, Chapter 14 Demotic Greek

1. «Ας μην ταράζεται η καρδιά σας. Πιστεύετε στο Θεό και σ' εμένα πιστεύετε.
2. Στο σπίτι του Πατέρα μου υπάρχουν πολλοί χώροι διαμονής, διαφορετικά θα σας το έλεγα. Πηγαίνω, λοιπόν, να σας ετοιμάσω τόπο.
3. Κι αφού πάω και σας ετοιμάσω τόπο, θα έρθω πάλι και θα σας πάρω κοντά μου για να είστε κι εσείς όπου είμαι εγώ.
4. Άλλωστε ξέρετε πού πηγαίνω και το δρόμο τον ξέρετε».
5. Του λέει ο Θωμάς: «Κύριε, δεν ξέρουμε πού πηγαίνεις, και πώς μπορούμε να ξέρουμε το δρόμο;».
6. Του λέει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι ο Δρόμος και η Αλήθεια και η Ζωή. Κανένας δεν έρχεται στον Πατέρα παρά μονάχα περνώντας από μένα.
7. Αν θα είχατε γνωρίσει εμένα, θα είχατε γνωρίσει και τον Πατέρα μου. Έτσι, από τώρα πια, τον γνωρίζετε και τον έχετε δει».
8. Του λέει ο Φίλιππος: «Κύριε, δείξε μας τον Πατέρα, κι αυτό μας φτάνει»!
9. Του λέει ο Ιησούς: «Τόσον καιρό είμαι μαζί σας, Φίλιππε, και δε με έχεις γνωρίσει; Όποιος έχει δει εμένα, έχει δει τον Πατέρα. Πώς, λοιπόν, λες εσύ: Δείξε μας τον Πατέρα;
10. Δεν πιστεύεις πως εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα κι ο Πατέρας μέσα σε μένα; Τα λόγια που σας λέω δεν τα λέγω αυθαίρετα, και ο Πατέρας, που μένει μέσα μου, αυτός πραγματοποιεί τα έργα.
11. Να με πιστεύετε που σας λέω πως εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε μένα. Διαφορετικά, πιστέψτε με χάρη στα έργα αυτά.
12. Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι πως εκείνος που πιστεύει σε μένα θα κάνει κι αυτός τα έργα που κάνω εγώ, και μεγαλύτερα απ' αυτά θα κάνει, γιατί εγώ πηγαίνω στον Πατέρα μου
13. κι ό,τι ζητήσετε στ' όνομά μου, θα το κάνω, για να δοξαστεί ο Πατέρας στο πρόσωπο του Γιου.
14. Αν ζητήσετε κάτι στ' όνομά μου, εγώ θα το κάνω».
15. «Αν με αγαπάτε, τις δικές μου εντολές να τηρήσετε.
16. Κι εγώ θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας δώσει άλλον Παράκλητο, για να παραμένει μαζί σας για πάντα,
17. το Πνεύμα της αλήθειας, που ο κόσμος δεν μπορεί να το δεχτεί, γιατί δεν το διακρίνει ούτε το γνωρίζει. Εσείς όμως το γνωρίζετε, γιατί μαζί σας μένει και μέσα σας θα κατοικεί.
18. Δε θα σας αφήσω ορφανούς. Θα έρθω κοντά σας.
19. Λίγον καιρό ακόμα, κι ο κόσμος δε θα με βλέπει πια, εσείς όμως θα με βλέπετε. Γιατί, επειδή εγώ ζω, κι εσείς θα ζήσετε.
20. Εκείνη την ημέρα θα καταλάβετε εσείς ότι εγώ είμαι ενωμένος με τον Πατέρα κι εσείς μ' εμένα κι εγώ μ' εσάς.
21. Όποιος κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί, εκείνος είναι που με αγαπάει· κι εκείνον που με αγαπάει, θα τον αγαπήσει ο Πατέρας μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου».
22. Του λέει ο Ιούδας - όχι ο Ισκαριώτης: «Και τι σημαίνει Κύριε, ότι θα φανερώσεις τον εαυτό σου σ' εμάς και όχι στον κόσμο;».
23. Αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Αν με αγαπάει κάποιος, θα εφαρμόσει το λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήσει, και θα έρθουμε σ' αυτόν και θα κατοικήσουμε μαζί του.
24. Όποιος δε με αγαπάει, δεν τηρεί τα λόγια μου. Και ο Λόγος που ακούτε, δεν είναι δικός μου αλλά του Πατέρα, που με απέστειλε.
25. »Αυτά σας τα έχω διδάξει όσο έμενα μαζί σας.
26. Κι ο Παράκλητος, πάλι, το Πνεύμα το Άγιο που θα σας στείλει ο Πατέρας στ' όνομά μου, εκείνος θα σας τα διδάξει όλα και θα σας ξαναθυμίσει όλα όσα σας είπα.
27. »Ειρήνη αφήνω σε σας. Την ειρήνη τη δική μου σας δίνω. Δε σας δίνω εγώ, έτσι όπως δίνει ο κόσμος. Να μην ταράζεται η καρδιά σας μήτε να δειλιάζει.
28. Το ακούσατε αυτό που εγώ σας είπα: Φεύγω, μα θα ξανάρθω. Αν με αγαπούσατε θα είχατε χαρεί που είπα ότι πηγαίνω στον Πατέρα, γιατί ο Πατέρας μου είναι ανώτερός μου.
29. Και σας το είπα τώρα, προτού γίνει, ώστε όταν γίνει να πιστέψετε.
30. Δε θα μιλήσω πια για πολύ μαζί σας, γιατί έρχεται ο άρχοντας αυτού του κόσμου. Και πάνω σε μένα δεν έχει, βέβαια, καμιά εξουσία,
31. αλλά για να γνωρίσει ο κόσμος ότι εγώ αγαπώ τον Πατέρα και κάνω έτσι ακριβώς, όπως εκείνος με πρόσταξε. Σηκωθείτε τώρα να φύγουμε από εδώ».















































































John

John, Chapter 14 Ancient Greek

1. Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.

2. ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν·

3. καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγώ, καὶ ὑμεῖς ἦτε.

4. καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδὸν οἴδατε.

5. Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι;

6. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ.

7. εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν. καὶ ἀπ' ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν.

8. Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν.

9. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τοσοῦτον χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα;

10. οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα.

11. πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι.

12. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι,

13. καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ.

14. ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω.

15. Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε,

16. καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ' ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα,

17. τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ' ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται.

18. οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς.

19. ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ με, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε.

20. ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν.

21. ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν.

22. Λέγει αὐτῷ Ἰούδας, οὐχ ὁ Ἰσκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ;

23. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ' αὐτῷ ποιήσομεν.

24. ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμός, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός.

25. Ταῦτα λελάληκα παρ' ὑμῖν μένων·

26. ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν.

27. Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία, μηδὲ δειλιάτω.

28. ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἂν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα, ὅτι ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι.

29. καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε.

30. οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ' ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν·

31. ἀλλ' ἵνα γνῷ ὁ κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα, καὶ καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ. ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν.

 

















































































John, Chapter 14 (KJV)

01 Let not your heart be troubled: ye believe in God,
believe also in me.
02 In my Father's house are many mansions: if it were
not so, I would have told you. I go to prepare a place
for you.
03 And if I go and prepare a place for you, I will come
again, and receive you unto myself; that where I am,
there ye may be also.
04 And whither I go ye know, and the way ye know.
05 Thomas saith unto him, Lord, we know not whither thou
goest; and how can we know the way?
06 Jesus saith unto him, I am the way, the truth, and the
life: no man cometh unto the Father, but by me.
07 If ye had known me, ye should have known my Father
also: and from henceforth ye know him, and have seen him.
08 Philip saith unto him, Lord, show us the Father, and it
sufficeth us.
09 Jesus saith unto him, Have I been so long time with
you, and yet hast thou not known me, Philip? he that hath
seen me hath seen the Father; and how sayest thou then,
Show us the Father?
10 Believest thou not that I am in the Father, and the
Father in me? the words that I speak unto you I speak not
of myself: but the Father that dwelleth in me, he doeth the
works.
11 Believe me that I am in the Father, and the Father in
me: or else believe me for the very works' sake.
12 Verily, verily, I say unto you, He that believeth on
me, the works that I do shall he do also; and greater
works than these shall he do; because I go unto my
Father.
13 And whatsoever ye shall ask in my name, that will I do,
that the Father may be glorified in the Son.
14 If ye shall ask any thing in my name, I will do it.
15 If ye love me, keep my commandments.
16 And I will pray the Father, and he shall give you
another Comforter, that he may abide with you for ever;
17 Even the Spirit of truth; whom the world cannot
receive, because it seeth him not, neither knoweth him: but
ye know him; for he dwelleth with you, and shall be in you.
18 I will not leave you comfortless: I will come to you.
19 Yet a little while, and the world seeth me no more; but
ye see me: because I live, ye shall live also.
20 At that day ye shall know that I am in my Father, and
ye in me, and I in you.
21 He that hath my commandments, and keepeth them, he it
is that loveth me: and he that loveth me shall be loved of
my Father, and I will love him, and will manifest myself to
him.
22 Judas saith unto him, not Iscariot, Lord, how is it
that thou wilt manifest thyself unto us, and not unto the
world?
23 Jesus answered and said unto him, If a man love me, he
will keep my words: and my Father will love him, and we
will come unto him, and make our abode with him.
24 He that loveth me not keepeth not my sayings: and the
word which ye hear is not mine, but the Father's which sent
me.
25 These things have I spoken unto you, being yet
present with you.
26 But the Comforter, which is the Holy Ghost, whom the
Father will send in my name, he shall teach you all things,
and bring all things to your remembrance, whatsoever I have
said unto you.
27 Peace I leave with you, my peace I give unto you: not
as the world giveth, give I unto you. Let not your heart be
troubled, neither let it be afraid.
28 Ye have heard how I said unto you, I go away, and come
again unto you. If ye loved me, ye would rejoice, because
I said, I go unto the Father: for my Father is greater than
I.
29 And now I have told you before it come to pass, that,
when it is come to pass, ye might believe.
30 Hereafter I will not talk much with you: for the prince
of this world cometh, and hath nothing in me.
31 But that the world may know that I love the Father; and
as the Father gave me commandment, even so I do. Arise, let
us go hence.