John, Chapter 15 Modern Greek

01 Εγώ είμαι η άμπελος η αληθινή, και ο Πατήρ μου είναι ο γεωργός.
02 Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν, εκκόπτει αυτό  και παν το φέρον καρπόν, καθαρίζει αυτό, δια να φέρη πλειότερον καρπόν.
03 Τώρα σεις είσθε καθαροί, δια τον λόγον τον οποίον ελάλησα προς εσάς.
04 Μείνατε εν εμοί, και εγώ εν υμίν. Καθώς το κλήμα δεν δύναται να φέρη καρπόν αφ' εαυτού, εαν δεν μείνη εν τη αμπέλω, ούτως ουδέ σεις, εαν δεν μείνητε εν εμοί.
05 Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα  ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν  διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν.
06 Εαν τις δεν μείνη εν εμοί, ρίπτεται έξω ως το κλήμα, και ξηραίνεται  και συνάγουσιν αυτά και ρίπτουσιν εις πυρ, και καίονται.
07 Εαν μείνητε εν εμοί, και οι λόγοι μου μείνωσιν εν υμίν, θέλετε ζητεί ότι αν θέλητε, και θέλει γείνει εις εσάς.
08 Εν τούτω δοξάζεται ο Πατήρ μου, εις το να φέρητε καρπόν πολύν και ούτω θέλετε είσθαι μαθηταί μου.
09 Καθώς εμέ ηγάπησεν ο Πατήρ, και εγώ ηγάπησα εσάς, μείνατε εν τη αγάπη μου.
10 Εαν τας εντολάς μου φυλάξητε, θέλετε μείνει εν τη αγάπη μου  καθώς εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Πατρός μου, και μένω εν τη αγάπη αυτού.
11 Ταύτα ελάλησα προς εσάς δια να μείνη εν υμίν η χαρά μου, και η χαρά υμών να ήναι πλήρης.
12 Αύτη είναι η εντολή μου, να αγαπάτε αλλήλους, καθώς σας ηγάπησα.
13 Μεγαλητέραν ταύτης αγάπην δεν έχει ουδείς, του να βάλη τις την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού.
14 Σεις είσθε φίλοι μου, εαν κάμνητε όσα εγώ σας παραγγέλλω.
15 Δεν σας λέγω πλέον δούλους, διότι ο δούλος δεν εξεύρει τι κάμνει ο κύριος αυτού  εσάς δε είπον φίλους, διότι πάντα όσα ήκουσα παρά του Πατρός μου, εφανέρωσα εις εσάς.
16 Σεις δεν εξελέξατε εμέ, αλλ' εγώ εξέλεξα εσάς, και σας διέταξα, δια να υπάγητε σεις και να κάμητε καρπόν, και ο
καρπός σας να μένη  ώστε, ότι αν ζητήσητε παρά του Πατρός εν τω ονόματί μου, να σας δώση αυτό.
17 Ταύτα σας παραγγέλλω, να αγαπάτε αλλήλους.
18Εαν ο κόσμος σας μισή, εξεύρετε ότι εμέ πρότερον υμών εμίσησεν.
19 Εαν ήσθε εκ του κόσμου, ο κόσμος ήθελεν αγαπά το ιδικόν του  επειδή όμως δεν είσθε εκ του κόσμου, αλλ' εγώ σας εξέλεξα εκ του κόσμου, δια τούτο σας μισεί ο κόσμος.
20 Ενθυμείσθε τον λόγον, τον οποίον εγώ είπον προς εσάς, Δεν είναι δούλος μεγαλήτερος του κυρίου αυτού. Εαν εμέ εδίωξαν, και σας θέλουσι διώξει  εαν τον λόγον μου εφύλαξαν, και τον υμέτερον θέλουσι φυλάξει.
21 Αλλά ταύτα πάντα θέλουσι κάμει εις εσάς δια το όνομά μου, διότι δεν εξεύρουσι τον πέμψαντά με.
22 Εαν δεν ήλθον και ελάλησα προς αυτούς, αμαρτίαν δεν ήθελον έχει  τώρα όμως δεν έχουσι πρόφασιν περί της αμαρτίας αυτών.
23 Ο μισών εμέ, και τον Πατέρα μου μισεί.
24 Εαν δεν έκαμον μεταξύ αυτών τα έργα τα οποία ουδείς άλλος έκαμεν, αμαρτίαν δεν ήθελον έχει  αλλά τώρα και είδον, και εμίσησαν και εμέ και τον Πατέρα μου.
25 Αλλά τούτο έγεινε, δια να πληρωθή ο λόγος ο γεγραμμένος εν τω νόμω αυτών  «Ότι εμίσησάν με δωρεάν.» Ψαλμ.λε'.19, Ψαλμ.ξθ'.4
26 Όταν όμως έλθη ο Παράκλητος, τον οποίον εγώ θέλω πέμψει προς εσάς παρά του Πατρός, το πνεύμα της αληθείας, το οποίον εκπορεύεται παρά του Πατρός, εκείνος θέλει μαρτυρήσει περί εμού.
27 Αλλά και σεις μαρτυρείτε, διότι απ' αρχής μετ' εμού είσθε.















































































John, Chapter 15 Demotic Greek

1. «Εγώ είμαι το αμπέλι το αληθινό και ο Πατέρας μου είναι ο αμπελουργός.
2. Κάθε κλήμα φυτεμένο σε μένα που δεν καρποφορεί, το ξεριζώνει. Και κάθε κλήμα που καρποφορεί, το καθαρίζει για να δώσει περισσότερο καρπό.
3. Εσείς είστε κιόλας καθαροί, χάρη σ' αυτά που σας έχω διδάξει.
4. Μείνετε ριζωμένοι σ' εμένα κι εγώ σ' εσάς. Όπως δεν μπορεί το κλήμα να καρποφορήσει μόνο του, αν δεν παραμείνει στο αμπέλι, το ίδιο κι εσείς, αν δεν παραμείνετε ριζωμένοι σε μένα.
5. Εγώ είμαι το αμπέλι, εσείς τα κλήματα. Εκείνος που παραμένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μαζί του, αυτός παράγει άφθονο καρπό, γιατί χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε.
6. Αν κάποιος δεν παραμείνει ενωμένος μαζί μου, αυτός βρίσκεται πεταμένος έξω σαν το ξεραμένο κλήμα. Κι αυτά τα μαζεύουν, βέβαια, και τα βάζουν στη φωτιά και καίγονται.
7. Αν παραμείνετε ενωμένοι μαζί μου και τα λόγια μου μείνουν ριζωμένα μέσα σας, ό,τι κι αν θέλετε ζητήστε το και θα σας δοθεί.
8. Με τούτο φανερώθηκε η δόξα του Πατέρα μου, με το να φέρετε άφθονο καρπό, και να γίνετε έτσι δικοί μου μαθητές».
9. «Όπως με αγάπησε ο Πατέρας, έτσι σας αγάπησα κι εγώ. Παραμείνετε στην αγάπη μου.
10. Αν τηρήσετε τις εντολές μου, θα παραμείνετε στην αγάπη μου, όπως έχω τηρήσει εγώ τις εντολές του Πατέρα μου και παραμένω σ' εκείνου την αγάπη.
11. »Σας τα έχω πει αυτά, ώστε η χαρά η δική μου να παραμείνει μέσα σας, κι έτσι η χαρά σας να ολοκληρωθεί.
12. Τούτη είναι η δική μου εντολή: Να αγαπάτε ο ένας τον άλλο, όπως ακριβώς σας αγάπησα.
13. Κανένας δεν έχει αγάπη μεγαλύτερη απ' αυτήν που τον οδηγεί να θυσιάσει τη ζωή του για χάρη των φίλων του.
14. Εσείς είστε φίλοι μου, αν εφαρμόζετε στην πράξη όσα σας παραγγέλλω.
15. Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας έχω ονομάσει φίλους, γιατί όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου, σας τα έκανα γνωστά.
16. δε διαλέξατε εσείς εμένα, αλλά εγώ διάλεξα εσάς και σας όρισα να πάτε εσείς και να παράγετε καρπό και ο καρπός σας να μένει, έτσι ώστε, ό,τι κι αν ζητήσετε από τον Πατέρα στ' όνομά μου να σας το δώσει.
17. Σας δίνω τις εντολές αυτές, ώστε να αγαπάτε ο ένας τον άλλο».
18. «Αν ο κόσμος σας μισεί, να ξέρετε πως πριν από σας εμένα έχει μισήσει.
19. Αν είσασταν άνθρωποι του κόσμου, ο κόσμος θα σας φερόταν φιλικά. Επειδή όμως δεν είστε του κόσμου, μα σας ξεχώρισα εγώ από τον κόσμο, γι' αυτό σας μισεί ο κόσμος.
20. Να θυμάστε αυτό που σας είπα, πως δεν υπάρχει δούλος ανώτερος από τον κύριό του. Αν εμένα με κατέτρεξαν, κι εσάς θα σας κατατρέξουν. Αν τη διδαχή μου την τήρησαν, και τη δική σας θα την τηρήσουν.
21. Αλλά όλα αυτά θα σας τα κάνουν επειδή τιμάτε το όνομά μου, γιατί δεν ξέρουν εκείνον που με απέστειλε.
22. Αν δεν είχα έρθει και δεν τους είχα μιλήσει, δε θα τους βάραινε αμαρτία. Μα τώρα δεν έχουν πια προσχήματα για την αμαρτία τους.
23. Όποιος μισεί εμένα και τον Πατέρα μου μισεί.
24. Αν δεν είχα κάνει ανάμεσά τους τα έργα, τα οποία κανένας άλλος δεν έχει κάνει, δε θα τους καταλογιζόταν αμαρτία. Τώρα όμως και έχουν δει και έχουν μισήσει κι εμένα και τον Πατέρα μου.
25. Και τούτο για να εκπληρωθεί η προφητεία που είναι γραμμένη στο νόμο τους: Με μίσησαν χωρίς αιτία.
26. »Όταν, λοιπόν, έρθει ο Παράκλητος, που θα σας τον στείλω εγώ από τον Πατέρα, το Πνεύμα της Αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα, εκείνος θα δώσει τη μαρτυρία του για μένα.
27. Μα κι εσείς επίσης δίνετε τη μαρτυρία σας, γιατί μαζί μου είστε από την αρχή».















































































John

John, Chapter 15 Ancient Greek

1. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι.

2. πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ.

3. ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν.

4. μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ' ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μείνητε.

5. ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν.

6. ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται.

7. ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ῥήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται ὑμῖν.

8. ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ μου, ἵνα καρπὸν πολὺν φέρητε, καὶ γενήσεσθε ἐμοὶ μαθηταί.

9. καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ.

10. ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ.

11. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ.

12. αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.

13. μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ.

14. ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν.

15. οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν.

16. οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν.

17. ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.

18. Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν.

19. εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ' ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος.

20. μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν.

21. ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με.

22. εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν.

23. ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ.

24. εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου.

25. ἀλλ' ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν.

26. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ·

27. καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ' ἀρχῆς μετ' ἐμοῦ ἐστε.

 

















































































John, Chapter 15 (KJV)

01 I am the true vine, and my Father is the husbandman.
02 Every branch in me that beareth not fruit he taketh
away: and every branch that beareth fruit, he purgeth it,
that it may bring forth more fruit.
03 Now ye are clean through the word which I have spoken
unto you.
04 Abide in me, and I in you. As the branch cannot bear
fruit of itself, except it abide in the vine; no more can
ye, except ye abide in me.
05 I am the vine, ye are the branches: He that abideth
in me, and I in him, the same bringeth forth much fruit:
for without me ye can do nothing.
06 If a man abide not in me, he is cast forth as a branch,
and is withered; and men gather them, and cast them into
the fire, and they are burned.
07 If ye abide in me, and my words abide in you, ye shall
ask what ye will, and it shall be done unto you.
08 Herein is my Father glorified, that ye bear much fruit;
so shall ye be my disciples.
09 As the Father hath loved me, so have I loved you:
continue ye in my love.
10 If ye keep my commandments, ye shall abide in my love;
even as I have kept my Father's commandments, and abide in
his love.
11 These things have I spoken unto you, that my joy might
remain in you, and that your joy might be full.
12 This is my commandment, That ye love one another, as I
have loved you.
13 Greater love hath no man than this, that a man lay down
his life for his friends.
14 Ye are my friends, if ye do whatsoever I command you.
15 Henceforth I call you not servants; for the servant
knoweth not what his lord doeth: but I have called you
friends; for all things that I have heard of my Father I
have made known unto you.
16 Ye have not chosen me, but I have chosen you, and
ordained you, that ye should go and bring forth fruit, and
that your fruit should remain: that whatsoever ye shall
ask of the Father in my name, he may give it you.
17 These things I command you, that ye love one another.
18 If the world hate you, ye know that it hated me before
it hated you.
19 If ye were of the world, the world would love his own:
but because ye are not of the world, but I have chosen you
out of the world, therefore the world hateth you.
20 Remember the word that I said unto you, The servant is
not greater than his lord. If they have persecuted me, they
will also persecute you; if they have kept my saying, they
will keep yours also.
21 But all these things will they do unto you for my
name's sake, because they know not him that sent me.
22 If I had not come and spoken unto them, they had not
had sin: but now they have no cloak for their sin.
23 He that hateth me hateth my Father also.
24 If I had not done among them the works which none other
man did, they had not had sin: but now have they both seen
and hated both me and my Father.
25 But this cometh to pass, that the word might be
fulfilled that is written in their law, They hated me
without a cause.
26 But when the Comforter is come, whom I will send unto
you from the Father, even the Spirit of truth, which
proceedeth from the Father, he shall testify of me:
27 And ye also shall bear witness, because ye have been
with me from the beginning.