John, Chapter 16 Modern Greek

01 Ταύτα ελάλησα προς εσάς, δια να μη σκανδαλισθήτε.
02 Θέλουσι σας κάμει αποσυναγώγους  μάλιστα έρχεται ώρα, καθ' ην πας όστις σας θανατώση θέλει νομίσει ότι προσφέρει λατρείαν εις τον Θεόν.
03 Και ταύτα θέλουσι σας κάμει, διότι δεν εγνώρισαν τον Πατέρα, ουδέ εμέ.
04 Αλλά ταύτα είπον προς εσάς, δια να ενθυμήσθε αυτά, όταν έλθη η ώρα, ότι εγώ είπον προς εσάς. Δεν είπον δε ταύτα προς εσάς εξ αρχής, διότι ήμην μεθ'  υμών.
05 Τώρα δε υπάγω προς τον πέμψαντά με, και ουδείς εξ υμών με ερωτά, Που υπάγεις;
06 Αλλ' επειδή ελάλησα προς εσάς ταύτα, η λύπη εγέμισε την καρδίαν σας.
07 Εγώ όμως την αλήθειαν σας λέγω  συμφέρει εις εσάς να απέλθω εγώ  διότι, εάν δεν απέλθω, ο Παράκλητος δεν θέλει ελθεί προς εσάς  αλλ' αφού απέλθω, θέλω πέμψει αυτόν προς εσάς.
08 Και ελθών εκείνος θέλει ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας, και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως
09 περί αμαρτίας μεν, διότι δεν πιστεύουσιν εις εμέ
10 περί δικαιοσύνης δε, διότι υπάγω προς τον Πατέρα μου, και πλέον δεν με βλέπετε
11 περί δε κρίσεως, διότι ο άρχων του κόσμου τούτου εκρίθη.
12  Έτι πολλά έχω να είπω προς εσάς, δεν δύνασθε όμως τώρα να βαστάζητε αυτά
13 όταν δε έλθη εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, θέλει σας οδηγήσει εις πάσαν την αλήθειαν  διότι δεν θέλει λαλήσει αφ' εαυτού, αλλ' όσα αν ακούση θέλει λαλήσει, και θέλει σας αναγγείλει τα μέλλοντα.
14 Εκείνος θέλει δοξάσει εμέ, διότι εκ του εμού θέλει λάβει, και αναγγείλει προς εσάς.
15 Πάντα όσα έχει ο Πατήρ, εμού είναι  διά τούτο είπον, ότι εκ του εμού θέλει λάβει, και αναγγείλει προς εσάς.
16 Ολίγον έτι, και δεν με βλέπετε  και πάλιν ολίγον, και θέλετε με ιδεί  διότι εγώ υπάγω προς τον Πατέρα.
17 Τότε τινές εκ των μαθητών αυτού είπον προς αλλήλους, Τι είναι τούτο το οποίον μας λέγει, Ολίγον, και δεν με βλέπετε  και πάλιν ολίγον, και θέλετε με ιδεί  και,  Ότι εγώ υπάγω προς τον Πατέρα;
18  Έλεγον λοιπόν, Τούτο τι είναι το οποίον λέγει, το ολίγον ; Δεν εξεύρομεν τι λαλεί.
19 Ενόησε λοιπόν ο Ιησούς ότι ήθελον να ερωτήσωσιν αυτόν, και είπε προς αυτούς, Περί τούτου συζητείτε μετ' αλλήλων, ότι είπον, Ολίγον, και δεν με βλέπετε, και πάλιν ολίγον, και θέλετε με ιδεί;
20 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι σεις θέλετε κλαύσει και θρηνήσει, ο δε κόσμος θέλει χαρή  και σεις θέλετε λυπηθή  η λύπη σας όμως θέλει μεταβληθή εις χαράν.
21 Η γυνή όταν γεννά, λύπην έχει, διότι ήλθεν η ώρα αυτής αφού όμως γεννήση το παιδίον, δεν ενθυμείται πλέον την θλίψιν, δια την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον.
22 Και σεις λοιπόν τώρα μεν έχετε λύπην  πάλιν όμως θέλω σας ιδεί, και θέλει χαρή η καρδία σας, και την χαράν σας ουδείς αφαιρεί από σας.
23 Και εν εκείνη τη ημέρα δεν θέλετε ζητήσει παρ' εμού ουδέν. Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι όσα αν αιτήσητε παρά του Πατρός εν τω ονόματί μου, θέλει σας δώσει.
24  Έως τώρα δεν ητήσατε ουδέν εν τω ονόματί μου  αιτείτε και θέλετε λαμβάνει, δια να ήναι πλήρης η χαρά σας.
25 Ταύτα δια παροιμιών ελάλησα προς εσάς  αλλ' έρχεται ώρα, ότε δεν θέλω σας λαλήσει πλέον δια παροιμιών, αλλά παρρησία θέλω σας αναγγείλει περί του Πατρός.
26 Εν εκείνη τη ημέρα θέλετε ζητήσει εν τω ονόματί μου  και δεν σας λέγω, ότι εγώ θέλω παρακαλέσει τον Πατέρα περί υμών
27 διότι αυτός ο Πατήρ σας αγαπά, επειδή σεις ηγαπήσατε εμέ, και επιστεύσατε ότι εγώ παρά του Θεού εξήλθον.
28 Εξήλθον παρά του Πατρός, και ήλθον εις τον κόσμον  πάλιν αφίνω τον κόσμον, και υπάγω προς τον Πατέρα.
29 Λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, Ιδού, τώρα παρρησία λαλείς, και ουδεμίαν παροιμίαν λέγεις.
30 Τώρα γνωρίζομεν ότι εξεύρεις πάντα, και δεν έχεις χρείαν να σε ερωτά τις. Εκ τούτου πιστεύομεν ότι από Θεού εξήλθες.
31 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς, Τώρα πιστεύετε;
32 Ιδού, έρχεται ώρα και ήδη ήλθε, να σκορπισθήτε έκαστος εις τα ίδια, και να αφήσητε εμέ μόνον  αλλά δεν είμαι μόνος, διότι ο Πατήρ είναι μετ' εμού
33 ταύτα ελάλησα προς εσάς, δια να έχητε ειρήνην εν εμοί. Εν τω κόσμω θέλετε έχει θλίψιν  αλλά θαρσείτε  εγώ ενίκησα τον κόσμον.















































































John, Chapter 16 Demotic Greek

1. «Σας τα είπα αυτά για να μην κλονιστείτε.
2. Θα σας αποκόψουν από τις συναγωγές, κι έρχεται μάλιστα ώρα που όποιος σας σκοτώσει, θα νομίσει πως προσφέρει υπηρεσία στο Θεό!
3. Και θα τα κάνουν αυτά, γιατί δε γνώρισαν τον Πατέρα ούτε εμένα.
4. Σας τα είπα όμως αυτά, ώστε, όταν έρθει εκείνη η ώρα, να θυμάστε ότι εγώ σας προειδοποίησα γι' αυτά. Αυτά βέβαια δε σας τα είπα από την αρχή, γιατί ήμουν μαζί σας».
5. «Τώρα όμως πηγαίνω κοντά σ' εκείνον που με απέστειλε, και κανένας από σας δε με ρωτάει: Πού πηγαίνεις;
6. Αντίθετα, επειδή σας τα είπα αυτά, την καρδιά σας την έχει γεμίσει λύπη.
7. Εγώ όμως σας τη λέω την αλήθεια, ότι σας συμφέρει να αναχωρήσω εγώ. Γιατί αν δεν αναχωρήσω, δε θα έρθει σε σας ο Παράκλητος. Αν όμως αναχωρήσω, θα τον στείλω σε σας.
8. Κι όταν έρθει εκείνος, θα ελέγξει τον κόσμο σχετικά με το θέμα της αμαρτίας, το θέμα της δικαιοσύνης και το θέμα της κρίσεως.
9. Για το θέμα της αμαρτίας, πρώτα, γιατί δεν πιστεύουν σε μένα.
10. Για το θέμα της δικαιοσύνης έπειτα, γιατί πηγαίνω στον Πατέρα μου και δε θα με βλέπετε πια.
11. Και για το θέμα της κρίσεως, τελικά, επειδή ο άρχοντας του κόσμου αυτού είναι κιόλας καταδικασμένος.
12. »Έχω πολλά ακόμα να σας πω, αλλά δεν μπορείτε να τα αντέξετε τώρα.
13. Μα σαν έρθει εκείνος, το Πνεύμα της Αλήθειας, θα σας καθοδηγήσει σε όλη την αλήθεια, γιατί δε θα μιλήσει αυθαίρετα, αλλά θα πει όσα θ' ακούσει. Και θα σας προαναγγείλει εκείνα που πρόκειται να συμβούν.
14. Εμένα θα δοξάσει εκείνος, γιατί από το δικό μου πλούτο θα πάρει και θα σας αναγγείλει.
15. Όλα όσα έχει ο Πατέρας, δικά μου είναι. Γι' αυτό σας είπα πως από το δικό μου πλούτο θα πάρει και θα αναγγείλει σε σας».
16. «Λίγο ακόμα και δε με βλέπετε πια, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε γιατί πηγαίνω στον Πατέρα».
17. Είπαν τότε μερικοί από τους μαθητές μεταξύ τους: «Τι σημαίνει αυτό που λέει: Λίγο ακόμα και δε με βλέπετε, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε, γιατί πηγαίνω στον Πατέρα»;
18. Αναρωτιόνταν λοιπόν: «Τι σημαίνει άραγε αυτό το: λίγο ακόμα, που λέει; Δεν καταλαβαίνουμε τι λέει».
19. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Ιησούς ότι ήθελαν να τον ρωτήσουν, τους είπε: «Γι' αυτό που είπα, ότι λίγο ακόμα και δε με βλέπετε, αλλά ακόμα λίγο καιρό και θα με ξαναδείτε, συζητάτε μεταξύ σας;
20. Ναι, πραγματικά, σας λέω, εσείς θα κλάψετε και θα θρηνήσετε, ενώ ο κόσμος θα χαρεί. Όμως παρόλο που θα λυπηθείτε, η λύπη σας θα μεταβληθεί σε χαρά.
21. Η γυναίκα όταν γεννάει υποφέρει, γιατί ήρθε η ώρα της. Όταν όμως γεννήσει το παιδί, δε θυμάται πια τους πόνους της από τη χαρά της που γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο.
22. Το ίδιο, τώρα, κι εσάς σας κατέχει βέβαια λύπη, αλλά θα σας δω ξανά και τότε θα χαρεί η καρδιά σας, και τη χαρά σας αυτή κανένας δεν έχει τη δύναμη να την αφαιρέσει από σας.
23. Και την ημέρα εκείνη από μένα δε θα ζητήσετε πια τίποτε. Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι, πως όσα ζητήσετε από τον ίδιο τον Πατέρα στ' όνομά μου, θα σας το δώσει.
24. Μέχρι τώρα δε ζητήσατε τίποτε στ' όνομά μου. Ζητάτε και θα λάβετε για να είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας».
25. «Αυτά σας τα είπα χρησιμοποιώντας παραδείγματα, μα έρχεται η ώρα που δε θα σας μιλώ πια με παραδείγματα, αλλά θα σας μιλήσω ξεκάθαρα για τον Πατέρα.
26. Την ημέρα εκείνη θα υποβάλλετε απευθείας αιτήματα στ' όνομά μου. Συνεπώς, δε σας λέω ότι θα παρακαλέσω εγώ τον Πατέρα για σας.
27. Γιατί ο ίδιος ο Πατέρας σάς αγαπά επειδή εσείς έχετε αγαπήσει εμένα κι έχετε πιστέψει πως εγώ ήρθα από το Θεό.
28. Από το Θεό Πατέρα βγήκα και ήρθα στον κόσμο. Τώρα αφήνω πάλι τον κόσμο και αναχωρώ στον Πατέρα».
29. Του λένε οι μαθητές: «Να! Τώρα μας μιλάς φανερά και δε χρησιμοποιείς κανένα παράδειγμα.
30. Τώρα ξέρουμε πως είσαι παντογνώστης και πως δε χρειάζεται καν να σου διατυπώσει κανείς τα ερωτήματά του. Απ' αυτό πιστεύουμε ότι βγήκες από το Θεό».
31. Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Τώρα πιστεύετε;
32. Ορίστε, έρχεται ώρα, η οποία έχει κιόλας έρθει τώρα, που θα σκορπιστείτε παίρνοντας ο καθένας το δρόμο του και θ' αφήσετε εμένα μόνο μου, μα εγώ δεν είμαι μόνος, γιατί ο Πατέρας είναι μαζί μου.
33. Αυτά σας τα είπα, ώστε μένοντας ενωμένοι μαζί μου να έχετε ειρήνη μέσα σας. Μέσα στον κόσμο θα έχετε θλίψη, αλλά νάχετε θάρρος, τον έχω νικήσει εγώ τον κόσμο».















































































John

John, Chapter 16 Ancient Greek

1. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε.

2. ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

3. καὶ ταῦτα ποιήσουσιν, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν τὸν πατέρα οὐδὲ ἐμέ.

4. ἀλλὰ ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, μνημονεύητε αὐτῶν ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν. ταῦτα δὲ ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς οὐκ εἶπον, ὅτι μεθ' ὑμῶν ἤμην.

5. Νῦν δὲ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐρωτᾷ με ποῦ ὑπάγεις

6. ἀλλ' ὅτι ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἡ λύπη πεπλήρωκεν ὑμῶν τὴν καρδίαν.

7. ἀλλ' ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς. ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς·

8. καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως.

9. περὶ ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ·

10. περὶ δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρὸς τὸν πατέρα μου ὑπάγω καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με·

11. περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται.

12. Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ' οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι.

13. ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλ' ὅσα ἂν ἀκούσῃ λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν.

14. ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν.

15. πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν.

16. Μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα.

17. Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους· τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, καὶ ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα;

18. ἔλεγον οὖν· τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει τὸ μικρόν; οὐκ οἴδαμεν τί λαλεῖ.

19. ἔγνω οὖν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· περὶ τούτου ζητεῖτε μετ' ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με;

20. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς λυπηθήσεσθε, ἀλλ' ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται.

21. ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον.

22. καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία. καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ' ὑμῶν.

23. καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν.

24. ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη.

25. Ταῦτα ἐν παροιμίαις λελάληκα ὑμῖν· ἀλλ' ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν, ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀναγγελῶ ὑμῖν.

26. ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε· καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑμῶν·

27. αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον.

28. ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα.

29. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· ἴδε νῦν ἐν παρρησίᾳ λαλεῖς, καὶ παροιμίαν οὐδεμίαν λέγεις.

30. νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ οὐ χρείαν ἔχεις ἵνα τίς σε ἐρωτᾷ. ἐν τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθες.

31. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἄρτι πιστεύετε;

32. ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐλήλυθεν, ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ' ἐμοῦ ἐστι.

33. ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον.

 

















































































John, Chapter 16 (KJV)

01 These things have I spoken unto you, that ye should not
be offended.
02 They shall put you out of the synagogues: yea, the time
cometh, that whosoever killeth you will think that he doeth
God service.
03 And these things will they do unto you, because they
have not known the Father, nor me.
04 But these things have I told you, that when the time
shall come, ye may remember that I told you of them. And
these things I said not unto you at the beginning, because
I was with you.
05 But now I go my way to him that sent me; and none of
you asketh me, Whither goest thou?
06 But because I have said these things unto you, sorrow
hath filled your heart.
07 Nevertheless I tell you the truth; It is expedient for
you that I go away: for if I go not away, the Comforter
will not come unto you; but if I depart, I will send him
unto you.
08 And when he is come, he will reprove the world of sin,
and of righteousness, and of judgment:
09 Of sin, because they believe not on me;
10 Of righteousness, because I go to my Father, and ye see
me no more;
11 Of judgment, because the prince of this world is
judged.
12 I have yet many things to say unto you, but ye cannot
bear them now.
13 Howbeit when he, the Spirit of truth, is come, he will
guide you into all truth: for he shall not speak of
himself; but whatsoever he shall hear, that shall he
speak: and he will show you things to come.
14 He shall glorify me: for he shall receive of mine, and
shall show it unto you.
15 All things that the Father hath are mine: therefore
said I, that he shall take of mine, and shall show it
unto you.
16 A little while, and ye shall not see me: and again, a
little while, and ye shall see me, because I go to the
Father.
17 Then said some of his disciples among themselves,
What is this that he saith unto us, A little while, and ye
shall not see me: and again, a little while, and ye shall
see me: and, Because I go to the Father?
18 They said therefore, What is this that he saith, A
little while? we cannot tell what he saith.
19 Now Jesus knew that they were desirous to ask him, and
said unto them, Do ye inquire among yourselves of that I
said, A little while, and ye shall not see me: and again, a
little while, and ye shall see me?
20 Verily, verily, I say unto you, That ye shall weep and
lament, but the world shall rejoice: and ye shall be
sorrowful, but your sorrow shall be turned into joy.
21 A woman when she is in travail hath sorrow, because her
hour is come: but as soon as she is delivered of the child,
she remembereth no more the anguish, for joy that a man is
born into the world.
22 And ye now therefore have sorrow: but I will see you
again, and your heart shall rejoice, and your joy no man
taketh from you.
23 And in that day ye shall ask me nothing. Verily,
verily, I say unto you, Whatsoever ye shall ask the Father
in my name, he will give it you.
24 Hitherto have ye asked nothing in my name: ask, and ye
shall receive, that your joy may be full.
25 These things have I spoken unto you in proverbs: but
the time cometh, when I shall no more speak unto you in
proverbs, but I shall show you plainly of the Father.
26 At that day ye shall ask in my name: and I say not unto
you, that I will pray the Father for you:
27 For the Father himself loveth you, because ye have
loved me, and have believed that I came out from God.
28 I came forth from the Father, and am come into the
world: again, I leave the world, and go to the Father.
29 His disciples said unto him, Lo, now speakest thou
plainly, and speakest no proverb.
30 Now are we sure that thou knowest all things, and
needest not that any man should ask thee: but this we
believe that thou camest forth from God.
31 Jesus answered them, Do ye now believe?
32 Behold, the hour cometh, yea, is now come, that ye
shall be scattered, every man to his own, and shall leave
me alone: and yet I am not alone, because the Father is
with me.
33 These things I have spoken unto you, that in me ye
might have peace. In the world ye shall have tribulation:
but be of good cheer; I have overcome the world.