John, Chapter 17 Modern Greek

01  ΤΑΥΤΑ ελάλησεν ο Ιησούς, και ύψωσε τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν, και είπε, Πάτερ, ήλθεν η ώρα  δόξασον τον Υιόν σου, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου
02 καθώς έδωκας εις αυτόν εξουσίαν πάσης σαρκός, δια να δώση ζωήν αιώνιον εις πάντας όσους έδωκας εις αυτόν.
03 Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, και τον οποίον απέστειλας Ιησούν
Χριστόν.
04 Εγώ σε εδόξασα επι της γης  το έργον ετελείωσα το οποίον μοι έδωκας δια να κάμω.
05 Και τώρα δόξασόν με σύ, Πάτερ, πλησίον σου, με την δόξαν την οποίαν είχον παρά σοι πριν γείνη ο κόσμος.
06 Εφανέρωσα το όνομά σου εις τους ανθρώπους τους οποίους μοι έδωκας εκ του κόσμου. Ιδικοί σου ήσαν, και εις εμέ έδωκας αυτούς, και τον λόγον σου εφύλαξαν.
07 Τώρα εγνώρισαν ότι πάντα όσα μοι έδωκας παρά σου είναι
08 διότι τους λόγους τους οποίους μοι έδωκας, έδωκα εις αυτούς  και αυτοί εδέχθησαν, και εγνώρισαν αληθώς ότι παρά σου εξήλθον  και επίστευσαν ότι συ με απέστειλας.
09 Εγώ περί αυτών παρακαλώ  δεν παρακαλώ περί του κόσμου, αλλά περί εκείνων τους οποίους μοι έδωκας, διότι ιδικοί σου είναι.
10 Και τα εμά πάντα σα είναι, και τα σα εμά  και εδοξάσθην εν αυτοίς.
11 Και δεν είμαι πλέον εν τω κόσμω αλλ' ούτοι είναι εν τω κόσμω, και εγώ έρχομαι προς σε. Πάτερ άγιε, φύλαξον αυτούς εν τω ονόματί σου, τους οποίους μοι έδωκας, δια να ήναι εν καθώς ημείς.
12 Ότε ήμην μετ' αυτών εν τω κόσμω, εγώ εφύλαττον αυτούς εν τω ονόματί σού  εκείνους τους οποίους μοι έδωκας
εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απωλέσθη, ειμή ο υιός της απωλείας, δια να πληρωθή η γραφή.
13 Τώρα δε έρχομαι προς σε, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω, δια να έχωσι την χαράν μου πλήρη εν εαυτοίς.
14 Εγώ έδωκα εις αυτούς τον λόγον σου  και ο κόσμος εμίσησεν αυτούς, διότι δεν είναι εκ του κόσμου, καθώς εγώ
δεν είμαι εκ του κόσμου.
15 Δεν παρακαλώ να σηκώσης αυτούς εκ του κόσμου, αλλά να φυλάξης αυτούς εκ του πονηρού.
16 Εκ του κόσμου δεν είναι, καθώς εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου.
17 Αγίασον αυτούς εν τη αληθεία σου  ο λόγος ο ιδικός σου είναι αλήθεια.
18 Καθώς εμέ απέστειλας εις τον κόσμον, και εγώ απέστειλα αυτούς εις τον κόσμον.
19 Και υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, δια να ήναι και αυτοί ηγιασμένοι εν τη αληθεία.
20 Και δεν παρακαλώ μόνον περί τούτων, αλλά και περί των πιστευσόντων εις εμέ δια του λόγου αυτών
21 δια να ήναι πάντες εν  καθώς συ, Πάτερ, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι, να ήναι και αυτοί εν ημίν εν  δια να πιστεύση ο κόσμος ότι συ με απέστειλας.
22 Και εγώ την δόξαν την οποίαν μοι έδωκας, έδωκα εις αυτούς  δια να ήναι εν, καθώς ημείς είμεθα εν.
23 Εγώ εν αυτοίς, και συ εν εμοί  δια να ήναι τετελειωμένοι εις εν, και να γνωρίζη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας, και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας.
24 Πάτερ, εκείνους τους οποίους μοι έδωκας, θέλω, όπου είμαι εγώ, να ήναι και εκείνοι μετ' εμού  δια να θεωρώσι την δόξαν μου, την οποίαν μοι έδωκας, διότι με ηγάπησας προ καταβολής κόσμου.
25 Πάτερ δίκαιε, και ο κόσμος δεν σε εγνώρισεν, εγώ δε σε εγνώρισα, και ούτοι εγνώρισαν ότι συ με απέστειλας.
26 Καί εφανέρωσα εις αυτούς το όνομά σου, και θέλω φανερώσει, δια να ήναι η αγάπη με την οποίαν με ηγάπησας εν αυτοίς, και εγώ εν αυτοίς.
















































































John, Chapter 17 Demotic Greek

1. Αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είπε: «Πατέρα, έχει έρθει κιόλας η ώρα. Δόξασε το Γιο σου, έτσι που να σε δοξάσει και ο Γιος σου
2. σύμφωνα με την εξουσία που του έδωσες να έχει πάνω σε όλους τους ανθρώπους, ώστε σε όλους εκείνους που του έχεις εμπιστευθεί, να τους χορηγήσει ζωή αιώνια.
3. Και τούτη είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν εσένα το μόνο αληθινό Θεό κι εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό.
4. Εγώ σε δόξασα πάνω στη γη. Το έργο, που μου έχεις αναθέσει να κάνω, το έφερα σε πέρας.
5. Και τώρα, Πατέρα, δόξασέ με εσύ δίπλα σε σένα, με τη δόξα που είχα στο πλάϊ σου προτού υπάρξει ο κόσμος.
6. »Φανέρωσα το χαρακτήρα σου στους ανθρώπους τους οποίους μου έχεις εμπιστευθεί από τον κόσμο. Δικοί σου ήταν και τους έχεις εμπιστευθεί σε μένα, και το λόγο σου τον έχουν τηρήσει.
7. Τώρα πια το ξέρουν πως όσα μου έδωσες προέρχονται από σένα,
8. γιατί τους μετέδωσα τις αλήθειες που εσύ μου έχεις δώσει. Κι αυτοί τις δέχτηκαν και αναγνώρισαν πως πραγματικά βγήκα από σένα, και πίστεψαν ότι εσύ με απέστειλες.
9. »Γι' αυτούς παρακαλώ εγώ. Δεν παρακαλώ για τον κόσμο, αλλά γι' αυτούς που μου έδωσες, γιατί είναι δικοί σου.
10. Κι όσα έχω εγώ είναι όλα δικά σου, και τα δικά σου είναι δικά μου, κι έχω δοξαστεί ανάμεσά τους.
11. Κι εγώ δε μένω πια στον κόσμο, αυτοί όμως μένουν στον κόσμο, ενώ εγώ έρχομαι κοντά σου. Πατέρα άγιε, φύλαξέ τους στ' όνομά σου, το οποίο μου χάρισες, για να είναι κι αυτοί ένα, όπως είμαστε εμείς.
12. Όσο βρισκόμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα στ' όνομά σου. Αυτούς που μου έχεις δώσει τους φύλαξα, και κανένας απ' αυτούς δε χάθηκε εκτός από το γιο της απώλειας, έτσι ώστε να εκπληρωθεί η Γραφή.
13. Όμως τώρα πια έρχομαι σε σένα κι αυτά τα λέω όσο βρίσκομαι στον κόσμο, για να έχουν τη χαρά μου ολοκληρωμένη μέσα τους.
14. Εγώ τους έχω μεταδώσει το λόγο σου, αλλά ο κόσμος τους μίσησε, γιατί δεν είναι από τους ανθρώπους που ανήκουν στον κόσμο, όπως εγώ δεν ανήκω στον κόσμο.
15. Δε ζητώ να τους πάρεις από τον κόσμο, μα να τους φυλάξεις από τον πονηρό.
16. Δεν ανήκουν στον κόσμο, όπως κι εγώ δεν ανήκω στον κόσμο.
17. Αγίασέ τους με την αλήθεια σου. Ο Λόγος ο δικός σου είναι η αλήθεια.
18. Όπως με απέστειλες εσύ στον κόσμο, το ίδιο κι εγώ απέστειλα αυτούς στον κόσμο.
19. Και στη θέση τη δική τους αγιάζω εγώ τον εαυτό μου, για να είναι κι αυτοί αγιασμένοι με την αλήθεια σου.
20. »Όμως δεν προσεύχομαι μονάχα γι' αυτούς, μα και για εκείνους που θα πιστεύουν σε μένα με το κήρυγμα το δικό τους,
21. έτσι ώστε όλοι να είναι ένα. Όπως εσύ, Πατέρα, είσαι με μένα κι εγώ με σένα, έτσι να είναι κι αυτοί ένα χάρη σε μας, για να πιστέψει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες».
22. «Κι εγώ τη δόξα που μου έδωσες τη μετέδωσα σ' αυτούς, για να είναι ένα, όπως είμαστε εμείς ένα.
23. Εγώ μαζί τους κι εσύ μαζί μου, για να είναι ολοκληρωμένοι σε μια ενότητα, και για να ξέρει ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλες και ότι τους αγάπησες όπως ακριβώς αγάπησες εμένα.
24. »Πατέρα, αυτούς που μου έχεις δώσει, θέλω, όπου είμαι εγώ να είναι κι αυτοί μαζί μου, για να βλέπουν τη δόξα τη δική μου, την οποία εσύ μου έδωσες, γιατί με αγάπησες προτού δημιουργηθεί ο κόσμος.
25. Πατέρα δίκαιε, ο κόσμος δε σε γνώρισε, αλλά εγώ σε γνώρισα κι αυτοί κατάλαβαν ότι εσύ με απέστειλες.
26. Κι έκανα γνωστό σ' αυτούς το χαρακτήρα σου και θα συνεχίσω να τους το κάνω γνωστό, έτσι ώστε να υπάρχει μέσα τους η αγάπη με την οποία με αγάπησες, κι εγώ να είμαι ριζωμένος μέσα τους».















































































John

John, Chapter 17 Ancient Greek

1. Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς δοξάσῃ σε,

2. καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον.

3. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.

4. ἐγὼ σὲ ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω·

5. καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί.

6. Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι.

7. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν·

8. ὅτι τὰ ῥήματα ἃ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον, καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

9. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι.

10. καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς.

11. καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς.

12. ὅτε ἤμην μετ' αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ.

13. νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.

14. ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου, καὶ ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου, καθὼς ἐγὼ οὐκ εἰμὶ ἐκ τοῦ κόσμου.

15. οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ' ἵνα τηρήσῃς αὐτοὺς ἐκ τοῦ πονηροῦ.

16. ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθὼς ἐγὼ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί.

17. ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι.

18. καθὼς ἐμὲ ἀπέστειλας εἰς τὸν κόσμον, κἀγὼ ἀπέστειλα αὐτοὺς εἰς τὸν κόσμον·

19. καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ.

20. Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευσόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ,

21. ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας.

22. καὶ ἐγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν,

23. ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας.

24. πάτερ, ὃ δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου.

25. πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας·

26. καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, κἀγὼ ἐν αὐτοῖς.

 

















































































John, Chapter 17 (KJV)

01 These words spake Jesus, and lifted up his eyes to
heaven, and said, Father, the hour is come; glorify thy
Son, that thy Son also may glorify thee:
02 As thou hast given him power over all flesh, that he
should give eternal life to as many as thou hast given him.
03 And this is life eternal, that they might know thee the
only true God, and Jesus Christ, whom thou hast sent.
04 I have glorified thee on the earth: I have finished the
work which thou gavest me to do.
05 And now, O Father, glorify thou me with thine own self
with the glory which I had with thee before the world was.
06 I have manifested thy name unto the men which thou
gavest me out of the world: thine they were, and thou
gavest them me; and they have kept thy word.
07 Now they have known that all things whatsoever thou
hast given me are of thee.
08 For I have given unto them the words which thou gavest
me; and they have received them, and have known surely
that I came out from thee, and they have believed that thou
didst send me.
09 I pray for them: I pray not for the world, but for them
which thou hast given me; for they are thine.
10 And all mine are thine, and thine are mine; and I am
glorified in them.
11 And now I am no more in the world, but these are in the
world, and I come to thee. Holy Father, keep through thine
own name those whom thou hast given me, that they may be
one, as we are.
12 While I was with them in the world, I kept them in thy
name: those that thou gavest me I have kept, and none of
them is lost, but the son of perdition; that the scripture
might be fulfilled.
13 And now come I to thee; and these things I speak in the
world, that they might have my joy fulfilled in themselves.
14 I have given them thy word; and the world hath hated
them, because they are not of the world, even as I am not
of the world.
15 I pray not that thou shouldest take them out of the
world, but that thou shouldest keep them from the evil.
16 They are not of the world, even as I am not of the
world.
17 Sanctify them through thy truth: thy word is truth.
18 As thou hast sent me into the world, even so have I
also sent them into the world.
19 And for their sakes I sanctify myself, that they also
might be sanctified through the truth.
20 Neither pray I for these alone, but for them also which
shall believe on me through their word;
21 That they all may be one; as thou, Father, art in me,
and I in thee, that they also may be one in us: that the
world may believe that thou hast sent me.
22 And the glory which thou gavest me I have given them;
that they may be one, even as we are one:
23 I in them, and thou in me, that they may be made
perfect in one; and that the world may know that thou hast
sent me, and hast loved them, as thou hast loved me.
24 Father, I will that they also, whom thou hast given me,
be with me where I am; that they may behold my glory, which
thou hast given me: for thou lovedst me before the
foundation of the world.
25 O righteous Father, the world hath not known thee: but
I have known thee, and these have known that thou hast sent
me.
26 And I have declared unto them thy name, and will
declare it: that the love wherewith thou hast loved me
may be in them, and I in them.