John, Chapter 18 Modern Greek

01 ΑΦΟΥ είπε ταύτα ο Ιησούς, εξήλθε μετά των μαθητών αυτού πέραν του χειμάρρου των Κέδρων, όπου ήτο κήπος, εις τον οποίον εισήλθεν αυτός και οι μαθηταί αυτού.
02  Ήξευρε δε τον τόπον και Ιούδας ο παραδίδων αυτόν  διότι πολλάκις συνήλθεν εκεί ο Ιησούς μετά των μαθητών αυτού.
03 Ο Ιούδας λοιπόν λαβών το τάγμα, και εκ των αρχιερέων και Φαρισαίων υπηρέτας, έρχεται εκεί μετά φανών και λαμπάδων και όπλων.
04 Ο δε Ιησούς εξεύρων πάντα τα ερχόμενα επ' αυτόν, εξήλθε, και είπε προς αυτούς, Τίνα ζητείτε;
05 Απεκρίθησαν προς αυτόν, Ιησούν τον Ναζωραίον. Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Εγώ είμαι. Ίστατο δε μετ' αυτών και Ιούδας ο παραδίδων αυτόν.
06 Καθώς λοιπόν είπε προς αυτούς,  Ότι εγώ είμαι, απεσύρθησαν εις τα οπίσω, και έπεσον χαμαί.
07 Πάλιν λοιπόν ηρώτησεν αυτούς, Τίνα ζητείτε;  Οι δε είπον, Ιησούν, τον Ναζωραίον.
08 Απεκρίθη ο Ιησούς, Σας είπον ότι εγώ είμαι. Εαν λοιπόν εμέ ζητήτε, αφήσατε τούτους να υπάγωσι
09 δια να πληρωθή ο λόγος, τον οποίον είπεν,  Ότι εξ εκείνων τους οποίους μοι έδωκας, δεν απώλεσα ουδένα.
10 Τότε ο Σίμων Πέτρος έχων μάχαιραν έσυρεν αυτήν, και εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως, και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν.
11 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τον Πέτρον, Βάλε την μάχαιράν σου εις την θήκην. Το ποτήριον το οποίον μοι έδωκεν ο Πατήρ, δεν θέλω πίει αυτό;
12 Το τάγμα λοιπόν και ο χιλίαρχος και οι υπηρέται των Ιουδαίων συνέλαβον τον Ιησούν και έδεσαν αυτόν,
13 και έφεραν αυτόν εις τον  Άνναν πρώτον  διότι ήτο πενθερός του Καϊάφα, όστις ήτο αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου.
14  Ήτο δε ο Καϊάφας ο συμβουλεύσας τους Ιουδαίους, ότι συμφέρει να απολεσθή εις άνθρωπος υπέρ του λαού.
15 Ηκολούθει δε τον Ιησούν ο Σίμων Πέτρος, και ο άλλος μαθητής  ο δε μαθητής εκείνος ήτο γνωστός εις τον αρχιερέα, και εισήλθε μετά του Ιησού εις την αυλήν του αρχιερέως.
16 Ο δε Πέτρος ίστατο έξω πλησίον της θύρας. Εξήλθε λοιπόν ο μαθητής ο άλλος, όστις ήτο γνωστός εις τον αρχιερέα, και ωμίλησεν εις την θυρωρόν, και εισήγαγε τον Πέτρον.
17 Λέγει η δούλη η θυρωρός προς τον Πέτρον, Μήπως και συ είσαι εκ των μαθητών του ανθρώπου τούτου; Λέγει εκείνος, Δεν είμαι.
18  Ίστατο δε οι δούλοι και οι υπηρέται, οίτινες είχον κάμει ανθρακίαν, διότι ήτο ψύχος, και εθερμαίνοντο  και μετ' αυτών ίστατο ο Πέτρος και εθερμαίνετο.
19 Ο αρχιερεύς λοιπόν ηρώτησε τον Ιησούν περί των μαθητών αυτού και περί της διδαχής αυτού.
20 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς, Εγώ παρρησία ελάλησα εις τον κόσμον εγώ πάντοτε εδίδαξα εν τη συναγωγή και εν τω ιερώ, όπου οι Ιουδαίοι συνέρχονται πάντοτε, και εν κρυπτώ δεν ελάλησα ουδέν.
21 Τι με ερωτάς; ερώτησον τους ακούσαντας, τι ελάλησα προς αυτούς  ιδού, ούτοι εξεύρουσιν όσα είπον εγώ.
22  Ότε δε είπε ταύτα, εις των υπηρετών ιστάμενος πλησίον έδωκε ράπισμα εις τον Ιησούν, ειπών, Ούτως αποκρίνεσαι προς τον αρχιερέα;
23 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς, Εαν κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού  αν δε καλώς, τι με δέρεις;
24 Είχε δε αποστείλει αυτόν ο  Άννας δεδεμένον προς Καϊάφαν τον αρχιερέα.
25 Ο δε Σίμων Πέτρος ίστατο και εθερμαίνετο  είπον λοιπόν προς αυτόν, Μήπως και συ εκ των μαθητών αυτού είσαι; Ηρνήθη εκείνος, και είπε, Δεν είμαι.
26 Λέγει εις εκ των δούλων του αρχιερέως, όστις ήτο συγγενής εκείνου, του οποίου ο Πέτρος απέκοψε το ωτίον, Δεν σε είδον εγώ εν τη κήπω μετ' αυτού;
27 πάλιν λοιπόν ηρνήθη ο Πέτρος, και ευθύς εφώναξεν ο αλέκτωρ.
28 Φέρουσι λοιπόν τον Ιησούν από του Καϊάφα εις το πραιτώριον  ήτο δε πρωϊ, και αυτοί δεν εισήλον εις το πραιτώριον, δια να μη μιανθώσιν, αλλά δια να φάγωσι το πάσχα.
29 Εξήλθε λοιπόν ο Πιλάτος προς αυτούς, και είπε, Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;
30 Απεκρίθησαν και είπον προς αυτόν, Εαν ούτος δεν ήτο κακοποιός, δεν ηθέλομεν σοι παραδώσει αυτόν.
31 Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Πιλάτος, Λάβετε αυτόν σεις, και κατά τον νόμον σας κρίνατε αυτόν. Είπον δε προς αυτόν οι Ιουδαίοι, Ημείς δεν έχομεν εξουσίαν να θανατώσωμεν ουδένα.
32 Δια να πληρωθή ο λόγος του Ιησού, τον οποίον είπε δεικνύων με ποίον θάνατον έμελλε να αποθάνη.
33 Εισήλθε λοιπόν πάλιν εις το πραιτώριον ο πιλάτος, και εφώναξε τον Ιησούν, και είπε προς αυτόν, Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;
34 Απεκρίθη προς αυτόν ο Ιησούς, Αφ' εαυτού λέγεις συ τούτο, ή άλλοι σοι είπον περί εμού;
35 Απεκρίθη ο πιλάτος, Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος; το έθνος το ιδικόν σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν εις εμέ  τι έκαμες;
36 Απεκρίθη ο Ιησούς, Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου  εάν η βασιλεία η εμή ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι υπηρέται μου ήθελον αγωνίζεσθαι, διά να μη παραδοθώ εις τους Ιουδαίους  τώρα δε η βασιλεία η εμή δεν είναι εντεύθεν.
37 Και ο Πιλάτος είπε προς αυτόν, Λοιπόν βασιλεύς είσαι συ; Απεκρίθη ο Ιησούς, Συ λέγεις, ότι βασιλεύς είμαι εγώ. Εγώ δια τούτο εγεννήθην, και δια τούτο ήλθον εις τον κόσμον, δια να μαρτυρήσω εις την αλήθειαν. Πας όστις είναι εκ της αληθείας, ακούει την φωνήν μου.
38 Λέγει προς αυτόν ο Πιλάτος, Τι είναι αλήθεια; Και τούτο ειπών. πάλιν εξήλθε προς τους Ιουδαίους, και λέγει προς αυτούς, Εγώ δεν ευρίσκω ουδέν έγκλημα εν αυτώ
39 είναι δε συνήθεια εις εσάς, να σας απολύσω ένα εν τω πάσχα  θέλετε λοιπόν να σας απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων;
40 Πάλιν λοιπόν εκραύγασαν πάντες, λέγοντες, Μη τούτον αλλά τον Βαραββάν.  Ήτο δε ο Βαραββάς ληστής.















































































John, Chapter 18 Demotic Greek

1. Αφού τα είπε αυτά ο Ιησούς, πέρασε μαζί με τους μαθητές του στην απέναντι πλευρά του χειμάρρου των Κέδρων, όπου υπήρχε ένας κήπος, στον οποίο και μπήκε αυτός και οι μαθητές του.
2. Τον τόπο αυτόν τον ήξερε ο Ιούδας, ο προδότης του, γιατί πολλές φορές πήγε εκεί ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του.
3. Έτσι, αφού πήρε ο Ιούδας τη στρατιωτική φρουρά και αρκετούς από τους υπηρέτες των αρχιερέων και των Φαρισαίων, τους φέρνει εκεί εφοδιασμένους με φανάρια, με λαμπάδες και με όπλα.
4. Ο Ιησούς, λοιπόν, που ήξερε όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, βγήκε και τους ρώτησε: «Ποιον ζητάτε;».
5. Του αποκρίθηκαν: «Τον Ιησού το Ναζωραίο». Τους λέει ο Ιησούς: «Εγώ Είμαι». Μαζί τους στεκόταν κι ο Ιούδας ο προδότης.
6. Μόλις λοιπόν τους είπε ο Ιησούς: «Εγώ Είμαι», οπισθοχώρησαν κι έπεσαν καταγής.
7. Τότε τους ξαναρώτησε: «Ποιον ζητάτε;». Κι εκείνοι είπαν: «Τον Ιησού το Ναζωραίο».
8. Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Σας είπα ότι Εγώ Είμαι. Αν, λοιπόν, ζητάτε εμένα, αφήστε τους αυτούς να φύγουν».
9. Κι αυτό, για να βρει την εκπλήρωσή του ο λόγος που είχε πει: «Απ' αυτούς που μου έδωσες, δεν άφησα να χαθεί κανένας».
10. Τότε ο Σίμων Πέτρος τράβηξε ένα μαχαίρι που είχε, και χτύπησε τον υπηρέτη του αρχιερέα και του απέκοψε το δεξί του αυτί. Το όνομα του υπηρέτη ήταν Μάλχος.
11. Είπε τότε ο Ιησούς στον Πέτρο: «Βάλε το μαχαίρι σου στη θήκη του. Το ποτήρι που μου έχει δώσει ο Πατέρας θ' αρνηθώ να το πιω;»
12. Έτσι, η στρατιωτική φρουρά μαζί με το χιλίαρχο και τους υπηρέτες των Ιουδαίων συνέλαβαν τον Ιησού, τον έδεσαν,
13. και τον έφεραν πρώτα στον Άννα, που ήταν πεθερός του Καϊάφα, ο οποίος ήταν αρχιερέας τη χρονιά εκείνη.
14. Και ήταν ο Καϊάφας εκείνος που είχε δώσει τη συμβουλή στους Ιουδαίους, ότι συμφέρει να θανατωθεί ένας άνθρωπος για χάρη του λαού.
15. Στο μεταξύ, τον Ιησού τον ακολουθούσε ο Σίμων Πέτρος μαζί με τον άλλο μαθητή, που ήταν γνωστός του αρχιερέα, ο οποίος και μπήκε μαζί με τον Ιησού στην αυλή του αρχιερέα.
16. Ο Πέτρος όμως στεκόταν έξω, κοντά στην πόρτα. Βγήκε, λοιπόν, ο άλλος μαθητής, που ήταν γνωστός του αρχιερέα, και μίλησε στη θυρωρό κι άφησε τον Πέτρο να μπει μέσα.
17. Ρωτάει τότε η θυρωρός, που ήταν μια νεαρή δούλη, τον Πέτρο: «Μήπως είσαι κι εσύ ένας από τους μαθητές του ανθρώπου αυτού;». Απαντάει εκείνος: «Δεν είμαι».
18. Οι δούλοι, λοιπόν, και οι υπηρέτες στέκονταν εκεί κι επειδή έκανε κρύο είχαν ανάψει φωτιά και ζεσταίνονταν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Πέτρος, που στεκόταν κι αυτός εκεί και ζεσταινόταν.
19. Ο αρχιερέας, λοιπόν, ρώτησε τον Ιησού για τους μαθητές του και για τη διδαχή του.
20. Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Εγώ μίλησα φανερά στον κόσμο. Τη διδαχή μου εγώ την έκανα πάντοτε μέσα στη συναγωγή και μέσα στο ναό, όπου συγκεντρώνονται οι Ιουδαίοι, και δε δίδαξα τίποτε στα κρυφά.
21. Τι ρωτάς, λοιπόν, εμένα; Ρώτα αυτούς που έχουν ακούσει τι τους είπα. Ορίστε, αυτοί ξέρουν τα όσα τους είπα εγώ».
22. Μόλις τα είπε αυτά ο Ιησούς, ένας από τους υπηρέτες που στέκονταν εκεί, έδωσε ένα χαστούκι στον Ιησού λέγοντας: «Έτσι αποκρίνεσαι στον αρχιερέα;».
23. Ο Ιησούς του είπε: «Αν μίλησα άσχημα απόδειξέ το. Αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;».
24. Από εκεί ο Άννας τον έστειλε δεμένο στον Καϊάφα τον αρχιερέα.
25. Στο μεταξύ, καθώς ο Σίμων Πέτρος συνέχιζε να στέκεται εκεί και να ζεσταίνεται, τον ρώτησαν: «Μήπως είσαι κι εσύ ένας από τους μαθητές του;». Εκείνος το αρνήθηκε και είπε: «Όχι, δεν είμαι».
26. Λέει ένας από τους δούλους του αρχιερέα, που ήταν συγγενής εκείνου που ο Πέτρος είχε αποκόψει το αυτί του: «Δε σε είδα εγώ μαζί του στον κήπο;».
27. Μα ο Πέτρος το αρνήθηκε και πάλι, κι αμέσως τότε λάλησε ένας πετεινός.
28. Φέρνουν κατόπιν τον Ιησού από τον Καϊάφα στο Διοικητήριο. Ήταν ώρα πρωϊνή. Οι ίδιοι όμως δεν μπήκαν στο Διοικητήριο, για να μη μολυνθούν, ώστε να μπορέσουν να φάνε το Πάσχα.
29. Έτσι, βγήκε ο Πιλάτος έξω σ' αυτούς και τους ρώτησε: «Ποια κατηγορία έχετε να παρουσιάσετε εναντίον του ανθρώπου αυτού;».
30. Εκείνοι του απάντησαν: «Αν αυτός δεν ήταν κακοποιός, δε θα σου τον παραδίναμε».
31. Τους είπε τότε ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και δικάστε τον σύμφωνα με το νόμο σας». Τότε οι Ιουδαίοι του απάντησαν: «Σ' εμάς δεν επιτρέπεται να καταδικάζουμε σε θάνατο κανέναν».
32. Και με τον τρόπο αυτό εύρισκε την εκπλήρωσή του αυτό που είπε ο Ιησούς, αποκαλύπτοντας με ποιο είδος θανάτου επρόκειτο να πεθάνει.
33. Μπήκε λοιπόν ξανά στο Διοικητήριο ο Πιλάτος, κάλεσε τον Ιησού και τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;».
34. Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Από μόνος σου το ρωτάς αυτό ή άλλοι σου μίλησαν για μένα;».
35. Ο Πιλάτος αποκρίθηκε: «Λες και είμαι Ιουδαίος εγώ; Ο λαός ο δικός σου και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σε μένα. Τι έκανες;».
36. Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από τον κόσμο τούτο. Αν η βασιλεία μου ήταν από τον κόσμο τούτο, οι στρατιώτες μου θ' αγωνίζονταν να μην παραδοθώ στους Ιουδαίους. Επομένως η δική μου βασιλεία δεν είναι από εδώ».
37. Του είπε τότε ο Πιλάτος: «Άρα λοιπόν είσαι βασιλιάς. Έτσι δεν είναι;». Ο Ιησούς απάντησε: «Μόνος σου το λες ότι εγώ είμαι βασιλιάς. Εγώ για ένα σκοπό γεννήθηκα και για έναν σκοπό ήρθα: Να γίνω μάρτυρας της αλήθειας. Όποιος προέρχεται από την αλήθεια ακούει τη φωνή μου».
38. Τον ρωτάει ο Πιλάτος: «Τι είναι αλήθεια;»Και μόλις το είπε αυτό, βγήκε πάλι έξω στους Ιουδαίους και τους λέει: «Καμιά ενοχή δε βρίσκω εγώ σ' αυτόν.
39. Κι επιπλέον, επειδή υπάρχει η συνήθεια σε σας να σας ελευθερώνω έναν κρατούμενο κάθε Πάσχα, θα θέλατε να σας ελευθερώσω το βασιλιά των Ιουδαίων;».
40. Μα εκείνοι κραύγασαν λέγοντας πάλι: «Όχι αυτόν, αλλά τον Βαραββά!». Και ήταν αυτός ο Βαραββάς, ένας ληστής!















































































John

John, Chapter 18 Ancient Greek

1. Ταῦτα εἰπὼν Ἰησοῦς ἐξῆλθε σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ πέραν τοῦ χειμάρρου τοῦ Κέδρων, ὅπου ἦν κῆπος, εἰς ὃν εἰσῆλθεν αὐτὸς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

2. ᾔδει δὲ καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅτι πολλάκις συνήχθη ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖ μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

3. ὁ οὖν Ἰούδας λαβὼν τὴν σπεῖραν καὶ ἐκ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν Φαρισαίων ὑπηρέτας ἔρχεται ἐκεῖ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ὅπλων.

4. Ἰησοῦς οὖν εἰδὼς πάντα τὰ ἐρχόμενα ἐπ' αὐτόν, ἐξελθὼν εἶπεν αὐτοῖς τίνα ζητεῖτε;

5. ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι. εἱστήκει δὲ καὶ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν μετ' αὐτῶν.

6. ὡς οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀπῆλθον εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἔπεσον χαμαί.

7. πάλιν οὖν αὐτοὺς ἐπηρώτησε· τίνα ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον· Ἰησοῦν τὸν Ναζωραῖον.

8. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· εἶπον ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι. εἰ οὖν ἐμὲ ζητεῖτε, ἄφετε τούτους ὑπάγειν·

9. ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὃν εἶπεν, ὅτι οὓς δέδωκάς μοι, οὐκ ἀπώλεσα ἐξ αὐτῶν οὐδένα.

10. Σίμων οὖν Πέτρος ἔχων μάχαιραν εἵλκυσεν αὐτήν, καὶ ἔπαισε τὸν τοῦ ἀρχιερέως δοῦλον καὶ ἀπέκοψεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον τὸ δεξιόν· ἦν δὲ ὄνομα τῷ δούλῳ Μάλχος.

11. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· βάλε τὴν μάχαιραν εἰς τὴν θήκην· τὸ ποτήριον ὃ δέδωκέ μοι ὁ πατήρ, οὐ μὴ πίω αὐτό;

12. Ἡ οὖν σπεῖρα καὶ ὁ χιλίαρχος καὶ οἱ ὑπηρέται τῶν Ἰουδαίων συνέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ ἔδησαν αὐτόν,

13. καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν πρὸς Ἄνναν πρῶτον· ἦν γὰρ πενθερὸς τοῦ Καϊάφα, ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου.

14. ἦν δὲ Καϊάφας ὁ συμβουλεύσας τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι συμφέρει ἕνα ἄνθρωπον ἀπολέσθαι ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.

15. Ἠκολούθει δὲ τῷ Ἰησοῦ Σίμων Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητής. ὁ δὲ μαθητὴς ἐκεῖνος ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ συνεισῆλθε τῷ Ἰησοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως·

16. ὁ δὲ Πέτρος εἱστήκει πρὸς τῇ θύρᾳ ἔξω. ἐξῆλθεν οὖν ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁς ἦν γνωστὸς τῷ ἀρχιερεῖ, καὶ εἶπε τῇ θυρωρῷ, καὶ εἰσήγαγε τὸν Πέτρον.

17. λέγει οὖν ἡ παιδίσκη ἡ θυρωρός τῷ Πέτρῳ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν εἶ τοῦ ἀνθρώπου τούτου; λέγει ἐκεῖνος· οὐκ εἰμί.

18. εἱστήκεισαν δὲ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ὑπηρέται ἀνθρακιὰν πεποιηκότες, ὅτι ψῦχος ἦν, καὶ ἐθερμαίνοντο· ἦν δὲ μετ' αὐτῶν ὁ Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος.

19. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν περὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς διδαχῆς αὐτοῦ.

20. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ παρρησίᾳ ἐλάλησα τῷ κόσμῳ· ἐγὼ πάντοτε ἐδίδαξα ἐν τῇ συναγωγῇ καὶ ἐν τῷ ἱερῷ, ὅπου πάντοτε οἱ Ἰουδαῖοι συνέρχονται, καὶ ἐν κρυπτῷ ἐλάλησα οὐδέν.

21. τί με ἐπερωτᾷς; ἐπερώτησον τοὺς ἀκηκοότας τί ἐλάλησα αὐτοῖς· ἴδε οὗτοι οἴδασιν ἃ εἶπον ἐγώ.

22. ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;

23. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις;

24. ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ Ἄννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα.

25. Ἦν δὲ Σίμων Πέτρος ἑστὼς καὶ θερμαινόμενος. εἶπον οὖν αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶ; ἠρνήσατο ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· οὐκ εἰμί.

26. λέγει εἷς ἐκ τῶν δούλων τοῦ ἀρχιερέως, συγγενὴς ὢν οὗ ἀπέκοψε Πέτρος τὸ ὠτίον· οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ μετ' αὐτοῦ;

27. πάλιν οὖν ἠρνήσατο ὁ Πέτρος, καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησεν.

28. Ἄγουσιν οὖν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα εἰς τὸ πραιτώριον· ἦν δὲ πρωΐ· καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν, ἀλλ' ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα.

29. ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε κατὰ τοῦ ἀνθρώπου τούτου;

30. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός, οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.

31. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν. εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα·

32. ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ ὃν εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.

33. Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;

34. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀφ' ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοὶ εἶπον περὶ ἐμοῦ;

35. ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ Ἰουδαῖός εἰμι; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;

36. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο, ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.

37. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ; ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ. πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς.

38. λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια; Καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐγὼ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω ἐν αὐτῷ·

39. ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;

40. ἐκραύγασαν οὖν πάλιν πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν. ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής.

 

















































































John, Chapter 18 (KJV)

01 When Jesus had spoken these words, he went forth with
his disciples over the brook Cedron, where was a garden,
into the which he entered, and his disciples.
02 And Judas also, which betrayed him, knew the place: for
Jesus ofttimes resorted thither with his disciples.
03 Judas then, having received a band of men and
officers from the chief priests and Pharisees, cometh
thither with lanterns and torches and weapons.
04 Jesus therefore, knowing all things that should come
upon him, went forth, and said unto them, Whom seek ye?
05 They answered him, Jesus of Nazareth. Jesus saith unto
them, I am he. And Judas also, which betrayed him, stood
with them.
06 As soon then as he had said unto them, I am he, they
went backward, and fell to the ground.
07 Then asked he them again, Whom seek ye? And they said,
Jesus of Nazareth.
08 Jesus answered, I have told you that I am he: if
therefore ye seek me, let these go their way:
09 That the saying might be fulfilled, which he spake, Of
them which thou gavest me have I lost none.
10 Then Simon Peter having a sword drew it, and smote the
high priest's servant, and cut off his right ear. The
servant's name was Malchus.
11 Then said Jesus unto Peter, Put up thy sword into the
sheath: the cup which my Father hath given me, shall I not
drink it?
12 Then the band and the captain and officers of the Jews
took Jesus, and bound him,
13 And led him away to Annas first; for he was father in
law to Caiaphas, which was the high priest that same year.
14 Now Caiaphas was he, which gave counsel to the Jews,
that it was expedient that one man should die for the
people.
15 And Simon Peter followed Jesus, and so did another
disciple: that disciple was known unto the high priest, and
went in with Jesus into the palace of the high priest.
16 But Peter stood at the door without. Then went out that
other disciple, which was known unto the high priest, and
spake unto her that kept the door, and brought in Peter.
17 Then saith the damsel that kept the door unto Peter,
Art not thou also one of this man's disciples? He saith,
I am not.
18 And the servants and officers stood there, who had made
a fire of coals; for it was cold: and they warmed
themselves: and Peter stood with them, and warmed himself.
19 The high priest then asked Jesus of his disciples, and
of his doctrine.
20 Jesus answered him, I spake openly to the world; I ever
taught in the synagogue, and in the temple, whither the
Jews always resort; and in secret have I said nothing.
21 Why askest thou me? ask them which heard me, what I
have said unto them: behold, they know what I said.
22 And when he had thus spoken, one of the officers which
stood by struck Jesus with the palm of his hand, saying,
Answerest thou the high priest so?
23 Jesus answered him, If I have spoken evil, bear witness
of the evil: but if well, why smitest thou me?
24 Now Annas had sent him bound unto Caiaphas the high
priest.
25 And Simon Peter stood and warmed himself. They said
therefore unto him, Art not thou also one of his
disciples? He denied it, and said, I am not.
26 One of the servants of the high priest, being his
kinsman whose ear Peter cut off, saith, Did not I see thee
in the garden with him?
27 Peter then denied again: and immediately the cock crew.
28 Then led they Jesus from Caiaphas unto the hall of
judgment: and it was early; and they themselves went not
into the judgment hall, lest they should be defiled; but
that they might eat the passover.
29 Pilate then went out unto them, and said, What
accusation bring ye against this man?
30 They answered and said unto him, If he were not a
malefactor, we would not have delivered him up unto thee.
31 Then said Pilate unto them, Take ye him, and judge him
according to your law. The Jews therefore said unto him, It
is not lawful for us to put any man to death:
32 That the saying of Jesus might be fulfilled, which he
spake, signifying what death he should die.
33 Then Pilate entered into the judgment hall again, and
called Jesus, and said unto him, Art thou the King of the
Jews?
34 Jesus answered him, Sayest thou this thing of thyself,
or did others tell it thee of me?
35 Pilate answered, Am I a Jew? Thine own nation and the
chief priests have delivered thee unto me: what hast thou
done?
36 Jesus answered, My kingdom is not of this world: if my
kingdom were of this world, then would my servants fight,
that I should not be delivered to the Jews: but now is my
kingdom not from hence.
37 Pilate therefore said unto him, Art thou a king then?
Jesus answered, Thou sayest that I am a king. To this end
was I born, and for this cause came I into the world, that
I should bear witness unto the truth. Every one that is of
the truth heareth my voice.
38 Pilate saith unto him, What is truth? And when he had
said this, he went out again unto the Jews, and saith unto
them, I find in him no fault at all.
39 But ye have a custom, that I should release unto you
one at the passover: will ye therefore that I release unto
you the King of the Jews?
40 Then cried they all again, saying, Not this man, but
Barabbas. Now Barabbas was a robber.