John, Chapter 19 Modern Greek

01 ΤΟΤΕ λοιπόν έλαβεν ο Πιλάτος τον Ιησούν, και εμαστίγωσε.
02 Και οι στρατιώται πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών, έθεσαν επί της καφαλής αυτού, και ενέδυσαν αυτόν ιμάτιον πορφυρούν,
03 και έλεγον, Χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων  και έδιδον εις αυτόν ραπίσματα.
04 Εξήλε δε πάλιν έξω ο Πιλάτος, και λέγει προς αυτούς, Ιδού, σας φέρω αυτόν έξω, διά να γνωρίσητε ότι ουδέν έγλημα ευρίσκω εν αυτώ.
05 Εξήλθε λοιπόν ο Ιησούς έξω, φορών τον ακάνθινον στέφανον και το πορφυρούν ιμάτιον. Και λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος, Ίδε ο άνθρωπος.
06  Ότε δε είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες, Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος, Λάβετε αυτόν σείς, και σταυρώσατε διότι εγώ δεν ευρίσκω εν αυτώ έγκλημα.
07 Απεκρίθησαν προς αυτόν οι Ιουδαίοι, Ημείς νόμον έχομεν, και κατά τον νόμον ημών πρέπει να αποθάνη, διότι έκαμεν εαυτόν Υιόν του Θεού.
08  Ότε δε ήκουσεν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, μάλλον εφοβήθη,
09 και εισήλθε πάλιν εις το πραιτώριον, και λέγει προς τον Ιησούν, Πόθεν είσαι σύ; Ο δε Ιησούς απόκρισιν δεν έδωκεν εις αυτόν.
10 Λέγει λοιπόν προς αυτόν ο Πιλάτος, Προς εμέ δεν λαλείς; δεν εξεύρεις ότι εξουσίαν έχω να σε σταυρώσω, και εξουσίαν έχω να σε απολύσω;
11 Απεκρίθη ο Ιησούς, Δεν είχες ουδεμίαν εξουσίαν κατ' εμού, εάν δεν σοι ήτο δεδομένον άνωθεν  δια τούτο ο παραδίδων με εις σε έχει μεγαλητέραν αμαρτίαν.
12  Έκτοτε εζήτει ο Πιλάτος να απολύσι αυτόν  οι Ιουδαίοι όμως έκραζον λέγοντες, Εάν τούτον απολύσης, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος  πας όστις κάμνει εαυτόν βασιλέα, αντιλέγει εις τον Καίσαρα.
13 Ο Πιλάτος λοιπόν ακούσας τούτον τον λόγον, έφερεν έξω τον Ιησούν, και εκάθισεν επί του βήματος εις τον τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Εβραϊστί δε Γαββαθά.
14  Ήτο δε παρασκευή του Πάσχα, και ώρα περίπου έκτη  και λέγει προς τους Ιουδέους, Ιδού ο βασιλεύς σας.
15 Οι δε εκραύγασαν, Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει προς αυτούς ο Πιλάτος, Τον βασιλέα σας να σταυρώσω;  Απεκρίθησαν οι αρχιερείς, Δεν έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα.
16 Τότε λοιπόν παρέδωκεν αυτόν εις αυτούς, διά να σταυρωθή. Και παρέλαβον τον Ιησούν, και απήγαγον.
17 Και βαστάζων τον σταυρόν αυτού εξήλθεν εις τον λεγόμενον Κρανίου τόπον, όστις λέγεται Εβραϊστί Γολγοθά
18 όπου εσταύρωσαν αυτόν, και μετ' αυτού άλλους δύο,εντεύθεν και εντεύθεν, μέσο δε τον Ιησούν. Ματθ.κζ'.38, Ησαΐα νγ.12, Λουκ.κγ'.32
19  Έγραψε δε και τίτλον ο Πιλάτος, και έθεσεν επί του σταυρού ήτο δε γεγραμμένον ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
20 Και τούτον τον τίτλον ανέγνωσαν πολλοί των Ιουδαίων  διότι ήτο πλησίον της πόλεως ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Ιησούς  και ήτο γεγραμμένον Εβραϊστί, Ελληνιστί, Ρωμαϊστί.
21  Έλεγον λοιπόν προς τον Πιλάτον οι αρχιερείς των Ιουδαίων, Μη γράφε, Ο βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ' ότι εκείνος είπε, Βασιλεύς είμαι των Ιουδαίων.
22 Απεκρίθη ο Πιλάτος, Ο γέγραφα, γέγραφα.
23 Οι στρατιώται λοιπόν, αφού εσταύρωσαν τον Ιησούν, έλαβον τα ιμάτια αυτού, και έκαμον τέσσαρα μέρίδια, εις έκαστον στρατιώτην εν μερίδιον, και τον χιμώνα  ήτο δε ο χιτών άρραφος, από άνωθεν όλος υφαντός.
24 Είπον λοιπόν προς αλλήλους, Ας μη σχίσωμεν αυτόν, αλλ' ας ρίψωμεν λαχνόν περί αυτού, τίνος θέλει είσθαι  δια να πληρωθή η γραφή η λέγουσα, «Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς, και επί τον ιματισμόν μου Έβαλον κλήρον.» Οι μεν λοιπόν στρατιώται ταύτα έκαμον.
25 Ίσταντο δε πλησίον του Ιησού η μήτηρ αυτού, και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η γυνή του Κλωπά, και Μαρία η Μαγδαληνή.
26 Ο Ιησούς λοιπόν ως είδε την μητέρα και τον μηθητήν παριστάμενον τον οποίον ηγάπα, λέγει προς την μητέρα αυτού, Γύναι, ιδού ο υιός σου.
27  Έπειτα λέγει προς τον μαθητήν, Ιδού η μήτηρ σου. Και απ' εκείνης της ώρας έλαβεν αυτήν ο μαθητής εις την οικίαν αυτού.
28 Μετά τούτο γινώσκων ο Ιησούς, ότι πάντα ήδη ετελέσθησαν, δια να πληρωθή η γραφή, λέγει, Διψώ.
29  Έκειτο δε εκεί αγγείον πλήρες όξους  και εκείνοι γεμίσαντες σπόγγον από όξους, και περιθέσαντες εις ύσσωπον, προσέφεραν εις το στόμα αυτού.
30 Ότε λοιπόν έλαβε το όξος ο Ιησούς, είπε, Τετέλεσται  και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα.
31 Οι δε Ιουδαίοι, δια να μη μείνωσιν επί του σταυρού τα σώματα εν τω σαββάτω, επειδή ήτο παρασκευή, (διότι ήτο μεγάλη εκείνη η ημέρα του σαββάτου,)παρεκάλεσαν τον Πιλάτον δια να συνθλασθώσιν αυτών τα σκέλη, και να σηκωθώσιν.
32  Ήλθον λοιπόν οι στρατιώται, και του μεν πρώτου συνέθλασαν τα σκέλη, και του άλλου του συσταυρωθέντος μετ' αυτού.
33 Εις δε τον Ιησούν ελθόντες, ως είδον αυτόν ήδη τεθνηκότα, δεν συνέθλασαν αυτού τα σκέλη
34 αλλ' εις των στρατιωτών εκέντησε με λόγχην την πλευράν αυτού, και ευθύς εξήλθεν αίμα και ύδωρ.
35 Και ο ιδών μαρτυρεί, και αληθινή είναι η μαρτυρία αυτού, και εκείνος εξεύρει ότι αλήθειαν λέγει, δια να πιστεύσητε σεις.
36 Διότι έγεινεν ταύτα, δια να πληρωθή η γραφή,   "Οστούν αυτού δεν θέλει συντριφθή."
37 Και πάλιν άλλη γραφή λέγει, " Θέλουσιν επιβλέψει εις εκείνον τον οποίον εξεκέντησαν." Ψαλμ. κβ.16
38 Μετά δε ταύτα Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας (όστις ήτο μαθητής του Ιησού, κεκρυμμένος όμως δια τον φόβον των Ιουδαίων,) παρεκάλεσε τον Πιλάτον να σηκώση το σώμα του Ιησού  και ο Πιλάτος έδωκεν άδειαν.  Ήλθε λοιπόν και εσήκωσε το σώμα του Ιησού.
39  Ήλθε δε και ο Νικόδημος, (όστις είχεν ελθεί προς τον Ιησούν δια νυκτός κατ' αρχάς,) φέρων μίγμα σμύρνης και αλόης έως εκατόν λίτρας.
40  Έλαβον λοιπόν το σώμα του Ιησού, και έδεσαν αυτό με σάβανα μετά των αρωμάτων, καθώς είναι συνήθεια εις τους Ιουδαίους να ενταφιάζωσιν.
41  Ήτο δε εν τω τόπω, όπου εσταυρώθη, κήπος, και εν τω κήπω μνημείον νέον, εις το οποίον ουδείς έτι είχε τεθή.
42 Εκεί λοιπόν έθεσαν τον Ιησούν, δια την παρασκευήν των Ιουδαίων, διότι ήτο πλησίον το μνημείον.















































































John, Chapter 19 Demotic Greek

1. Τότε λοιπόν, πήρε ο Πιλάτος τον Ιησού και τον μαστίγωσε.
2. Και οι στρατιώτες, αφού έπλεξαν ένα αγκάθινο στεφάνι και του το φόρεσαν στο κεφάλι, τον έντυσαν με ένα βαθυκόκκινο μανδύα κι
3. έλεγαν: «Ζήτω ο βασιλιάς των Ιουδαίων!» και τον χαστούκιζαν.
4. Κατόπιν ξαναβγήκε ο Πιλάτος έξω και τους λέει: «Κοιτάξτε, σας τον φέρνω έξω, για να δείτε πως δε βρίσκω σ' αυτόν καμιά ενοχή».
5. Έτσι, βγήκε έξω ο Ιησούς φορώντας το αγκάθινο στεφάνι και το βαθυκόκκινο μανδύα, και τους λέει ο Πιλάτος: «Κοιτάξτε τον άνθρωπο»!
6. Μόλις τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέτες, κραύγασαν λέγοντας: «Σταύρωσέ τον! Σταύρωσέ τον!». Τους λέει ο Πιλάτος: «Πάρτε τον, γιατί εγώ δε βρίσκω σ' αυτόν καμιά ενοχή».
7. Οι Ιουδαίοι του αποκρίθηκαν: «Εμείς έχουμε νόμο και σύμφωνα με το νόμο το δικό μας, πρέπει να θανατωθεί, γιατί παρουσίασε τον εαυτό του ως Γιο του Θεού!».
8. Όταν ο Πιλάτος άκουσε το πράγμα αυτό, φοβήθηκε πιο πολύ.
9. Έτσι, ξαναμπήκε στο Διοικητήριο και ρωτάει τον Ιησού: «Ποια είναι η καταγωγή σου;». Ο Ιησούς όμως δεν του έδωσε απάντηση.
10. Του λέει τότε ο Πιλάτος: «Σε μένα δεν αποκρίνεσαι; Δεν το ξέρεις πως έχω την εξουσία να σε σταυρώσω και την εξουσία να σε αφήσω ελεύθερο;».
11. Ο Ιησούς του απάντησε: «Δε θα είχες καμιά εξουσία πάνω μου, αν δε σου είχε δοθεί η εξουσία αυτή από το Θεό. Γι' αυτό και η αμαρτία εκείνου που με παρέδωσε σε σένα είναι μεγαλύτερη».
12. Από τη στιγμή που τα άκουσε αυτά ο Πιλάτος, αναζητούσε τρόπο να τον αφήσει ελεύθερο, μα οι Ιουδαίοι φώναζαν λέγοντας: «Αν τον αφήσεις αυτόν ελεύθερο, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα, γιατί όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, στρέφεται εναντίον του Καίσαρα»!
13. Ο Πιλάτος, λοιπόν, όταν άκουσε την απειλή αυτή, έφερε τον Ιησού έξω και κάθισε ο ίδιος στην έδρα, στον τόπο που ονομάζεται Λιθόστρωτο, και στα εβραϊκά Γαββαθά.
14. Η ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι, παραμονή του Πάσχα. Λέει τότε ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: «Δείτε το βασιλιά σας!».
15. Κι εκείνοι κραύγασαν: «Πάρτον πια! Πάρτον πια! Σταύρωσέ τον!». Τους λέει ο Πιλάτος: «Το βασιλιά σας να σταυρώσω;». Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς: «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά, παρά μόνο τον Καίσαρα!».
16. Τότε πλέον τον παρέδωσε σ' αυτούς ο Πιλάτος για να σταυρωθεί. Τον παρέλαβαν λοιπόν τον Ιησού και αναχώρησαν.
17. Έτσι, κουβαλώντας ο ίδιος το σταυρό του, βγήκε στην τοποθεσία που ονομάζεται Τόπος Κρανίου και στα εβραϊκά Γολγοθάς.
18. Εκεί τον σταύρωσαν, και μαζί με αυτόν άλλους δύο, τον ένα από τη μια μεριά και τον άλλο από την άλλη, και στη μέση τον Ιησού.
19. Έγραψε και μια επιγραφή ο Πιλάτος και την τοποθέτησε πάνω στο σταυρό. Η επιγραφή έλεγε: Ο ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
20. Και την επιγραφή αυτή τη διάβασαν πολλοί από τους Ιουδαίους, γιατί ήταν κοντά στην πόλη ο τόπος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, και ήταν γραμμένη στα εβραϊκά, στα ελληνικά και στα λατινικά.
21. Έλεγαν λοιπόν στον Πιλάτο οι αρχιερείς των Ιουδαίων: «Μη γράφεις: Ο Βασιλιάς των Ιουδαίων αλλά γράψε ότι εκείνος είπε, Είμαι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων».
22. Ο Πιλάτος τους απάντησε: «Ό,τι έγραψα,  έγραψα».
23. Στο μεταξύ οι στρατιώτες, όταν σταύρωσαν τον Ιησού, πήραν τα ρούχα του και τα χώρισαν σε μερίδια, ένα μερίδιο για κάθε στρατιώτη. Πήραν επίσης και το χιτώνα. Ο χιτώνας όμως ήταν άραφος, υφαντός ολόκληρος από πάνω ως κάτω.
24. Είπαν, λοιπόν, οι στρατιώτες μεταξύ τους: «Να μην τον σκίσουμε, αλλά να τον βάλουμε σε κλήρωση, και σε όποιον τύχει». Κι εκπληρώθηκε έτσι η Γραφή, που λέει: «Μοιράστηκαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και το ρουχισμό μου τον έβαλαν σε κλήρο».
25. Ενώ, λοιπόν, οι στρατιώτες τα έκαναν αυτά, εκεί κοντά στο σταυρό του Ιησού στέκονταν η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά, και η Μαρία η Μαγδαληνή.
26. Ο Ιησούς, λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή, που ιδιαίτερα αγαπούσε, να της συμπαραστέκεται, λέει στη μητέρα του: «Γυναίκα, να ο γιος σου».
27. Έπειτα λέει στο μαθητή: «Να η μητέρα σου». Και από εκείνη την ώρα, την πήρε ο μαθητής στο σπίτι του.
28. Ύστερα απ' αυτά, γνωρίζοντας ο Ιησούς πως όλα έχουν πια τελειώσει, για να εκπληρωθεί η Γραφή, λέει: «Διψώ».
29. Εκεί, λοιπόν, υπήρχε ένα δοχείο γεμάτο ξίδι. Εκείνοι τότε, αφού γέμισαν ένα σφουγγάρι με ξίδι και το περιτύλιξαν σ' ένα κλαδί από ύσσωπο, το έφεραν στο στόμα του Ιησού.
30. Κι όταν ο Ιησούς γεύτηκε το ξίδι, είπε: «Τετέλεσται»! κι αφού έγειρε το κεφάλι του, παρέδωσε το πνεύμα του.
31. Οι Ιουδαίοι, στο μεταξύ, επειδή ήταν Παρασκευή η ημέρα εκείνη, και για να μη μείνουν τα σώματα πάνω στο σταυρό το Σάββατο, γιατί ήταν γιορτή μεγάλη το Σάββατο εκείνο, ζήτησαν από τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα σκέλη τους και να τους μεταφέρουν από εκεί.
32. Ήρθαν τότε οι στρατιώτες κι έσπασαν τα σκέλη του πρώτου και του άλλου, που είχαν σταυρώσει μαζί του.
33. Μα σαν ήρθαν στον Ιησού και διαπίστωσαν πως είχε κιόλας πεθάνει, δεν του έσπασαν τα σκέλη,
34. αλλά ένας από τους στρατιώτες τρύπησε το πλευρό του με τη λόγχη, κι αμέσως βγήκε αίμα και νερό.
35. Κι αυτός που τα έχει δει αυτά με τα ίδια του τα μάτια, τα έχει βεβαιώσει με τη μαρτυρία του και είναι αληθινή η μαρτυρία του. Και ξέρει αυτός πως αυτά που λέει είναι η αλήθεια, ώστε να πιστέψετε κι εσείς.
36. Κι αυτά έγιναν για να εκπληρωθεί η Γραφή που λέει: «Κόκαλο δικό του δε θα συντριφτεί».
37. Επίσης κι άλλη προφητεία της Γραφής που λέει: «Θ' ατενίσουν σ' εκείνον που λόγχισαν».
38. Ύστερα πια απ' όλα αυτά, ο Ιωσήφ, ο οποίος καταγόταν από την Αριμαθαία και ήταν κρυφός μαθητής του Ιησού, γιατί φοβόταν τους Ιουδαίους, παρακάλεσε τον Πιλάτο να του επιτρέψει να σηκώσει το σώμα του Ιησού. Κι ο Πιλάτος του το επέτρεψε. Ήρθε λοιπόν και σήκωσε το σώμα του Ιησού.
39. Ήρθε επίσης και ο Νικόδημος, αυτός που αρχικά είχε πάει νύχτα στον Ιησού, κι έφερε ένα μείγμα από σμύρνα και αλόη, περίπου τριάντα τρία κιλά.
40. Πήραν λοιπόν το σώμα του Ιησού και το περιτύλιξαν με σεντόνια μαζί με τα αρώματα, έτσι όπως είναι η συνήθεια στους Ιουδαίους να ενταφιάζουν.
41. Στον τόπο που σταυρώθηκε ο Ιησούς υπήρχε κι ένας κήπος, και μέσα στον κήπο ένα άδειο μνήμα, στο οποίο δεν είχε ταφεί ποτέ κανένας.
42. Έτσι, επειδή ήταν ημέρα προπαρασκευής για τη γιορτή των Ιουδαίων και ήταν κοντά το μνήμα, έθαψαν τον Ιησού εκεί.















































































John

John, Chapter 19 Ancient Greek

1. Τότε οὖν ἔλαβεν ὁ Πιλᾶτος τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐμαστίγωσε.

2. καὶ οἱ στρατιῶται πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ, καὶ ἱμάτιον πορφυροῦν περιέβαλον αὐτόν

3. καὶ ἔλεγον· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ῥαπίσματα.

4. ἐξῆλθεν οὖν πάλιν ἔξω ὁ Πιλᾶτος καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ὑμῖν αὐτὸν ἔξω, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω.

5. ἐξῆλθεν οὖν ὁ Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱμάτιον, καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος.

6. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν.

7. ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἐποίησεν.

8. Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη,

9. καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ.

10. λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε;

11. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ' ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.

12. ἐκ τούτου ἐζήτει ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι αὐτόν· οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος. πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν ἀντιλέγει τῷ Καίσαρι.

13. ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ·

14. ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν.

15. οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα.

16. τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ. Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον·

17. καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ,

18. ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ' αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσῳ δὲ τὸν Ἰησοῦν.

19. ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

20. τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ῥωμαϊστί.

21. ἔλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων· μὴ γράφε, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· ἀλλ' ὅτι ἐκεῖνος εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν Ἰουδαίων.

22. ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· ὃ γέγραφα, γέγραφα.

23. Οἱ οὖν στρατιῶται, ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν, ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη, ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄρραφος, ἐκ τῶν ἄνωθεν ὑφαντὸς δι' ὅλου.

24. εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν, ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον.

25. Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.

26. Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου.

27. εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ' ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια.

28. Μετὰ ταῦτα εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· διψῶ.

29. σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.

30. ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται· καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.

31. Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτω, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν.

32. ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ·

33. ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη,

34. ἀλλ' εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ.

35. καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.

36. ἐγένετο γὰρ ταῦτα, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ.

37. καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει· ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν.

38. Μετὰ δὲ ταῦτα ἠρώτησε τὸν Πιλᾶτον Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ὢν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, κεκρυμμένος δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἵνα ἄρῃ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλᾶτος. ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

39. ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς τὸ πρῶτον, φέρων μῖγμα σμύρνης καὶ ἀλόης ὡς λίτρας ἑκατόν.

40. ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν αὐτὸ ὀθονίοις μετὰ τῶν ἀρωμάτων, καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις ἐνταφιάζειν.

41. ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη κῆπος, καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη·

42. ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον, ἔθηκαν τὸν Ἰησοῦν.

 

















































































John, Chapter 19 (KJV)

01 Then Pilate therefore took Jesus, and scourged him.
02 And the soldiers platted a crown of thorns, and put
it on his head, and they put on him a purple robe,
03 And said, Hail, King of the Jews! and they smote him
with their hands.
04 Pilate therefore went forth again, and saith unto them,
Behold, I bring him forth to you, that ye may know that I
find no fault in him.
05 Then came Jesus forth, wearing the crown of thorns, and
the purple robe. And Pilate saith unto them, Behold the
man!
06 When the chief priests therefore and officers saw him,
they cried out, saying, Crucify him, crucify him.
Pilate saith unto them, Take ye him, and crucify him: for
I find no fault in him.
07 The Jews answered him, We have a law, and by our law he
ought to die, because he made himself the Son of God.
08 When Pilate therefore heard that saying, he was the
more afraid;
09 And went again into the judgment hall, and saith unto
Jesus, Whence art thou? But Jesus gave him no answer.
10 Then saith Pilate unto him, Speakest thou not unto me?
knowest thou not that I have power to crucify thee, and
have power to release thee?
11 Jesus answered, Thou couldest have no power at all
against me, except it were given thee from above: therefore
he that delivered me unto thee hath the greater sin.
12 And from thenceforth Pilate sought to release him: but
the Jews cried out, saying, If thou let this man go, thou
art not Caesar's friend: whosoever maketh himself a king
speaketh against Caesar.
13 When Pilate therefore heard that saying, he brought
Jesus forth, and sat down in the judgment seat in a place
that is called the Pavement, but in the Hebrew, Gabbatha.
14 And it was the preparation of the passover, and about
the sixth hour: and he saith unto the Jews, Behold your
King!
15 But they cried out, Away with him, away with him,
crucify him. Pilate saith unto them, Shall I crucify your
King? The chief priests answered, We have no king but
Caesar.
16 Then delivered he him therefore unto them to be
crucified. And they took Jesus, and led him away.
17 And he bearing his cross went forth into a place called
the place of a skull, which is called in the Hebrew
Golgotha:
18 Where they crucified him, and two others with him, on
either side one, and Jesus in the midst.
19 And Pilate wrote a title, and put it on the cross.
And the writing was, JESUS OF NAZARETH THE KING OF THE
JEWS.
20 This title then read many of the Jews: for the place
where Jesus was crucified was nigh to the city: and it was
written in Hebrew, and Greek, and Latin.
21 Then said the chief priests of the Jews to Pilate,
Write not, The King of the Jews; but that he said, I am
King of the Jews.
22 Pilate answered, What I have written I have written.
23 Then the soldiers, when they had crucified Jesus, took
his garments, and made four parts, to every soldier a part;
and also his coat: now the coat was without seam, woven
from the top throughout.
24 They said therefore among themselves, Let us not rend
it, but cast lots for it, whose it shall be: that the
scripture might be fulfilled, which saith, They parted my
raiment among them, and for my vesture they did cast lots.
These things therefore the soldiers did.
25 Now there stood by the cross of Jesus his mother, and
his mother's sister, Mary the wife of Cleophas, and Mary
Magdalene.
26 When Jesus therefore saw his mother, and the disciple
standing by, whom he loved, he saith unto his mother,
Woman, behold thy son!
27 Then saith he to the disciple, Behold thy mother! And
from that hour that disciple took her unto his own home.
28 After this, Jesus knowing that all things were now
accomplished, that the scripture might be fulfilled, saith,
I thirst.
29 Now there was set a vessel full of vinegar: and they
filled a sponge with vinegar, and put it upon hyssop, and
put it to his mouth.
30 When Jesus therefore had received the vinegar, he said,
It is finished: and he bowed his head, and gave up the
ghost.
31 The Jews therefore, because it was the preparation,
that the bodies should not remain upon the cross on the
sabbath day, (for that sabbath day was an high day,)
besought Pilate that their legs might be broken, and that
they might be taken away.
32 Then came the soldiers, and brake the legs of the
first, and of the other which was crucified with him.
33 But when they came to Jesus, and saw that he was dead
already, they brake not his legs:
34 But one of the soldiers with a spear pierced his side,
and forthwith came there out blood and water.
35 And he that saw it bare record, and his record is
true: and he knoweth that he saith true, that ye might
believe.
36 For these things were done, that the scripture should
be fulfilled, A bone of him shall not be broken.
37 And again another scripture saith, They shall look on
him whom they pierced.
38 And after this Joseph of Arimathaea, being a disciple
of Jesus, but secretly for fear of the Jews, besought
Pilate that he might take away the body of Jesus: and
Pilate gave him leave. He came therefore, and took the
body of Jesus.
39 And there came also Nicodemus, which at the first came
to Jesus by night, and brought a mixture of myrrh and
aloes, about an hundred pound weight.
40 Then took they the body of Jesus, and wound it in linen
clothes with the spices, as the manner of the Jews is to
bury.
41 Now in the place where he was crucified there was a
garden; and in the garden a new sepulchre, wherein was
never man yet laid.
42 There laid they Jesus therefore because of the Jews'
preparation day; for the sepulchre was nigh at hand.