John, Chapter 20 Modern Greek

01 ΤΗΝ δε πρώτην της εβδομάδος Μαρία η Μαγδαληνή έρχεται εις το μνημείον το πρωϊ, ενώ έτι ήτο σκότος, και βλέπει τον λίθον σηκωμένον εκ του μνημείου.
02 Τρέχει λοιπόν και έρχεται προς τον Σίμωνα Πέτρον, και προς τον άλλον μαθητήν, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς, και λέγει προς αυτούς, Εσήκωσαν τον Κύριον εκ του μνημείου, και δεν εξεύρομεν που έθεσαν αυτόν.
03 Εξήλθε λοιπόν ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής, και ήρχοντο εις το μνημείον.
04  Έτρεχον δε οι δύο ομού  και ο άλλος μαθητής προέτρεξε ταχύτερον του Πέτρου, και ήλθε πρώτος εις το μνημείον
05 και παρακύψας, βλέπει κείμενα τα σάβανα  δεν εισήλθεν όμως.
06  Έρχεται λοιπόν ο Σίμων Πέτρος ακολουθών αυτόν, και εισήλθεν εις το μνημείον, και θεωρεί τα σάβανα κείμενα,
07 και το σουδάριον, το οποίον ήτο επι της κεφαλής αυτού, κείμενον ουχί ομού με τα σάβανα, αλλά χωριστά τετυλιγμένον εις ένα τόπον.
08 Τότε λοιπόν εισήλθε και ο άλλος μαθητής, ο ελθών πρώτος εις το μνημείον, και είδε, και επίστευσε
09 διότι δεν ενόουν έτι την γραφήν, ότι πρέπει αυτός να αναστηθή εκ νεκρών.
10 Ανεχώρησαν λοιπόν πάλιν εις τα ίδια οι μαθηταί.
11 Η δε Μαρία ίστατο πλησίον του μνημείου κλαίουσα έξω ενώ λοιπόν έκλαιεν, έκυψεν εις το μνημείον
12 και βλέπει δύο αγγέλους με λευκά ιμάτια καθημένους, ένα προς την κεφαλήν, και ένα προς τους πόδας, εκεί όπου έκειτο το σώμα του Ιησού.
13 Και λέγουσι προς αυτήν εκείνοι, Γύναι, τι κλαίεις; Λέγει προς αυτούς, Διότι εσήκωσαν τον Κύριόν μου, και δεν εξεύρω που έθεσαν αυτόν.
14 Και αφού είπε ταύτα, εστράφη εις τα οπίσω, και θεωρεί τον Ιησούν ιστάμενον, και δεν ήξευρεν ότι είναι ο Ιησούς.
15 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Γύναι, τι κλαίεις; τίνα ζητείς; Εκείνη νομίζουσα ότι είναι ο κηπουρός, λέγει προς αυτόν, Κύριε, εάν συ εσήκωσας αυτόν, ειπέ μοι που έθεσας αυτόν, και εγώ θέλω σηκώσει αυτόν.
16 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Μαρία. Εκείνη στραφείσα,  λέγει προς αυτόν, Ραββουνί! (το οποίον λέγεται, Διδάσκαλε.)
17 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Μη μου άπτου  διότι δεν ανέβην έτι προς τον Πατέρα μου  αλλ' ύπαγε προς τους αδελφούς μου, και ειπέ προς αυτούς, Αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεόν μου και Θεόν σας.
18  Έρχεται Μαρία η Μαγδαληνή και απαγγέλλει προς τους μαθητάς, ότι είδε τον Κύριον και ότι είπε ταύτα προς αυτήν.
19 Το εσπέρας λοιπόν της ημέρας εκείνης, της πρώτης της εβδομάδος, ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, όπου οι μαθηταί ήσαν συνηγμένοι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν ο Ιησούς, και εστάθη εις το μέσον, και λέγει προς αυτούς, Ειρήνη υμίν.
20 Και τούτο ειπών,  έδειξεν εις αυτούς τας χείρας και την πλευράν αυτού. Εχάρησαν λοιπόν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον.
21 Είπε πάλιν προς αυτούς ο Ιησούς, Ειρήνη υμίν καθώς με απέστειλεν ο Πατήρ, και εγώ πέμπω εσάς.
22 Και τούτο ειπών ενεφύσησε, και λέγει προς αυτούς, Λάβετε Πνεύμα  Άγιον.
23 Αν τινών συγχωρήσητε τας αμαρτίας, είναι συγκεχωρημέναι εις αυτούς αν τινών κρατήτε, είναι κεκρατημέναι.
24 Θωμάς δε, εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος, δεν ήτο μετ' αυτών ότε ήλθεν ο Ιησούς.
25  Έλεγον λοιπόν προς αυτόν οι άλλοι μαθηταί, Είδομεν τον Κύριον. Ο δε είπε προς αυτούς, Εάν δεν ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρά μου εις την πλευράν αυτού, δεν θέλω πιστεύσει.
26 Και μεθ' ημέρας οκτώ πάλιν ήσαν έσω οι μαθηταί αυτού, και Θωμάς μετ' αυτών.  Έρχεται ο Ιησούς ενώ αι θύραι ήσαν κεκλεισμέναι, και εστάθη εις το μέσον, και είπεν, Ειρήνη υμίν.
27  Έπετα λέγει προς τον Θωμάν, Φέρε τον δάκτυλόν σου εδώ, και ιδέ τας χείράς μου  και φέρε την χείρά σου, και βάλε εις την πλευράν μου  και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός.
28 Και απεκρίθη ο Θωμάς, και είπε προς αυτόν, Ο Κύριός μου, και ο Θεός μου.
29 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Επειδή με είδες, Θωμά, επίστευσας  μακάριοι όσοι δεν είδον, και επίστευσαν.
30 Και άλλα πολλά θαύματα έκαμεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, τα οποία δεν είναι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω.
31 Ταύτα δε εγράφησαν, δια να πιστεύσητε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού, και πιστεύοντες να έχητε ζωήν εν τω ονόματι αυτού.















































































John, Chapter 20 Demotic Greek

1. Το πρωί λοιπόν της πρώτης μέρας της εβδομάδας κι ενώ ακόμα ήταν σκοτεινιά, πάει η Μαρία η Μαγδαληνή στο μνήμα και βλέπει την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα.
2. Έρχεται τότε τρέχοντας στο Σίμωνα Πέτρο και στον άλλο μαθητή, που ο Ιησούς αγαπούσε ιδιαίτερα, και τους λέει: «Πήραν τον Κύριο από το μνήμα και δεν ξέρουμε πού τον έβαλαν».
3. Βγήκαν τότε ο Πέτρος και ο άλλος μαθητής έξω και ξεκίνησαν για το μνήμα.
4. Έτρεχαν λοιπόν και οι δύο τους, αλλά ο άλλος μαθητής έτρεξε γρηγορότερα από τον Πέτρο κι έφτασε πρώτος στο μνήμα.
5. Σκύβει αμέσως μέσα και βλέπει να βρίσκονται εκεί τα σάβανα, αλλά δεν μπήκε μέσα.
6. Έρχεται κατόπιν ο Σίμων Πέτρος, που τον ακολουθούσε, και μπήκε μέσα στο μνήμα και βλέπει τα σάβανα κάτω,
7. και το σουδάριο που ήταν στο κεφάλι του, να βρίσκεται όχι μαζί με τα σάβανα, αλλά τυλιγμένο και τοποθετημένο χωριστά σε μια άκρη.
8. Τότε πια μπήκε μέσα και ο άλλος μαθητής, που είχε έρθει πρώτος στο μνήμα, και είδε και πίστεψε ότι είχαν πάρει το σώμα.
9. Γιατί μέχρι τότε δεν είχαν καταλάβει ακόμα τη Γραφή ότι ήταν προκαθορισμένο ν' αναστηθεί ο Χριστός από τους νεκρούς.
10. Έτσι γύρισαν οι δύο μαθητές ξανά στα σπίτια τους.
11. Η Μαρία, λοιπόν, στεκόταν έξω, κοντά στο μνήμα κι έκλαιγε. Και καθώς έκλαιγε, έσκυψε να δει μέσα στο μνήμα
12. και βλέπει δύο αγγέλους με λευκές στολές να κάθονται εκεί που ήταν τοποθετημένο το σώμα του Ιησού, ο ένας προς το σημείο που βρισκόταν το κεφάλι του και ο άλλος προς το σημείο που βρίσκονταν τα πόδια του.
13. Της λένε τότε εκείνοι: «Γυναίκα, γιατί κλαις;». Τους απαντάει: «Σήκωσαν τον Κύριό μου και δεν ξέρω πού τον έβαλαν».
14. Και καθώς τα είπε αυτά, γύρισε προς τα πίσω και βλέπει να στέκεται ο Ιησούς, αλλά δεν τον αναγνώρισε πως ήταν ο Ιησούς.
15. Της λέει τότε ο Ιησούς: «Γυναίκα, γιατί κλαις; Ποιον γυρεύεις;». Εκείνη νομίζοντας πως είναι ο κηπουρός, του λέει: «Κύριε, αν τον σήκωσες εσύ, πες μου πού τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω.
16. Της λέει ο Ιησούς: «Μαρία!». Γυρίζει εκείνη και του λέει: «Ραββουνί!» που σημαίνει: «Δάσκαλε!».
17. Της λέει ο Ιησούς: «Μη με κρατάς. Άλλωστε δεν έχω ανέβει ακόμα κοντά στον Πατέρα μου. Πήγαινε λοιπόν και πες στους αδελφούς μου ότι ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας, και Θεό μου και Θεό σας».
18. Έρχεται η Μαρία η Μαγδαληνή στους μαθητές και τους διηγείται πως είδε τον Κύριο και τι της είπε.
19. Κι ενώ το σούρουπο είχε φτάσει πια την ημέρα εκείνη, δηλαδή την Κυριακή, κι ήταν κλειδωμένες οι πόρτες του χώρου που ήταν συγκεντρωμένοι οι μαθητές, γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, ήρθε ο Ιησούς και στάθηκε στη μέση, και τους λέει: «Ειρήνη σε σας»!
20. Κι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και το πλευρό του. Χάρηκαν τότε οι μαθητές, που είδαν τον Κύριο.
21. Τους ξανάπε τότε ο Ιησούς: «Ειρήνη σε σας! Όπως με έχει αποστείλει ο Πατέρας, το ίδιο κι εγώ αποστέλλω εσάς».
22. Κι αφού το είπε αυτό, φύσηξε πάνω τους και τους λέει: «Πάρτε Πνεύμα Άγιο.
23. Σε όσους συγχωρείτε τις αμαρτίες τους, θα τους συγχωρεθούν. Σε όσους τις αφήσετε ασυγχώρητες, θα τους μείνουν ασυγχώρητες».
24. Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Ιησούς.
25. Του έλεγαν λοιπόν οι άλλοι μαθητές: «Είδαμε τον Κύριο»! Μα εκείνος τους είπε: «Αν δε δω τα σημάδια των καρφιών στα χέρια του και δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια αυτά των καρφιών και δε βάλω το χέρι μου στο πλευρό του, δε θα πιστέψω, όχι»!
26. Ύστερα από οχτώ μέρες, ήταν πάλι συγκεντρωμένοι μέσα οι μαθητές του, και μαζί τους κι ο Θωμάς. Ήρθε ο Χριστός, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, και στάθηκε στη μέση και είπε: «Ειρήνη σε σας»!
27. Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ, και κοίτα τα χέρια μου. Και φέρε το χέρι σου και βάλε το στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός».
28. Τότε ο Θωμάς είπε: «Κύριέ μου! και Θεέ μου!».
29. Του λέει ο Ιησούς: «Επειδή με είδες με τα μάτια σου, πίστεψες. Μακάριοι όσοι πίστεψαν χωρίς να με δουν».
30. Βέβαια έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιησούς μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό.
31. Κι ο σκοπός γι' αυτά που έχουν γραφτεί είναι να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Γιος του Θεού και πιστεύοντάς το, να έχετε ζωή αιώνια στ' όνομά του.






























































John

John, Chapter 20 Ancient Greek

1. Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου.

2. τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.

3. ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον.

4. ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον,

5. καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι εἰσῆλθεν.

6. ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα,

7. καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον.

8. τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν·

9. οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.

10. ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.

11. Μαρία δὲ εἱστήκει πρὸς τῷ μνημείῳ κλαίουσα ἔξω. ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον

12. καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

13. καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς· ὅτι ἦραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν.

14. καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι.

15. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστι, λέγει αὐτῷ· κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας αὐτόν, κἀγὼ αὐτὸν ἀρῶ.

16. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· ῥαββουνί, ὃ λέγεται, διδάσκαλε.

17. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· μή μου ἅπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν.

18. ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον, καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

19. Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.

20. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον.

21. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν· καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς.

22. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον·

23. ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.

24. Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν Ἰησοῦς.

25. ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρα μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.

26. Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν.

27. εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.

28. καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου.

29. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.

30. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ·

31. ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

 

















































































John, Chapter 20 (KJV)

01 The first day of the week cometh Mary Magdalene
early, when it was yet dark, unto the sepulchre, and seeth
the stone taken away from the sepulchre.
02 Then she runneth, and cometh to Simon Peter, and to the
other disciple, whom Jesus loved, and saith unto them, They
have taken away the Lord out of the sepulchre, and we know
not where they have laid him.
03 Peter therefore went forth, and that other disciple,
and came to the sepulchre.
04 So they ran both together: and the other disciple did
outrun Peter, and came first to the sepulchre.
05 And he stooping down, and looking in, saw the linen
clothes lying; yet went he not in.
06 Then cometh Simon Peter following him, and went into
the sepulchre, and seeth the linen clothes lie,
07 And the napkin, that was about his head, not lying with
the linen clothes, but wrapped together in a place by
itself.
08 Then went in also that other disciple, which came first
to the sepulchre, and he saw, and believed.
09 For as yet they knew not the scripture, that he must
rise again from the dead.
10 Then the disciples went away again unto their own home.
11 But Mary stood without at the sepulchre weeping: and as
she wept, she stooped down, and looked into the
sepulchre,
12 And seeth two angels in white sitting, the one at the
head, and the other at the feet, where the body of Jesus
had lain.
13 And they say unto her, Woman, why weepest thou? She
saith unto them, Because they have taken away my Lord, and
I know not where they have laid him.
14 And when she had thus said, she turned herself back,
and saw Jesus standing, and knew not that it was Jesus.
15 Jesus saith unto her, Woman, why weepest thou? whom
seekest thou? She, supposing him to be the gardener, saith
unto him, Sir, if thou have borne him hence, tell me where
thou hast laid him, and I will take him away.
16 Jesus saith unto her, Mary. She turned herself, and
saith unto him, Rabboni; which is to say, Master.
17 Jesus saith unto her, Touch me not; for I am not yet
ascended to my Father: but go to my brethren, and say unto
them, I ascend unto my Father, and your Father; and to my
God, and your God.
18 Mary Magdalene came and told the disciples that she had
seen the Lord, and that he had spoken these things unto
her.
19 Then the same day at evening, being the first day of
the week, when the doors were shut where the disciples were
assembled for fear of the Jews, came Jesus and stood in the
midst, and saith unto them, Peace be unto you.
20 And when he had so said, he showed unto them his
hands and his side. Then were the disciples glad, when they
saw the Lord.
21 Then said Jesus to them again, Peace be unto you: as
my Father hath sent me, even so send I you.
22 And when he had said this, he breathed on them, and
saith unto them, Receive ye the Holy Ghost:
23 Whose soever sins ye remit, they are remitted unto
them; and whose soever sins ye retain, they are
retained.
24 But Thomas, one of the twelve, called Didymus, was not
with them when Jesus came.
25 The other disciples therefore said unto him, We have
seen the Lord. But he said unto them, Except I shall see in
his hands the print of the nails, and put my finger into
the print of the nails, and thrust my hand into his side, I
will not believe.
26 And after eight days again his disciples were within,
and Thomas with them: then came Jesus, the doors being
shut, and stood in the midst, and said, Peace be unto
you.
27 Then saith he to Thomas, Reach hither thy finger, and
behold my hands; and reach hither thy hand, and thrust it
into my side: and be not faithless, but believing.
28 And Thomas answered and said unto him, My Lord and my
God.
29 Jesus saith unto him, Thomas, because thou hast seen
me, thou hast believed: blessed are they that have not
seen, and yet have believed.
30 And many other signs truly did Jesus in the presence of
his disciples, which are not written in this book:
31 But these are written, that ye might believe that Jesus
is the Christ, the Son of God; and that believing ye might
have life through his name.