John, Chapter 21 Modern Greek

01 ΜΕΤΑ ταύτα εφανέρωσεν εαυτόν πάλιν ο Ιησούς εις τους μαθητάς επί της θαλάσσης της Τιβεριάδος  εφανέρωσε δε ούτως.
02  Ήσαν ομού Σίμων Πέτρος και Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος, και Ναθαναήλ ο απο Κανά της Γαλιλαίας,  και οι υοί του Ζεβεδαίου, και άλλοι δύο εκ των μαθητών αυτού.
03 Λέγει προς αυτούς Σίμων Πέτρος, Υπάγω να αλιεύσω. λέγουσι προς αυτόν, Ερχόμεθα και ημείς μετά σου. Εξήλθον και ανέβησαν εις το πλοίον ευθύς, και κατ' εκείνην την νύκτα δεν επίασαν ουδέν.
04 Αφού δε έγεινεν ήδη πρωϊ, εστάθη ο Ιησούς εις τον αιγιαλόν δεν εγνώριζον όμως οι μαθηταί ότι είναι ο Ιησούς.
05 Λέγει λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς,  Παιδία, μήπως έχετέ τι προσφάγιον;  Απεκρίθησαν προς αυτόν, Ουχί.
06 Ο δε είπε προς αυτούς, Ρίψατε το δίκτυον εις τα δεξιά μέρη του πλοίου, και θέλετε ευρεί.    Έρριψαν λοιπόν, και δεν ηδυνήθησαν πλέον να σύρωσιν αυτό απο του πλήθους των ιχθύων.
07 Λέγει λοιπόν προς τον Πέτρον ο μαθητής εκείνος, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς, Ο Κύριος είναι. Ο δε Σίμων Πέτρος ακούσας ότι είναι ο Κύριος, εζώσθη το επένδυμα, (διότι ήτο γυμνός,) και έρριψεν εαυτόν εις την θάλασσαν.
08 Οι δε άλλοι μαθηταί ήλθον με το πλοιάριον (διότι δεν ήσαν μακράν απο της γης, αλλ' έως διακοσίας πήχης,)σύροντες το δίκτυον των ιχθύων.
09 Καθώς λοιπόν απέβησαν εις την γην, βλέπουσιν ανθρακίαν κειμένην, και οψάριον επικείμενον, και άρτον.
10 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Φέρετε απο των οψαρίων, τα οποία επιάσατε τώρα.
11 Ανέβη Σίμων Πέτρος, και έσυρε το δίκτυον επι της γης, γέμον ιχθύων μεγάλων εκατόν πεντήκοντα τριών  και ενώ ήσαν τόσοι, δεν εσχίσθη το δίκτυον.
12 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς,  Έλθετε, γευματίσατε.  Ουδείς όμως των μαθητών ετόλμα να εξετάση αυτόν, Συ τις είσαι; εξεύροντες ότι είναι ο Κύριος.
13  Έρχεται λοιπόν ο Ιησούς και λαμβάνει τον άρτον, και δίδει εις αυτούς, και το οψάριον ομοίως.
14 Αύτη ήτο ήδη τρίτη φορά καθ' ήν ο Ιησούς εφανερώθη εις τους μαθητάς αυτού, αφού ηγέρθη εκ νεκρών.
15 Αφού λοιπόν εγευμάτισαν, λέγει προς τον Σίμωνα Πέτρον ο Ιησούς, Σίμων Ιωνά, αγαπάς με περισσότερον τούτων; Λέγει προς αυτόν, Ναί, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν, Βόσκε τα αρνία μου.
16Λέγει προς αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν, Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; Λέγει προς αυτόν, Ναί, Κύριε συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν, Ποίμαινε τα πρόβατά μου.
17 Λέγει προς αυτόν την τρίτην φοράν, Σίμων Ιωνά, αγαπάς με; Ελυπήθη ο Πέτρος ότι είπε προς αυτόν την τρίτην φοράν, Αγαπάς με; και είπε προς αυτόν, Κύριε, συ εξεύρεις τα πάντα  συ γνωρίζεις ότι  σε αγαπώ. Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Βόσκε τα πρόβατά μου.
18 Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, ότε ήσο νεώτερος, εζώννυες σεαυτόν, και περιεπάτεις όπου ήθελες  αφού όμως γηράσης, θέλεις εκτείνει τας χείράς σου, και άλλος θέλει σε ζώσει, και θέλει σε φέρει όπου δεν θέλεις.
19 Είπε δε τούτο, δεικνύων με ποίον θάνατον μέλλει να δοξάση τον Θεόν. Και τούτο ειπών, λέγει προς αυτόν, Ακολούθει μοι.
20 Στραφείς δε ο Πέτρος, βλέπει ακολουθούντα τον μαθητήν, τον οποίον ηγάπα ο Ιησούς, όστις και ανέπεσεν εν τω δείπνω επί το στήθος αυτού, και είπε, Κύριε, τις είναι ο παραδίδων σε;
21 Τούτον ιδών ο Πέτρος, λέγει προς τον Ιησούν, Κύριε, ούτος δε τι;
22 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Εαν αυτόν θέλω να μένη εωσού έλθω, τι προς σε ; συ ακολούθει μοι.
23 Διεδόθη λοιπόν ο λόγος ούτος εις τους αδελφούς, ότι ο μαθητής εκείνος δεν αποθνήσκει. Ο Ιησούς όμως δεν είπε προς αυτόν, ότι δεν αποθνήσκει, αλλ', Εαν θέλω αυτόν να μένη εωσού έλθω, τι προς σε;
24 Ούτος είναι ο μαθητής ο μαρτυρών περί τούτων, και γράψας ταύτα και εξεύρομεν, ότι είναι αληθής η μαρτυρία αυτού.
25 ΕΙΝΑΙ δε και άλλα πολλά, όσα έκαμεν ο Ιησούς, τα οποία εαν γραφθώσι καθ' έν ουδ' αυτός ο κόσμος νομίζω θέλει χωρήσει τα γραφόμενα βιβλία. Αμήν.















































































John, Chapter 21 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά εμφανίστηκε πάλι ο Ιησούς στους μαθητές του στη λίμνη της Τιβεριάδας. Και να πώς εμφανίστηκε:
2. Βρίσκονταν σ' ένα μέρος μαζί ο Σίμων Πέτρος, ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, ο Ναθαναήλ από την Κανά της Γαλιλαίας, οι γιοι του Ζεβεδαίου και άλλοι δύο από τους μαθητές του.
3. Τους λέει ο Σίμων Πέτρος: «Πηγαίνω για ψάρεμα». Του λένε: «Ερχόμαστε κι εμείς μαζί σου». Βγήκαν λοιπόν αμέσως κι ανέβηκαν στο πλοίο, αλλά εκείνη τη νύχτα δεν έπιασαν τίποτε.
4. Κι όταν πια είχε ξημερώσει, στάθηκε ο Ιησούς στο γιαλό, αλλά οι μαθητές δεν είχαν καταλάβει ακόμα ότι ήταν ο Ιησούς.
5. Τους λέει λοιπόν ο Ιησούς: «Παιδιά, μήπως έχετε τίποτε προσφάγι;». Του απάντησαν: «Όχι».
6. Κι εκείνος τους είπε: «Ρίξτε το δίχτυ στη δεξιά μεριά του πλοίου, και θα βρείτε». Το έριξαν, λοιπόν, και δεν μπορούσαν πια να το τραβήξουν εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας των ψαριών, που είχαν πιάσει!
7. Λέει τότε στον Πέτρο ο μαθητής εκείνος, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα: «Ο Κύριος είναι!». Ο Σίμων Πέτρος λοιπόν, μόλις άκουσε ότι είναι ο Κύριος, τυλίχτηκε με τη χλαίνη του, γιατί ήταν γυμνός, και ρίχτηκε μέσα στη λίμνη,
8. ενώ οι άλλοι μαθητές ήρθαν με το πλοίο στη στεριά, σέρνοντας το δίχτυ με τα ψάρια, μια και δεν απείχαν μακριά από τη στεριά, μα λιγότερο από εκατό μέτρα.
9. Μόλις λοιπόν, αποβιβάστηκαν στη στεριά, βλέπουν εκεί μια ανθρακιά κι ένα ψάρι πάνω σ' αυτήν, καθώς και ψωμί.
10. Τους λέει ο Ιησούς: «Φέρτε από τα ψάρια που πιάσατε μόλις τώρα».
11. Βγήκε ο Σίμων Πέτρος από το νερό και τράβηξε το δίχτυ στη στεριά, γεμάτο με εκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Και παρόλο που ήταν τόσο πολλά, δε σκίστηκε το δίχτυ.
12. Τους λέει ο Ιησούς: «Ελάτε να φάτε». Και κανένας από τους μαθητές δεν τολμούσε να τον ρωτήσει: «Εσύ ποιος είσαι;» γιατί είχαν πια καταλάβει πως είναι ο Κύριος.
13. Πλησιάζει τότε ο Ιησούς, παίρνει το ψωμί και τους το δίνει. Το ίδιο κάνει και με το ψάρι.
14. Κι αυτή ήταν η τρίτη κιόλας φορά, που εμφανίστηκε ο Ιησούς στους μαθητές του, αφότου αναστήθηκε από τους νεκρούς.
15. Κι αφού πια έφαγαν, λέει ο Ιησούς στο Σίμωνα Πέτρο: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, μ' αγαπάς περισσότερο απ' ό,τι αυτοί εδώ;». Του απαντάει εκείνος: «Ναι, Κύριε, εσύ ξέρεις πως είμαι φίλος σου». Του λέει ο Ιησούς: «Βόσκε τα αρνιά μου».
16. Του λέει πάλι για δεύτερη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, με αγαπάς;». Εκείνος απαντάει: «Ναι, Κύριε, εσύ ξέρεις πως είμαι φίλος σου». Του λέει ο Ιησούς: «Ποίμενε τα πρόβατά μου».
17. Του λέει την τρίτη φορά: «Σίμωνα, γιε του Ιωνά, είσαι φίλος μου;». Λυπήθηκε ο Πέτρος που την τρίτη φορά τον ρώτησε: «Είσαι φίλος μου;» και του απάντησε: «Κύριε, εσύ ξέρεις τα πάντα! Εσύ ξέρεις ότι είμαι φίλος σου». Του λέει ο Ιησούς: «Βόσκε τα πρόβατά μου.
18. Σου λέω, πως ναι, πράγματι, όταν ήσουν νεότερος, μόνος σου περίζωνες τον εαυτό σου και πήγαινες όπου ήθελες, όταν όμως γεράσεις, θα απλώσεις τα χέρια σου κι άλλος θα σε περιζώσει και θα σε πάει εκεί που δε θέλεις».
19. Κι αυτό του το είπε φανερώνοντας με τι είδους θάνατο θα δόξαζε το Θεό. Κι αφού του το είπε αυτό, του λέει: «Ακολούθα με».
20. Καθώς προχωρούσαν, γύρισε για μια στιγμή ο Πέτρος το κεφάλι πίσω, και βλέπει να τους ακολουθεί ο μαθητής, που ο Ιησούς τον αγαπούσε ιδιαίτερα, και που είχε πέσει στο στήθος του Ιησού την ώρα του δείπνου και τον είχε ρωτήσει: «Κύριε, ποιος είναι αυτός που πρόκειται να σε προδώσει;».
21. Όταν τον είδε αυτόν ο Πέτρος, λέει στον Ιησού: «Κύριε, και σ' αυτόν εδώ; Τι θα του συμβεί;».
22. Του λέει ο Ιησούς: «Κι αν αυτόν τον θέλω να μείνει μέχρι που να ξανάρθω, τι σ' ενδιαφέρει εσένα; Εσύ ακολούθα με».
23. Διαδόθηκε λοιπόν στους αδελφούς η φήμη ότι ο μαθητής εκείνος δεν πρόκειται να πεθάνει. Ο Ιησούς όμως δεν του είπε πως δε θα πεθάνει, αλλά: «Κι αν αυτόν τον θέλω να μείνει μέχρι που να ξανάρθω, τι σ' ενδιαφέρει εσένα;»
24. Αυτός είναι ο μαθητής που σαν αυτόπτης μάρτυρας τα βεβαιώνει αυτά και τα έγραψε, και ξέρουμε πως η μαρτυρία του είναι αληθινή.
25. Υπάρχουν βέβαια και πολλά άλλα, που έκανε ο Ιησούς, τα οποία αν γράφονταν ένα προς ένα, υποθέτω πως ούτε ο κόσμος ολόκληρος δε θα χωρούσε τα βιβλία που θα γράφονταν. Αμήν.





















































John

John, Chapter 21 Ancient Greek

1. Μετὰ ταῦτα ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν πάλιν ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος· ἐφανέρωσε δὲ οὕτως.

2. ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος, καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο.

3. λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· ὑπάγω ἁλιεύειν. λέγουσιν αὐτῷ· ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. ἐξῆλθον καὶ ἐνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.

4. πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι.

5. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ.

6. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων.

7. λέγει οὖν ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος, ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, τῷ Πέτρῳ· ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατο· ἦν γὰρ γυμνός· καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν·

8. οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον· οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων.

9. ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον.

10. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν.

11. ἀνέβη Σίμων Πέτρος καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν· καὶ τοσούτων ὄντων οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον.

12. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτὸν σὺ τίς εἶ, εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν.

13. ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως.

14. Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

15. Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου.

16. λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου.

17. λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με; καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· βόσκε τὰ πρόβατά μου.

18. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις.

19. τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι.

20. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε;

21. τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί;

22. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σὺ ἀκολούθει μοι.

23. ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ;

24. Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ ὁ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ.

25. ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν.

 

























































John, Chapter 21 (KJV)

01 After these things Jesus showed himself again to thedisciples at the sea of Tiberias; and on this wise showedhe himself.
02 There were together Simon Peter, and Thomas calledDidymus, and Nathanael of Cana in Galilee, and the sonsof Zebedee, and two other of his disciples.
03 Simon Peter saith unto them, I go a fishing. They sayunto him, We also go with thee. They went forth, andentered into a ship immediately; and that night they caughtnothing.
04 But when the morning was now come, Jesus stood on theshore: but the disciples knew not that it was Jesus.
05 Then Jesus saith unto them, Children, have ye any meat?They answered him, No.
06 And he said unto them, Cast the net on the right sideof the ship, and ye shall find. They cast therefore, andnow they were not able to draw it for the multitude offishes.
07 Therefore that disciple whom Jesus loved saith untoPeter, It is the Lord. Now when Simon Peter heard that itwas the Lord, he girt his fisher's coat unto him, (forhe was naked,) and did cast himself into the sea.
08 And the other disciples came in a little ship; (forthey were not far from land, but as it were two hundredcubits,) dragging the net with fishes.
09 As soon then as they were come to land, they saw a fireof coals there, and fish laid thereon, and bread.
10 Jesus saith unto them, Bring of the fish which ye havenow caught.
11 Simon Peter went up, and drew the net to land full ofgreat fishes, an hundred and fifty and three: and for allthere were so many, yet was not the net broken.
12 Jesus saith unto them, Come and dine. And none of thedisciples durst ask him, Who art thou? knowing that it wasthe Lord.
13 Jesus then cometh, and taketh bread, and giveth them,and fish likewise.
14 This is now the third time that Jesus showed himself tohis disciples, after that he was risen from the dead.
15 So when they had dined, Jesus saith to Simon Peter,Simon, son of Jonas, lovest thou me more than these? Hesaith unto him, Yea, Lord; thou knowest that I love thee.He saith unto him, Feed my lambs.
16 He saith to him again the second time, Simon, son ofJonas, lovest thou me? He saith unto him, Yea, Lord; thouknowest that I love thee. He saith unto him, Feed my sheep.
17 He saith unto him the third time, Simon, son ofJonas, lovest thou me? Peter was grieved because he saidunto him the third time, Lovest thou me? And he said untohim, Lord, thou knowest all things; thou knowest that Ilove thee. Jesus saith unto him, Feed my sheep.
18 Verily, verily, I say unto thee, When thou wast young,thou girdedst thyself, and walkedst whither thou wouldest:but when thou shalt be old, thou shalt stretch forth thyhands, and another shall gird thee, and carry theewhither thou wouldest not.
19 This spake he, signifying by what death he shouldglorify God. And when he had spoken this, he saith untohim, Follow me.
20 Then Peter, turning about, seeth the disciple whomJesus loved following; which also leaned on his breast atsupper, and said, Lord, which is he that betrayeth thee?
21 Peter seeing him saith to Jesus, Lord, and what shallthis man do?
22 Jesus saith unto him, If I will that he tarry till Icome, what is that to thee? follow thou me.
23 Then went this saying abroad among the brethren, thatthat disciple should not die: yet Jesus said not unto him,He shall not die; but, If I will that he tarry till I come,what is that to thee?
24 This is the disciple which testifieth of these things,and wrote these things: and we know that his testimony istrue.
25 And there are also many other things which Jesus did,the which, if they should be written every one, I supposethat even the world itself could not contain the books thatshould be written. Amen.
.